ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1038/2024 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1038/2024 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1038/2024 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1038 / 2024    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1038/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (η οποία ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 97/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου-Εισηγητή, Φώτιο Μουζάκη και Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Οικονόμου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ά. Τ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Χαμουζά, για αναίρεση της 632/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων .... Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1. Π. Τ. του Μ., 2. Θ. Τ. του Δ., 3. Β. Τ. του Ν., κατοίκους ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κωνσταντίνα Χόρτη και 4. Δ. Τ. του Π., ο οποίος απεβίωσε, σύμφωνα με την από 20.02.2024 ληξ. Πράξη θανάτου και υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του: 1. Π. Τ. του Μ., 2. Θ. Τ. του Δ. και 3. Β. Τ. του Δ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κωνσταντίνα Χόρτη.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων ... με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 21-7-2023 αίτησή της αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου ... Ηλία Αλαματίδη, έλαβε αριθμό 14/2023 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 771/2023.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα έξοδα στην αναιρεσείουσα και τους τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Η κρινόμενη υπ' αρ. έκθεσης 14/21.7.2023 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας - κατηγορούμενης, Ά. Τ. του Μ. και της Β., κατοίκου ... (οδός ...) η οποία ασκήθηκε νομοτύπως με δήλωσή της πληρεξούσιας δικηγόρου της Μαρίας Χαμουζά του Μιχαήλ, δικηγόρου ... στη Γραμματέα του Εφετείου ... (άρθρα 42 παρ. 2 εδ. β' και γ', 89 παρ. 2, 466 παρ. 1 και 474 παρ. 1 του ΚΠΔ), για αναίρεση της υπ' αρ. 632/2023 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων ..., που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε αυτήν (αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη) για την πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στην υπαίτια λόγω της ιδιότητάς της ως εντολοδόχου με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 και ε' του ΠΚ, σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, με τριετή αναστολή, ασκήθηκε εμπροθέσμως, εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 του ΚΠΔ εικοσαήμερης προθεσμίας από της καταχώρησής της, καθαρογραμμένης, στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του ανωτέρω Εφετείου (άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ), που έλαβε χώρα την 5.7.2023, με αύξοντα αριθμό 721, όπως προκύπτει από την από 5.7.2023 υπηρεσιακή βεβαίωση του Γραμματέα του ως άνω Εφετείου (άρθρο 474 παρ. 2 εδ. α' και 4 του ΚΠΔ), είναι δε παραδεκτή, καθόσον περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους, συνιστάμενους στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικού ποινικού νόμου από το δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Σημειώνεται ότι κατά τη συζήτηση της αίτησης παραστάθηκαν για την υπεράσπιση της κατηγορίας: α) η Π. Τ. του Μ. και της Β., β) η Β. Τ. του Ν. και της Ά., γ) Θ. Τ. του Δ. και της Π., και δ) με την ιδιότητά τους ως μοναδικοί κληρονόμοι του αποβιώσαντος την ....2023 Δ. Τ. ο οποίος είχε δηλώσει, πριν το θάνατό του παράσταση, προς υποστήριξη της κατηγορίας κατά της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας, ενώπιον του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμο της 4.11.2021, ότε και εκδόθηκε η υπ' αρ. 4866/2021 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου οι: i) Π. Τ. του Μ. και της Β., ii) Θ. Τ. του Δ. και της Π. και iii) Β. Τ. του Δ. και της Π. II. Με το άρθρο πρώτο του ν. 4619/2019 κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 του νέου Π Κ). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου Π Κ ορίζεται, ότι " Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Επιεικέστερος είναι ο νόμος, που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση, και όχι αφηρημένα, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι, εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι` αυτόν, δεν αποκλείεται δε σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου, με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων, εάν δε από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ` αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α' του ισχύσαντος μέχρι 30- 6-2019 ΠΚ, "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι ολικά ή εν μέρει ξένο, ως ξένο δε θεωρείται το πράγμα, το οποίο βρίσκεται σε ξένη, αναφορικά με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάθεται στο αστικό δίκαιο, και δεν έχει περιέλθει στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη, τέτοιο δε θεωρείται και το χρηματικό ποσό, που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου για ορισμένο σκοπό, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στο δράστη, ιδίως δε με κάποια έννομη σχέση, όπως εντολή, μίσθωση κ.λ.π., γ) παράνομη ιδιοποίηση από το δράστη του πράγματος, η οποία συντρέχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή δίχως άλλη νόμιμη αιτία. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει στην περιουσία του βρισκόμενο στην κατοχή του ξένο κινητό πράγμα, εξουσιάζοντας και διαθέτοντας αυτό σαν να ήταν κύριος, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Έτσι, χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 ΠΚ, ο χρόνος, κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος και ενσωμάτωσής του στην περιουσία του. Με το άρθρο 14 παρ.3 του ν.2721/1999, στην παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου 375 προστέθηκε εδάφιο β', κατά το οποίο "αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ), ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Ακολούθως, το αρχικό ποσό των 73.000 ευρώ αναπροσαρμόστηκε σε 120.000 ευρώ (άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 4055/2012). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ.1 εδ. α' του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, "Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση και χρηματική ποινή", κατά δε την παρ. 2 της ίδιας διάταξης, "Αν η αξία του αντικειμένου στην παρ.1 υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή". Περαιτέρω, κατά την παρ.2 του άρθ. 375 του προϊσχύσαντος ΠΚ "Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω.......της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου.....ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Με την όμοια διάταξη ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του άρ. 375 παρ.1 εδ. β' του ν. ΚΠΔ "Αν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο......λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου.......ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή", η διάταξη δε αυτή διατηρήθηκε σε ισχύ, κατά τούτο, με τη μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 87 του Ν. 4855/2021, με το οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ. Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων του ΠΚ [προϊσχύσαντος και νέου], συνάγεται ότι η υπεξαίρεση πλέον διώκεται σε βαθμό κακουργήματος, αν η αξία του υπεξαιρεθέντος αντικειμένου υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, ενώ, αν η αξία του υπεξαιρεθέντος αντικειμένου δεν υπερβαίνει το εν λόγω ποσό, ακόμη και εάν το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, διώκεται πλέον σε βαθμό πλημμελήματος (άρ.2 παρ.1 ν. ΠΚ) (ΑΠ 101/2022, ΑΠ 548/2021). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των πραγμάτων, τα οποία έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή αποκτά από την εκτέλεσή της και γι' αυτό σε περίπτωση μη απόδοσής τους στον εντολέα διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης. Εμπιστευμένο στον εντολοδόχο θεωρείται το πράγμα, όταν με τη θέληση του δικαιούχου παραδόθηκε στην κατοχή εκείνου (εντολοδόχου), υποχρεουμένου να το αποδώσει αυτούσιο ή να το χρησιμοποιήσει προς ορισμένο σκοπό. Ο εντολοδόχος νοείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ, δηλαδή πρέπει μεταξύ αυτού και του παθόντος να υπάρχει σύμβαση εντολής, ενώ ως διαχειριστής νοείται αυτός, που ενεργεί όχι απλώς υλικές αλλά και νομικές πράξεις επί περιουσιακών στοιχείων του εντολέως, με εξουσία αντιπροσώπευσης αυτού, την οποία μπορεί να έχει από το νόμο ή από σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται και η άσκηση διαχείρισης "εν τοις πράγμασι". Υπό την έννοια αυτή, αν η πράξη τελέσθηκε από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας στο ίδιο πεδίο δράσης, η εντολή εμπεριέχεται στη διαχείριση και ο εντολοδόχος μπορεί να είναι και διαχειριστής, εάν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής (ΑΠ 101/2022, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 161/2020, ΑΠ 796/2019). Περαιτέρω, φαινομένη συρροή ή απλή συρροή νόμων, επί της οποίας δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 94 του ΠΚ, υπάρχει, όταν οι περισσότερες πράξεις, οι οποίες διώκονται, δεν είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους και αυτοτελώς κολάσιμες, αλλά συγκροτούν την έννοια ενός και του αυτού εγκλήματος, είτε διότι η μία αποτελεί κατά νόμο συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης, είτε χρησιμεύει κατά νόμο ως αναγκαίο μέσο για την τέλεση αυτής, είτε, τέλος, διότι παρίσταται ως αναγκαία συνέπεια της προηγηθείσας, από την οποία και απορροφάται. Ειδικώς, μεταξύ των εγκλημάτων της υπεξαίρεσης και της απάτης υφίσταται φαινομένη συρροή, υπό την εκτεθείσα έννοια: α) όταν ο δράστης υπεξαιρεί ξένο κινητό πράγμα και στη συνέχεια επιχειρεί απατηλές πράξεις για τη συγκάλυψη της υπεξαίρεσης ή τη διατήρηση του υπεξαιρεθέντος, οπότε, στην περίπτωση αυτή, η περιουσιακή βλάβη, η οποία αποτελεί στοιχείο της απάτης, έχει συντελεσθεί ήδη με την υπεξαίρεση και, επομένως, η απάτη συνιστά μη τιμωρητή υστέρα πράξη (ΑΠ 1100/2022, ΑΠ 810/2022, ΑΠ 154/2021, ΑΠ 1058/2019, ΑΠ 53/2017).

ΙΙΙ. Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 266/2011).

ΙV. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "από την αποδεικτική διαδικασία, που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από την ανωμοτί κατάθεση της παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας στο ακροατήριο, που περιέχονται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορουμένη Ά. Τ. του Μ. και της Β., που γεννήθηκε στο ... το έτος 1959, κάτοικος ... (οδός ...) είναι αδελφή της Π. Τ. κατοίκου ... (...). Η κατηγορουμένη φέρει την ελληνική αλλά και την γαλλική υπηκοότητα. Εργάζεται από ...-1992 ως μόνιμη υπάλληλος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις ..., ενώ η αδελφή της ζει στη Θεσσαλονίκη με τον σύζυγό της Δ. Τ. του Π. και τις δύο κόρες τους, Β. και Θ. Τ., όπου ζει και η μητέρα της Β. Τ. του Ν. Στις αρχές του έτους 2015, ενόψει της επικρατούσας εκείνη τη χρονική περίοδο οικονομικής αβεβαιότητας και του ενδεχόμενου επιβολής κεφαλαιακών ελέγχων και περικοπής αποταμιευτικών καταθέσεων, ο Δ. Τ. και η Β. Τ. αποφάσισαν να μεταφέρουν τις συγκεντρωμένες στις ελληνικές τράπεζες καταθέσεις τους σε χώρα του εξωτερικού. Έτσι, ενώ οι ανωτέρω είχαν ήδη μεταφέρει τις αποταμιεύσεις τους (56.000€ ο πρώτος και 51.000€ η δεύτερη) στον με αριθμό ... λογαριασμό στο όνομα της Θ. Τ. στην τράπεζα ... (είχε ανοιχθεί και με τη συνδρομή της κατηγορουμένης), αποφασίστηκε να προχωρήσουν στο άνοιγμα και δεύτερου τραπεζικού λογαριασμού με διαφορετικό δικαιούχο για μεγαλύτερη ευελιξία, ευκολότερη διαχείριση, αλλά και ασφάλεια σε περίπτωση κάποιας έκτακτης οικογενειακής ανάγκης. Ως χώρα δε προορισμού επιλέχθηκε και πάλι το Βέλγιο, τόσο λόγω της αξιοπιστίας και σταθερότητας του τραπεζικού του συστήματος, όσο και επειδή η κατηγορουμένη, ως μόνιμα διαμένουσα και εργαζόμενη στη συγκεκριμένη χώρα, προσφέρθηκε να συνδράμει και πάλι στη διαδικασία ανοίγματος λογαριασμού τόσο με το γεγονός ότι ήταν μόνιμη κάτοικος ... όσο και με τις γνώσεις της ιδίως στη γαλλική γλώσσα. Για τον λόγο αυτό, τον Μάρτιο του έτους 2015, ταξίδεψε στις ... η Π. Τ., η οποία μετέβη, στις ...-2015, μαζί με την κατηγορουμένη, σε υποκατάστημα της Τράπεζας ..., επί της οδού ... ..., όπου αφού τη συνέδραμε η κατηγορουμένη, εκτελώντας χρέη διερμηνέα στη γαλλική γλώσσα, στο άνοιγμα των υπ' αριθ. ... και ... λογαριασμών, κατόπιν με πρωτοβουλία της αδελφής της συμφώνησαν και συνυπέγραψαν, για τη διαχείριση του λογαριασμού, το υπ' αριθ. ... από ...-2015, συνταχθέv στην αγγλική γλώσσα, κατά απαίτηση της αδελφής της Π. Τ., ειδικό πληρεξούσιο αορίστου χρόνου, δυνάμει του οποίου η Π. Τ., συμβαλλόμενη ως εντολέας, χορηγούσε στην κατηγορουμένη, που συμβλήθηκε ως εντολοδόχος, συγκεκριμένες εξουσίες εκτέλεσης ενεργειών σχετικά με την κίνηση των ως άνω λογαριασμών, τις οποίες θα μπορούσε να διεξάγει κατ' εντολή της εγκαλούσας, στο όνομά της (και προς το συμφέρον της) για λογαριασμό της, όπως μεταξύ άλλων τη διάθεση στοιχείων του ενεργητικού καθώς και πραγματοποίηση καταθέσεων, αναλήψεων, μεταφορών, έκδοσης εντολών πληρωμών κλπ. Ακολούθως, μετά την επιτυχή ολοκλήρωση των προπεριγραφόμενων διαδικασιών, μεταφέρθηκαν στον δεύτερο κατά σειρά ως άνω λογαριασμό τα ποσά: α) των 32.000, προερχομένων από τις αποταμιεύσεις από τους μισθούς και του εφάπαξ συνταξιοδότησης του Δ. Τ. (ήταν τελωνειακός υπάλληλος), κατατεθειμένων στις ελληνικές τράπεζες και β) των 58.434, προερχομένων από τον ... λογαριασμό της ιδίας τράπεζας, δικαιούχου της Θ. Τ., στον οποίο όμως είχαν κατατεθεί χρήματα του Δ. Τ. και της Β. Τ., ήτοι συνολικά το ποσό των 90.434 ευρώ. Στη συνέχεια η Π. Τ. επέστρεψε στην Ελλάδα και πρώτη φορά την 12-1-2018 εισήλθε, με τη βοήθεια της κόρης της Θ., στην ηλεκτρονική πλατφόρμα της τράπεζας ..., ώστε να ελέγξει τον λογαριασμό της, οπότε και με έκπληξη διαπίστωσαν ότι την ...-2017 και την ...-2017, η κατηγορουμένη, δίχως να λάβει την προηγούμενη συγκατάθεση της αδελφής της Π., ως δικαιούχου του λογαριασμού, στην οποία ο σύζυγος και η μητέρα της εμπιστεύτηκαν τα χρήματά τους, αλλά και χωρίς τη συγκατάθεση και των τελευταίων, χρησιμοποιώντας το εν λόγω πληρεξούσιο κάνοντας κατάχρηση και παραβαίνοντας τη σχετική περί αvαλήψεωv κλπ. ως άνω, εντολή, αποκρύπτοντας τούτο και από την τράπεζα, προέβη σε δύο αναλήψεις ποσών, 23.000 και 17.000 αντιστοίχως, μεταφέροντάς τα εν συνεχεία στον υπ' αριθ. ... προσωπικό της λογαριασμό, εξωτερικεύοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την οριστική της βούληση για την παράνομη ενσωμάτωσή τους στη δική της περιουσία κατά αποκλεισμό των δικαιούχων των χρημάτων αυτών, αποβλέποντας με τις μερικότερες ως άνω πράξεις της στην ιδιοποίηση συνολικά των ποσών αυτών. Άμεσα η Θ. επικοινώνησε με τη θεία της και κατηγορουμένη μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας ζητώντας εξηγήσεις για τις ενέργειές της, πλην όμως έλαβε την απάντηση της τελευταίας ότι ο λογαριασμός ήταν και δικός της, ήταν δε και συνυπογράφουσα του ανοίγματος αυτού, απαίτησε δε περαιτέρω τη διακοπή των σχέσεών τους χωρίς να την ενδιαφέρει να γνωρίζει εάν οι συγγενείς της στην Ελλάδα ζούνε ή πέθαναν και δήλωσε δε συνάμα, πρώτον, ότι αρκετά οι συγγενείς της στην Ελλάδα κλέψανε και φάγανε, ενώ η ίδια τη συνείδησή της την έχει καθαρή και οι κλέφτες ήταν εκείνοι και δεύτερον, ότι μπορούσαν να προσφύγουν όπου θέλουν τελειώνοντας επί λέξει "χodepse gίa na paris ton poulo". H Θ., στη συνέχεια, στράφηκε στον πρώην σύζυγο της κατηγορουμένης, προκειμένου αυτός να μεσολαβήσει στην τελευταία για να επιστρέψει τα χρήματα, αυτός δε, ενώ αρχικά, στις 4-12-2018, δήλωσε στη Θ. μέσω μηνυμάτων από την εφαρμογή messenger ότι η κατηγορουμένη του είχε αναφέρει πως πήρε τα χρήματα γιατί είχε αποκληρωθεί από τους γονείς της και ότι την παρότρυνε να τα επιστρέψει, εν τέλει, στο μεταγενέστερο από 24-1-2019 μήνυμά του, αλλά και στη μεταγενέστερη από 15-2-2022 ένορκη δήλωσή του, ανακάλεσε τις προαναφερθείσες δηλώσεις του. Η κατηγορούμενη ισχυρίζεται αόριστα ότι το ποσό των 40.000€ αντιστοιχεί σε τμηματικά δάνεια, που χορηγούσε στην αδελφή της ενόψει του ότι η ίδια εργαζόταν στις ... και ήταν σε καλή οικονομική κατάσταση, ο σύζυγος δε της αδελφής της δεν την ενίσχυε οικονομικά αλλά ξόδευε τα εισοδήματά του για τον εαυτό του λόγω και της ύπαρξης εξωσυζυγικής του σχέσης και για τον λόγο αυτό η ίδια προέβη, την ...-2007 και την ...-2017, στις δύο αναλήψεις συνολικού ύψους 40.000€ κατ' εντολή της αδελφής της και προς εξόφληση της απαίτησης εκ των προφορικώς μεταξύ τους συναφθεισώv δανειακών συμβάσεων. Κάτι τέτοιο, όμως, ουδόλως αποδείχθηκε από τα αναγνωστέα έγγραφα, ούτε ακόμη και από τις μαρτυρικές καταθέσεις. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η Π. Τ. ουδέποτε έδωσε την εντολή στην αδελφή να προβεί στις εν λόγω αναλήψεις, η ίδια δε (Π. Τ.) είχε αυξημένες οικονομικές δυνατότητες ενόψει του ότι ο σύζυγός της ήταν τελωνειακός και είχε κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου αυξημένες απολαβές και μετά τη συνταξιοδότηση αυξημένες συντάξεις, αποτελούσαν δε μία αγαπημένη οικογένεια και πάντοτε αυτός τη στήριζε οικονομικά, ώστε να μην τους λείπει τίποτε και να αναγκάζεται αυτή να προσφεύγει στην οικονομική βοήθεια της αδελφής της. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο σύζυγός της ήταν αυτός που της εμπιστεύθηκε τις παραπάνω οικονομίες του για να τις τοποθετήσει στην Βελγική τράπεζα σε λογαριασμό αποκλειστικά στο όνομά της. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι η οικογένεια της Π. Τ. ήταν αυτή που είχε χορηγήσει στην κατηγορουμένη, εν είδει άτοκου δανείου, ένα ποσό για την αποπεράτωση των εργασιών ανακαίνισης της οικίας της στη Θεσσαλονίκη, το οποίο ομολογείται από όλους ότι έχει ήδη επιστραφεί. Ειδικότερα, από τα αvαγνωστέα έγγραφα προκύπτει πράγματι ότι η κατηγορουμένη από την 17-7-2015 και μέχρι την 16-2-2016 προέβη σε διαδοχικές μηνιαίες καταβολές ποσών της τάξεως των 700€, με αιτιολογία κατάθεσης "...", ενώ στην τελευταία της κατάθεση αναφέρεται "...". Επομένως, είναι αβάσιμος ο ως άνω ισχυρισμός της κατηγορουμένης περί τμηματικών δανείων και ανάληψης των χρημάτων προς εξόφληση αυτών μετά από δήθεν εντολή της αδελφής της, αφού ουδόλως δικαιολογείται να δανείζει η κατηγορουμένη χρήματα στην αδελφή της, ενώ η ίδια είχε δανειστεί και όφειλε το ποσό των 10.980€, το οποίο και σταδιακά αποπλήρωνε. Άλλωστε το ότι η εκδοχή των τμηματικών δανείων είναι προσχηματική προκύπτει και από το γεγονός ότι την εκδοχή αυτή ουδόλως ανέφερε η κατηγορουμένη ως δικαιολογία στην Θ. Τ., όταν η τελευταία, μετά τη διαπίστωση των αυθαίρετων αναλήψεων, απευθύνθηκε σ' αυτήν ζητώντας εξηγήσεις. Κατά συνέπεια η κατηγορουμένη στις ... ιδιοποιήθηκε παρανόμως το προαναφερθέν ποσό των 40.000 ευρώ, ποσό που η αξία του ήταν σημαντική με βάση τις συνθήκες της αγοράς τόσο στην Ελλάδα όσο και στο Βέλγιο, λαμβανομένου υπόψη του αυξημένου ύψους του, αλλά και της οικονομικής κατάστασης των προσώπων, δpάστριας και θυμάτων παθόντων, που ήταν μισθοσυντήρητοι και συνταξιούχοι, το δε ποσό προερχόταν από οικονομίες μίας ζωής και επομένως πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο κατά τα προαναφερθέντα της το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς της ως εντολοδόχου, σύμφωνα και με τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη νομικές παραδοχές. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ακόμη ότι τόπος τέλεσης των πράξεων υπεξαίρεσης (κατ' εξακολούθηση) είναι οι ..., πλην όμως, έχουν εφαρμογή οι Ελληνικοί ποινικοί νόμοι, αφού, σύμφωνα και με τις παραδοχές της μείζονας σκέψης, πρόκειται για πράξεις που συνιστούν κατά τον Ελληνικό ποινικό κώδικα, κατά τα προαναφερθέντα, πλημμελήματα, η κατηγορουμένη κατά τον χρόνο τέλεσης αυτών αλλά και σήμερα είναι ημεδαπή, ως φέρουσα την ελληνική υπηκοότητα ασχέτου όντος του γεγονότος ότι παράλληλα φέρει και την γαλλική, οι πράξεις αυτές είναι αξιόποινες και κατά τους νόμους της χώρας όπου διαπράχθηκαν και δη- τυποποιούνται ως ποινικό έγκλημα στο άρθρο 491 του Βελγικού ποινικού κώδικα (ως κατάχρηση εμπιστοσύνης - abus de confiance, βλ. αναγνωσθέν με αριθμ. πρωτ. 480/2018 έγγραφο-γνωμοδότηση του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου) που ορίζει ότι "Όποιος με απατηλά μέσα είτε ιδιοποιείται είτε κατασπαταλά, ζημιώνοντας άλλον, κινητά πράγματα, χρήματα, εμπορεύματα, γραμμάτια, εξοφλήσεις, έγγραφα κάθε είδους που περιέχουν ή συνεπάγονται την ανάληψη υποχρεώσεως ή την απαλλαγή απ' αυτήν και τα οποία του έχουν παραχωρηθεί με τον όρο της επιστροφής ή συγκεκριμένης χρήσεως ή χρησιμοποιήσεως, τιμωρείται με φυλάκιση ενός μηνός μέχρι πέντε ετών και με χρηματική ποινή είκοσι έξι (ευρώ) μέχρι πεντακόσια (ευρώ) [Ν. 2000-06-/42 άρθρο 2 σε ισχύ από 1-1-2002] και επομένως οι πράξεις εμπίπτουν και στο πεδίο εφαρμογής του, δεδομένου ότι στην ένδικη περίπτωση η κατηγορουμένη ιδιοποιήθηκε χρήματα των παθόντων με ζημία των τελευταίων, με τη χρήση απατηλών μέσων και δη με χρήση του προαναφερθέντος πληρεξουσίου αποκρύπτοντας ότι δεν συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του και δη χρησιμοποιώντας το εν λόγω πληρεξούσιο κάνοντας κατάχρηση και παραβιάζοντας τη σχετική περί αναλήψεων κλπ. ως άνω, εντολή, αποκρύπτοντας τούτο από την τράπεζα και καταχρώμενη την εμπιστοσύνη των παθόντων. Τέλος, υφίσταται δε και νομότυπη και εμπρόθεσμη (γνώση των πράξεων στις 12-1-2018) έγκληση των παθόντων {βλ. την από 5-4-2018 έγκλησή τους με αρ. ΒΜ Ε18/497 και τη συνημμένη έκθεση εγχείρισης)." Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο αφού αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς και το πρωτοδίκως αναγνωρισθέν ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου, καταδίκασε την αναιρεσείουσα σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών ανασταλείσα επί τριετία για το ότι : "στον κατωτέρω τόπο και χρόνους, ούσα ημεδαπή, τέλεσε στην αλλοδαπή αξιόποινη πράξη κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκε και παράλληλα χαρακτηρίζεται από τους ελληνικούς ποινικούς νόμους ως κακούργημα. Ειδικότερα, στις ... την ...-2017 και την ...-2017, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένα ολικά κινητά πράγματα, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή της λόγω της ιδιότητας της ως εντολοδόχου. Αναλυτικότερα, την ...-2015, μετέβη με την αδελφή της, Π. Τ. σε υποκατάστημα της βελγικής τράπεζας με την επωνυμία ... στις ..., όπου αφού τη συνέδραμε, εκτελώντας χρέη διερμηνέα στη γαλλική γλώσσα, στο άνοιγμα των υπ' αριθ. ... και ... λογαριασμών, κατόπιν με πρωτοβουλία της εγκαλούσας συμφώνησαν και συνυπέγραψαν το υπ' αριθ. ... από ...-2015, συνταχθέν στην αγγλική γλώσσα, ειδικό πληρεξούσιο. Ενόψει του γεγονότος ότι η κατηγορουμένη διαμένει μόνιμα στις ..., ενώ η Π. Τ. κατοικεί στην Ελλάδα, προς διευκόλυνση της τελευταίας, το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο χορηγούσε στην κατηγορουμένη συγκεκριμένες εξουσίες εκτέλεσης ενεργειών σχετικά με την κίνηση των ως άνω λογαριασμών κατ' εντολή της εγκαλούσας. Ακολούθως, μετά την επιτυχή ολοκλήρωση των προπεριγραφομένων διαδικασιών μεταφέρθηκαν στον δεύτερο κατά σειρά ως άνω λογαριασμό τα ποσά: α) των 32.000 ευρώ, προερχομένων από τις αποταμιεύσεις του Δ. Τ., δεύτερου εγκαλούντα, κατατεθειμένων στις ελληνικές τράπεζες και β) των 58.434 ευρώ, προερχομένων από τον ... λογαριασμό της ιδίας τράπεζας, δικαιούχου της Θ. Τ., τέταρτης εγκαλούσας, στον οποίο είχαν κατατεθεί χρήματα του δεύτερου εγκαλούντα και της Β. Τ., τρίτης εγκαλούσας, ήτοι συνολικά το ποσό των 90.434 ευρώ. Ωστόσο, την ...-2017 και την ...-2017, στις ..., η κατηγορουμένη, δίχως να λάβει την προηγούμενη συγκατάθεση της δικαιούχου του λογαριασμού, Π. Τ. χρησιμοποιώντας το εν λόγω πληρεξούσιο κατά παράβαση και κατά κατάχρηση της μεταξύ τους συναφθείσας σύμβασης εντολής, προέβη αυθαίρετα και χωρίς νόμιμο προς τούτο δικαίωμα σε δύο αναλήψεις ποσών, 23.000 και 17.000 ευρώ αντιστοίχως, μεταφέροντας τα εν συνεχεία στον υπ' αριθ. ... προσωπικό της λογαριασμό, εξωτερικεύοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την οριστική της βούληση για την παράνομη ενσωμάτωσή τους στην ιδιοκτησία της. Κατά συνέπεια η κατηγορουμένη ιδιοποιήθηκε παρανόμως το ποσό των 40.000 ευρώ, ήτοι αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που της το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας της ως εντολοδόχου". V. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην προαναφερόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη (άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ), την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη υπό ΙΙ, διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης η έννομη σχέση, η ανάληψη χρημάτων της εντολέως της εξ ονόματος και για λογαριασμό της από λογαριασμό που τηρούσε σε τράπεζα τα οποία ιδιοποιήθηκε κάνοντας κατάχρηση και παραβιάζοντας τη σχετική περί αναλήψεως εντολή, τα αναφερόμενα σ' αυτό (σκεπτικό) ιδιαίτερα μεγάλα χρηματικά ποσά, η κατάθεση των χρηματικών αυτών ποσών σε ατομικό της λογαριασμό και η εκδήλωση με τον τρόπο αυτό της βούλησής της να ενσωματώσει αρχήθεν αυτά στην περιουσία της και έτσι να τα ιδιοποιηθεί. Η ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας περί του ότι το Δικαστήριο της ουσίας, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 375 παρ. 1 του ΠΚ, έκρινε, ότι η πράξη, για την οποία αυτή κηρύχθηκε ένοχη, αποτελεί υπεξαίρεση, ενώ έπρεπε να γίνει δεκτό ότι αποτελεί απάτη και ότι, εφόσον τα χρήματα αποκτήθηκαν με απάτη, η υπεξαίρεση αποτελεί μη τιμωρητή υστέρα πράξη, είναι αβάσιμη, αφού τα διαλαμβανόμενα στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιστατικά συγκροτούν την υπόσταση της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης και όχι εκείνη της απάτης, η αμφισβήτηση δε από την αναιρεσείουσα του νομικού χαρακτηρισμού της εν λόγω πράξης δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά άρνηση της κατηγορίας, όπως αυτή εξειδικεύεται στο κατηγορητήριο ως προς τα αντικειμενικά και τα υποκειμενικά στοιχεία της και, συνεπώς, το Δικαστήριο της ουσίας, πέραν του ότι δεν υπήρξε τέτοιος ισχυρισμός από το μέρος της κατηγορούμενης - αναιρεσείουσας, δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολογία γι' αυτόν, αφού οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί αντιμετωπίζονται και απαντώνται με την περί ενοχής αιτιολογημένη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης, στηριζόμενος στο άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Ε' του ΚΠΔ, σύμφωνα με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων περί συρροής και υπεξαιρέσεως - απάτης, με τον ισχυρισμό ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν διέγνωσε την φαινόμενη συρροή μεταξύ των αδικημάτων της απάτης και της υπεξαιρέσεως, αφού δέχθηκε την ανυπαρξία του αδικήματος της απάτης με δεδομένο ότι το επίδικο πληρεξούσιο, όπως κρίθηκε αμετάκλητα, συντάχθηκε νόμιμα και ήταν έγκυρο, και ότι δεν αποδείχθηκε ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως της υπεξαίρεσης με τη χρήση του πληρεξουσίου, είναι αβάσιμος. VI. Με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ΠΚ, ορίζεται ότι τόπος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο τόπος όπου ο υπαίτιος διέπραξε ολικά ή μερικά την αξιόποινη ενέργεια ή παράλειψη, καθώς και ο τόπος όπου επήλθε ή, σε περίπτωση απόπειρας, έπρεπε σύμφωνα με την πρόθεση του υπαιτίου να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 6 του αυτού Κώδικα, ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη που χαρακτηρίζεται από αυτούς ως κακούργημα η πλημμέλημα και που τελέστηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό, αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέστηκε ή αν διαπράχθηκε σε πολιτειακά ασύντακτη χώρα. 2. Η ποινική δίωξη ασκείται και εναντίον αλλοδαπού ο οποίος κατά την τέλεση της πράξης ήταν ημεδαπός. Επίσης, ασκείται και εναντίον εκείνου που απέκτησε την ελληνική ιθαγένεια μετά την τέλεση της πράξης. 3. Στα πλημμελήματα, για να εφαρμοστούν οι διατάξεις των παραγρ. 1 και 2, απαιτείται έγκληση του παθόντος ή αίτηση της κυβέρνησης της χώρας όπου τελέστηκε το πλημμέλημα. 4. Τα πταίσματα που διαπράττονται στην αλλοδαπή τιμωρούνται μόνο στις περιπτώσεις που ειδικά ορίζει ο νόμος". Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει η κατηγορούμενη - αναιρεσείουσα κατά το χρόνο τέλεσης των εγκληματικών πράξεων της υπεξαίρεσης ήταν ημεδαπή και σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται μνεία ότι οι πράξεις αυτές είναι αξιόποινες και κατά τους νόμους της χώρας που διαπράχθηκαν και τυποποιούνται ως ποινικό έγκλημα στο άρθρο 491 του Βελγικού ποινικού νόμου, (ως κατάχρηση εμπιστοσύνης abus de confiance) σύμφωνα με την μνημονευόμενη στην απόφαση γνωμοδότηση του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου με αρ. πρωτ. 480/2018, που ορίζει ότι: " Όποιος με απατηλά μέσα είτε ιδιοποιείται είτε κατασπαταλά, ζημιώνοντας άλλον, κινητά πράγματα, χρήματα, εμπορεύματα, γραμμάτια, εξοφλήσεις, έγγραφα κάθε είδους που περιέχουν ή συνεπάγονται την ανάληψη υποχρεώσεως ή την απαλλαγή απ' αυτήν και τα οποία του έχουν παραχωρηθεί με τον όρο της επιστροφής ή συγκεκριμένης χρήσεως ή χρησιμοποιήσεως, τιμωρείται με φυλάκιση ενός μηνός μέχρι πέντε ετών και με χρηματική ποινή είκοσι έξι (ευρώ) μέχρι πεντακόσια (ευρώ)" [Ν. 2000-06-/42 άρθρο 2 σε ισχύ από 1-1-2002] και επομένως οι πράξεις εμπίπτουν και στο πεδίο εφαρμογής του, δεδομένου ότι στην ένδικη περίπτωση η κατηγορουμένη ιδιοποιήθηκε χρήματα των παθόντων με ζημία των τελευταίων, με τη χρήση απατηλών μέσων και δη με χρήση του προαναφερθέντος πληρεξουσίου αποκρύπτοντας ότι δεν συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του και δη χρησιμοποιώντας το εν λόγω πληρεξούσιο κάνοντας κατάχρηση και παραβιάζοντας τη σχετική περί αναλήψεων κλπ. ως άνω, εντολή, αποκρύπτοντας τούτο από την τράπεζα και καταχρώμενη την εμπιστοσύνη των παθόντων. Ομοίως ερμηνευόμενο το άρθρο 491 του Βελγικού Ποινικού από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο του Βελγίου (cour de cassation) έχει κριθεί ότι, όταν η χρήση απατηλών μέσων έχουν ως σκοπό αποκλειστικά την πραγματική φύση της υλικής ιδιοποίησης (υπεξαίρεσης), η χρήση απατηλών μέσων από την πλευρά του υπεξαίρετη - διαχειριστή του εταιρικού λογαριασμού, που μεταβιβάζει σε προσωπικό του λογαριασμό κεφάλαια εταιρικά ως δάνειο, αν και γνωρίζει ότι δεν είναι σε θέση να ρυθμίσει το χρέος αυτό, απορροφάται από την πράξη της υπεξαίρεσης . (Ανώτατο Δικαστήριο του Βελγίου Cour de cassation - 01 decembre 2020 - P.20.0784.N, ECLI:BE:CASS:2020:ARR.20201201.2N.5). Η απαλλαγή της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης από την κατηγορία της απάτης δυνάμει του υπ' αρ. 275/219 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ..., δεν συνεπάγεται ότι πρέπει να απαλλαγεί και από την κατηγορία της υπεξαίρεσης και η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνοντας ότι η χρήση του πληρεξουσίου από την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη προκειμένου να περιέλθει στην κατοχή της μέρος του περιεχομένου των επίμαχων τραπεζικών λογαριασμών έγινε με την καταστρατήγηση της εντολής που της χορηγήθηκε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου ποινικές διατάξεις των άρθρων 6 ΠΚ, 375 παρ. 1 νΠΚ και 491 του Βελγικού Ποινικού Κώδικα, μνημονεύοντας και τη συνδρομή των όρων του κατά τον αλλοδαπό νόμο αξιοποίνου της πράξεως, δεδομένου ότι στην ένδικη περίπτωση η κατηγορούμενη ιδιοποιήθηκε χρήματα των εγκαλούντων, με ζημία τους και τη χρήση του αναφερόμενου στην απόφαση πληρεξουσίου, αποκρύπτοντας ότι δεν συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του, χρησιμοποιώντας το εν λόγω πληρεξούσιο, κάνοντας κατάχρηση και παραβιάζοντας τη σχετική περί αναλήψεως εντολή, αποκρύπτοντας τούτο από την τράπεζα και καταχρώμενη την εμπιστοσύνη των παθόντων.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, στηριζόμενος στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, σύμφωνα με τον οποίο η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης κατά το Βελγικό Ποινικό κώδικα δεν μπορεί να εφαρμοστεί και να οδηγήσει σε καταδίκη, είναι αβάσιμος. VII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ και την ομοίου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 114 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, "Όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμέτοχους της", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 381 παρ. 1 του ν. ΠΚ, για την ποινική δίωξη, μεταξύ άλλων εγκλημάτων, αυτού της υπεξαίρεσης, που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, απαιτείται έγκληση. Η έγκληση, αφενός αποτελεί θεσμό του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, γιατί η παραμέληση υποβολής της εντός της ανωτέρω τρίμηνης προθεσμίας οδηγεί στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης που διώκεται κατ' έγκληση και αφετέρου συνιστά δικονομικό θεσμό, γιατί αποτελεί δικονομική προϋπόθεση για την έγκυρη γένεση της ποινικής δίκης (Ολ. ΑΠ 1/2007, ΑΠ 101/2023). Η επιβαλλόμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης στην κρίση για την ενοχή, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ αναιρετικό λόγο, περιλαμβάνει και την αιτιολογία για το εμπρόθεσμο της εγκλήσεως. Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι η ποινική δίωξη για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση από εντολοδόχο, για την οποία καταδικάστηκε η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα με την προσβαλλόμενη απόφαση, ασκήθηκε μετά την από 5.4.2018 έγγραφη έγκληση με αρ. ΒΜ Ε18/497 που κατέθεσαν εναντίον της κατηγορουμένης οι παθόντες Π. Τ., Δ. Τ., Β. Τ. και Θ. Τ., οι οποίοι σ' αυτήν ρητά ζητούν την ποινική δίωξη και τιμωρία της, ως δράστριας, των σε βάρος τους τελεσθεισών πράξεων υπεξαίρεσης των αναφερομένων χρηματικών ποσών, και οι οποίοι παραστάθηκαν προς υποστήριξη της κατηγορίας τόσο ενώπιον του δικάσαντος πρωτοβαθμίου δικαστηρίου όσο και ενώπιον του δικάσαντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Οι αιτιάσεις της κατηγορούμενης - αναιρεσείουσας, που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, ως προς το εμπρόθεσμο ή μη της σε βάρος της ασκηθείσας ποινικής δίωξης για τις ένδικες πράξεις τους, λόγω της εκπρόθεσμης υποβολής έγκλησης εναντίον τους από τους ως άνω παθόντες, είναι αβάσιμες. Τούτο διότι, αναλυτικά και με πληρότητα εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τις ως άνω παραδοχές της, ότι ο χρόνος γνώσεως από τους παθόντες, των σε βάρος τους αξιοποίνων πράξεων της υπεξαίρεσης που τέλεσε η κατηγορούμενη-αναιρεσείουσα, ήταν η 12.1.2018, και ο χρόνος υποβολής της κατ' αυτής εγκλήσεώς τους, ήταν η 5.4.2018 , ήτοι εντός του οριζομένου από το ν. ΠΚ τριμήνου, αφότου έλαβαν γνώση οι ως άνω εγκαλούντες της τέλεσης των ενδίκων πράξεων και της δράστριας - κατηγορουμένης.

VIII. Συνεπώς, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της προκείμενης ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 578 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 του Ν. 5090/2024), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.7.2023 αίτηση - δήλωση της Ά. Τ. του Μ. και της Β., κατοίκου ... (οδός ...) για αναίρεση της υπ' αρ. 632/2023 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Αυγούστου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή