ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1050/2024 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1050/2024 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1050/2024 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1050 / 2024    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1050/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αριστέας Θεοδόση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Δ. Ψ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ρουσσόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 146/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Α. Π. του Χ., κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε.

Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Δεκεμβρίου 2023 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία εγχειρίστηκε στο Γραμματέα του Εφετείου Καλαμάτας, Ι. Δ. στις 02.01.2024 και έλαβε αριθμό 1/2024 και στους από 26.02.2024 πρόσθετους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 59/2024.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να επιβληθούν τα έξοδα στην αναιρεσείουσα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη υπ' αρ. 1/2.1.2024 από 29.12.2023 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, Δ. Ψ. του Γ. και της Ε., κατοίκου ... (...), για αναίρεση της υπ' αρ. 146/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε αυτήν (αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη), για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση, και της ψευδούς κατάθεσης κατ' εξακολούθηση, σε συνολική ποινή φυλάκισης εικοσιτεσσάρων (24) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα, αυτοπροσώπως από την ίδια την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη με δήλωση στον Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Καλαμάτας Ι. Δ. (άρθρα 466 παρ. 1 και 2, 474 παρ. 1 του ΚΠΔ), και εμπρόθεσμα, εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του ως άνω δικαστηρίου, λαμβανομένου υπόψη ότι η ανωτέρω καταχώριση έγινε την 11.12.2023, με αριθμό 113, σε συνδυασμό με το ότι η τελευταία ημέρα της παραπάνω εικοσαήμερης προθεσμίας (1-1-2024), ήταν, κατά το ισχύον ημερολόγιο, ημέρα Δευτέρα και εξαιρετέα ως πρώτη ημέρα του έτους, σύμφωνα με το άρθρο 60 του νόμου 4808/2021 "Για την Προστασία της Εργασίας - Σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής "Επιθεώρηση Εργασίας" κλπ" (ΦΕΚ Α' 101), με συνέπεια η ως άνω προθεσμία άσκησης της κρινόμενης αίτησης να έχει επεκταθεί έως την επόμενη μη εξαιρετέα ημέρα (2-1-2024), κατά την οποία και ασκήθηκε. Επιπροσθέτως, η αναιρεσείουσα κατέθεσε στις 26.2.2024 , στο Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, το από 26.2.2024 δικόγραφο πρόσθετων λόγων για αναίρεση της ίδιας ως άνω καταδικαστικής απόφασης. Επομένως, η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 473, 474 παρ. 1, 504 παρ. 1, 505 παρ. 1α, 509 του ΚΠΔ) και πρέπει να συνεκδικαστούν ,λόγω της πρόδηλης μεταξύ αυτών συναφείας, και να ερευνηθούν περαιτέρω καθόσον περιέχουν σαφείς και ορισμένους λόγους, συνιστάμενους σε απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων από το δικαστήριο που την εξέδωσε καθώς και υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' , Δ', Ε' και Θ' του ΚΠΔ). Σημειώνεται ότι η υποστηρίζουσα την κατηγορία Α. Π. του Χ. δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, παρότι έχει κληθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από το από 30.1.2024 αποδεικτικό επίδοσης της Επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Σκορδάκης Αδριάνας στον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γιατράκο Κωνσταντίνο - Καίσαρα του Πέτρου , για τη δικάσιμο της 13.3.2024 οπότε και αναβλήθηκε η ανωτέρω αίτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (20.3.2024), ωστόσο η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθ. 515 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ).

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "Έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, μεταγλωττίστηκε δε και αποδόθηκε στη δημοτική γλώσσα με το Π.Δ. 76/2022 (Φ.Ε.Κ. 205/1-11-2022, τεύχος πρώτο), "Κανείς δεν μπορεί να καταδικαστεί για πράξη ή παράλειψη, η οποία τη στιγμή της διάπραξής της δεν αποτελούσε αδίκημα κατά το εθνικό ή το διεθνές δίκαιο. Ούτε και επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνη η οποία θα επιβαλλόταν κατά τη στιγμή της διάπραξης αδικήματος", ενώ, κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, "Κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήσαν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους. Επίσης, δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Π.Κ., "Αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις". Με την αντίστοιχη διάταξη του νέου Π.Κ., που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 (Φ.Ε.Κ. 95/11-6-2019, τεύχος πρώτο) και ισχύει από 1-7-2019 (βλ. άρθρο δεύτερο αυτού), ορίζεται ότι: "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά τον χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (Ολ. Α.Π. 1/2014, Α.Π. 1302/2022). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., με την οποίαν καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυε από την τέλεση της πράξης μέχρι τον χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος, με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμία από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου Π.Κ., ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ισχύοντος Π.Κ. είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο σε σχέση μ' εκείνην του προϊσχύσαντος Π.Κ.. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται υπόψη, κατ' αρχάς, το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ η πρώτη θεωρείται βαρύτερη της δεύτερης, σε περίπτωση δε χρηματικής ποινής λαμβάνεται υπόψη επί ίσων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση, θεωρείται ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής (Α.Π. 174/2023, Α.Π. 86/2020), περαιτέρω δε επιεικέστερος είναι και ο νόμος που δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίσταση, υπό την οποία έλαβε χώρα η καταδίκη (Α.Π. 1463/2022). Τέλος, επιεικέστερος είναι ο νόμος που απαιτεί επιπλέον στοιχείο για τη συγκρότηση συγκεκριμένου αδικήματος, ενώ αντίθετα δυσμενέστερος και ως εκ τούτου μη εφαρμοζόμενος αναδρομικά είναι ο νεότερος νόμος που καταργεί στοιχείο, απαιτούμενο κατά τον προγενέστερο νόμο, υπό την ισχύ του οποίου τελέστηκε η πράξη (Α.Π. 1318/2022, Α.Π. 166/2021). III. Στις διατάξεις του άρθρου 224 παρ. 1 και 2 του προϊσχύσαντος μέχρι την 30-6-2019 Π.Κ. ορίζεται ότι: "1. Όποιος ως διάδικος σε πολιτική δίκη δίνει εν γνώσει του ψευδή όρκο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια", ενώ στο περί ψευδούς κατάθεσης αντίστοιχο άρθρο 224 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Π.Κ., που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 (Φ.Ε.Κ. 95/11-6-2019, τεύχος πρώτο), στο οποίο έχουν ενωθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 και 225 του προϊσχύσαντος Π.Κ. για την ψευδορκία και την ψευδή ανώμοτη κατάθεση, ορίζεται ότι: "1. Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή". Από τις προαναφερθείσες διατάξεις, που εφαρμοστέα στην κρινόμενη υπόθεση είναι η διάταξη του ήδη ισχύοντος από 1-7-2019 Π.Κ., ως επιεικέστερη για την αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη, Δ. Ψ. του Γ. , ως προς την προβλεπόμενη στερητική της ελευθερίας ποινή, έναντι του προϊσχύσαντος, κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα, ήδη ψευδούς κατάθεσης (9-9-2016 έως 23-1-2019), που της αποδίδεται, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο
ΙΙ νομική σκέψη, αφού απειλείται πλέον για το εν λόγω πλημμέλημα ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο και ανώτατο όριο, είναι όμως δυσμενέστερη ως προς την απειλή και χρηματικής ποινής, επομένως δε μη εφαρμοστέα ως προς την τελευταία, καθόσον δεν προβλεπόταν στην προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 224 του Π.Κ., προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, ήδη ψευδούς κατάθεσης, απαιτείται: α) κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας για την εξέτασή του αρχής, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υπάρχει άμεσος δόλος, συνιστάμενος στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι είχε γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα απέκρυψε ή αρνήθηκε να τα καταθέσει (Α.Π. 100/2023, Α.Π. 147/2023, Α.Π. 918/2022, Α.Π. 151/2021). IV. Στη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Π.Κ. ορίζεται ότι: "Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται: α) να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση, με οποιονδήποτε τρόπο, σε αρχή, ότι τελέστηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, β) το περιεχόμενο της μήνυσης ή ανακοίνωσης να είναι αντικειμενικώς ψευδές και γ) να υπέβαλε τη μήνυση ή προέβη στην ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Το έγκλημα είναι τελειωμένο μόλις περιέλθει η μήνυση ή η έγκληση στην αρχή ή γίνει ανακοίνωση σ' αυτήν, ανεξαρτήτως του αν στη συνέχεια ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυομένου - εγκαλουμένου. Για τη θεμελίωση του ανωτέρω εγκλήματος απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Δεν απαιτείται όμως η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών, αν ο δράστης γνώριζε την πραγματική κατάσταση από προσωπική του αντίληψη (Α.Π. 174/2023, Α.Π. 966/2022, Α.Π. 1705/2020). Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του νέου Π.Κ., ισχύοντος από 1-7-2019, που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 (Φ.Ε.Κ. 95/11-6-2019, τεύχος πρώτο), ορίζεται ότι: "Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή". Η νεότερη αυτή διάταξη του Π.Κ. είναι δυσμενέστερη σε σχέση με την προϊσχύσασα, αφενός μεν διότι η προηγούμενη διάταξη απαιτούσε και την επί σκοπώ πρόκλησης καταδίωξης τέλεση της πράξης, στοιχείο που δεν προβλέπεται στη νέα νομοτυπική μορφή της εν λόγω διάταξης, αφετέρου δε διότι η προγενέστερη διάταξη προέβλεπε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, ενώ η νεότερη προβλέπει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή (ΑΠ 60/2023, ΑΠ 1582/2022, ΑΠ 1546/2022, ΑΠ 1493/2022, ΑΠ 966/2022, Α.Π. 77/2021, ΑΠ 105/2021).

Συνεπώς, στην κρινόμενη υπόθεση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., εφαρμοστέα τυγχάνει η προγενέστερη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του Π.Κ., όπως αυτή ίσχυε μέχρι 30-6-2019, ως ισχύουσα κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης της κατ' εξακολούθηση ψευδούς καταμήνυσης (18-7-2016 έως 23-2019 ), που αποδίδεται στην αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη, Δ. Ψ. του Γ., σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο ΙΙ νομική σκέψη, καθόσον οδηγεί για τους προαναφερθέντες λόγους στην ευμενέστερη μεταχείριση του τελευταίου (Α.Π. 1710/2022). V. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο (Α.Π. 413/2023), δεν αρκεί, όμως, η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου για την αιτιολογία, η πληρότητα της οποίας εξασφαλίζεται, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 139 και 177 του ΚΠΔ, όταν γίνεται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που δέχθηκε το δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του με βάση συγκεκριμένους συλλογισμούς για κάθε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την πληρότητα της αιτιολογίας πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, κατ' επιλογή, χωρίς να είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ενώ δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Σε περίπτωση δε που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά. Επίσης, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται σ' αυτήν, για μεν την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης ότι η καταμήνυση ή ανακοίνωση ή αναφορά, είτε με τον τύπο του άρθρου 42 του ΚΠΔ είτε με κάθε τύπο προφορικής ή γραπτής καταγγελίας, έγινε ενώπιον αρμόδιας αρχής, αναφέρεται σε τέλεση από άλλον αξιόποινης πράξης ή πειθαρχικής παράβασης, αφορά άλλον που μπορεί να τιμωρηθεί από το ποινικό δικαστήριο ή να διωχθεί πειθαρχικά, είναι δε ψευδής, δηλαδή αντικειμενικά αναληθής, για την αξιόποινη δε πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης ισχυρισμός ή διάδοση ψευδούς γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, πρόσφορου να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, εν γνώσει του ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές, ενώ για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, ήδη ψευδούς κατάθεσης, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, απαιτείται ν' αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός των άλλων, ότι η κατάθεση έγινε ενώπιον αρμόδιας για την εξέτασή του αρχής και τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε ο δράστης είναι ψευδή, δηλαδή αντικειμενικώς αναληθή. Ο δόλος του δράστη συνίσταται, καθόσον αφορά την ψευδή καταμήνυση, στη γνώση του, κατά το χρόνο της καταμήνυσης, ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας του είναι αναληθές και ότι αφορά αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, καθώς και στη θέληση να περιέλθει η αναφορά στην αρχή, επιπλέον δε, μέχρι την 30-6-20219, υπό την ισχύ του παλαιού Π.Κ., και στο σκοπό του (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση) να κινηθεί η ποινική ή πειθαρχική διαδικασία, είναι δε αδιάφορο, αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε,. Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί, σχετικά με το ψευδές των πραγματικών περιστατικών που κατατίθενται από διάδικο ή μάρτυρα σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση. Ο δράστης αρκεί να γνωρίζει και να θέλει να καταμηνύσει ενώπιον αρχής ψευδή πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, και να καταθέσει ψευδή πραγματικά περιστατικά. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχάς, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Όταν όμως, όπως συμβαίνει επί των εγκλημάτων της ψευδούς κατάθεσης και της της ψευδούς καταμήνυσης, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης ή η τέλεση της πράξης με τον "σκοπό" πρόκλησης ορισμένου αποτελέσματος, δηλαδή άμεσος δόλος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης, καθώς και ο σκοπός πρόκλησης ορισμένου αποτελέσματος. Τούτο δε διότι η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση, επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη εις τρόπον ώστε να συνάγεται με σαφήνεια, ότι το περιεχόμενο της ψευδούς κατάθεσης, ή της ψευδούς καταμήνυσης ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, το ψεύδος των κατατεθέντων θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών (Α.Π. 150/2023, Α.Π. 1705/2019). Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, τότε ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την καταδικαστική απόφαση, δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ειδικότερα δε η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά, καθώς και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπιτρέπτως η, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ. Α.Π. 1/2005, Α.Π. 393/2023, Α.Π. 999/2020). Εξάλλου, λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. Α.Π. 3/2019, Α.Π. 544/2023, Α.Π. 1157/2022, Α.Π. 1308/2020). Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από την διάταξη αυτής προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από τον νόμο ή υφίσταται τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από τον νόμο στην συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά τον νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στην δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 1517/2022, ΑΠ 95/2022). VI. Η απαιτούμενη, ως άνω από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Η παραδοχή ή απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας. Τα ανωτέρω τελούν βέβαια υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για την θεμελίωσή του, διότι διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (Ολ.ΑΠ 2/2005).

VII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, ιδρύει δε τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ως άνω ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, καθώς και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 362 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ, που κυρώθηκε με το Ν. 4620/2019 (Φ.Ε.Κ. 96/11-6-2019, τεύχος πρώτο), προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε για ανάγνωση ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού στον κατηγορούμενο ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, η οποία επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Η έλλειψη, όμως, ακρόασης προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή σαφούς προφορικής αίτησης ή πρότασης, που συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού που παρέχεται στον κατηγορούμενο από τον νόμο, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 του ΚΠΔ (Α.Π. 547/2021, Α.Π. 1024/2018). Για να επέλθει όμως, ακυρότητα της διαδικασίας από την έλλειψη αυτή, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, σε περίπτωση δε παράλειψης ανάγνωσης, από το διευθύνοντα τη συζήτηση, του εγγράφου που προσκομίσθηκε και του οποίου την ανάγνωση ζήτησε ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του κατά την ακροαματική διαδικασία, να προσφύγει αμέσως αυτός σε ολόκληρο το δικαστήριο και σε περίπτωση παράλειψης τούτου να αποφανθεί ή παρά το νόμο να απορρίψει την προσφυγή του, τότε μόνον υφίσταται έλλειψη ακρόασης και δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ (Α.Π. 1590/2022, Α.Π. 912/2022, Α.Π. 455/2022, Α.Π. 1169/2018). VIIΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 146/2023 καταδικαστικής απόφασής του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ότι προέκυψαν, από την εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων ειδικά αποδεικτικών μέσων (ανωμοτί κατάθεση της παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο,), κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά πιστή αντιγραφή, τα ακολούθως περιγραφόμενα πραγματικά περιστατικά: " Η κατηγορούμενη, στην ..., δια της από 18-07-2016 μηνύσεώς της ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καλαμάτας, η οποία έλαβε ΑΒΜ Γ2016/81 και δια των συμπληρωματικών αυτής μηνύσεών της, οι οποίες συσχετίστηκαν στην ως άνω δικογραφία με αρ. πρωτ. 2658/28-07-2016, 3114/30-08-2016, 3251/09-09-2016, 3481/28-09- 2016, 30-09-2016, 3569/06-10-2016, 4309/29-11-2016, 219/23-01-2017, 1160/07-04-2017, 4037/20-11-2017, 4038/20-11-2017, 106/11-01-2018, 22- 01-2018, 3242/26-09-2018, 3261/27-09-2018, 3536/18-10-2018, 249/22-01- 2019, 250/22-01-2019, 257/23-01-2019, καταμήνυσε την παρισταμένη προς υποστήριξη κατηγορίας Α. Π. για παράνομη εμπορία σκύλων, ξέπλυμα χρήματος, σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, βασανισμό ζώων, παράνομες χειρουργικές-κτηνιατρικές επεμβάσεις, και πως διατηρεί καλά στημένη επιχείρηση απατεώνων με σκοπό να αποσπούν χρήματα από ανυποψίαστους και πονόψυχους πολίτες, εκμεταλλευόμενη την ευαισθησία τους. Τα ανωτέρω καταγγελλόμενα από την κατηγορούμενη ήταν ψευδή ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε η κατηγορούμενη, είναι ότι η πολιτικώς ενάγουσα ουδέποτε προέβη στις εν λόγω αξιόποινες πράξεις. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι η Α. Π., η οποία το έτος 2016 ήταν μέλος και αντιπρόεδρος και από το έτος 2017 και μετά είναι πρόεδρος του σωματείου με την επωνυμία "..." (...) δια του σωματείου ασχολείται με τη δράση της αντιμετώπισης των αδέσποτων ζώων, δηλαδή, την περισυλλογή, καταμέτρηση, στείρωση, ιατρική περίθαλψη κλπ. σε άμεση συνεργασία με τους κατά τόπους Δήμους και Κοινότητες, στο πλαίσιο των επιταγών του ν. 4039/2012, στο άρθρο 9 του οποίου αναφέρεται ότι με τη μέριμνα των αδέσποτων επιφορτίζονται οι κατά τόπους Δήμοι, οι οποίοι δύνανται να συνεργάζονται με φιλοζωικές οργανώσεις κατά την εκτέλεση των σχετικών καθηκόντων τους. Πράγματι το ως άνω σωματείο έχει καταρτίσει κατά τη διαδρομή του χρόνου με διάφορους δήμους ιδιωτικά συμφωνητικά παροχής των ως άνω υπηρεσιών, η ανάθεση των οποίων (υπηρεσιών) γίνεται με διαφανείς διαδικασίες, και ανάρτηση στο Διαδίκτυο. Επίσης από την από ...-2018 κτηνιατρική έκθεση των κτηνιάτρων Μ. Κ. και Σ. Δ., οι οποίες διενήργησαν επιτόπιο έλεγχο σε αγρόκτημα στη περιοχή θέση ... του δήμου ..., το οποίο έχει παραχωρηθεί στον ... από τη 2η μάρτυρα, με υπεύθυνη την Α. Π., και στο οποίο φιλοξενούνται αδέσποτοι σκύλοι, προέκυψε ότι τα ζώα ήταν σε καλή κατάσταση και ότι τηρούνταν οι κανόνες ευζωίας.
Συνεπώς αποδεικνύεται ότι το περιεχόμενο των πιο πάνω μηνύσεών ήταν ψευδές και ότι η κατηγορούμενη, αν και τελούσε σε γνώση του ψεύδους αυτών, δεδομένου ότι ουδέποτε προσκόμισε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο πλην εκτυπώσεις αναρτήσεων από τον ιστότοπο ..., συνέχισε να υποβάλλει συμπληρωματικές μηνήσεις χωρίς κανένα στοιχείο, εμμένοντας στις καταγγελίες της κατά της Α. Π. με σκοπό να προκαλέσει την κίνηση ποινικής δίωξης σε βάρος της για τις καταγγελθείσες ως άνω αξιόποινες πράξεις. Σημειωτέον ότι οι σχετικές μηνύσεις και καταγγελίες έχουν τεθεί στο αρχείο κατ' άρθρο 43 ΚΠΔ με τις υπ' αριθμ. 52/2021 και 48/2021 Διατάξεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καλαμάτας, πλην όμως η κατηγορούμενη τόσο κατά την απολογία της στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο παρόν Δικαστήριο εμμένει σε αυτές (καταγγελίες). Επίσης αποδεικνύεται ότι στον ως άνω τόπο και χρόνους και συγκεκριμένα κατά την υποβολή των συμπληρωματικών μηνύσεων/καταγγελιών με αριθ. πρωτ. 3251/09-09- 2016, 4309/29-11-2016, 1160/07-04-2017, 22-01-2018, 249/22-01-2019, 250/22-01-2019, 257/23-01- 2019, οι οποίες συσχετίστηκαν στην δικογραφία με ΑΒΜ (2016/81) η κατηγορούμενη εξετάσθηκε ένορκα ως μάρτυρας ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Καλαμάτας και κατέθεσε τα προαναφερόμενα και δη ότι η παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας τέλεσε παράνομη εμπορία σκύλων, ξέπλυμα χρήματος, σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, βασανισμό ζώων, παράνομες χειρουργικές-κτηνιατρικές επεμβάσεις, και πως διατηρεί καλά στημένη επιχείρηση απατεώνων με σκοπό να αποσπούν χρήματα από ανυποψίαστους και πονόψυχους πολίτες, εκμεταλλευόμενη την ευαισθησία τους. Τα ως άνω καταγγελλόμενα όμως, όπως προεκτέθηκε, ήταν ψευδή, γεγονός που γνώριζε η κατηγορούμενη.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται". Το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην συνέχεια κήρυξε ένοχο την κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα και την καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης εικοσιτεσσάρων (24) μηνών με τριετή αναστολή του ότι : "Στην ..., με περισσότερες πράξεις οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, στις 18-07-2016, 28-07- 2016, 30-08-2016, 09-09-2016, 28-09-2016, 30-09-2016, 06- 10-2016, 29-11-2016, 23-01-2017, 07-04-2017, 20-11-2017, 11-01-2018, 22-01-2018, 26- 09-2018, 27-09-2018, 18-10-2018, 22-01-2019, 23-01-2019 εν γνώσει της καταμήνυσε άλλον ψευδώς και ανέφερε ενώπιον της Αρχής πως τέλεσε αξιόποινη πράξη και συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνους δια της από 18-07-2016 μηνύσεως της ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καλαμάτας, οποία έλαβε ΑΒΜ Γ2016/81 και δια των συμπληρωματικών αυτής μηνύσεών της, οι οποίες συσχετίστηκαν στην ως άνω δικογραφία υπ' αριθμ. πρωτ. 2658/28-07-2016, 3114/30-08-2016, 3251/09-09-2016, 3481/28-09-2016, 30-09-2016, 3569/06-10-2016, 4309/29-11-2016, 219/23-01-2017, 1160/07-04-2017, 4037/20-11-2017, 4038/20-11-2017, 106/11-01-2018, 22-01-2018,, 3242/26·-09-2018, 3261/27-09-2018, 3536/18-10-2018, 249/22-01-2019, 250/22-01-2019, 257/23-01-2019 καταμήνυσε την νυν εγκαλούσα Α. Π. του Χ. για παράνομη εμπορία σκύλων, ξέπλυμα χρήματος, σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, βασανισμό ζώων, παράνομες χειρουργικές-κτηνιατρικές επεμβάσεις, και πως διατηρεί "καλά στημένη επιχείρηση απατεώνων με σκοπό να αποσπούν χρήματα από ανυποψίαστους και πονόψυχους πολίτες, εκμεταλλευόμενη την ευαισθησία τους". Ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζε η κατηγορουμένη , είναι ότι οι ως άνω εγκαλούσα είναι πρόεδρος του σωματείου με την επωνυμία "..." το οποίο ασχολείται αποκλειστικά με τη δράση της αντιμετώπισης των αδέσποτων ζώων, δηλαδή, την περισυλλογή, καταμέτρηση, στείρωση, ιατρική περίθαλψη και λοιπά σε άμεση συνεργασία με τους κατά τόπους δήμους και κοινότητες, από τους οποίους λαμβάνει ρητή εντολή αποδοχής και παροχής υπηρεσιών. Οι δε ως άνω εντολές, γίνονται με διαφανείς διαδικασίες, και αναρτώνται στο διαδίκτυο. Το περιεχόμενο των πιο πάνω μηνύσεων ήταν ψευδές και η κατηγορούμενη τελούσε σε γνώση του ψεύδους αυτών, της υπέβαλε δε με σκοπό να προκαλέσει την κίνηση ποινικής δίωξης σε βάρος της εγκαλούσας, Α. Π. του Χ., για την καταγγελθείσες ως άνω αξιόποινες πράξεις. Β) Στην ..., με περισσότερες πράξεις οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, στις 09-09-2016, 9-11-2016, 07-04-2017, 22-01-2018 22-01-2019, 23-01-2019, ενώ εξετάζονταν ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας αρχής να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και συγκεκριμένα κατά την υποβολή των συμπληρωματικών μηνύσεων/καταγγελιών υπ' αριθμ. πρωτ., 3251/09-09-2016, 4309/29-11-2016, 1160/07-04-2017, 22-01-2018, 249/22-01-2019, 250/22-01- 2019, 257/23-01-2019, οι οποίες συσχετίστηκαν στην δικογραφία με ΑΒΜ Γ2016/81, εξετάσθηκε ένορκα ως μάρτυρας ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καλαμάτας και κατέθεσε τα πιο πάνω διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο Α πράξη, με τα οποία κατήγγειλε ότι η ως άνω εγκαλούσα τέλεσε παράνομη εμπορία σκύλων, ξέπλυμα χρήματος, σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, βασανισμό ζώων, παράνομες χειρουργικές κτηνιατρικές επεμβάσεις, και πως διατηρεί "καλά στημένη επιχείρηση απατεώνων με σκοπό να αποσπούν χρήματα από ανυποψίαστους και πονόψυχους, πολίτες, εκμεταλλευόμενη την ευαισθησία τους ", γνωρίζοντας ότι τα πιο πάνω κατατεθέντα ήταν ψευδή και ότι η εγκαλούσα δεν τέλεσε καμία αξιόποινη πράξη".

IX. Με αυτά που δέχθηκε το ανωτέρω δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, το σκεπτικό και το διατακτικό της οποίας αποτελούν ενιαίο σύνολο και αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπως η έννοιά της εκτέθηκε στην προηγηθείσα υπό στοιχείο V νομική σκέψη, αφού αναφέρονται σ' αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων (ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση, ψευδούς κατάθεσης κατ' εξακολούθηση), όπως η έννοιά τους εκτέθηκε στις προηγηθείσες υπό στοιχεία III και IV νομικές σκέψεις, για τις οποίες η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη κηρύχθηκε ένοχη και καταδικάστηκε, κατά τα προαναφερόμενα, τις αποδείξεις, από τις οποίες δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπάγονται αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26, 27, 51 ακόμα 53 , 57, 79, 94, 98, 229 ΠΚ , όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το νόμο 4619/2019 σε συνδυασμό με άρθρο 2 ΠΚ και άρθρο 224 ΠΚ , όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το νόμο 4619/2019. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται με σαφήνεια: ότι αναγνώστηκαν όλα τα αναγνωστέα έγγραφα που αναφέρονται στο ακροατήριο και στην πρωτόδικη απόφαση (σελ. 14-16 πρακτικών της αναιρεσιβαλλόμενης και σελ. 26-28 των πρακτικών της 280/2022 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας) , οι 41 αναρτήσεις σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης (... = ...) , αντίγραφο της από 19/10/2020 ένορκης εξέτασης της μάρτυρος Κ. Κ. ενώπιον του πταισματοδίκη Καλαμάτας και το από 04/05/2017 αντίγραφο έκθεσης χωρίς όρκο της Κ. Κ. στο ΑΤ ..., που προσκόμισε ο συνήγορος υπεράσπισης της κατηγορουμένης και χωρίς αοριστίες, ασάφειες ή λογικά κενά η προσβαλλόμενη ακόμα κατά το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, δέχεται με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ότι η ίδια με την από 18-07-2016 μήνυση της ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καλαμάτας, η οποία έλαβε ΑΒΜ Γ2016/81 και με τις συμπληρωματικές αυτής μηνύσεις της, οι οποίες συσχετίστηκαν στην ως άνω δικογραφία με αρ. πρωτ. 2658/28-07-2016, 3114/30-08-2016, 3251/09-09-2016, 3481/28-09- 2016, 30-09-2016, 3569/06-10-2016, 4309/29-11-2016, 219/23-01-2017, 1160/07-04-2017, 4037/20-11-2017, 4038/20-11-2017, 106/11-01-2018, 22- 01-2018, 3242/26-09-2018, 3261/27-09-2018, 3536/18-10-2018, 249/22-01- 2019, 250/22-01-2019, 257/23-01-2019, καταμήνυσε την παρισταμένη προς υποστήριξη κατηγορίας Α. Π. για παράνομη εμπορία σκύλων, ξέπλυμα χρήματος, σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, βασανισμό ζώων, παράνομες χειρουργικές-κτηνιατρικές επεμβάσεις, και πως διατηρεί καλά στημένη επιχείρηση απατεώνων με σκοπό να αποσπούν χρήματα από ανυποψίαστους και πονόψυχους πολίτες, εκμεταλλευόμενη την ευαισθησία τους. Ότι τα ανωτέρω καταγγελλόμενα από την κατηγορούμενη ήταν ψευδή ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε η κατηγορούμενη, είναι ότι η πολιτικώς ενάγουσα ουδέποτε προέβη στις εν λόγω αξιόποινες πράξεις.

¨Ότι η Α. Π., η οποία το έτος 2016 ήταν μέλος και αντιπρόεδρος και από το έτος 2017 και μετά είναι πρόεδρος του σωματείου με την επωνυμία "..." (...) δια του σωματείου ασχολείται με τη δράση της αντιμετώπισης των αδέσποτων ζώων, δηλαδή, την περισυλλογή, καταμέτρηση, στείρωση, ιατρική περίθαλψη κλπ. σε άμεση συνεργασία με τους κατά τόπους Δήμους και Κοινότητες, στο πλαίσιο των επιταγών του ν. 4039/2012, στο άρθρο 9 του οποίου αναφέρεται ότι με τη μέριμνα των αδέσποτων επιφορτίζονται οι κατά τόπους Δήμοι, οι οποίοι δύνανται να συνεργάζονται με φιλοζωικές οργανώσεις κατά την εκτέλεση των σχετικών καθηκόντων τους. Ότι το ως άνω σωματείο έχει καταρτίσει κατά τη διαδρομή του χρόνου με διάφορους δήμους ιδιωτικά συμφωνητικά παροχής των ως άνω υπηρεσιών, η ανάθεση των οποίων (υπηρεσιών) γίνεται με διαφανείς διαδικασίες, και ανάρτηση στο Διαδίκτυο. Ότι από την από ...-2018 κτηνιατρική έκθεση των κτηνιάτρων Μ. Κ. και Σ. Δ., οι οποίες διενήργησαν επιτόπιο έλεγχο σε αγρόκτημα στη περιοχή θέση ... του δήμου ..., το οποίο έχει παραχωρηθεί στον ... από τη 2η μάρτυρα, με υπεύθυνη την Α. Π., και στο οποίο φιλοξενούνται αδέσποτοι σκύλοι, προέκυψε ότι τα ζώα ήταν σε καλή κατάσταση και ότι τηρούνταν οι κανόνες ευζωίας. ¨Ότι το περιεχόμενο των πιο πάνω μηνύσεών ήταν ψευδές και ότι η κατηγορούμενη, αν και τελούσε σε γνώση του ψεύδους αυτών, δεδομένου ότι ουδέποτε προσκόμισε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο πλην εκτυπώσεις αναρτήσεων από τον ιστότοπο ..., συνέχισε να υποβάλλει συμπληρωματικές μηνήσεις χωρίς κανένα στοιχείο, εμμένοντας στις καταγγελίες της κατά της Α. Π. με σκοπό να προκαλέσει την κίνηση ποινικής δίωξης σε βάρος της για τις καταγγελθείσες ως άνω αξιόποινες πράξεις. Ότι οι σχετικές μηνύσεις και καταγγελίες έχουν τεθεί στο αρχείο κατ' άρθρο 43 ΚΠΔ με τις υπ' αριθμ. 52/2021 και 48/2021 Διατάξεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καλαμάτας, πλην όμως η κατηγορούμενη τόσο κατά την απολογία της στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο παρόν Δικαστήριο εμμένει σε αυτές (καταγγελίες). Ότι στον ως άνω τόπο και χρόνους και συγκεκριμένα κατά την υποβολή των συμπληρωματικών μηνύσεων/καταγγελιών με αριθ. πρωτ. 3251/09-09- 2016, 4309/29-11-2016, 1160/07-04-2017, 22-01-2018, 249/22-01-2019, 250/22-01-2019, 257/23-01- 2019, οι οποίες συσχετίστηκαν στην δικογραφία με ΑΒΜ (2016/81) η κατηγορούμενη εξετάσθηκε ένορκα ως μάρτυρας ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Καλαμάτας και κατέθεσε τα προαναφερόμενα και δη ότι η παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας τέλεσε παράνομη εμπορία σκύλων, ξέπλυμα χρήματος, σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, βασανισμό ζώων, παράνομες χειρουργικές-κτηνιατρικές επεμβάσεις, και πως διατηρεί καλά στημένη επιχείρηση απατεώνων με σκοπό να αποσπούν χρήματα από ανυποψίαστους και πονόψυχους πολίτες, εκμεταλλευόμενη την ευαισθησία τους, καθώς και ότι τα ως άνω καταγγελλόμενα , όπως προεκτέθηκε ήταν ψευδή , γεγονός που γνώριζε η κατηγορουμένη . X. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, με το πρώτο σκέλος της κρινόμενης αίτησης, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας με την επίκληση ότι, κατά την διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, δεν αναγνώστηκαν εξ ολοκλήρου οι μνημονευόμενες στην προσβαλλόμενη απόφασης σαράντα μία ( 41 ) αναρτήσεις σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που προσκόμισε η ίδια, παρέδωσε προς ανάγνωση και ζήτησε την ανάγνωσή τους, αλλά μέρος μόνον αυτών, ειδικότερα δε ότι δεν αναγνώσθηκαν και δεν λήφθηκαν υπόψη, για την περί της ενοχής της κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας, τα εξής έγγραφα : "α) γερμανική αγγελία πώλησης σκύλου με όνομα "..." που φέρει την ηλεκτρονική διεύθυνση ..., β)προώθηση του σκύλου ... από την σελίδα του ... "..." όπου γράφει "Η ... γεννήθηκε στη ......Πώς βρέθηκε στην ...", γ) γερμανική αγγελία πώλησης σκύλου με το όνομα "..." που φέρει την ηλεκτρονική διεύθυνση ..., δ) γερμανική αγγελία πώλησης σκύλου με το όνομα "..." που φέρει την ηλεκτρονική διεύθυνση ..., ε) γερμανική αγγελία πώλησης σκύλου με το όνομα "..." που φέρει την ηλεκτρονική διεύθυνση ..., στ) αγγελία προώθησης σκύλου με όνομα "..." από το ... από την ιστοσελίδα ..., ζ) γερμανική αγγελία πώλησης σκύλου με όνομα "..." που φέρει την ηλεκτρονική διεύθυνση ..., η) αγγελία προώθησης σκύλου με όνομα "..." από το ... από την ιστοσελίδα ..., θ) γερμανική αγγελία πώλησης σκύλου με το όνομα "..." που φέρει την ηλεκτρονική διεύθυνση ..., ι) γερμανική αγγελία πώλησης σκύλου με το όνομα "..." που φέρει την ηλεκτρονική διεύθυνση ..., ια) γερμανική αγγελία πώλησης σκύλου με το όνομα "..." που φέρει την ηλεκτρονική διεύθυνση ..., ιβ) αγγελίες προώθησης του σκύλου ... στο ... από 1) τη σελίδα "..." και 2) τη σελίδα ... ιγ) γερμανική αγγελία πώλησης σκύλου με το όνομα "..." που φέρει την ηλεκτρονική διεύθυνση ..., ιδ) γερμανική αγγελία πώλησης σκύλου με το όνομα "..." που φέρει την ηλεκτρονική διεύθυνση ..., ιε) γερμανική αγγελία πώλησης σκύλου με το όνομα "..." που φέρει την ηλεκτρονική διεύθυνση ..., ιστ) αγγελία προώθησης του σκύλου ... στο ... από τη σελίδα "...", ιζ)αγγελία προώθησης του σκύλου ... από την ιστοσελίδα "...", που φέρει την ηλεκτρονική διεύθυνση ..., ιη) εκτύπωση από ιστοσελίδα με ηλεκτρονική διεύθυνση ... με επισημείωση "Συμμετοχή Α. Π. στα ξένα σωματεία "..." ... και "..." ..., ιθ) εκτύπωση από ιστοσελίδα με ηλεκτρονική διεύθυνση ... με επισημείωση "... ...", κ) εκτύπωση από ιστοσελίδα με ηλεκτρονική διεύθυνση ..., κα) Πρακτικό Συνεδρίασης "9η Συνεδρίαση 5-μελούς επιτροπής διαχείρισής αδέσποτων ζώων .../2018" του Δήμου Καλαμάτας, κβ) Άρθρο (από ...-2015) από ηλεκτρονική εφημερίδα "..." με ηλεκτρονική διεύθυνση ...... κγ) στιγμιότυπα (φωτογραφίες) από οπτικοακουστικό υλικό αναρτημένο στην ιστοσελίδα ..., κδ) εκτύπωση από αποθήκευση της ιστοσελίδας ... (...) από την ιστοσελίδα ..., στην ηλεκτρονική διεύθυνση ... κε) εκτύπωση από την σελίδα ... με τίτλο "... ... ...", κστ) αποθήκευση της ιστοσελίδας "... στην ιστοσελίδα "..." στην ηλεκτρονική ... ... Αντίγραφο της από 19-10-2020 ένορκης εξέτασης της μάρτυρος Κ. Κ. ενώπιον της Πταισματοδίκη Καλαμάτας" και "Το από 04-05-2017 αντίγραφο έκθεσης εξέτασης χωρίς όρκο της Κ. Κ. στο Αστυνομικό Τμήμα ...", αντίστοιχα, τα οποία και προσκομίζω ως εξαχθέντα αντίγραφα της δικογραφίας, υπ' αριθμ. 36, 38-41 αν πρωτοβάθμιας δίκης, όπως αναγράφονται στην σελ.16 της υπ' αριθμ.146/2023 απόφασης, η οποία αναφέρει στη σελ.15 ότι αναγνώστηκαν στην δευτεροβάθμια δίκη. Το υπ' αριθμ.36 "Η με αριθμ.53/201 διάταξη του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας)", υπ' αριθμ.38: "Η από 18-12-2016 εκτύπωση από ιστοσελίδα", υπ' αριθμ. 39: "Η από 07-04-2017 εκτύπωση από ιστοσελίδα", υπ' αριθμ. 40: "Η από 27-04-2017 εκτύπωση από ιστοσελίδα" και υπ' αριθμ.41: "Η από 04-02-2017 εκτύπωση από ιστοσελίδα" είχαν προσκομιστεί από εμένα στην πρωτοβάθμια δίκη όπως αναφέρεται στη σελ. 28 υπ' αριθμ.280/14-2-2022 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας όπου τα εν λόγω αναγνωστέα (36 και 38-41) στον κατάλογο της σελ.16 της απόφασης υπ' αριθμ.146/2023 έχουν την αρίθμηση 1 και 36 αντίστοιχα. Το ανωτέρω, υπ' αριθμ.36 αναγνωστέο της σελ.16 της υπ' αριθμ.146/2023 απόφασης αποτελείται από το υπ' αριθμ.53/2017 καταστατικό του σωματείου "..." ενώ τα υπ' αριθμ.38-41 αναγνωστέα αποτελούνται από αγγελίες σε γερμανικές ιστοσελίδες για πώληση ή/και προώθηση σκύλων και δη, το υπ' αριθμ. 38 αναγνωστέο φέρει την ηλεκτρονική διεύθυνση ..., το υπ' αριθμ.39 αναγνωστέο φέρει την ηλεκτρονική διεύθυνση ..., το υπ' αριθμ.40 αναγνωστέο φέρει την ηλεκτρονική διεύθυνση ... ενώ το υπ' αριθμ.41 αναγνωστέο φέρει την ηλεκτρονική διεύθυνση ...,", με συνέπεια η εκδοθησομένη απόφαση να στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αιτίαση όμως που είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Τούτο δε διότι, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προκύπτει ότι, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου της ουσίας, η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, Δ. Ψ. του Γ., που παραστάθηκε δια συνηγόρου υπεράσπισης, προσκόμισε έγγραφα και δεν αναγνώσθηκαν εξ ολοκλήρου από το Δικαστήριο της ουσίας. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ότι αναγνώσθηκε μέρος μόνον του περιεχομένου των μνημονευόμενων ανωτέρω εγγράφων που η ίδια είχε προσκομίσει και ζήτησε την ανάγνωσή τους, καθώς και των λοιπών εγγράφων, δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως επίσης δεν προκύπτει από τα ίδια πρακτικά ότι αναγνώσθηκε μέρος μόνον των εγγράφων που προσκόμισε και ζήτησε την ανάγνωσή τους, ότι υπέβαλε αίτημα για την ανάγνωση όλου του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, ότι το αίτημα αυτό δεν έγινε δεκτό από την διευθύνουσα τη συζήτηση, καθώς και ότι ακολούθως έγινε προσφυγή, αμέσως, σε ολόκληρο το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε παρά τον νόμο η προσφυγή της ή το τελευταίο, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, παρέλειψε να αποφανθεί επί της προσφυγής της. Αντίθετα, από τα ανωτέρω πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός από τα έγγραφα που αναγράφονται κάτω από το κατηγορητήριο που επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη και στην εκκαλούμενη υπ' αρ. 280/2022 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας), και τα έγγραφα που προσκόμισε η υπεράσπιση της κατηγορίας ήτοι : η από 14 Ιουλίου 2021 έγκληση της κατηγορουμένης με 4 επισυναπτόμενα έγγραφα, φωτοτυπία της από 06/02/2018 καταγγελία της κατηγορούμενης προς το υπουργείο προστασίας του πολίτη- γραφείο τύπου με 2 επισυναπτόμενα έγγραφα, η με αριθμό πρωτοκόλλου 3848-03/11/2021 συμπληρωματική καταγγελία της κατηγορουμένης προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Καλαμάτας με δύο επισυναπτόμενα έγγραφα, η με αριθμό 25/2023 διάταξη του εισαγγελέα πρωτοδικών, η με αριθμό πρωτοκόλλου Ε 20/130 έγκληση/μήνυση της κατηγορουμένης, ή με αριθμό πρωτοκόλλου 708/15 -12/2022 αναφορά της κατηγορούμενης καθώς επίσης και τα έγγραφα που προσκόμισε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, συγκεκριμένα δε : 41 αναρτήσεις σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης (... και λοιπά), αντίγραφο της από 19/10/2020 ένορκης εξέτασης της μάρτυρος Κ. Κ. ενώπιον της πταισματοδίκη Καλαμάτας, το από 4/5/2017 αντίγραφο έκθεσης εξέτασης χωρίς όρκο της Κ. Κ. στο Αστυνομικό Τμήμα ..., χωρίς να προκύπτει ότι αναγνώσθηκε μέρος μόνον αυτών και όχι το σύνολο του περιεχομένου τους, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, καθόσον από τα ως άνω πρακτικά δεν αποδεικνύεται ο εν λόγω ισχυρισμός της, καθώς και ότι μετά την άρνηση της διευθύνουσας τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας προσέφυγε σε ολόκληρο το δικαστήριο και αυτό απέρριψε την προσφυγή της ή παρέλειψε να αποφανθεί επ' αυτής. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, εκτίμησε και αξιολόγησε, για την περί ενοχής της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης κρίση του, το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που τέθηκαν υπόψη του, χωρίς να εξαιρέσει κανένα από αυτά. Τέλος, οι περιλαμβανόμενες στους λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αιτιάσεις της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, κατά το μέρος που συνιστούν διαφορετική αξιολόγηση και εκτίμηση του περιεχομένου των αποδεικτικών στοιχείων και καταλήγουν σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστά ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσης του εν λόγω δικαστηρίου και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες (Α.Π. 442/2022). Οι προβαλλόμενες δε περαιτέρω αιτιάσεις, ότι οι συμπεριφορές και ενέργειες της αναιρεσείουσας - κατηγορούμενης, που γίνονται δεκτές στην απόφαση, δεν είναι τέτοιες, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν μεν, αλλά δεν λήφθηκαν υπόψη, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως νόμιμης βάσης ή της μη λήψης υπόψη εγγράφων που αναγνώστηκαν, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, με βάση τα προαναφερόμενα, σε συνδυασμό με όσα έχουν εκτεθεί στις προηγηθείσες υπό στοιχείο V και VΙ νομικές σκέψεις, η παραπάνω αιτίαση, με την οποία η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη επιχειρεί κατά το πρώτο σκέλος της αίτησης αναίρεσης να θεμελιώσει τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' του ΚΠΔ., λόγους αναίρεσης, αντιστοίχως για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας είναι αβάσιμη . Κατά δε τους υπό λατινικά στοιχεία ΙΙ και ΙΙΙ πρόσθετους λόγους αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του οποίου η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη επιχειρεί να θεμελιώσει τους από το άρθρο 510 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ αναιρετικούς λόγους αντιστοίχως, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 229 και 224 ΠΚ , είναι αβάσιμος, καθόσον το δικαστήριο κατά τις παραδοχές του δέχθηκε ότι η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα συνέχισε να υποβάλλει συμπληρωματικές μηνύσεις σε βάρος της Α. Π. , χωρίς κανένα στοιχείο, εμμένοντας στις καταγγελίες της με σκοπό να προκαλέσει την κίνηση της ποινικής δίωξης σε βάρος της για τις καταγγελθείσες ως άνω αξιόποινες πράξεις και ότι οι σχετικές μηνύσεις και καταγγελίες έχουν τεθεί στο αρχείο , κατ' άρθρο 43 ΚΠΔ , με τις υπ' αρ. 52/2021 και 48/2021 διατάξεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καλαμάτας. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, εκτίμησε και αξιολόγησε, για την περί ενοχής της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης κρίση του, το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που τέθηκαν υπόψη του, χωρίς να εξαιρέσει κανένα από αυτά. Τέλος, οι περιλαμβανόμενες στους λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αιτιάσεις της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, κατά το μέρος που συνιστούν διαφορετική αξιολόγηση και εκτίμηση του περιεχομένου των αποδεικτικών στοιχείων και καταλήγουν σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστούν ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσης του εν λόγω δικαστηρίου και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες (Α.Π. 442/2022). Οι προβαλλόμενες δε περαιτέρω αιτιάσεις, ότι οι συμπεριφορές και ενέργειες της αναιρεσείουσας - κατηγορούμενης, που γίνονται δεκτές στην απόφαση, δεν είναι τέτοιες, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν μεν, αλλά δεν λήφθηκαν υπόψη, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως νόμιμης βάσης ή της μη λήψης υπόψη εγγράφων που αναγνώστηκαν, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας.

XI. Περαιτέρω με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ισχυρίζεται, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος αυτού, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό περί εκπροθέσμου υποβολής εγκλήσεως και περί απολύτου ακυρότητας της έναρξης της ποινικής διαδικασίας σε βάρος της . Οι φερόμενοι αυτοτελείς αυτοί ισχυρισμοί δεν αναφέρεται ότι προβλήθηκαν εγγράφως και ότι αναπτύχθηκαν προφορικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία της πραγματικής και νομικής θεμελίωσης σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχεία VI νομική σκέψη ώστε να δυνηθεί να αξιολογηθεί και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγήσει στο ευνοϊκότερο για την κατηγορούμενη συμπέρασμα, με αποτέλεσμα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας να μην επέχει υποχρέωση απάντησης και μάλιστα αιτιολογημένης επί των ισχυρισμών αυτών. Περαιτέρω κατά το τρίτο σκέλος του πρώτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης , υπό το πρόσχημα της υποβολής αυτοτελών ισχυρισμών, η αναιρεσείουσα αρνείται την κατηγορία και αποκρούει στοιχεία της κατηγορίας με συνέπεια να μην αποτελούν "αυτοτελή ισχυρισμό" αλλά άρνηση της κατηγορίας που αντιμετωπίζεται με την αιτιολογία περί ενοχής τη απόφασης. Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 174 παρ. 1 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Θ' ΚΠΔ είναι αβάσιμος.

XII. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 3 Κ.Π.Δ., απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα, λόγο αναίρεσης, η οποία (απόλυτη ακυρότητα) λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παράνομη παράσταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει μόνον όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του υποστηρίζοντος την κατηγορία οι όροι της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης για την άσκηση του σχετικού δικαιώματος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63, 64 και 66 ΚΠΔ, καθώς και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία, που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο άσκησης της παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας, κατά το άρθρο 67 του ίδιου ως άνω κώδικα, ο οποίος εξικνείται μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου ποινικού δικαστηρίου. Το δικαίωμα για την παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας στο ποινικό δικαστήριο μπορεί να ασκηθεί από τους δικαιούμενους κατά τον αστικό κώδικα σε αποζημίωση ή αποκατάσταση από το έγκλημα ή σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, δηλαδή από τους αμέσως ζημιωθέντες από την αξιόποινη πράξη και ειδικότερα από τους φορείς του δικαιώματος ή του εννόμου αγαθού που έχει προσβληθεί, κατά τις προβλέψεις των διατάξεων των άρθρων 914 και 932 ΑΚ. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 65 παρ. 2 ΚΠΔ, η δήλωση παράστασης στο ακροατήριο θεωρείται ως συνέχεια της δήλωσης που έγινε στην προδικασία, το επιτρεπτό δε της παράστασης του υποστηρίζοντος την κατηγορία κρίνεται από το περιεχόμενο της απαίτησης που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την αξιόποινη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της σχετικής αξίωσης από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωση δε παράστασης πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό (ΑΠ 142/2023, ΑΠ 208/2021, ΑΠ 1013/2020, ΑΠ 810/2020, ΑΠ 514/2020, ΑΠ 788/2018, ΑΠ 674/2018, ΑΠ 1245/2016, ΑΠ 604/2009). Στην προκείμενη περίπτωση με το, υπό λατινικά στοιχεία (IV), τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη προβάλλει την υπό τα άρθρα 510 παρ. 1 εδ. Α' και 171 παρ. 3 ΚΠΔ αιτίαση της περί απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ένεκα μη νόμιμης παράστασης της υποστηρίζουσας την κατηγορία για το λόγο ότι αυτή "ουδέποτε κατηγόρησε την εγκαλούσα Α. Π. ότι συμμετείχε στην επιχείρηση παράνομης μαζικής στείρωσης διότι όπως φαίνεται στη σελίδα 2 της από 16/7/2016 καταγγελίας της γράφει ότι " από τα παραπάνω ονόματα συμμετείχαν ή παρακολουθούσαν τις παράνομες στειρώσεις οι Κ. Κ. η Α. Π. και Π. Δ. όπως φαίνεται από τις παρακάτω φωτογραφίες στη συλλογή (α) και άρα δεν την καταγγέλλει ότι συμμετείχε αλλά ότι είτε συμμετείχε είτε παρακολουθούσε, αυτές. Το να τις παρακολουθεί δεν είναι φυσικά παράνομο και σε κάθε περίπτωση δεν είναι επιτρεπτό το λογικό άλμα της απόφασης ότι όσοι συμμετείχαν στα παράνομα χειρουργεία οπωσδήποτε θα έπρεπε να έχουν διαπράξει και ξέπλυμα χρήματος κλπ". Σημειωτέων ότι από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο προκύπτει ότι η ανωτέρω είχε παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα και ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου προς υποστήριξη της κατηγορίας δικαιούμενη κατά τον αστικό κώδικα σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από τα αδικήματα της κατηγορουμένη . Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου της ουσίας, η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, Δ. Ψ. δια του συνηγόρου της υπέβαλε ένσταση περί αποβολής της πολιτικής αγωγής, ως μη νόμιμης, καθόσον τα επίδικα δημοσιεύματα αναφέρονται στον ... και όχι προσωπικά στην πρώτη μάρτυρα κατηγορίας. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αποβολής της πολιτικώς ενάγουσας (υποστηρίζουσας την κατηγορία), με το ακόλουθο σκεπτικό: "Από την επισκόπηση της από 18-07-2016 καταγγελίας - μηνύσεως της Κατηγορουμένης ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καλαμάτας, η οποία έλαβε ΑΒΜ Γ2016/81 αλλά και των συμπληρωματικών καταγγελιών μηνύσεων αυτής, οι οποίες συσχετίστηκαν (υπ' αριθμ. πρωτ. 2658/28-07- 2016, 3114/30-08-2016, 3251/09-09-2016, 3481/ 28-09-2016, 30-09-2016, 3569/06-10-2016, 4309/29-11-2016, 219/23-01-2017, 1160/07-04-2017, 4037/20-11-2017, 4038/20-11-2017, 106/11-01-2018, 22-01-2018, 3242/26 - 09-2018, 3261/27-09-2018 3536/18-10-2018 249/22-01-2019, 250/22-01- 2019, 257/23-01-2019) προκύπτει ότι η κατηγορούμενη μεταξύ άλλων Ελλήνων και αλλοδαπών υπηκόων καταμήνυσε προσωπικά και την παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας Α. Π., η οποία τότε ήταν μέλος του Δ.Σ. του ... (...) για τα αδικήματα της παράνομης εμπορίας σκύλων, ξέπλυμα χρήματος, σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, βασανισμό ζώων και παράνομες χειρουργικές κτηνιατρικές επεμβάσεις. Συγκεκριμένα από το περιεχόμενο των ως άνω καταγγελιών συνδυαστικά προκύπτει ότι η κατηγορούμενη αφενός κατονομάζει ρητά την Α. Π. ότι μαζί με άλλα πρόσωπα που δραστηριοποιούνται στον ... συμμετέχει σε επιχείρηση παράνομης μαζικής στείρωσης ζώων συντροφιάς σε κτήμα στη ..., στο οποίο κατοικεί η ίδια και φιλοξενούνται ζώα συντροφιάς και ότι η επιχείρηση αυτή σκοπό έχει την απόσπαση χρημάτων από ανυποψίαστους πολίτες, εκμεταλλευόμενη την ευαισθησία τους. Σε όσες δε καταγγελίες δεν αναφέρεται ονομαστικά στην Α. Π. από τα λοιπά παρεχόμενα στοιχεία είναι δυνατή η συγκεκριμενοποίηση αυτής ως μέλος του ... και ως το πρόσωπο που διαμένει στην έκταση η οποία έχει παραχωρηθεί στο ως άνω σωματείο από την 2η μάρτυρα και χρησιμοποιείται για τη φιλοξενία των αδέσποτων ζώων συντροφιάς.

Συνεπώς η Α. Π. νομιμοποιείται ενεργητικά να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγουσα για την υποστήριξη της κατηγορίας ως αμέσως ζημιωθείσα εξ αιτίας της αξιόποινης συμπεριφοράς της κατηγορούμενης, απορριπτομένου του αιτήματος αυτής για την αποβολή της παράστασης της πολιτικής αγωγής". Από το εν λόγω σκεπτικό προκύπτει ότι το Δικαστήριο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε την ένσταση που υπέβαλε η αναιρεσείουσα Ψ. Δ., διά του συνηγόρου της, για την αποβολή της υποστηρίζουσας την κατηγορία ως άνω παθούσης Α. Π., δεχόμενο ότι νομιμοποιείται ενεργητικά προς υποβολή αιτήματος παράστασης πολιτικής αγωγής καθόσον είτε κατονομάζεται ρητά από την εγκαλούμενη στα αναφερόμενα στην αιτιολογία έγγραφα - μηνυτήριες καταγγελίες είτε προσδιορίζεται κατά συγκεκριμένο τρόπο και εξατομικεύεται ως μέλος του ... και ως το πρόσωπο που διαμένει στην έκταση η οποία έχει παραχωρηθεί στο ως άνω σωματείο από την 2η μάρτυρα και χρησιμοποιείται για τη φιλοξενία των αδέσποτων ζώων συντροφιάς. Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την ενεργητική νομιμοποίηση της Α. Π. ως παθούσα από την φερόμενη παράνομη εγκληματική συμπεριφορά της κατηγορουμένης που συνίσταται στην ψευδή καταμήνυση κατ' εξακολούθηση και την ψευδή κατάθεση κατ' εξακολούθηση ώστε αυτή να παρίσταται παραδεκτώς προς υποστήριξη της κατηγορίας ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων". Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, συνέτρεχαν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ενεργητική νομιμοποίηση της ως άνω παρασταθείσας προς υποστήριξη της κατηγορίας και ορθά το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τη σχετική ένσταση για την αποβολή της από τη διαδικασία.

Συνεπώς ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό με αυτό του 171 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα, τέταρτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, λόγω μη νόμιμης παραστάσεως της πολιτικής αγωγής είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ενώ οι ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί εσφαλμένης εκτίμησης εγγράφων, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και απαραδέκτως προβάλλονται.

Συνεπώς ,εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αρ. 1/2024 έκθεσης αναίρεσης αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, Δ. Ψ. του Γ. και της Ε., κατοίκου ... (...), καθώς και τους από 26-2-2024 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της υπ' αρ. 1461-3/6/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας, η οποία (αίτηση) ασκήθηκε με δήλωση στην Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Καλαμάτας Ι. Δ.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, Δ. Ψ. του Γ. και της Ειρήνης, κάτοικο ... (...), στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται στο χρηματικό ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250,00 €).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Αυγούστου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή