ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1008/2024 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1008/2024 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1008/2024 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1008 / 2024    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1008/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Πετσάλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου, Βάϊα Ζαρχανή - Εισηγήτρια και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιουλίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Κοντακτσή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης E. ή Ε. Τ. - Π. ή P. του Β. ή V., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γ. Μιχαλόλια, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 24,25/2024 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων .... Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1.Α. Τ. του Γ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Νεκτάριο Μακρυστάθη και Ν.. Τ.. 2 .Ν. Τ. του Γ., κάτοικο ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της δικηγόρου και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νεκτάριο Μακρυστάθη, 3. Ν. Μ. του Σ., κάτοικο ..., ο οποίος δήλωσε ότι είναι παραστάς δικηγόρος στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν είναι υποστηρίζων την κατηγορία και ότι εκ παραδρομής κλήθηκε ως υποστηρίζων την κατηγορία από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, 4. Ε. Τ. του Γ., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Νεκτάριο Μακρυστάθη και Ν.. Τ., σύμφωνα με την σχετική εξουσιοδότηση την οποία κατέθεσαν.

Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8/4/2024 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 437/2024.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, καθώς και της ως άνω υποστηρίζουσας την κατηγορία η οποία παρίσταται αυτοπροσώπως, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α. Η υπό κρίση από 8-4-2024 δήλωση αναίρεσης, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 9-4-2024, της κατηγορουμένης E. P. του V. κατά της υπ' αριθμ.24-25/2024 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου ..., που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή. Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί, περαιτέρω, ως προς τη βασιμότητα των λόγων της. Β. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 3, 358 και 362 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσης του, ως αποδεικτικών στοιχείων, εγγράφων, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα, από την οποία ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά μέσα (άρθρο 358 ΚΠΔ), καθώς και παραβίαση των αρχών περί προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Γ' του ισχύοντος ΚΠΔ. Τέτοια όμως ακυρότητα και παραβίαση της δημοσιότητας της διαδικασίας δεν επέρχεται, όταν το έγγραφο, που λήφθηκε υπόψη χωρίς να αναγνωσθεί, αναφέρεται απλώς διηγηματικά στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο (ΑΠ 526/2023, 844/2019, 233/2019, 708/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ' ΚΠΔ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, επιφέρει n μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγουμένη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου (ΑΠ 835/2021, 598/2018, 379/2018).

Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α ΚΠΔ, λόγω μη τήρησης των διατάξεων από την ΕΣΔΑ, Σύνταγμα και ΚΠΔ, που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορούμενου (171 παρ1δ ΚΠΔ) και παραβίασης των διατάξεων περί της δημοσιότητας της διαδικασίας. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι οι υποστηρίζοντες την κατηγορία, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ενεχείρισαν έγγραφο με τους ισχυρισμούς τους, το οποίο συμπεριλήφθηκε στα πρακτικά της απόφασης, χωρίς να αναπτύξουν το περιεχόμενό του προφορικά, ενώ περαιτέρω, καίτοι δόθηκε ο λόγος στον εισαγγελέα μετά την κατάθεση των ισχυρισμών αυτών, δεν δόθηκε ο λόγος στην ίδια. Από την, παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι οι υποστηρίζοντες την κατηγορία, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και μετά την προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών της κατηγορουμένης, κατέθεσαν πολυσέλιδο έγγραφο με τίτλο "ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ", το οποίο καταχωρήθηκε στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να προκύπτει ότι εγένετο προφορική αναφορά του περιεχομένου του εκ μέρους της καταθέσασας τούτο συνηγόρου των υποστηριζόντων την κατηγορία. Μετά την κατάθεση του εν λόγω εγγράφου, ο Εισαγγελέας της έδρας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι επιφυλάσσεται να προτείνει για τους παραπάνω ισχυρισμούς μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας. Από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, όπως αυτό έχει καταχωρηθεί και ενσωματωθεί στα ως άνω πρακτικά προκύπτει ότι σε αυτό ουδείς ισχυρισμός των υποστηριζόντων την κατηγορία εμπεριεχόταν, παρά γινόταν εκτενέστατη παράθεση του υπάρχοντος στη δικογραφία αποδεικτικού υλικού, όπως του περιεχομένου των εγγράφων, ιδιαίτερα των ιατρικών γνωματεύσεων σχετικά με την πάθηση και την κατάσταση της υγείας του συζύγου της αναιρεσείουσας, των μαρτυρικών καταθέσεων και των λοιπών στοιχείων της δικογραφίας από τα οποία, κατά την άποψή τους, αποδεικνυόταν η ενοχή της κατηγορουμένης. Η πιο πάνω έκθεση των απόψεων των υποστηριζόντων την κατηγορία επί των αδικημάτων, στερείται έννομης σημασίας, αφού ουδέν νέο στοιχείο το πρώτον εισήγαγε ή συνεισέφερε στην υπόθεση, ούτε και χρησιμοποιήθηκε στο αιτιολογικό ή διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης για την κατάφαση της ενοχής της κατηγορουμένης, στην οποία το Εφετείο κατέληξε μετά τη στάθμιση και αξιολόγηση των στοιχείων που διαλαμβάνει στην απόφασή του και στα οποία σαφώς το έγγραφο αυτό δεν περιλαμβάνεται. Επιπροσθέτως, πριν τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, όλοι οι παράγοντες της δίκης, μεταξύ των οποίων και η συνήγορος της κατηγορουμένης, ρωτήθηκαν εάν έχουν ανάγκη από συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και αυτοί απάντησαν αρνητικά (σελ.180 των πρακτικών), ακολούθως δε, ο Εισαγγελέας, έλαβε το λόγο προς ανάπτυξη των κατηγοριών και πρόταση επί της ουσίας, μετά την οποία ακολούθησαν οι αγορεύσεις των συνηγόρων. Από όλα τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, εφόσον το ως άνω έγγραφο : α) δεν περιείχε νέους ισχυρισμούς των υποστηριζόντων την κατηγορία, β) ουδόλως λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του και γ) σε κάθε περίπτωση μετά την καταχώρησή του στα πρακτικά και πριν τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, η συνήγορος της ήδη αναιρεσείουσας ρωτήθηκε τελευταία εάν χρειάζεται συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και απάντησε αρνητικά, ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε, ούτε παραβιάστηκαν οι διατάξεις δημοσιότητας της διαδικασίας και τα υπερασπιστικά δικαιώματα αυτής ως κατηγορουμένης. Επομένως, οι ανωτέρω, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.

Γ. Από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' Π.Κ., τέτοιος δε είναι και ο συμβολαιογράφος, β) ο υπάλληλος αυτός να είναι αρμόδιος καθ` ύλην και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση ορισμένου εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, γ) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ` του Π.Κ. και μάλιστα δημόσιο, όπως αυτό προσδιορίζεται από το άρθρο 438 του Κ.Πολ.Δ., ήτοι έγγραφο που συντάσσεται από αρμόδιο καθ` ύλην και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων, δ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς περιστατικού, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή περιστατικού που είναι σημαντικό για τη γένεση, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης δημόσιας ή ιδιωτικής σχέσης ή κατάστασης. Εξάλλου, επί δικαιοπρακτικών δηλώσεων σε συμβόλαιο δεν έχει σημασία αν τα μέρη εννοούσαν σοβαρά τα δηλωθέντα ή είχε εμφιλοχωρήσει πλάνη, απάτη κλπ, αλλά αρκεί για την "αλήθεια" του συντάκτη συμβολαιογράφου να καταχώρησε αυτές, όπως ακριβώς εκφράστηκαν από τα μέρη και ε) δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και τη θέλησή του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες. Για τη στοιχειοθέτηση της ψευδούς βεβαίωσης δεν αποτελεί προϋπόθεση η εγκυρότητα του εγγράφου, το οποίο μπορεί να προσβληθεί σύμφωνα με το νόμο, ούτε η καθ` ολοκληρίαν συμπλήρωση και αποπεράτωσή του. Κατά την παρ. 3 του ως άνω άρθρου, για την κακουργηματική μορφή του εγκλήματος απαιτείται και σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, εφόσον, το όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσόν των 120.000 ευρώ. Δεν είναι δε απαραίτητο να πραγματοποιηθεί ο επιδιωκόμενος αυτός σκοπός ή να είναι άμεσα συνδεδεμένα με την πράξη το περιουσιακό όφελος ή η περιουσιακή βλάβη, αλλά αρκεί ότι αυτά έχουν ενταχθεί στο εν γένει δια της ψευδούς βεβαίωσης σχέδιο του δράστη (Α.Π. 1150/2019, 1328/2019, 121/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. α` του προϊσχύσαντος Π.Κ. (άρθ. 46 παρ. 1 του ισχύοντος), για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται αντικειμενικώς πρόκληση και παραγωγή στον άλλον της απόφασης για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος. Η πρόκληση της απόφασης αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βούλησης αίτια, ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξης, στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό. Για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης επί του αποδοθέντος στον κατηγορούμενο εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας στην τέλεση αξιόποινων πράξεων, πρέπει να περιγράφεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο η αξιόποινη πράξη, την οποία, με τις προτροπές κ.λπ. του ηθικού αυτουργού, διέπραξε ο αυτουργός και αρκεί η μνεία του τρόπου ή του μέσου, όπως παραινέσεων, προτροπών, πειθούς, φορτικότητας, με την έννοια της πειστικότητας, χωρίς να απαιτείται επίκληση και άλλων πραγματικών περιστατικών ή περαιτέρω εξειδίκευση σε τί συνίστανται οι παραινέσεις, οι προτροπές, η πειθώ, η φορτικότητα (ΑΠ 1626/2019, 604/2019, 1380/2017). Αρκεί ότι επρόκειτο για συμπεριφορά πρόσφορη να αποτελέσει ηθική αυτουργία και ότι συνδεόταν, ως εκ του ότι συνέβαλε στη λήψη της απόφασης αιτιωδώς, ως προς την άδικη πράξη που τέλεσε ο φυσικός αυτουργός, πολύ δε περισσότερο δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο βαθμός της φορτικότητας και της πειθούς και της επίδρασης αυτών στην απόφαση του φυσικού αυτουργού (ΑΠ 1887/2019). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46, 47 και 48 του Ποινικού Κώδικα, με την τρίτη των οποίων καθιερώνεται το ανεξάρτητο του αξιοποίνου του ηθικού αυτουργού και των λοιπών συνεργών, από το αξιόποινο εκείνου που τέλεσε την πράξη, για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, δηλαδή πράξη για την οποία δεν συντρέχει κάποιος λόγος που να αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα αυτής, χωρίς να εξετάζεται αν ο αυτουργός είναι ικανός προς καταλογισμό, αν πράττει από δόλο ή αν συντρέχει προς αυτόν λόγος που να αποκλείει τον καταλογισμό. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι δεν αποκλείεται η ύπαρξη ηθικής αυτουργίας για τον λόγο ότι απαλλάχθηκε ο φυσικός αυτουργός για έλλειψη δόλου ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή γιατί βρισκόταν σε πραγματική ή συγγνωστή νομική πλάνη (ΑΠ 1871/2009). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 εδ. α' του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται....", κατά δε την αντίστοιχη διάταξη του άνω άρθρου (386 παρ.1 εδ. α') του ισχύοντος από την 1η-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα (Ν.4619/2019) "Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται...." Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, η βασική νομοτυπική μορφή του οποίου παραμένει ίδια και υπό την ισχύ του νέου Π.Κ., απαιτούνται: 1)παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, η οποία συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών είτε στην αθέμιτη απόκρυψη είτε στην παρασιώπηση αληθινών γεγονότων. Η παραπλάνηση, δηλαδή, του άλλου πραγματώνεται με τρείς, υπαλλακτικά μικτούς, τρόπους (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση), οι οποίοι κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα. Οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος συνιστά περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς με παράλειψη, δηλαδή με την παράλειψη ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοίνωσης από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου. Ως γεγονότα, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου νοούνται τα πραγματικά περιστατικά, ήτοι τα συμβεβηκότα του εξωτερικού κόσμου, που απεικονίζουν την πραγματικότητα, τα οποία ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν όμως οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων, κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσής τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση, τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. 2)πρόκληση σε άλλον, από την παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, πλάνης, δηλαδή ανεπίγνωτης διάστασης μεταξύ της βούλησης και της δήλωσης βούλησης, ή διατήρηση ή ενίσχυση της υπάρχουσας (πλάνης). Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται (παθόν) και έτσι υπάρχει απάτη και όταν ο απατώμενος είναι πρόσωπο άλλο από το περιουσιακώς βλαπτόμενο, αρκεί ο απατώμενος να μπορεί από το νόμο ή από τα πράγματα να ενεργήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη ή παράλειψη. 3)ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη και της προκληθείσης πλάνης στον παθόντα ή στον άλλον τρίτο, 4)πράξη, παράλειψη ή ανοχή, εξαιτίας της πλάνης, από τον παθόντα ή άλλον τρίτο, η οποία (πράξη κ.λπ) ενέχει περιουσιακή διάθεση. Περιουσιακή διάθεση αποτελεί κάθε νομική ή υλική ενέργεια ικανή να μειώσει την περιουσία του βλαπτόμενου και δεν ταυτίζεται με την περιουσιακή διάθεση του αστικού δικαίου, δηλαδή δεν εξαντλείται στη θεμελίωση, μεταβολή ή κατάργηση δικαιωμάτων, ούτε προϋποθέτει, κατ'ανάγκη δήλωση βουλήσεως. Η περιουσιακή διάθεση πρέπει να είναι άμεση, δηλαδή να μην παρεμβάλλεται αυτόνομη πράξη τρίτου. Αν η πράξη του παραπλανώμενου δεν συνιστά διάθεση, δεν στοιχειοθετείται η απάτη. Εξάλλου, ως περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου, που έχουν χρηματική αξία. 5)ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πλάνης του παθόντος ή άλλου και της ενέργειας στην οποία παραπείσθηκε ο απατηθείς, η οποία ενέχει περιουσιακή διάθεση και επάγεται αναγκαίως περιουσιακή βλάβη του εαυτού του ή τρίτου 6)επέλευση, εξαιτίας της περιουσιακής διάθεσης που έγινε από εκείνον που παραπλανήθηκε, βλάβης στην περιουσία αυτού ή άλλου, η οποία (βλάβη) συνίσταται στη μείωση ή χειροτέρευση της περιουσίας του παθόντος, την οποία δεν αναιρεί η τυχόν ύπαρξη ενεργούς αξίωσης (κατά του δράστη ή τρίτου) προς ανόρθωσή της, αφού για την ικανοποίηση της σχετικής αξίωσης απαιτείται δικαστικός αγώνας, ο οποίος συνιστά πάντοτε περιουσιακή βλάβη. 7)δόλος του δράστη, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των στοιχείων του εγκλήματος, καθώς και σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Περιουσιακό όφελος είναι κάθε οικονομική βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης, υπάρχει δε όταν επιδιώκεται η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οποιουδήποτε εξ αυτών. Παράνομο δε, είναι το περιουσιακό όφελος όταν ο δράστης ή ο άλλος δεν δικαιούται σ'αυτό από κάποια διάταξη του ιδιωτικού ή του δημοσίου δικαίου. Το περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτόμενου στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Συνήθως το περιουσιακό όφελος ισούται με την περιουσιακή βλάβη του παθόντος, πλην όμως δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται κατά ποσόν και ποιόν, αρκεί δε να είναι μέρος της ζημίας (Ολ.ΑΠ 1/2020, 1/2018, ΑΠ 1149/2022, 313/2021, 1/2021, 131/2020, 308/2018, 1188/2014). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 211 ΑΚ, δήλωση βούλησης από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 229 εδάφιο α` ΑΚ, "αν μια σύμβαση συνομολογήθηκε στο όνομα άλλου χωρίς την πληρεξουσιότητά του, το κύρος της εξαρτάται από την έγκριση του αντιπροσωπευόμενου ...", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 238 εδάφιο α` του ίδιου κώδικα "η συγκατάθεση που παρέχεται μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας (έγκριση), εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, ανατρέχει στον χρόνο της δικαιοπραξίας...". (ΑΠ 603/2013, 474/2006, 1659/2005). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 131 AK, η δήλωση βούλησης είναι άκυρη, αν κατά τον χρόνο, που έγινε, ο δηλών δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του. Κατά την έννοια συνεπώς της διάταξης αυτής, η δήλωση βούλησης είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που αυτή έγινε λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που είναι δυνατόν να συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο, εφόσον ο νόμος δεν το αποκλείει, ο δηλών δεν είχε έλλογη κρίση, που να του επιτρέπει να προσδιορίζει ελεύθερα τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς και βρισκόταν σε αδυναμία να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας, που επιχειρεί καθώς και τις συνέπειές της. Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών του ανικάνου λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής είναι απόλυτη, ώστε οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να την προβάλει (ΑΠ 227/2022). Την ως άνω άκυρη δικαιοπραξία μπορούν σε περίπτωση θανάτου του να προσβάλουν και οι κληρονόμοι του ανικάνου, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 131 Α.Κ. (ΑΠ 227/2022, 372/2015). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των άρθρων 140, 141, 142, 147, 154, 155 και 184 ΑΚ, συνάγεται ότι η ένεκα πλάνης ή απάτης ακύρωση δικαιοπραξίας επέρχεται με δικαστική απόφαση, συνεπεία αγωγής περί τούτου ή ενστάσεως, μέχρι δε την ακύρωσή της, η ένεκα πλάνης ή απάτης ακυρώσιμη δικαιοπραξία αναπτύσσει πλήρη νομική ενέργεια. Η περί πληρεξουσιότητας δήλωση βούλησης, ως μονομερής δικαιοπραξία, μπορεί, όπως κάθε δικαιοπραξία, να είναι προϊόν πλάνης ή απάτης και συνεπώς ακυρώσιμη. Αν καταρτίστηκε ήδη η κύρια δικαιοπραξία, η ακυρωσία της πληρεξουσιότητας δεν καθιστά άνευ άλλου ακυρώσιμη και τη δικαιοπραξία αυτήν, αλλά η ακύρωση της πληρεξουσιότητας αίρει εξαρχής το προαπαιτούμενο της ύπαρξης εξουσίας αντιπροσώπευσης, οπότε επέρχονται οι συνέπειες των άρθρων 229 επ. ΑΚ.
Συνεπώς, επί ακυρώσιμης πληρεξουσιότητας, για να δικαιούται ο αντιπροσωπευόμενος πληρεξουσιοδότης να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της κύριας δικαιοπραξίας μεταβίβασης ακινήτου, πρέπει να επικαλείται με την αγωγή του ότι ακυρώθηκε η πληρεξουσιότητα με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, κατόπιν αγωγής ή ενστάσεως, ή να ζητεί με την ίδια αγωγή ακύρωση και της πληρεξουσιότητας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, εάν ακυρωθεί η ακυρώσιμη πληρεξουσιότητα με την αγωγή, που απευθύνεται από τον πληρεξουσιοδότη κατά του πληρεξουσίου, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 184 ΑΚ, μετά την ακύρωσή της, εξομοιώνεται με εξαρχής άκυρη, αίρεται το προαπαιτούμενο της ύπαρξης εξουσίας αντιπροσώπευσης, κατά την έννοια του άρθρου 211 ΑΚ, οπότε αναγνωρίζεται ταυτόχρονα και η ακυρότητα της καταρτισθείσας με τον αντισυμβαλλόμενό του δικαιοπραξίας, που συνήφθη με βάση το άκυρο πληρεξούσιο, κατά παραδοχή της ίδιας αγωγής που απευθύνεται κατά του αντισυμβαλλομένου του αντιπροσώπου, εφόσον ο αντιπροσωπευόμενος την αποκρούει και δεν την εγκρίνει (βλ. ΑΠ 1730/2022, 994/2019, 350/2015).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο όλο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 1/2020, ΑΠ 1149/2022, 1/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: "Ο Γ. Τ. του Α., κάτοικος εν ζωή ..., διετέλεσε δικηγόρος στο Δικηγορικό Σύλλογο ..., ενώ ασχολήθηκε και με τα κοινά και απέκτησε την ιδιότητα του δημοτικού συμβούλου στην ίδια πόλη, αργότερα δε και του βουλευτή. Τέλεσε τον πρώτο του γάμο το 1967 με την Μ. Κ., με την οποία απέκτησε τρία τέκνα, τη Ν., την Ε. και τον Α. Από την εργασία του απέκτησε σημαντική κινητή και ακίνητη περιουσία ενώ τo έτος 1991 έλαβε διαζύγιο από την προαναφερόμενη σύζυγό του. Στις αρχές του 1995, παρουσίασε συμπτώματα αιματολογικής νόσου, γνωστής ως "...". Η νόσος αυτή είναι μια μορφή λευχαιμίας που προσβάλλει το μυελό των οστών. Η διαδρομή της νόσου παρουσιάζει εξάρσεις και υφέσεις, με κύριο χαρακτηριστικό της τη μείωση της αντίστασης του οργανισμού στις λοιμώξεις και την προοδευτική προσβολή όλων των οργάνων του σώματος, η οποία επιφέρει σοβαρότατες βλάβες σε αυτά. Μετά τη διάγνωση της ασθένειας τον ... του 1995, ο Γ. Τ. επισκέφθηκε το αντικαρκινικό νοσοκομείο ... του ..., όπου επιβεβαιώθηκε η αρχική διάγνωση και πληροφορήθηκε τα στάδια της ασθένειας του, του δόθηκε δε πρόβλεψη επιβίωσης 8-10 έτη, εκ των οποίων τα πέντε πρώτα έτη θα διήγε με καλή ποιότητα ζωής, χωρίς σοβαρά προβλήματα. Το έτος 1998 γνώρισε τη δεύτερη κατηγορουμένη Έ. Π. του Β., ... υπήκοο, ηλικίας τότε 27 ετών και σύναψε μαζί της ερωτική σχέση, η οποία κατέληξε σε γάμο. Το ... του έτους 2003, η κατάσταση της υγείας του άρχισε να επιδεινώνεται, αρχικά με νόσηση από βαριά πνευμονία και στη συνέχεια από επιθετική εκδήλωση της νόσου με πολλαπλές επιπλοκές, όπως επανειλημμένες λοιμώξεις, κίρρωση του ήπατος με ασκίτη και βαριά αναιμία, προς αντιμετώπιση της οποίας άρχισε να υφίσταται συνεχείς μεταγγίσεις αίματος με συχνότατες εισαγωγές στην Παθολογική Κλινική του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου .... Το ... του έτους 2004, διαισθανόμενος ότι η αντίστροφη πορεία είχε ήδη αρχίσει, συνέταξε την από ...-2004 ιδιόγραφη διαθήκη του, με την οποία διέθεσε την περιουσία του ως εξής:1) Στη θυγατέρα του Ν. Τ., κατέλιπε ένα διαμέρισμα στην οδό ... στην Αθήνα, εμβαδού 113 τ.μ. περίπου, το οποίο χρησιμοποιούσε ως κατοικία και γραφείο, καθώς επίσης και ένα ισόγειο κατάστημα στην ..., επί της οδού ..., εμβαδού 85 τ.μ. με πατάρι και υπόγειο, το οποίο είχε εκμισθώσει στον Κ. Μ. και Α. Γ., 2) στη θυγατέρα του Ε. Τ., συζ. Β. Α., κατέλιπε ένα κτήμα, στη θέση "..." ... ..., εκτάσεως 11 περίπου στρεμμάτων, 3) στη σύζυγό του Ε. Π. (πρώτη κατηγορουμένη) κατέλιπε το διαμέρισμά του στην ..., στην οδό ..., εμβαδού 133τ.μ., καθώς επίσης και τις πάσης φύσεως συντάξεις και εφάπαξ των Ταμείων Προνοίας Δικηγόρων, Λ.Ε.Δ.Ε. ή οποιοδήποτε άλλου Ταμείου, 4) στον υιό του Α. Τ., κατέλιπε ολόκληρο το κτήμα του στον "..." ... ..., εκτάσεως 12-14 στρέμματα. Για το κτήμα αυτό, το οποίο ευρίσκεται εντός οικισμού και σχεδίου πόλεως, με την ίδια διαθήκη, υποχρέωσε τον ανωτέρω υιό του να το κατατμήσει, κατά την απόλυτη κρίση του, σε άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα και δύο εξ αυτών να τα αποδώσει στην αδελφή του Ε. Τ. και 5) στην εξώγαμη θυγατέρα του Π. - Α. Κ., κατέλιπε ένα οικόπεδο εκ του ανωτέρω κτήματος άρτιο και οικοδομήσιμο, το οποίο να συμπληρώνει τη νόμιμη μοίρα της. Μετά τη σύνταξη της ανωτέρω διαθήκης, ο Γ. Τ. την ασφάλισε στο γραφείο του, μαζί με το βιβλιάριο από τον υπ' αοιθμ. ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε στο ... με τον υιό του Α. Τ., το οποίο εμφάνιζε υπόλοιπο 371.547,12 ευρώ, το περιεχόμενο δε αυτής ήταν γνωστό στους τετιμημένους μ' αυτή, κατόπιν ανακοίνωσης αυτού στον γιο του Α. Τ., γεγονός το οποίο αναφέρει ο ίδιος στην κατάθεση του. Λίγες ημέρες αργότερα, όταν διαπίστωσε πως το βιβλιάριό του είχε αφαιρεθεί και επειδή υποπτεύθηκε ότι πιθανώς κάποιος από τους τετιμημένους της διαθήκης του, μετά το θάνατό του, επιχειρούσε να υφαρπάσει και άλλα περιουσιακά στοιχεία, πέραν των όσων του είχε καταλείψει, στις 29-2-2004 συνέταξε συμπληρωματική ιδιόγραφη διαθήκη από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Ρίο ... όπου νοσηλευόταν, στην οποία περί έλαβε τη ρήτρα ότι "όποιος θα αξιώσει περισσότερα από αυτό που του δίνω, τον περιορίζω στη νόμιμη μοίρα του". Δύο ημέρες ενωρίτερα, ήτοι στις 27/7/2004 ο εκ των συνδικαιούχων του άνω τραπεζικού λογαριασμού Α. Τ., φοβούμενος ότι η δεύτερη κατηγορουμένη σύζυγός του Έ. Π. είχε υποκλέψει το βιβλιάριο και ενδεχομένως στο μέλλον επιχειρούσε να προβεί σε ανάληψη των χρημάτων που ευρίσκοντο στον άνω κοινό τραπεζικό λογαριασμό, για να προστατεύσει τα χρήματα, μέρος των οποίων (130.000 ευρώ) είχαν προέλθει από δικά του περιουσιακά στοιχεία και συγκεκριμένα από απαίτηση που είχε έναντι τρίτων από αυτοκινητικό ατύχημα, με αίτηση που υπέβαλε ατομικώς στο ..., ζήτησε τη δέσμευση του άνω τραπεζικού λογαριασμού, λόγω απώλειας του βιβλιαρίου. Μη αρκούμενο τo Ταμείο στη δική του αίτηση, την απέρριψε, ζητώντας υπεύθυνη δήλωση και από τον έτερο συνδικαιούχο Γ. Τ. Πράγματι, την ίδια ημέρα ο τελευταίος, με δική του υπεύθυνη δήλωση προς το ίδιο τραπεζικό ίδρυμα, δήλωσε και αυτός την απώλεια του βιβλιαρίου, οπότε ο Α. Τ., με καινούργια αίτηση που υπέβαλε στις 1-3-2004, ζήτησε εκ νέου τη δέσμευση του ίδιου λογαριασμού. Αποδεχόμενο αυτή τη φορά το Ταμείο την αίτηση, άνοιξε στο όνομα του Α. Τ. τον υπ' αριθμ. ... ατομικό λογαριασμό, στον οποίο αυτός μετέφερε ολόκληρο το προηγούμενο υπόλοιπο των 371.574 ευρώ. Παρά τη μεταφορά των χρημάτων στο νέο λογαριασμό, ο προηγούμενος κοινός τραπεζικός λογαριασμός δεν κλείστηκε έτσι σ' αυτόν αργότερα εισέρευσε το ποσό των 1.750 ευρώ, που προήλθε από την ωρίμανση των τόκων του προηγούμενου κεφαλαίου. Δύο εβδομάδες αργότερα, ο Γ. Τ. ζήτησε από τov Α. να του εμβάσει το ποσό των 72.000 ευρώ στον υπ' αριθμ. ... έτερο κοινό τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσαν οι ίδιοι στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος. Πράγματι ο τελευταίος, εκτελώντας την εντολή του πατέρα του, στις 16.03.2004 μετέφερε αρχικά το ποσό των 12.000 ευρώ και στις 7.04.2004 το ποσό των 60.000 ευρώ. Τα ποσά αυτά ο Γ. Τ. ανέλαβε ο ίδιος προσωπικά στις 17.03.2004 (11.000 ευρώ), στις 20.04.2004 (50.000 ευρώ) και στις 17.05.2004 (10.000 ευρώ), για να δώσει στη δεύτερη κατηγορουμένη σύζυγό του για την αντιμετώπιση των τρεχουσών αναγκών τους. Στην πορεία, επειδή η κατάσταση της υγείας του Γ. Τ. επιδεινωνόταν σταδιακά με συμπτώματα υπνηλίας και συγχυτικοδιεγερτικών επεισοδίων και αδυνατούσε να μεταβαίνει ο ίδιος στις Τράπεζες και τις λοιπές Υπηρεσίας για τη διευθέτηση των οικονομικών του συναλλαγών, με τα από ...-2004 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου ... Α. Σ., εξουσιοδότησε τον υιό του Α. Τ. και την πρώην σύζυγό του Μ. Κ. να ενεργούν για λογαριασμό του κάθε συναλλαγή προς τα διάφορα Ταμεία
και τις Τράπεζες. Όντας προφανώς καχύποπτος από τη συμπεριφορά της συζύγου του, κατηγορούμενης, στις 27-6-2004, συνέταξε ιδιόγραφο σημείωμα το οποίο απηύθυνε προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και ζητούσε να παγώσει τον υπ' αριθμ. ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε μαζί της, με την αιτιολογία ότι "έχει διαφορές και προέκυψαν προβλήματα". Την επιστολή αυτή παρέδωσε στον υιό του Α. Τ. για να την εγχειρίσει στην Τράπεζα, πλην όμως αυτή δεν έγινε αποδεκτή λόγω μη προσκομίσεως ειδικού πληρεξουσίου. 'Οπως προκύπτει από το με αρ. πρωτ. ....2004 πιστοποιητικό του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου ..., ο Γ. Τ. εισήχθη στο εν λόγω νοσοκομείο στις 12.7.2004, ευρισκόμενος στο τελικό στάδιο της ασθένειας του, με ασκητική συλλογή, ευκαιριακές λοιμώξεις, ανεπάρκεια πολλών οργάνων και αιμορραγικές εκδηλώσεις. Παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι την 19.8.2004 και κατά το μεγαλύτερο διάστημα της νοσηλείας του ήταν συγχυτικός ή ληθαργικός και δεν διατηρούσε ικανοποιητική επαφή με το περιβάλλον. Τις τελευταίες όμως ημέρες, λόγω της φαρμακευτικής αγωγής του παρασχέθηκε, η επικοινωνία του βελτιώθηκε, είχε καλή επαφή με το περιβάλλον και ζητούσε να εξέλθει του νοσοκομείου το συντομότερο δυνατόν. Τα αναγραφόμενα στο ανωτέρω πιστοποιητικό επιβεβαίωσε ο μάρτυρας του κατηγορητηρίου ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου Α. Σ., Λέκτορας της Παθολογικής Κλινικής του άνω νοσοκομείου και επί έτη θεράπων ιατρός του Γ. Τ., που συνέταξε το παραπάνω πιστοποιητικό καθώς επίσης και οι ιατροί του ιδίου νοσοκομείου Ε. Τ. και Μ. Τ. Τις καταθέσεις αυτές επιρωνύνει και η μάρτυρας Θ. Ζ., νοσοκόμα, η οποία τότε συνεργαζόταν με το νοσοκομείο ... και είχε προσληφθει από την κατηγορουμένη, για να του προσφέρει τις υπηρεσίες της κατά τις πρωινές ώρες, καθώς τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας τη φροντίδα του ως άνω ασθενούς είχε αναλάβει ο συνάδελφός της Η. Κ., τον οποίο είχε προσλάβει η πλευρά των εγκαλούντων. Ειδικότερα, η ανωτέρω μάρτυρας εξεταζόμενη στο ακροατήριο σχετικά με την πνευματική του διαύγεια την περίοδο εκείνη κατέθεσε ότι ήταν αυτός αρκετά διαυγής και ήταν εφικτή η επικοινωνία μαζί του. Βέβαια ο άλλος μάρτυρας νοσοκόμος Η. Κ., εξεταζόμενος και αυτός στο ακροατήριο κατέθεσε ότι κατά το χρονικό διάστημα που είχε αναλάβει τη φροντίδα του Γ. Τ., από 31-7 έως 15-8 2004, η κατάσταση της υγείας του ήταν άσχημη και μιλούσε ασυνάρτητα, όμως δεν διευκρίνισε εάν η κατάσταση αυτή συνεχιζόταν μέχρι και τις τελευταίες ημέρες της νοσηλείας του, καθώς άπαντες οι ανωτέρω εξετασθέντες μάρτυρες ομίλησαν για βελτίωση της διανοητικής του κατάστασης το τελευταίο διάστημα πριν εξέλθει του νοσοκομείου. Αυτή η αιφνίδια μερική ανάταξή της υγείας του άνω ασθενούς δεν είναι απρόσμενη, καθώς τα ανωτέρω συμπτώματα της νόσου (παραλήρημα, σύγχυση, υπνηλία, λήθαργος), που οφείλονται στην αυξημένη γλοιότητα του αίματος (σύνδρομο υπεργλοιότητας), με τη λήψη της κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής, για ένα μικρό χρονικό διάστημα αμβλύνονται. Όλες οι εκθέσεις γνωμοδοτήσεις που οι εγκαλούντες προσκομίζουν αναφορικά με το επίπεδο συνείδησης του Γ. Τ. κατά το χρόνο της εξόδου του από τo νοσοκομείο έχουν σχετική αξία, καθώς άπαντες προσπαθούν να προσεγγίσουν την αληθινή εικόνα του ασθενούς μόνο μέσω βιβλιογραφικών αναφορών και εμπειρικών εκτιμήσεων, χωρίς να έχουν ιδία αντίληψη της κλινικής εικόνας του ασθενούς κατά τον επίμαχο χρόνο. Το γεγονός δε ότι από το ιστορικό νοσηλείας προκύπτει ότι αυτός στις 27-7-2004 εμφανίζεται συγχυτικός, στις 28-7-2004 σε κατάσταση υπνηλίας, στις 29-7-2004 βυθισμένος, στις 30-7-2004 με βελτίωση επιπέδου συνείδησης, στις 2-8-2004 με πτώση επιπέδου συνείδησης, στις 4 και στις 5-8-2004 σε κατάσταση υπνηλίας, στις 6-8-2008 συγχυτικός, στις 9-8-2004 βελτιωμένος με ικανοποιητική επικοινωνία, στις 12-8-2004 χωρίς καλή επικοινωνία και στις 17-8-2004 με βελτιωμένη επικοινωνία και διάθεση εξόδου από το νοσοκομείο, αποδεικνύει το ευρέως κυμαινόμενο επίπεδο συνείδησης που παρουσίαζε κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του. Εξ όλων αυτών αποδεικνύεται ότι ο Γ. Τ. εξήλθε του νοσοκομείου στις 19-8-2004 με αρκετά καλό επίπεδο συνείδησης, όμως σε εξαιρετικά ευάλωτη κατάσταση, καθώς εμφάνιζε ανεπάρκεια πολλών οργάνων, καχεξία, οστεοπώρωση και μεγάλη ευπάθεια σε λοιμώξεις απότοκος της νόσου και των χημειοθεραπειών που είχαν προηγηθεί. Για το λόγο αυτό και συνεστήθη η διαμονή του σε καθαρό περιβάλλον, αυξημένη νοσηλευτική φροντίδα, επαγρύπνηση για τις λοιμώξεις και τακτική κλινική και αιματολογική παρακολούθηση (........). Μετά την έξοδό
του από το νοσοκομείο, ο Γ. Τ. διεκομίσθη με ασθενοφόρο στην επί της οδού ... οικία του, όπου ετέθη υπό την αποκλειστική φροντίδα και έλεγχο της συζύγου Ε. Π., κατηγορούμενης. Αυτή βλέποντας η τελευταία ότι η ασθένειά του είχε εισέλθει στο τελικό της στάδιο και ότι ο χρόνος του θανάτου του πλησίαζε, θέλοντας να υφαρπάσει περισσότερα περιουσιακά στοιχεία από αυτά που ο σύζυγός της την είχε τιμήσει με τη διαθήκη του, τον έπεισε ότι απαιτούνται χρήματα για την περαιτέρω νοσηλεία του. Ενόψει τούτου, περί τις ... της ....2004, ημέρα Παρασκευή, επισκέφθηκε την συμβολαιογράφο ... Γ. Φ. του Σ. - συγκατηγορούμενη της στον πρώτο βαθμό η οποία διατηρούσε γραφείο στην ίδια πολυκατοικία και της ζήτησε να συντάξει κατ'εντολή του συζύγου της Γ. Τ. πληρεξούσιο, με το οποίο θα την εξουσιοδοτούσε να αναλαμβάνει χρήματα από τους τραπεζικούς του λογαριασμούς, καθώς ο ίδιος ήταν ασθενής και κλινήρης. Για τη σύνταξη του ανωτέρω πληρεξουσίου, η κατηγορουμένη προσκόμισε στην ως άνω συμβολαιογράφο, αφενός την ταυτότητα του συζύγου της, από την οποία προέκυπτε η δικηγορική του ιδιότητα και αφετέρου το διαβατήριό της και τη ληξιαρχική πράξη γάμου τους. Η ως άνω συμβολαιογράφος την ίδια μέρα ετοίμασε σχέδιο τυπικού πληρεξουσίου κι επισκέφθηκε το διαμέρισμα στον 5ο όροφο και για πρώτη φορά συνάντησε τον εντολέα της κλινήρη. Γνωρίζοντας την ιδιότητά του και άρα και τη δυνατότητα να αντιληφθεί τη σημασία του αιτηθέντος πληρεξουσίου, του ζήτησε να της αναφέρει και ο ίδιος το λόγο για τον οποίο επιθυμούσε τη σύνταξή του. Τότε αυτός, με ασθενική φωνή της δήλωσε ότι επιθυμεί να αναλαμβάνει χρήματα η σύζυγός του από τους τραπεζικούς του λογαριασμούς, καθώς ο ίδιος ήταν προφανώς αδύναμος. Ενόψει τούτων η ως άνω συμβολαιογράφος του διάβασε το πληρεξούσιο και προχώρησε στην υπογραφή του. Όπως περιγράφεται από την ίδια τη συμβολαιογράφο, η σύζυγός του τον βοήθησε να ανασηκωθεί από το κρεβάτι και ο ίδιος ο Γ. Τ. με τρεμάμενη γραφή "σχεδόν στον αέρα, με ένα τετράδιο από κάτω" υπέγραψε το υπ' αριθμ. ....2004 πληρεξούσιο είσπραξης χρημάτων, γεγονότα που συνάγονται από την απολογία της συμβολαιογράφου ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κι εμπεριέχονται στην εκκαλουμένη απόφαση. Αυθημερόν, η κατηγορούμενη έχοντας στην κατοχή της το ανωτέρω πληρεξούσιο, μετέβη στο ..., με πρόθεση να αναλάβει το υπόλοιπο των 371.574 ευρώ, που υπήρχε στον προαναφερθέντα 004/0155547 κοινό τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε ο Γ. Τ. με τον υιό του Α. Τ. όπου διαπίστωσε ότι ήδη από τις αρχές Μαρτίου του ιδίου έτους, ο τελευταίος είχε μεταφέρει το ποσό αυτό σε ατομικό του λογαριασμό και ότι παρέμενε σ' αυτόν υπόλοιπο μόλις 1.763,55 ευρώ, προερχόμενο από τους διαδραμώντες τόκους. Στις ...-2004 ο υιός του Α. Τ. τηλεφώνησε στην οικία του και ενημέρωσε την κατηγορουμένη ότι επιθυμεί να επισκεφθεί τον πατέρα του, πλην όμως εκείνη, υπό το φόβο μήπως αποκαλυφθεί η σύνταξη του πληρεξουσίου, αρνήθηκε. Αμέσως ο Α. Τ. μετέβη στον Β' Αστυνομικό Τμήμα ... και ανέφερε το περιστατικό στην Αξιωματικό Υπηρεσίας Β. Ν., πρώτη μάρτυρα του κατηγορητηρίου. Η τελευταία επικοινώνησε τηλεφωνικά με την κατηγορουμένη και της ζήτησε να επιτρέψει στον Α. Τ. να δει τον πατέρα του. Κατόπιν τούτου, ο τελευταίος μετέβη αυθημερόν στην οικία του πατρός του συνοδευόμενος από τον φίλο του Κ. Π., πλην όμως και πάλι η εν λόγω κατηγορουμένη του αρνήθηκε την είσοδο. Μετά το περιστατικό αυτό, τo πρωί της Δευτέρας 23-8-2004, η ίδια κατηγορουμένη επισκέφθηκε και πάλι το γραφείο της άνω συμβολαιογράφου Γ. Φ. και της ζήτησε να ετοιμάσει δεύτερο πληρεξούσιο, για να πωλήσει και μεταβιβάσει και για λογαριασμό του συζύγου της ακίνητα, επειδή όπως της δήλωσε δεν βρήκε χρήματα στους λογαριασμούς του και ήθελε να αντιμετωπίσει τις οικονομικές τους ανάγκες. Πράγματι, η ως άνω συμβολαιογράφος, ετοίμασε το πληρεξούσιο που της ζητήθηκε και το μεσημέρι της ίδιας ημέρας επισκέφθηκε και πάλι την οικία του Γ. Τ. Η εικόνα που αποκόμισε όταν τον είδε, όπως η ίδια αναφέρει στην απολογία της στον πρώτο βαθμό, ήταν η ίδια με αυτή που είχε τρεις ημέρες ενωρίτερα. Κατά τους ισχυρισμούς της, συζήτησε εκ νέου μαζί του για το εάν ήθελε να υπογράψει το πληρεξούσιο με το συγκεκριμένο περιεχόμενο και αυτός της απάντησε κατά λέξη "Αφού δεν έχουμε χρήματα, θα πρέπει να πωλήσουμε ακίνητα". Του ανέγνωσε και πάλι το περιεχόμενο του πληρεξουσίου και η σύζυγός του τον ανασήκωσε στο κρεβάτι, για να το υπογράψει. Τότε ο τελευταίος έκανε την εξής παρατήρηση "Αλλά η σύζυγός μου δεν θα εισπράττει χρήματα από τους άλλους λογαριασμούς, μόνο χρήματα από το ...". Στο άκουσμα της δήλωσης αυτής η συμβολαιογράφος του απάντησε ότι θα πρέπει να μεταβεί στο γραφείο της και να φέρει μια ανάκληση του προηγούμενου πληρεξουσίου, πλην όμως εκείνος της ανταπάντησε με τη φράση "'Οχι, γράφτο δίπλα". 'Ετσι η πρώτη κατηγορουμένη στο περιθώριο της δεύτερης σελίδας του δεύτερου φύλλου του συνταγέντος πληρεξουσίου, προσέθεσε την εξής παραπομπή: "Ακόμα δίνω την εντολή εισπράττει την σύνταξη του Τ.Ν. και τα επιδόματα από το Τ.Π.Κ.Δ., όχι όμως άλλους λογαριασμούς που τυχόν υπάρχουν στον Οργανισμό αυτό ή σε άλλες Τράπεζες" και ακολούθως ο Γ. Τ. υπέγραψε ιδιόχειρα το υπ' αριθμ. 33/23.8.2004 πληρεξούσιο της ανωτέρω συμβολαιογράφου, μαζί με την παραπομπή. Λαμβάνοντας η κατηγορουμένη στα χέρια της το εν λόγω πληρεξούσιο απέκτησε τη νομική δυνατότητα διάθεσης της ακίνητης περιουσίας του συζύγου της. Την ίδια ημέρα ο υιός του Γ. Τ., Α., μετά την επανειλημμένη άρνηση της κατηγορουμένης να τον δεχθεί στην οικία της ζήτησε εισαγγελική παραγγελία, ώστε να υποχρεωθεί αυτή να του επιτρέψει την είσοδο. Πράγματι, την επομένη ημέρα (24-8-2004), κατόπιν παραγγελίας της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών ..., η εν λόγω κατηγορουμένη εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στην Εισαγγελία ... και μη έχοντας πλέον κανένα λόγο να αρνηθεί την παρουσία του Α. στην οικία της, τον κάλεσε να την ακολουθήσει. Πράγματι, ο Α. Τ. την ημέρα εκείνη περιγράφει ότι είδε τον πατέρα του σε άσχημη κατάσταση και ότι στο κάλεσμά του, αυτός ανταποκρίθηκε μόνο με ένα νεύμα του χεριού του, οπότε μη μπορώντας να επικοινωνήσει περαιτέρω αποχώρησε. Στη συνέχεια η κατηγορούμενη, ξεκίνησε μια εντατική προσπάθεια εξεύρεσης αγοραστών για την πώληση των ακινήτων εκείνων που με βάση τη δήλωση τελευταίας βούλησης του συζύγου της - την οποία προφανώς γνώριζε - θα περιέρχονταν μετά το θάνατό του στα τέκνα του. 'Ετσι, αφού μέσα σε ελάχιστο χρόνο και εν μέσω θέρους βρήκε αγοραστές τους Α. Τ. και Γ. Φ. και ολοκλήρωσε αστραπιαία τις διαδικασίες πώλησης, αρχικά με το υπ' αριθμ. ...-2004 συμβόλαιο της πρώτης κατηγορουμένης συμβολαιογράφου Γ. Φ., πώλησε και μεταβίβασε στον τέταρτο κατηγορούμενο Γ. Φ. το υπό στοιχεία Υ1 υπόγειο κατάστημα, επιφάνειας 71,72 τ.μ. και το υπό στοιχεία Κ1 ισογείου καταστήματος, επιφάνειας 84,85 τ.μ., που έχουν ανεγερθεί σε οικόπεδο 191,69 τ.μ. στην οδό ... στην ... -τα οποία σημειωτέον δυνάμει της άνω ιδιόγραφης- διαθήκης θα περιερχόταν στην εγκαλούσα θυγατέρα του Γ. Τ. Ν. - αντί αναγραφομένου στο άνω συμβόλαιο τιμήματος 161.282,88 ευρώ και 22.152,87 ευρώ αντίστοιχα, αγοραίας όμως αξίας τότε άνω των 300.000 ευρώ. Το ανωτέρω εμφαινόμενο τίμημα αγοράς φέρεται ο αγοραστής να το κατέβαλε στον πωλητή σε μετρητά πριν από την υπογραφή του συμβολαίου και μάλιστα εκτός του συμβολαιογραφείου, όπως συνομολογεί και η ίδια η δεύτερη κατηγορουμένη. Την ίδια ημέρα η υγεία του Γ. Τ. επιδεινώθηκε και εισήχθη επειγόντως στο Νοσοκομείο του Ρίου σε βαρειά γενική κατάσταση και όχι ιδιαίτερα καλή επικοινωνία. Τρεις ημέρες αργότερα, με το υπ' αριθμ. 5202/3.9.2004 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Ε. Μ. - Κ., η κατηγορουμένη σύζυγός του, δυνάμει του άνω πληρεξουσίου και ενόσω ο Γ. Τ. βρισκόταν στο νοσοκομείο, πώλησε και μεταβίβασε στον τρίτο κατηγορούμενο Α. Τ. το οικόπεδο στη θέση "..." στον οικισμό ... - το οποίο σημειωτέον βάσει της άνω διαθήκης θα περιερχόταν στα τέκνα τoυ Α., Ε. και στην εξώγαμη θυγατέρα του Π. - αντί τιμήματος 220.000 ευρώ, αγοραίας τότε αξίας άνω των 700.000 ευρώ. Για την αγοραπωλησία αυτή ο αγοραστής κατέβαλε το τίμημα των 220.000 ευρώ, ως εξής: το ποσό των 150.000 ευρώ με τη μορφή ισόποσης επιταγής με αριθμό ..., της Τράπεζας ..., που εκδόθηκε την ...-2004 σε διαταγή της δεύτερης κατηγορουμένης, στην οποία και τηv παρέδωοε ενώπιον της άνω συμβολαιογράφου και το υπόλοιπο ποσό των 70.000 ευρώ σε μετρητά, εκτός του γραφείου της. Στις 4-9-2004, κατόπιν επιθυμίας του ιδίου του Γ. Τ., αυτός εξήλθε από το νοσοκομείο σε όχι καλή κατάσταση με αιμορραγικά στοιχεία στο στόμα, ασκητικό υγρό στην κοιλία και όχι πολύ καλή επικοινωνία (βλ. ιατρικό ιστορικό του νοσοκομείου). Καθόν χρόνο ο Γ. Τ. βρισκόταν στο νοσοκομείο, ο Γ. Φ., ο οποίος όπως προαναφέρθηκε από τις 30/8 είχε αγοράσει τις δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες στην οδό ..., φέρεται να πώλησε και μεταβίβασε στον αδελφό της κατηγορουμένης Φ. Π. τα παρακάτω ακίνητα ιδιοκτησίας του: α) με το υπ' αριθμ. 5193/31.8.2004 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Ε. Μ. ένα διαμέρισμα, επιφάνειας 46,50 τ.μ., έναντι αναγραφόμενου τιμήματος 15.958,80 ευρώ, πραγματικής όμως αγοραίας αξίας άνω των 50.000 ευρώ και β) με το υπ' αριθμ. 5197/1.9.2004 συμβόλαιο της ιδίας συμβολαιογράφου ένα άλλο κατάστημα, εμβαδού 173,98 τ.μ. έναντι αναγραφομένου τιμήματος 22.671,32 ευρώ, πραγματικής όμως αγοραίας αξίας άνω των 60.000 ευρώ, ποσά τα οποία φαίνεται να κατεβλήθησαν από τον ίδιο τον αγοραστή. Μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο, ο Γ. Τ. παρέμεινε στην οικία του σε κατάσταση συνεχώς επιδεινούμενη και στις 10-9-2004 εισήχθη για τελευταία φορά στο νοσοκομείο σε βαρειά κλινική κατάσταση, αδυναμία λήψης τροφής, μειωμένη επικοινωνία με το περιβάλλον και αδυναμία συνεργασίας. Την επόμενη ημέρα, 11-9-2004 και περί ώρα 8.30' εξέπνευσε, εξαιτίας ηπατικής εγκεφαλοπάθειας, η οποία οφείλετο στην υποκείμενη προαναφερθείσα αιματολογική νόσο. Την επόμενη ημέρα του θανάτου του πατέρα τους, τα τέκνα του επισκέφθηκαν το Υποθηκοφυλακείο ..., όπου με έκπληξη διαπίστωσαν τις ανωτέρω μεταβιβάσεις των ακινήτων του, που είχαν λάβει χώρα από την κατηγορουμένη κατά το χρόνο της νοσηλείας του. Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνάγεται ότι κατά το κρίσιμο χρονικό που έλαβαν χώρα η χορήγηση των ως άνω πληρεξουσίων από μέρους του Γ. Τ. στη συζυγό του, χαρακτηρίζεται από σημαντική εξασθένηση της συνείδησης των πραττομένων. Το γεγονός όμως ότι ο εκλιπών, κατά μικρές περιόδους, διατηρούσε ένα αρκετά καλό επίπεδο επικοινωνίας με τo περιβάλλον του - που επιτυγχανόταν με τη φαρμακευτική αγωγή που του χορηγείτο - δε σημαίνει ότι διέθετε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, ότι είχε δηλαδή πλήρη συνείδηση των πραττομένων. Ναι μεν δεν είχε περιπέσει σε κατάσταση ασυνειδησίας, πλην όμως η διαταραχή των ψυχικών και διανοητικών του λειτουργιών από την ασθένειά του ήταν τέτοια που είχε επηρεάσει αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεώς του, κατά την έννοια του άρθρου 131 ΑΚ. Για το λόγο αυτό, όπως με σαφήνεια κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ο θεράπων ιατρός του του Α. Κ., ήταν απολύτως χειραγωγήσιμος. Το ότι ο Γ. Τ. διέθετε ένα οριακό επίπεδο συνείδησης, συνάγεται και από το γεγονός ότι η κατηγορουμένη προσπάθησε με κάθε τρόπο να αποτρέψει την επικοινωνία τούτου με τον υιό του Α. πριν από τη σύνταξη και του δεύτερου πληρεξουσίου, προφανώς διότι είχε διαγνώσει τον κίνδυνο ότι ο Γ. Τ. θα μπορούσε να τον πληροφορήσει για τα τεκταινόμενα. Περαιτέρω, αντιλαμβανόμενη η κατηγορουμένη σύζυγός του ότι πλησίαζε το τέλος της ζωής του και έχοντας πλήρη επίγνωση της κατάστασης της υγείας του και των δυνατοτήτων του, ασφαλή γνώση της περιουσιακής του κατάστασης και της διαθήκης του και συγκεκριμένα του γεγονότος ότι μετά το θάνατό του αυτό που εκείνη θα ελάμβανε ήταν το διαμέρισμα επί της οδού ... στο οποίο διέμεναν και τη σύνταξή του, τα δε υπόλοιπα περιουσιακά του στοιχεία θα κατέληγαν στα τέκνα του, θέλοντας να προλάβει εν ζωή να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν περισσότερα περιουσιακά στοιχεία μπορούσε, μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο στις 19-8-2004, τον περιχαράκωσε στην οικία του αποστερώντας κάθε επικοινωνία με τους συγγενείς του, στη συνέχεια δε εκμεταλλευόμενη την κάμψη των ψυχικών και διανοητικών του ικανοτήτων και την ανικανότητά του να επεξεργαστεί επαρκώς και να ελέγξει τις δηλώσεις της, του παρέστησε ψευδώς ότι δεν διέθεταν αρκετά χρήματα, να πληρώσει τα νοσήλια που δήθεν απαιτούνταν για την αντιμετώπιση της κατάστασής του και τον έπεισε ότι θα έπρεπε να καταρτίσει πληρεξούσιο, με το οποίο θα της δινόταν η δυνατότητα να αναλάβει τα αναγκαία χρήματα από τον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με τον υιό του Α. Τ. στο ..., καθώς γνώριζε ότι σε αυτόν φυλασσόταν το ιδιαίτερα υψηλό ποσό των 372.000 περίπου ευρώ. Όταν δε χρησιμοποιώντας το πληρεξούσιο αυτό επιδίωξε να αναλάβει το παραπάνω ποσό και διαπίστωσε ότι τα χρήματα αυτά ο Α. Τ. τα είχε ασφαλίσει σε προσωπικό του λογαριασμό ήδη από το Μάρτιο του ιδίου έτους, τον ενημέρωσε για την έλλειψη χρημάτων και τον έπεισε για δεύτερη φορά να υπογράψει το δεύτερο πληρεξούσιο, με το οποίο την εξουσιοδοτούσε να πωλήσει το σύνολο της ακίνητης περιουσίας του για τη δήθεν οικονομική αντιμετώπιση των εξόδων τους. Εάν ο Γ. Τ. διέθετε πλήρη συνείδηση των πραττομένων, θα μπορούσε κατ' αρχάς να αντιληφθεί ότι σε αυτή τη φάση της ασθένειάς του δεν υπήρχε καμία ανάγκη διάθεσης χρημάτων για τη νοσηλεία του. Ακόμη θα μπορούσε να ενθυμηθεί ότι από ...-2004 τη διεκπεραίωση των οικονομικών του υποχρεώσεων την είχε αναθέσει στον υιό του Α. και στην πρώην σύζυγό του Μ. Κ., ότι ο κοινός τραπεζικός λογαριασμός που διατηρούσε με τον υιό του στο Τ.Π.Δ. - τον οποίο η σύζυγός του επιχείρησε να αφαιμάξει - ήδη από το Μάρτιο του 2004 με δική του συναίνεση, είχε μεταφερθεί σε ατομικό λογαριασμό του υιού του Α. Τ., καθώς και ότι η σύζυγός του διέθετε ένα σημαντικό ποσό για την κάλυψη κάθε έκτακτης ανάγκης, αφού ο ίδιος είχε μεταφέρει σε λογαριασμό της το ιδιαίτερα σεβαστό ποσό των 71.000 ευρώ, επιπλέον δε καιαυτή στις 26-7-2004, ενώ τούτος βρισκόταν στο νοσοκομείο, υπογράφοντας στη θέση του "αντιπροσώπου", είχε εισπράξει δύο ταχυδρομικές επιταγές ύψους 6.000 ευρώ και 5.363,26 ευρώ αντίστοιχα, ήτοι το συνολικό ποσό των 11.363,24 ευρώ, που αφορούσαν ποσά από την εφάπαξ ενίσχυσή του από το ... Τέλος, θα μπορούσε να αντιληφθεί ότι με την υπογραφή του δεύτερου πληρεξουσίου στη ουσία αποκλήρωνε τα τέκνα του, γεγονός που αντιστρατευόταν τόσο την από ...-2004 δήλωση τελευταίας βουλήσεώς του, όσο και την από ...-2004 εξουσιοδότηση που είχε δώσει στον υιό του Α. και την πρώην σύζυγό του να διαχειρίζονται τις οικονομικές του υποθέσεις. Τέτοια πρόθεση αποκλήρωσης των τέκνων του δεν αποδείχτηκε ότι συνέτρεχε, καθόσον μέχρι τo τέλος της ζωής του διατηρούσε καλές σχέσεις με τα τέκνα του τα οποία τον επισκεπτόταν στο νοσοκομείο επεδείκνυαν αμείωτο ενδιαφέρον, προσερχόμενοι οι ίδιοι στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν και τον υποστήριζαν με υπηρεσίες αποκλειστικής νοσοκόμου. Η αγάπη και η θετική προδιάθεση που είχε ο Γ. Τ. στα τέκνα του εκφραζόταν από το γεγονός ότι χρηματοδότησε αυτά για τις σπουδές τους, ενώ και στην από ...-2004 διαθήκη του, τα τίμησε όλα με δίκαιο και ισόρροπο τρόπο. Ιδιαίτερα μάλιστα από όλα τα τέκνα του ξεχωριστή σχέση εμπιστοσύνης είχε αναπτύξει με τον υιό του Α., με τον οποίο διατηρούσε σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό τις σημαντικότερες αποταμιεύσεις του και του είχε εμπιστευθεί τη διαχείριση των οικονομικών του ζητημάτων. Όταν δε το Φεβρουάριo του 2004 ανέκυψε το ζήτημα της απώλειας του βιβλιαρίου της τραπέζης, αμφότεροι οι συνδικαιούχοι έσπευσαν να το δηλώσουν στο ..., ο ίδιος δε για λόγους μεγαλύτερης προφύλαξης συναίνεσε στη μεταφορά του υπολοίπου σε ατομικό λογαριασμό του Α. Η συναίνεση αυτή του Γ. Τ. αποδεικνύεται από την εντολή που έδωσε τον ίδιο μήνα στον υιό του να μεταφέρει το ποσό των 72.000 από τον ατομικό του λογαριασμό σε άλλο κοινό λογαριασμό του, που διατηρούσαν μαζί στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, απ' όπου τα ανέλαβε για την οικονομική ενίσχυση της κατηγορουμένης συζύγου του. Εάν ο ίδιος δεν γνώριζε την κίνηση αυτή του υιού του, θα επιχειρούσε να αναλάβει προσωπικά τα χρήματα από τον κοινό τους λογαριασμό, καθώς την περίοδο εκείνη διέθετε τις σωματικές, αλλά και τις πνευματικές δυνάμεις να το επιχειρήσει. Αλλά και, εάν ήθελε υποτεθεί ότι ο Γ. Τ. για πρώτη φορά στις 20-8-2004 -μετά δηλαδή την απόπειρα της κατηγορουμένης να αναλάβει τα χρήματα από τον τραπεζικό του λογαριασμό- πληροφορήθηκε ότι ο υιός του Α. είχε μεταφέρει ερήμην του το υπόλοιπο του κοινού τους λογαριασμού σε ατομικό, όπως διατείνεται η κατηγορουμένη, είναι βέβαιο ότι δεν θα ενεργούσε κατά τον τρόπο αυτό. Δεν θα υπέγραφε το δεύτερο πληρεξούσιο, διότι με τον τρόπο αυτό θα τιμωρούσε αδίκως όλα του τα τέκνα, ακόμα και την εξώγαμη θυγατέρα του, αλλά ως μια πρώτη κίνηση δυσπιστίας προς αυτόν θα προέβαινε σε ανάκληση του από ...-2004 πληρεξουσίου διαχείρισης των συναλλαγών του. Αλλά και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι για τους δικούς του λόγους επιθυμούσε να αποκληρώσει όλα τα τέκνα του, δεν θα το έπραττε με την υπογραφή του πληρεξουσίου του στην κατηγορουμένη, αλλά με την ανάκληση της διαθήκης του. Τις νοητικές όμως αυτές διεργασίες ο Γ. Τ. δεν ήταν σε θέση να εκτελέσει λόγω της προχωρημένης ασθένειάς του, γεγονός που γνώριζε η κατηγορουμένη και για το λόγο αυτό παρενέβη στο σχηματισμό της βούλησής του και πέτυχε να τον παραπείσει ώστε να υπογράψει τα προαναφερόμενα πληρεξούσια. Περαιτέρω, η κατηγορουμένη την ...-2004, με την υποβολή στο κτηματολογικό γραφείο ... αιτήσεως καταχώρησης του υπ' αριθμ. ...-2004 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου ... Γ. Φ. του Σ., ως εγγραπτέας πράξης, παρέστησε στους υπαλλήλους του κτηματολογικού γραφείου ψευδώς και εν γνώσει του ψεύδους ότι είχε λάβει χώρα έγκυρη εκποιητική δικαιοπραξία μεταβίβασης κυριότητας λόγω πωλήσεως (α) της υπ' αριθμ. Υ1 οριζόντιας ιδιοκτησίας και (β) της υπ' αριθμ. Κ1 οριζόντιας ιδιοκτησίας σε οικοδομή επί της οδού ..., αριθμός ..., με το υπ' αριθμ. ...-2004 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της πρώτης κατηγορουμένης και έτσι έπεισε αυτούς να καταχωρήσουν τη σχετική εγγραπτέα πράξη στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, με ζημία της περιουσίας του Γ. Τ. ύψους 300.000 Ευρώ, συνιστάμενη στην αμφισβήτηση του δικαιώματος της κυριότητας αυτού επί των ως άνω ακινήτων, λόγω της φαινόμενης ως γενόμενης μεταβίβασης, επιπλέον δε και την ...-2004, με την υποβολή στο ίδιο Υποθηκοφυλακείο αιτήσεως μεταγραφής του υπ' αριθμ. ...-2004 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου ... Ε. Μ. - Κ., ως μεταγραπτέας πράξης, παρέστησε εκ νέου στον ίδιο Υποθηκοφύλακα ... ψευδώς και εν γνώσει του ψεύδους ότι είχε λάβει χώρα και έτερη έγκυρη εκποιητική δικαιοπραξία μεταβίβασης κυριότητας λόγω πωλήσεως του ακινήτου εκτάσεως 14.950 τ.μ. στον ... με το υπ' αριθμ. ...-2004 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου ... Ε. Μ. - Κ. και έτσι έπεισε αυτόν να προβεί στη μεταγραφή της ως άνω μεταβίβασης με ζημία της περιουσίας του Γ. Τ. ύψους 700.000 Ευρώ, συνιστάμενη στην αμφισβήτηση του δικαιώματος της κυριότητας αυτού επί του ως άνω ακινήτου, λόγω της γενόμενης μεταβίβασης. Η κατηγορούμενη με τους ως άνω προταθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναφέρει ότι δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά η πράξη της απάτης, καθόσον ο Υποθηκοφύλακας για την μεταγραφή των παραπάνω συμβολαίων αρκείται σε τυπικό έλεγχο του κύρους της μεταγραπτέας πράξης καν συνεπώς δεν ήταν αναγκαία η παράσταση ψευδών γεγονότων. Τούτο όμως δεν είναι αληθές, καθόσον όπως προαναφέρθηκε, για την μετάσταση της κυριότητας των άνω ακινήτων απαιτείται και μεταγραφή αυτών, την αίτηση δε για τη μεταγραφή υποβάλλει ενώπιον του Υποθηκοφύλακα μόνο όποιος έχει έννομο συμφέρον, είτε δηλαδή ο πωλητής είτε ο αγοραστής, είτε ο συμβολαιογράφος κατ' εντολήν τους, σε κάθε περίπτωση ο Υποθηκοφύλακας αν γνώριζε ότι οι παραπάνω δικαιοπραξίες ήταν άκυρες όφειλε να αρνηθεί την μεταγραφή των παραπάνω συμβολαίων. Επίσης με τους παραπάνω αυτοτελείς της ισχυρισμούς της η κατηγορούμενη ισχυρίζεται ότι δεν στοιχειοθετείται πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, καθόσον η συγκατηγορούμενη συμβολαιογράφος στον πρώτο βαθμό αθωώθηκε, ισχυρισμός που δεν ευσταθεί αφού, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, η αθώωση της συμβολαιογράφου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έλαβε χώρα κατόπιν εκτίμησης ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπο της το υποκειμενικό στοιχείο για την τέλεση της αποδιδόμενης σ αυτήν πράξης, ήτοι ελλείψει δόλου συναρτώμενη με την έλλειψη εμπειρίας που την διακατείχε, λόγω του ότι διένυε λίγα χρόνια στο επάγγελμα. Κατόπιν όλων των ανωτέρω η κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη αφενός της πράξης της ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική ψευδή βεβαίωση και αφετέρου της πράξης της κακουργηματικής απάτης, κατ' εξακολούθηση, με δεδομένο ότι όπως αποδείχτηκε η αξία των ακινήτων υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό των 120.000€, απαλειφομένης της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης, η οποία καταργήθηκε με τον Ν.4619/2019 όσον αφορά το άρθρο 386 παρ.2 ΠΚ σύμφωνα με το άρθρο 2 ΠΚ, κατ' εξακολούθηση που τελέστηκε με την υποβολή των δύο ως άνω αιτήσεων στο Υποθηκοφυλακείο ... για τη μεταγραφή των ανωτέρω μεταβιβαστικών συμβολαίων." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη του ότι: " Α) Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, με περισσότερες πράξεις, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, και με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε εκ προθέσεως ξένη περιουσία, πείθοντας με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών άλλους σε πράξεις, εκ των οποίων το περιουσιακό όφελος και η ισόποση ζημία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 €, και ειδικότερα: 1) Στην ..., την ...-2004, με πρόθεση, δια της υποβολής στο κτηματολογικό γραφείο ... αιτήσεως καταχώρησης του υπ' αριθμ. ...-2004 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου ... Γ. Φ. του Σ., ως εγγραπτέας πράξης, παρέστησε στους υπαλλήλους του κτηματολογικού γραφείου ψευδώς και εν γνώσει του ψεύδους ότι είχε λάβει χώρα έγκυρη εκποιητική δικαιοπραξία μεταβίβασης κυριότητας λόγω πωλήσεως (α) της υπ' αριθμ. Υ1 οριζόντιας ιδιοκτησίας και (β) της υπ' αριθμ. Κ1 οριζόντιας ιδιοκτησίας σε οικοδομή επί της οδού ..., αριθμός ..., με το υπ' αριθμ. ...-2004 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της παραπάνω συμβολαιογράφου, και ούτως έπεισε αυτούς να καταχωρήσουν τη σχετική εγγραπτέα πράξη στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, με ζημία της περιουσίας του Γ. Τ. ύψους 300.000 Ευρώ, συνιστάμενη στην αμφισβήτηση του δικαιώματος της κυριότητας αυτού επί των ως άνω ακινήτων, λόγω της φαινόμενης ως γενόμενης μεταβίβασης. 2) Στην ..., την ...-2004, με πρόθεση, δια της υποβολής στο Υποθηκοφυλακείο ... αιτήσεως μεταγραφής του υπ' αριθμ. ...-2004 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου ... Ε. Μ. Κ., ως μεταγραπτέας πράξης, παρέστησε στον Υποθηκοφύλακα ... ψευδώς και εν γνώσει του ψεύδους ότι είχε λάβει χώρα έγκυρη εκποιητική δικαιοπραξία μεταβίβασης κυριότητας λόγω πωλήσεως ενός ακινήτου εκτάσεως 14.950 τ.μ. στον ... με το υπ' αριθμ. ...-2004 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου ... Ε. Μ. - Κ. και ούτως έπεισε αυτόν να προβεί στη μεταγραφή της ως άνω μεταβίβασης με ζημία
της περιουσίας του Γ. Τ. ύψους 700.000 Ευρώ, συνιστάμενη στην αμφισβήτηση του δικαιώματος της κυριότητας αυτού επί του ως άνω ακινήτου, λόγω της φαινόμενης ως γενόμενης μεταβίβασης.

Β) Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, προκάλεσε στη συμβολαιογράφο ... Γ. Φ. του Σ. την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως του άρθρου 242§§1 και 3 Π.Κ., δηλαδή ως υπάλληλος, ήτοι πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας και στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η σύνταξη δημοσίων εγγράφων και στα πλαίσια των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, να βεβαιώσει ψευδές περιστατικό, το οποίο ηδύνατο να έχει έννομες συνέπειες, -το δε συνολικό όφελος και η σκοπούμενη ζημία εκ της πράξεως αυτής υπερβαίνει τo ποσό των 120.000 Ευρώ. Ειδικότερα: στην ..., σε αδιευκρίνιστο κατά την ανάκριση χρόνο και σε κάθε περίπτωση την 23η-8-2004, με πρόθεση, με συνεχείς προτροπές, πειθώ και φορτικότητα προκάλεσε στη συμβολαιογράφο Γ. Φ. του Σ., την απόφαση να βεβαιώσει, ως Συμβολαιογράφος διορισθείσα στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου ..., που στα καθήκοντα της ανάγεται μεταξύ άλλων η σύνταξη πληρεξουσίων με αντικείμενο την πώληση και μεταβίβαση κυριότητας σε ακίνητα, ως συστατικών των σχετικών δικαιοπραξιών εγγράφων, κατά τη σύνταξη του υπ' αριθμ. ...-2004 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, ότι ο Γ. Τ. του Α. χορήγησε εντολή και πληρεξουσιότητα στην ίδια, σύζυγο εν ζωή του τελευταίου, να μεταβιβάσει κατά κυριότητα λόγω πωλήσεως αντί οιουδήποτε τιμήματος και προς οιονδήποτε αυτή ήθελε επιλέξει οιοδήποτε ακίνητο ιδιοκτησίας του ίδιου στην ημεδαπή και να εισπράξει το εκ των ως άνω συναλλαγών τίμημα, καίτοι το ως άνω βεβαιωθέν ήταν ψευδές, επειδή η δήλωση αυτή του Γ. Τ. που πράγματι δόθηκε ενώπιον της άνω συμβολαιογράφου δεν ανταποκρινόταν στην πραγματική βούλησή του, καθώς κατά το χρόνο που παρασχέθηκε, αυτός, εξαιτίας της ασθένειας του, βρισκόταν σε διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, το δε συνολικό αθέμιτο σκοπούμενο όφελος και η σκοπούμενη ζημία εκ της βεβαιώσεως αυτής και της κατ' ακολουθίαν αυτής μεταβίβασης λόγω πωλήσεως της κυριότητας (α) της υπ' αριθμ. Υ1 οριζόντιας ιδιοκτησίας και (β) της υπ' αριθμ. Κ1 οριζόντιας, ιδιοκτησίας σε οικοδομή επί της οδού ..., αριθμός ..., με το υπ' αριθμ. ...-2004 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συγκατηγορουμένης της (πρώτης) και (γ) ενός ακινήτου εκτάσεως 14.950 τ.μ. στον ... με το υπ' αριθμ. ...-2004 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου ... Ε. Μ.-Κ. ανέρχεται κατά προσέγγιση σε 1.000.000 ευρώ." Με βάση τις παραπάνω εκτεθείσες παραδοχές στο σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση (242 ΠΚ), αφού δεν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του επίδικου εγκλήματος. Ειδικότερα, το Εφετείο κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη για ηθική αυτουργία στην πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, που τελέστηκε με τη σύνταξη του υπ' αριθμ. ...-2004 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, με το οποίο φερόταν ότι ο Γ. Τ. του Α. χορήγησε εντολή και πληρεξουσιότητα στην κατηγορούμενη, σύζυγο εν ζωή τούτου, να μεταβιβάσει κατά κυριότητα λόγω πώλησης αντί οιουδήποτε τιμήματος και προς οιονδήποτε αυτή ήθελε επιλέξει οιοδήποτε ακίνητο ιδιοκτησίας του ίδιου στην ημεδαπή και να εισπράξει το εκ των ως άνω συναλλαγών τίμημα, διότι το ως άνω βεβαιωθέν ήταν ψευδές, επειδή η δήλωση αυτή του Γ. Τ. που πράγματι δόθηκε ενώπιον της άνω συμβολαιογράφου δεν ανταποκρινόταν στην πραγματική βούλησή του, καθώς κατά το χρόνο που παρασχέθηκε, αυτός, εξαιτίας της ασθένειάς του, βρισκόταν σε διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του. Στην κρίση του αυτή το Εφετείο κατέληξε αναφέροντας, μεταξύ άλλων στο σκεπτικό αντιφατικά, αφενός ότι, κατά το χρόνο που συντάχθηκαν τα επίδικα συμβολαιογραφικά πληρεξούσια ο Γ. Τ. δεν είχε μεν περιπέσει σε κατάσταση ασυνειδησίας, πλην όμως η διαταραχή των ψυχικών και διανοητικών του λειτουργιών από την ασθένειά του ήταν τέτοια που είχε επηρεάσει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, κατά την έννοια του άρθρου 131 ΑΚ, αφετέρου ότι, η κατηγορούμενη σύζυγός του εκμεταλλευόμενη την κάμψη των ψυχικών και διανοητικών του ικανοτήτων και την ανικανότητά του να επεξεργαστεί επαρκώς και να ελέγξει τις δηλώσεις της, του παρέστησε ψευδώς ότι δεν διέθεταν αρκετά χρήματα, να πληρώσει τα νοσήλια που δήθεν απαιτούνταν για την αντιμετώπιση της κατάστασής του και τον έπεισε ότι θα έπρεπε να καταρτίσει πληρεξούσιο, με το οποίο θα της δινόταν η δυνατότητα να αναλάβει τα αναγκαία χρήματα από τον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με τον υιό του Α. Τ. στο ..., καθώς γνώριζε ότι σε αυτόν φυλασσόταν το ιδιαίτερα υψηλό ποσό των 372.000 περίπου ευρώ. Όταν δε χρησιμοποιώντας το πληρεξούσιο αυτό επιδίωξε να αναλάβει το παραπάνω ποσό και διαπίστωσε ότι τα χρήματα αυτά ο Α. Τ. τα είχε ασφαλίσει σε προσωπικό του λογαριασμό ήδη από το Μάρτιο του ιδίου έτους, τον ενημέρωσε για την έλλειψη χρημάτων και τον έπεισε για δεύτερη φορά να υπογράψει το δεύτερο πληρεξούσιο, με το οποίο την εξουσιοδοτούσε να πωλήσει το σύνολο της ακίνητης περιουσίας του για τη δήθεν οικονομική αντιμετώπιση των εξόδων τους. Έτσι, με βάση τις παραπάνω αντιφατικές παραδοχές του Εφετείου δεν είναι εφικτό να διαπιστωθεί αν ο Γ. Τ. κατά τη σύνταξη του άνω πληρεξουσίου δήλωσε πράγματι τα όσα αναφέρονται σε αυτό μετά από εξαπάτησή του από την κατηγορούμενη, οπότε δεν υφίσταται ψευδής βεβαίωση, κατά τα προαναφερθέντα ή αν το ως άνω βεβαιωθέν ήταν ψευδές, επειδή η δήλωση αυτή του Γ. Τ. που δόθηκε ενώπιον της άνω συμβολαιογράφου δεν ανταποκρινόταν στην πραγματική βούλησή του, καθώς κατά το χρόνο εκείνο αυτός, εξαιτίας της ασθένειάς του, βρισκόταν σε διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, κατά την έννοια του άρθρου 131ΑΚ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 46 παρ.1 και 242 ΠΚ, αφού στο πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει οι παραπάνω ασάφειες και αντιφάσεις, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Συνεπώς, είναι βάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αναίρεσης, κατά το μέρος, που προσάπτονται στην απόφαση οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πλημμέλειες αναφορικά με την κακουργηματική πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα.

Περαιτέρω, με βάση τις ίδιες παραπάνω εκτεθείσες παραδοχές στο σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της απάτης (386 ΠΚ), αφού δεν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του επίδικου εγκλήματος. Ειδικότερα, το Εφετείο κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη για την πράξη της απάτης, συνισταμένη στο ότι παρέστησε ψευδώς : α) στους υπαλλήλους του κτηματολογικού γραφείου ... ότι το υπ' αριθμ. ...-2004 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Γ. Φ. ήταν έγκυρο και β) στους υπαλλήλους του Υποθηκοφυλακείου ... ότι το υπ' αρ. ...-2004 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου ... Ε. Μ. Κ. ήταν έγκυρο, χωρίς ωστόσο να αιτιολογείται η αναλήθεια αυτών των παραστάσεων και δη η ακυρότητα των άνω τίτλων, αφού τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό αντιφατικά, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, αναφέρονται άλλοτε περιστατικά που συνεπάγονται ακυρότητα (131, 174 ΑΚ) του επίδικου πληρεξουσίου, άλλοτε περιστατικά που δικαιολογούν ακυρωσία αυτού (147, 154 ΑΚ) και μάλιστα στην τελευταία περίπτωση χωρίς μνεία ότι κατά τους κρίσιμους χρόνους είχε ήδη επέλθει η ακύρωση (154, 184ΑΚ) του εν λόγω πληρεξουσίου, οπότε εξομοιούτο αυτό με αρχήθεν άκυρο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ, αφού στο πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ως ανωτέρω ασάφειες και αντιφάσεις, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Συνεπώς, είναι βάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αναίρεσης και κατά το μέρος που προσάπτονται στην απόφαση οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πλημμέλειες αναφορικά με την κακουργηματική πράξη της απάτης, για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα.

Μετά από αυτά θα πρέπει, κατά παραδοχή των δύο πρώτων λόγων της αναίρεσης, που κρίθηκαν βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (519ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 24-25/2024 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση της υποθέσεως στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιουλίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

<< Επιστροφή