ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1052/2024 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1052/2024 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1052/2024 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1052 / 2024    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1052/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Κοντακτσή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Χ.-Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Μεταξά, ο οποίος διορίστηκε αυτεπαγγέλτως με την υπ' αριθμ. 2452/2022 απόφαση του Ε' Τριμ. Εφ...ίου Κακουργημάτων Αθηνών, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1161/2023 απόφασης του Ε'Τριμελούς Εφ...ίου Κακουργημάτων Αθηνών.

Το Ε'Τριμελές Εφ...ίο Κακουργημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιανουαρίου 2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 08.01.2024, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 159/2024 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 66/2024.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον διορισθέντα αυτεπαγγέλτως με απόφαση δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 8-1-2024 αίτηση του Δ. Χ.-Π. του Γ., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της με αριθμό 1161/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφ...ίου Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και κήρυξε αυτόν ένοχο για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας ληστείας κατά συναυτουργία (άρθρ.42 και 380 Π.Κ.) και ύστερα από αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του πρότερου σύννομου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη του άρθρου 84 παρ.2 α' και ε' του Π.Κ., τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα, για λογαριασμό του κατηγορουμένου με την από 8-1-2024 δήλωση-αίτηση του συνηγόρου του Σπυρίδωνα Μεταξά, ως παραστάντος συνηγόρου υπεράσπισής του στη συζήτηση της υπόθεσης στο ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η οποία (δήλωση) επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 8-1-2024 (με αριθ. γενικού πρωτ. της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου 159/8-1-2024), εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη, στις 19-12-2023, στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο, κατά τη σχετική επ'αυτής υπηρεσιακή βεβαίωση, και παραδεκτά αφού ασκήθηκε από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον, και κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο (άρθρα 462 παρ.1, 464, 466 παρ.2 εδ.α', 473 παρ.2, 3, 474 παρ.2Α, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 περ.α' του Κ.Ποιν.Δ.). Η κρινόμενη αίτηση είναι επί πλέον παραδεκτή, αφού περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α', Δ' και Ε' του ΚΠΔ (της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω έλλειψης ακρόασης, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης). Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της. Κατά το άρθρο 380 παρ.1 του ΠΚ "όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον αναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη και ήδη μετά την από 1-7-2019 ισχύ του νέου ΠΚ με κάθειρξη και χρηματική ποινή.". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της ληστείας, με το οποίο προσβάλλεται η προσωπική ελευθερία, συγχρόνως δε και η ιδιοκτησία, απαιτείται η άσκηση παράνομης βίας κατά προσώπου ή η εκδήλωση απειλών ενωμένων με άμεσο κίνδυνο κατά του σώματος ή της ζωής και ταυτόχρονη αφαίρεση κινητού πράγματος ολικώς ή μερικώς ξένου ή, εναλλακτικώς, ο εξαναγκασμός προς παράδοση του πράγματος με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση. Είναι έγκλημα σύνθετο, αποτελούμενο από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής και της παράνομης βίας, η οποία, ως μέσον, άγει στην ικανοποίηση του σκοπού. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα η πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρ. 83 ΠΚ)". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως είναι εκείνη, με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια, που τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής που αμέσως οδηγεί στην πράξη, αν από οποιοδήποτε λόγο δεν ανακοπεί. Μετά την ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα, η διατύπωση της ως άνω διάταξης του άρθρ. 42 παρ. 1 ΠΚ, άλλαξε ως εξής: "1. Όποιος, έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα, αρχίζει να εκτελεί την, περιγραφόμενη στο νόμο, αξιόποινη πράξη, τιμωρείται, αν το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε, με μειωμένη ποινή (άρθρο 83)". Η αλλαγή της διατύπωσης στην παρ. 1 του άρθρου 42 από "επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης" με τη φράση "αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στο νόμο αξιόποινη πράξη", στοχεύει, όπως αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση του ΝΠΚ, στον σαφέστερο προσδιορισμό του περιεχομένου της αρχής εκτέλεσης του εγκλήματος ώστε να είναι πλέον σαφές ότι το έγκλημα μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται σε απόπειρα μόνο όταν έχει πραγματωθεί ένα τμήμα της αντικειμενικής του υπόστασης. Επομένως, μεταξύ της προγενέστερης διατύπωσης και της ήδη ισχύουσας, δεν υπάρχει ουσιώδης μεταβολή από την διαφορετική περιγραφή του ίδιου ουσιαστικά πράγματος, δηλαδή της αρχής εκτέλεσης στην απόπειρα, που είναι η πράξη με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής, υπόστασης του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια, που τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη τμήμα αυτής που αμέσως οδηγεί στην πράξη αν δεν ανακοπεί (Α.Π.31/2022, Α.Π.666/2021, Α.Π. 1288/2020). Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 1 του προισχύσαντος Π.Κ. "όποιος επιχείρησε να εκτελέσει πλημμέλημα με μέσο ή κατά αντικειμένου τέτοιας φύσης ώστε να αποβαίνει απολύτως αδύνατη η τέλεση του εγκλήματος αυτού, τιμωρείται με την ποινή του άρθρου 83 μειωμένη στο μισό". Με την διάταξη αυτή, ως απρόσφορη απόπειρα νοείται η απόλυτα απρόσφορη απόπειρα. Τούτο, διότι στον Ποινικό Κώδικα η σχετικά απρόσφορη απόπειρα τιμωρείται κατά το άρθρο 42, όπως η πρόσφορη, δηλαδή το μισοτελειωμένο έγκλημα. Σχετικά απρόσφορη είναι η απόπειρα όταν το μέσο που χρησιμοποιήθηκε ή η ενέργεια που έγινε, είναι μεν καθεαυτά πρόσφορα για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι ικανά να επιφέρουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, είτε λόγω αδεξιότητας της ενέργειας, είτε λόγω απολύτως τυχαίων περιστάσεων. Αν όμως το μέσο που χρησιμοποιήθηκε ή το αντικείμενο κατά του οποίου στρέφεται για την τέλεση της πράξης είναι τέτοιας φύσεως ώστε να αποβαίνει απολύτως αδύνατη η τέλεση αυτής, υπάρχει, κατά το άρθρο 43 παρ. 1 του Π.Κ., απόλυτα απρόσφορη απόπειρα και ο δράστης τιμωρείται με την ελαττωμένη ποινή της απόπειρας, μειωμένη στο ήμισυ. Η διαφορά δηλαδή της πρόσφορης από την απρόσφορη απόπειρα έγκειτο στο ότι στην πρώτη η παράσταση των γεγονότων "εν νω του δράστη" ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, ενώ τούτο δεν συνέβαινε στην απρόσφορη απόπειρα και επιπλέον στην απρόσφορη απόπειρα η πράξη επιχειρείτο με μέσα ή κατ' αντικειμένου τέτοιας φύσης, ώστε η τέλεσή της να αποβαίνει αδύνατη. Η διάταξη του άρθρου 43 Π.Π.Κ., που αφορούσε στην απρόσφορη απόπειρα, καταργήθηκε με το αντίστοιχο άρθρο του ισχύοντος από 1-7-2019 Ν.Π.Κ. (ν.4619/2019), επαναφέρθηκε δε στη συνέχεια με το ν.4855/2021 με ισχύ από 12-11-2021, ορίζοντας ότι "όποιος επιχείρησε να εκτελέσει έγκλημα με μέσο ή κατά αντικειμένου τέτοιας φύσης ώστε να αποβαίνει απολύτως αδύνατη η τέλεση του εγκλήματος αυτού, τιμωρείται με την ποινή του άρθρου 83 μειωμένη στο μισό". Ο δράστης μιας απρόσφορης απόπειρας τιµωρείτο, επειδή πίστευε ότι τελεί έγκληµα, ενώ στην πραγµατικότητα δεν δηµιουργούσε κίνδυνο για κανένα έννοµο αγαθό. Η επιβολή ποινής για την πράξη αυτή συνηρτάτο εποµένως αποκλειστικά µε τον δόλο και για τον λόγο αυτό αντέκειτο στις βασικές αρχές του νομοθέτη του νέου Π.Κ. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι η πράξη παρέμεινε στο στάδιο της απόπειρας ή της απρόσφορης απόπειρας δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικός της κατηγορίας. Το ζήτημα, αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά από το δικαστήριο της ουσίας αποτελούν απόπειρα, είναι νομικό και υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο η υπαγωγή (Α.Π.1846/2019). Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 42 παρ.1 και 380 παρ.1 του ΠΚ, προκύπτει ότι το έγκλημα της ληστείας, βρίσκεται σε απόπειρα, όταν εκείνος που το αποφάσισε, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς του, τέτοια δε θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία, σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεώς της, οδηγεί στην πραγμάτωση της αντικειμενικής του υποστάσεως, δηλαδή την αφαίρεση του κινητού ή την παράδοσή του στον δράστη. Το έγκλημα θεωρείται τ...λεσμένο ευθύς ως εκείνος που αφαίρεσε το ξένο πράγμα από την κατοχή του άλλου, θέσει αυτό ολοκληρωτικά στη δική του φυσική εξουσία, έστω και για ελάχιστο χρόνο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, που εκφράζει την έννοια της συναυτουργίας, "Αν δύο η περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Ανάλογου περιεχομένου είναι και η αντίστοιχη διάταξη του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή, ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος, η σύμπραξη δε στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες ή επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται εξειδίκευση των ενεργειών καθενός συναυτουργού. Ειδικότερα, απαιτείται καθένας από τους συναυτουργούς να θέλει ή να γνωρίζει και να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας παράλληλα, ότι και οι λοιποί συναυτουργοί πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος. Επίσης, απαιτείται καθένας από τους συναυτουργούς να συμπράττει, ταυτόχρονα ή διαδοχικά, στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, υλοποιώντας, αυτοπροσώπως και αμέσως, είτε ολόκληρη την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος είτε επί μέρους πράξεις, συγκλίνουσες στην πραγμάτωση αυτού, ενώ, για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 Π.Κ., αρκεί να αναφέρονται σ` αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχτηκε, ότι ο δράστης συμμ...ίχε στην τέλεση του εγκλήματος, ως συναυτουργός (Α.Π. 696/2023, Α.Π. 78/2023, Α.Π. 1471/2022, Α.Π.1130/2022, Α.Π.94/2020, Α.Π. 199/2020). Αρκεί δηλαδή για την καταδικαστική απόφαση να αναφέρεται ότι οι δράστες της αξιόποινης πράξης ενήργησαν με κοινό δόλο, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και να εξειδικεύονται οι επί μέρους υλικές ενέργειες του καθενός από αυτούς, για την από κοινού πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και δεν δημιουργείται έλλειψη νόμιμης βάσης από τη μη εξειδίκευση αυτή (Α.Π.81/2023, Α.Π. 1416/2020, Α.Π. 375/2019). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί αυτά να αναφέρονται κατ' είδος γενικώς και να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ' επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 §1 και 178 ΚΠΔ. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 1693/2022, Α.Π. 1506/2022, ΑΠ 41/2020). Η κατά τα άνω απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα, λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν, στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ακόμη δεν περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ και 133 Π.Κ., αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά τα άρθρα 83 και 85 του ίδιου Κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης, ερευνά και αυτεπαγγέλτως, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης (Α.Π.1391/2022, Α.Π.635/2022, Α.Π. 31/2021, Α.Π.675/ 2000). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 ΚΠΔ "Ως λόγοι για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθούν μόνο: Α) η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171), Β) η σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, καθώς και η κατά το άρθρο 172 παρ. 2 έλλειψη ακρόασης,..." Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 171 παρ.1 περ.δ' και 2, "Απόλυτη ακυρότητα υπάρχει: 1. Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α)..., β)..., γ)..., δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από τον νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε. 2. Αν ο κατηγορούμενος ζήτησε να ασκήσει δικαίωμα που του παρέχεται από τον νόμο και το δικαστήριο του το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για την σχετική αίτηση". Η παραδοχή ή μη τέτοιου αιτήματος του κατηγορουμένου απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει όμως η από το άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ΚΠΔ για έλλειψη ακρόασης, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και επί πλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής τούτου από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή τους σε ολόκληρο το δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο υπό τούτου της προσφυγής ή παράλειψη του δικαστηρίου να αποφανθεί (ΑΠ 1661/2022, ΑΠ 455/2022). Τέλος από τις διατάζεις των άρθρων 140 εδ.γ και 141 παρ. 3 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρίζονται σ' αυτά. Η αποδεικτική ισχύς των πρακτικών αναφέρεται όχι μόνο στη συνδρομή των περιστατικών και διατυπώσεων που βεβαιώνονται αλλά και στη μη συνδρομή των περιστατικών και διατυπώσεων, τα οποία δεν βεβαιώνονται, όπως η μη προβολή αυτοτελών ισχυρισμών. Κατά του περιεχομένου των πρακτικών που αποτελεί πλήρη απόδειξη δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη παρά μόνον προσβολή αυτών ως πλαστών (Α.Π.1391/2022) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας (Τριμελές Εφ...ίο Κακουργημάτων Αθηνών) που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από αξιολόγηση και συνεκτίμηση των ειδικώς αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος του σκεπτικού της, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας στο ακροατήριο, που περιέχεται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, την απολογία του κατηγορουμένου και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά και γενικά από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης (και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής απόδειξης), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στον ..., επί της ... στο ... Πανεπιστήμιο την ...-2017 και περί ώρα ..., ο κατηγορούμενος από κοινού με έτερο δράστη τα στοιχεία του οποίου δεν έχουν καταστεί γνωστά, (έχοντες καλυμμένα τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους με κουκούλες full face) ακινητοποίησαν με την απειλή όπλων (ο κατηγορούμενος με ένα πιστόλι με την ένδειξη ... που κατασχέθηκε) τον συνοδό χρηματοαπαστολής της εταιρείας ... Β. Π., ο οποίος εκείνη την στιγμή πραγματοποιούσε ανεφοδιασμό του ΑΤΜ της ... το οποίο βρίσκεται στον χώρο διοίκησης του Πανεπιστημίου απευθύνοντας προς αυτόν την φράση "δώστα όλα και αυτά και άλλα". Στην συνέχεια αφαίρεσαν μια κασετίνα, χρώματος μαύρου, με τις ενδείξεις μεταξύ άλλων 20 ευρώ και ..., που φέρει αυτοκόλλητο χαρτάκι που αναγράφει μεταξύ άλλων "..." και φέρει πλαστική ασφάλεια, μη παραβιασμένη, αναγράφει μεταξύ άλλων "... ...", η οποία είχε μόλις εξαχθεί για το ΑΤΜ προς αντικατάσταση, δεν περιείχε ωστόσο χρήματα, προκειμένου να την ιδιοποιηθούν παράνομα. Εξήλθαν δε του κτιρίου και προσπάθησαν να διαφύγουν επιβιβαζόμενοι στην με αριθμό ... δίκυκλη μοτοσικλέτα μάρκας ... την οποία είχαν σταθμεύσει έξωθεν του κτιρίου, η προσπάθειά του όμως δεν ολοκληρώθηκε γιατί συνελήφθη από Αστυνομικούς της Άμεσης δράσης και στην συνέχεια προσήχθη στην Διεύθυνση Ασφάλειας Αττικής/Υ.Δ.Ε.Ζ.Ι/Τμήμα Εγκλημάτων κατά Ιδιοκτησίας. Με βάση τα εν λόγω προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται σε βάρος του κατηγορουμένου η νομοτυπική μορφή της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξεως της απόπειρας ληστείας... και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος σύμφωνα με το διατακτικό να αναγνωριστεί ωστόσο, ότι στο πρόσωπό του συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2ε' του ΠΚ, όπως αναγνωρίστηκε και πρωτοδίκως (άρθρο 470 ΚΠοινΔ). Επίσης από την εκτίμηση των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, σε συνδυασμό με το ότι το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου που επισκοπήθηκε μόνον από τα μέλη της συνθέσεως του Δικαστηρίου, είναι λευκό, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, ο τελευταίος, δηλαδή κατηγορούμενος, πριν την τέλεση της ως άνω πράξεώς του, ... έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Πρέπει συνεπώς να αναγνωρισθεί ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορούμενου και η ελαφρυντική περίσταση του πρότερου έντιμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α' του Π.Κ.).". Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της απόπειρας ληστείας κατά συναυτουργία, αναγνωρίζοντας συνδρομή στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2α' και ε' Π.Κ., με το ακόλουθο διατακτικό:

"Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο με την αναγνώριση στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2, εδάφ.α' και ε', του Π.Κ, για το ότι: Στον κάτωθι τόπο και χρόνο από κοινού, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, με έτερο πρόσωπο αφού είχαν αποφασίσει, να εκτελέσουν το κακούργημα της ληστείας, επιχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, το κακούργημα όμως δεν ολοκληρώθηκε και ειδικότερα: Στον ..., επί της ... στο ... Πανεπιστήμιο την ...- 2017 και περί ώρα ..., από κοινού με έτερο δράστη τα στοιχεία του οποίου δεν έχουν καταστεί γνωστά από την μέχρι τώρα ανάκριση, ακινητοποίησαν με την απειλή όπλων τον συνοδό χρηματαποστολής της εταιρείας ... Β. Π. ο οποίος εκείνη την στιγμή πραγματοποιούσε ανεφοδιασμό του ΑΤΜ της ... το οποίο βρίσκεται στον χώρο διοίκησης του Πανεπιστημίου απευθύνοντας προς αυτόν, εις εξ αυτών, την φράση "δώστα όλα". Στην συνέχεια αφαίρεσαν μια κασετίνα, χρώματος μαύρου, με τις ενδείξεις μεταξύ άλλων 20 ευρώ και ..., που φέρει αυτοκόλλητο χαρτάκι που αναγράφει μεταξύ άλλων "..." και φέρει πλαστική ασφάλεια, μη παραβιασμένη, αναγράφει μεταξύ άλλων "......", η οποία είχε μόλις εξαχθεί για το ΑΤΜ προς αντικατάσταση, δεν περιείχε ωστόσο χρήματα, προκειμένου να την ιδιοποιηθούν παράνομα, ακολούθως, δε εξήλθαν του κτιρίου και προσπάθησαν να διαφύγουν επιβιβαζόμενοι στην με αριθμό ... δίκυκλη μοτοσικλέτα μάρκας ... την οποία είχαν σταθμεύσει έξωθεν του κτιρίου, η προσπάθεια του όμως δεν ολοκληρώθηκε γιατί συνελήφθη.". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος ληστείας σε απόπειρα κατά συναυτουργία, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί και οι σκέψεις, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α', 27 παρ.1, 42 παρ.1, 45 και 380 παρ.1 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, καθόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας στην προσβαλλομένη απόφασή του διέλαβε με την προσήκουσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όλα τα αναγκαία στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απόπειρας ληστείας κατά συναυτουργία για την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα διέλαβε τις παραδοχές ότι στις ...-2017 και περί ώρα ..., στον ... Αττικής στο ... Πανεπιστήμιο ο αναιρεσείων από κοινού με έτερο δράστη αγνώστων στοιχείων, κατόπιν μεταξύ τους συναπόφασης να εκτελέσουν από κοινού ληστεία σε βάρος της χρηματαποστολής που πραγματοποιούσε ανεφοδιασμό του ΑΤΜ της ... που βρισκόταν εντός του ... Πανεπιστημίου για να αφαιρέσουν την "κασετίνα" για να την ιδιοποιηθούν με το περιεχόμενό της παράνομα, ακινητοποίησαν με την χρήση του όπλου, που έφερε στα χέρια του ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, με απειλή κατά της ζωής τον συνοδό της χρηματαποστολής Β. Π. κατά τη στιγμή που αυτός ανεφοδίαζε το ως άνω ΑΤΜ, και μόλις αφαίρεσαν την "κασετίνα" η οποία έφερε πλαστική ασφάλεια και είχε εξαχθεί για το Α.Τ.Μ., προκειμένου να την ιδιοποιηθούν παράνομα με το περιεχόμενό της, η οποία ωστόσο ήταν κενή και δεν είχε χρήματα, ο αναιρεσείων συνελήφθη με την κασετίνα, και έτσι δεν ολοκληρώθηκε η πράξη της ληστείας από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από τη θέλησή τους. Ακόμη, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα (ένορκη κατάθεση εξετασθέντος μάρτυρα κατηγορίας, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία του κατηγορουμένου, καθώς και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, στα οποία περιέχονται και τα σε αυτά αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα), τα οποία ρητώς μνημονεύει κατά το είδος τους στο σκεπτικό του, χωρίς να απαιτείται να κάνει μνεία του κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και το τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, καθώς και η αξιολογική συσχέτιση ή ο προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου. Από τις ανωτέρω παραδοχές της απόφασης, προκύπτει με σαφήνεια και πληρότητα η συναυτουργική δράση του αναιρεσείοντος στην ένδικη απόπειρα ληστείας, καθώς και ο δόλος του για την τέλεση της πράξεως αυτής και ο σκοπός τέλεσής της, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευση των υλικών ενεργειών του αναιρεσείοντος για την από κοινού με τον έτερο δράστη πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του ανωτέρω εγκλήματος, δεδομένου ότι προέκυψε η σύμπραξή του σ'αυτή, με τις παραδοχές ότι ο αναιρεσείων με την χρήση του όπλου που έφερε ο ίδιος, ακινητοποίησε μαζί με τον συναυτουργό του, με απειλή κατά της ζωής του τον συνοδό της χρηματαποστολής Β. Π. τη στιγμή που εφοδίαζε το ΑΤΜ και απευθύνοντας σ'αυτόν, εις εξ αυτών, επιτακτικά τη φράση "δώστα", αφαίρεσε την "κασετίνα" που μόλις είχε εξαχθεί για το ΑΤΜ και έφερε πλαστική ασφάλεια, προκειμένου να την ιδιοποιηθούν με το περιεχόμενό της παράνομα. Επίσης, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται εναργές και σαφές, ότι στην τελεσθείσα αξιόποινη πράξη απόπειρας ληστείας ο αναιρεσείων προέβη σε ενέργειες, που αποτελούσαν αρχή τέλεσης του εν λόγω εγκλήματος και αφετηρία πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης αυτού, θα οδηγείτο δε αναμφισβήτητα στην τελείωσή του, αν δεν ανακοπτόταν και δεν αποτύγχανε εν τέλει ο επιδιωκόμενος από αυτόν εγκληματικός σκοπός από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θέλησής του. Ειδικότερα, κατά τις σαφείς πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο αναιρεσείων με την ενέργεια αυτού να ακινητοποιήσει με την χρήση όπλου τον συνοδό της χρηματαποστολής με απειλή κατά της ζωής του και να αφαιρέσει την "κασετίνα", πραγμάτωσε τις μερικότερες πράξεις της αντικειμενικής υπόστασης του σύνθετου εγκλήματος της ληστείας, και η ενέργειά του αυτή, οδηγούσε, ως άμεσο αποτέλεσμα, στην πραγμάτωση του εν λόγω εγκλήματος, αν δεν αποτύγχανε εν τέλει ο επιδιωκόμενος από αυτόν εγκληματικός σκοπός από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θέλησής του (και του συμμετόχου του), και συγκεκριμένα γιατί ο αναιρεσείων συνελήφθη μόλις αφαίρεσε την κασετίνα, πριν την θέσει ολοκληρωτικά στη δική του εξουσία έστω και για ελάχιστο χρόνο και επίσης από το τυχαίο και συμπτωματικό γεγονός ότι αυτή δεν είχε "περιεχόμενο", δεν περιείχε δηλαδή χρήματα κατ'εκείνη τη χρονική στιγμή. Ακόμη, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης συνηγορούν, ότι εν προκειμένω υφίστατο πρόσφορη και όχι (απολύτως) απρόσφορη απόπειρα, δεδομένου, ότι η κατά το σχέδιο παράσταση των γεγονότων "στο νου του αναιρεσείοντος" ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, κάτι που δεν συμβαίνει στην απρόσφορη απόπειρα και επιπλέον η πράξη δεν επιχειρήθηκε με μέσα ή κατ' αντικειμένου τέτοιας φύσης, ώστε να αποβαίνει αδύνατη η τέλεσή του και οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί απολύτως απρόσφορης απόπειρας λόγω αντικειμένου είναι αβάσιμες. Το καθ'ού η ενέργεια του αναιρεσείοντος (και του συμμετόχου του) αντικείμενο- "η κασετίνα"- ήταν αναμφίβολα πρόσφορο και επιδεκτικό της τελέσεως του εγκλήματος της ληστείας, αλλά από τυχαίο περιστατικό και από σύμπτωση δεν είχε περιείχε κατ'εκείνη τη στιγμή η ως άνω θήκη τα χρήματα και συνεπώς υφίσταται πρόσφορη απόπειρα κατά την έννοια του άρθρου 42 παρ.1 Π.Κ. Επομένως, η αιτίαση του αναιρεσείοντος που προβάλλεται με το πρώτο σκέλος του μοναδικού αναιρετικού λόγου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, ότι η ένδικη απόπειρα ληστείας υπήρξε απολύτως απρόσφορη, οπότε δεν είναι πλέον αξιόποινη μετά την κατάργησή της με το άρθρο 43 ν.Π.Κ.(ν.4619 και 4637/2019), είναι αβάσιμη. Συνακόλουθα το δικάσαν δικαστήριο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες της έλλειψης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 42 παρ.1, 45 και 380 παρ.1 του ΠΚ, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ' και Ε' του ΚΠΔ και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με το πρώτο και δεύτερο σκέλη, του μοναδικού λόγου αναίρεσης είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: α) για αναιτιολόγητη απόρριψη του "αυτοτελούς ισχυρισμού", που πρόβαλε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, περί μεταβολής της κατηγορίας από πρόσφορη απόπειρα, σε απολύτως απρόσφορη απόπειρα, ληστείας, και β) για έλλειψη ακρόασης, με την επίκληση ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν αποφάνθηκε επί του ως άνω ισχυρισμού του, είναι επίσης αβάσιμες. Τούτο διότι, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν έχουν διορθωθεί, ούτε έχουν προσβληθεί για πλαστότητα και επομένως αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά (άρθρ.141 παρ.3 Κ.Π.Δ.), προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τέτοιος ισχυρισμός-αίτημα από τον αναιρεσείοντα ή τον συνήγορό του, ώστε να υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει. Επιπροσθέτως, ο εν λόγω ισχυρισμός περί μεταβολής της κατηγορίας σε απολύτως απρόσφορη απόπειρα ληστείας, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη, δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, στον οποίο το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως την απορριπτική κρίση του, η αιτιολογία δε της απόρριψής, ως ουσιαστικά αβάσιμου, εμπεριέχεται στην προαναφερθείσα κύρια επί της ενοχής αιτιολογία της απόφασης, με την οποία καταφάσκεται η από μέρους του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου τέλεση του εγκλήματος της (πρόσφορης) απόπειρας ληστείας, κατά την έννοια του άρθρου 42 παρ.1 ισχύοντος Π.Κ. Επομένως, το δικάσαν δικαστήριο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες της έλλειψης στην απόφασή του ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και της έλλειψης ακρόασης, που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α', σε συνδυασμό με εκείνην του άρθρου 171 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο με τον μοναδικό λόγο της κατά κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο επίσης σκέλος του, με τον οποίο επιχειρεί να θεμελιώσει τους από το άρθρο 510 περ. Α' και Δ' του Κ.Ποιν.Δ. αναιρετικούς λόγους της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω έλλειψης ακρόασή του, καθώς και της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αβάσιμα. Συνακόλουθα, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα (κατ'ορθή εκτίμηση) της διαδικασίας, λόγω παραβίασης του υπερασπιστικού δικαιώματος ακροάσεως του αναιρεσείοντος (μη απάντηση στο αίτημά του), κατ'άρθρο 171 παρ.1 δ' ΚΠΔ, καθώς και κατά το πρώτο, επίσης, καθώς και το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 510 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, κατά το μέρος που με αυτούς πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ελλιπή αιτιολογία ως προς την θεμελίωση της ενοχής του και ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 42 παρ.1, 45 και 380 παρ.1 του ΠΚ, λόγω ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης αυτών, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά οι εμπεριεχόμενοι στον μοναδικό αναιρετικό λόγο ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, περί του ότι από τα στοιχεία της υπόθεσης δεν προκύπτει η εκ μέρους του τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης, καθώς και οι συναφείς διάσπαρτες αιτιάσεις περί την εκτίμηση των αποδείξεων, που συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού της πορίσματος, καθόσον αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, απαραδέκτως προβάλλονται, δοθέντος ότι, με την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών αιτιάσεων, πλήττεται, ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ.δ' του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η συνδρομή της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, προκαλείται και όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Επίσης από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 30 παρ.1,138 παρ.2 και 3, 171 παρ.1 εδ. β' και 367 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει υποχρεωτικά τον λόγο στον Εισαγγελέα, προκειμένου αυτός να αναπτύξει τις απόψεις του και να προτείνει για την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου και την επιβλητέα ποινή, για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς και τα αιτήματα που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο και γενικά για κάθε απόφαση ή διάταξη του Δικαστηρίου κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Διαφορετικά, αν δεν υπάρξει προηγούμενη Εισαγγελική πρόταση, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171παρ 1 δ' ΚΠΔ, και στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ. Εξάλλου η επιβαλλόμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης αναφέρεται, τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθ...ί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, ενώ όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε ισχυρισμό που δεν είναι αυτοτελής ή είναι αυτοτελής, αλλά δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, κατά την οικεία διάταξη, για τη θεμελίωσή του, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγήσουν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα, ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλο λόγο ή δεν είναι νόμιμος. Περαιτέρω κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 84 ΠΚ το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το άρθρο αυτό ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωτικό να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Οι ελαφρυντικές περιστάσεις αποτελούν στοιχεία της επιμέτρησης της ποινής και όχι του εγκλήματος. Η αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, μεταξύ των οποίων και η εκ του άρθρου 133 Π.Κ., συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, εφόσον όμως προβάλλεται με επίκληση των πραγματικών περιστατικών που τον θεμελιώνουν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν. Τότε μόνο το δικαστήριο υποχρεούται να απαντήσει αιτιολογημένα. Εάν όμως οι ελαφρυντικές περιστάσεις των ως άνω άρθρων προβάλλονται κατά τρόπο γενικό και αόριστο, το δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να αιτιολογήσει την τυχόν απόρριψή τους (Α.Π.635/2022, Α.Π.1391/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το τρίτο σκέλος του μοναδικού λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δεν αναγνώρισε σ'αυτόν την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 133 Π.Κ., απορρίπτοντας τον σχετικό ισχυρισμό του, η παραδοχή του οποίου οδηγεί σε επιβολή μειωμένης ποινής, με συνέπεια να υποπέσει στις πλημμέλειες του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' ΚΠοινΔ περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας λόγω έλλειψης ακρόασης και προσβολής των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων και έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης, τα οποία δεν έχουν διορθωθεί, ούτε έχουν προσβληθεί για πλαστότητα και επομένως αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά (άρθρ.141 παρ.3 Κ.Π.Δ.), προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε αίτημα από τον αναιρεσείοντα, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αναγνωριστεί σ'αυτόν από το Δικαστήριο η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 133 Π.Κ., παρά μόνο μετά την απαγγελία της απόφασης ως προς την ενοχή του, ζήτησε την επιβολή του ελαχίστου ορίου της ποινής. Κατόπιν τούτου, αφού τέτοιο αίτημα δεν υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει οποιαδήποτε αιτιολογία, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση του δεν καταφάνθηκαν θετικές περί τούτου προϋποθέσεις, όπως ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 84 και 133 του ΠΚ. Το δικαστήριο της ουσίας την τυχόν συνδρομή των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης, ερευνά μεν και αυτεπαγγέλτως, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Στα πλαίσια δε της τυχόν αυτεπάγγελτης αυτής έρευνας από το δικαστήριο της ουσίας, ο Εισαγγελέας μαζί με την πρότασή του περί ενοχής υποβάλει και πρόταση για χορήγηση ή μη ελαφρυντικών στον κατηγορούμενο. Τέτοια δε πρόταση, και όχι αίτημα χορήγησης ελαφρυντικών στον κατηγορούμενο, συνυπέβαλε και ο Εισαγγελέας του δικάσαντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, μαζί με την περί ενοχής πρότασή του, για την περίπτωση τυχόν αυτεπάγγελτης έρευνας τούτου από το δικάσαν δικαστήριο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Κατά συνέπεια, και ο ερευνώμενος μοναδικός λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' του ΚΠοινΔ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω μη τήρησης των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και έλλειψης ακρόασης καθώς και για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 133 Π.Κ. είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 του Κ.Ποιν.Δ., όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν.5090/2024), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-1-2024 αίτηση του Δ. Χ.-Π. του Γ., κατοίκου ... (...), για αναίρεση της με αριθμό 1161/2023 καταδικαστικής απόφασης του Ε' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Αυγούστου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή