Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1056 / 2024    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1056/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Βάρκα, Αλεξάνδρα Αποστολάκη-Εισηγήτρια, Ελευθέριο Σισμανίδη και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου A. P. του Z., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κ.Κ. ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαφαζάνο, για αναίρεση της 4778/2022 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Ι. Σ. του Π., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κευγά.
Το Ζ' Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 25-9-2023 αίτησή του αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον της Προϊσταμένης της διεύθυνσης του Σωφρονιστικού Κ.Κ. ..., Ι. Α., έλαβε αριθμό 96/2023 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 941/2023.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα, και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 25-09-2023 και με αριθμ. πρωτ. 96/2023 αίτηση του P. A. του Z. και της D., κατοίκου ... επί της οδού ... και ήδη κρατούμενου στις φυλακές ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4778/2022 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο για τις αξιόποινες πράξεις της ληστείας κατά συναυτουργία και της απόπειρας διακεκριμένης κλοπής κατά συναυτουργία, η αξία των αντικειμένων της οποίας υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και ε' του ΠΚ σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως από τον ίδιο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, με δήλωσή του στις 25-09-2023, ημέρα Δευτέρα, στην Προϊσταμένη της Διεύθυνσης του Σωφρονιστικού Καταστήματος ..., όπου κρατείται, εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας του άρθρου 473 παρ. 2 και 3 του ΚΠΔ, δεδομένου ότι η ως άνω απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη, στις 04-09-2023 στο, κατ' άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο (άρθρα 462, 464, 466 παρ.1 εδ.α', 473 παρ.2, 3, 474 παρ.1, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 περ. α' του ΚΠΔ). Είναι δε παραδεκτή, καθόσον περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α' και Ε' του ΚΠΔ (απόλυτη ακυρότητα και εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης) και πρέπει να ερευνηθεί για το βάσιμο των λόγων της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 ΠΚ, υπό την ισχύ του από την 1-7-2019 (Ν. 4619/2019, Φ.Ε.Κ. 95/11-6-2019), όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 374 παρ. 1 περ. γ' ΠΚ, όπως ίσχυε διαχρονικά ως προς τη διακεκριμένη μορφή της, από το χρόνο τέλεσης της κρινόμενης πράξης μέχρι σήμερα, η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή, αν η συνολική αξία των αφαιρεθέντων αντικειμένων υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές, δια των οποίων προστατεύεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται η υπό του δράστη, με θετική ενέργεια, αφαίρεση από τη φυσική κατοχή άλλου, ξένου, ολικά ή εν μέρει, κινητού πράγματος, μη ανήκοντος κατά κυριότητα σ' αυτόν, αυτογνωμόνως και χωρίς την συναίνεση του έχοντος δικαίωμα ιδιοκτήμονος επ' αυτού, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της επί του κινητού πράγματος υφισταμένης ξένης κατοχής και τη θεμελίωση νέας επ' αυτού κατοχής από το δράστη ή τρίτο προς το σκοπό της παράνομης ιδιοποίησής του (ΑΠ 23/2020). Η αξία του αντικειμένου της κλοπής αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασής της, εφόσον χαρακτηρίστηκε ως κλοπή με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ή διακεκριμένη κλοπή αντικειμένων αξίας άνω των 120.000 ευρώ (ΑΠ 1084/2022). Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθ. 83 ΠΚ)". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πράξη που περιέχει αρχή εκτέλεσης είναι εκείνη, με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια, που τελεί σε τέτοια συνάφεια και τέτοιο οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής που αμέσως οδηγεί στην πράξη, αν από οποιοδήποτε λόγο δεν ανακοπεί (ΑΠ 1582/2013). Μετά την ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα η διατύπωση της ως άνω διάταξης του άρθ. 42 παρ. 1 ΠΚ, άλλαξε ως εξής: "1. Όποιος, έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα, αρχίζει να εκτελεί την, περιγραφόμενη στον νόμο, αξιόποινη πράξη, τιμωρείται, αν το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε, με μειωμένη ποινή (άρθρο 83)". H αλλαγή της διατύπωσης στην παρ. 1 του άρθρου 42 από "επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης" με τη φράση "αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στον νόμο αξιόποινη πράξη", φαίνεται να δημιουργεί κάποια ζητήματα, ιδίως με την κρατούσα στη νομολογία έννοια του πρώτου στοιχείου της απόπειρας (αρχή εκτέλεσης), αλλά, όπως αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση, "προσδιορίζεται ειδικότερα με μεγαλύτερη σαφήνεια το περιεχόμενο της αρχής εκτέλεσης του εγκλήματος, ώστε να είναι πλέον σαφές ότι το έγκλημα μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται σε απόπειρα μόνο όταν έχει πραγματωθεί ένα τμήμα της αντικειμενικής του υπόστασης. Με τον τρόπο αυτό η ποινή της απόπειρας συναρτάται με την πράξη που έχει τελεστεί και όχι με τον δόλο του υπαιτίου." Η πραγμάτωση των όρων της αντικειμενικής υπόστασης, ιδιαίτερα είναι νοητή στις περιπτώσεις που στον νόμο περιγράφεται αναλυτικά ο τρόπος τέλεσης της πράξης ή της παράλειψης, όπως λ.χ. συμβαίνει στα εγκλήματα της κλοπής ή της απάτης. Στις περιπτώσεις αυτές αλλά και στις περιπτώσεις που ο ακριβής τρόπος τέλεσης δεν περιγράφεται στον νόμο, όπως λ.χ. συμβαίνει στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας ή της σωματικής βλάβης, ο δράστης αρχίζει να εκτελεί την, περιγραφόμενη στον νόμο, πράξη όταν έχει εξαπολύσει κατά του εννόμου αγαθού την αναγκαία ενέργεια η οποία, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι ικανή να επιφέρει την αξιόποινη βλάβη, αν δεν ανακοπεί από άλλη πράξη του ιδίου ή τρίτου ή από επιγενόμενο τυχαίο γεγονός (ΑΠ 383/2023, ΑΠ 635/2022, ΑΠ 666/2021, ΑΠ 1288/2020). Άλλωστε, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 1219/2022, ΑΠ 212/2022, ΑΠ 208/2022, ΑΠ 732/2021). Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, όπως προκύπτει, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 4778/2022 απόφασής του, κατά πιστή αντιγραφή, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που περιέχονται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, τα πρακτικά της εκκαλουμένης και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρίσθηκαν στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, την έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης (αναφορικά με το όπλο και πυρομαχικά) που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και καταχωρίσθηκε στα ίδια πρακτικά, και γενικά από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 νΚΠΔ αρχή της ηθικής απόδειξης, αποδείχθηκε ότι: Ο πολιτικώς ενάγων δραστηριοποιείται επιχειρηματικά με το χονδρικό και λιανικό εμπόριο κομπολογιών και για το λόγο αυτό διατηρεί κατάστημα στο ισόγειο της πολυώροφης οικοδομής επί της οδού ... στο κέντρο της ... Στην ίδια οικοδομή και συγκεκριμένα στον πρώτο όροφο διατηρεί ο ίδιος και αποθήκη-εργαστήριο, στην οποία η πρόσβαση γίνεται από την κοινή είσοδο και το κοινό κλιμακοστάσιο της οικοδομής. Το ισόγειο κατάστημα έχει πατάρι, η πρόσβαση στο οποίο γίνεται μόνο μέσω του καταστήματος με πτυσσόμενη σκάλα. Στο πατάρι ο πολιτικώς ενάγων είχε τοποθετήσει χρηματοκιβώτιο, εντός του οποίου φύλασσε το θέρος του 2013 φυσικό κεχριμπάρι (που παρόλο που δεν είναι ορυκτό, συγκαταλέγεται στους ημιπολύτιμους λίθους), εμπορικής αξίας 400.000 ευρώ περίπου, καθώς και το χρηματικό ποσό των 100.000 ευρώ περίπου σε μετρητά. Ο πολιτικώς ενάγων διατηρούσε πολύχρονη (από το 2000) στενή φιλική και επαγγελματική σχέση με τον δεύτερο των κατηγορουμένων (Π. Ι.), ο οποίος επίσης δραστηριοποιείται επιχειρηματικά με το εμπόριο κομπολογιών, διατηρεί δε προς τούτο καταστήματα με την επωνυμία "..." όχι μόνο στην Αττική, αλλά και σε άλλα μέρη της Ελλάδος, προμηθευτής του δε, ήταν και ο πολιτικώς ενάγων. Λόγω δε της στενής φιλικής τους σχέσης, της επαγγελματικής συνεργασίας και της σχεδόν καθημερινής τους επικοινωνίας, είχε αναπτυχθεί σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους και έτσι o δεύτερος κατηγορούμενος γνώριζε την θέση και το περιεχόμενο του χρηματοκιβωτίου του πολιτικώς ενάγοντος (οι άλλοι που το γνώριζαν ήταν η σύζυγος και ο υπάλληλος του πολιτικώς ενάγοντος), επιπλέον δε ένεκα της επιχειρηματικής του δραστηριότητας ήταν από τους ελάχιστους εν Ελλάδι που γνώριζαν την πραγματική αξία του φυλασσόμενου από τον πολιτικώς ενάγοντα κεχριμπαριού και τον τρόπο να το εμπορευθεί. Παράλληλα, ο δεύτερος κατηγορούμενος δραστηριοποιείτο το 2013 και με την παρασκευή οίνου και κατασκεύαζε προς τούτο οινοποιείο στην ... Ο πρώτος κατηγορούμενος, ελαιοχρωματιστής στο επάγγελμα, υπήκοος ..., διαμένων και δραστηριοποιούμενος στην περιοχή του ..., γνωριζόταν επί μακρόν με τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος του ανέθετε την εκτέλεση εργασιών της ειδικότητάς του στα καταστήματά του και στο οινοποιείο. Οι συναντήσεις του δευτέρου κατηγορουμένου με τον πολιτικώς ενάγοντα ήταν σχεδόν καθημερινές, στη διάρκεια των οποίων ο τελευταίος του απεκάλυπτε τα επιχειρηματικά του σχέδια, το πρόγραμμα των διακοπών του, οικογενειακά του ζητήματα κλπ. Τον Ιούλιο του 2013, κατά τη διάρκεια μίας τέτοιας συνάντησης, ο δεύτερος κατηγορούμενος ενημερώθηκε από τον πολιτικώς ενάγοντα ότι τον Αύγουστο προτίθετο να κλείσει το κατάστημά του, διότι θα πήγαινε για θερινές οικογενειακές διακοπές στην ... Ο δεύτερος κατηγορούμενος έπεισε τον πολιτικώς ενάγοντα ότι το κλείσιμο του καταστήματος δεν ήταν καλή επιχειρηματική κίνηση, καθώς μόλις είχε μετακομίσει στο ανωτέρω κατάστημα και έπρεπε να το λειτουργήσει δια του υπαλλήλου του (Φ. Λ.). Πράγματι ο πολιτικώς ενάγων αναχώρησε στις αρχές Αυγούστου του έτους 2013 για διακοπές στην ..., χωρίς να κλείσει το κατάστημά του και ανέθεσε προσωρινά την διεύθυνση και λειτουργία του στον υπάλληλό του Φ. Λ. Στις ...-2013 επισκέφθηκαν το ανωτέρω κατάστημα ο πρώτος κατηγορούμενος, έχοντας αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του του, ώστε να μην αναγνωρίζεται, φορώντας περούκα με γκρίζα μαλλιά, άσπρο καπέλο (ψαθάκι), γυαλιά, άσπρο σακάκι και ταξιδιωτική τσάντα ώμου, μαζί με ένα -άλλο άγνωστο άτομο- που είχε δεμένο το δεξί του χέρι με γάζα-επίδεσμο (βλ. σχετικές φωτογραφίες ληφθείσες από την κάμερα κλειστού κυκλώματος του καταστήματος), παρουσίασε δε τον εαυτό του ως έμπορο ειδών δώρων με κατάστημα στη ... και ζήτησε να δει τα εμπορεύματα για να προμηθευθεί για τις ανάγκες του καταστήματος του κομπολόγια. Μάλιστα ο Φ. Λ. τους οδήγησε και στο χώρο του εργαστηρίου-αποθήκης στον πρώτο όροφο για να δουν και άλλα κομπολόγια πέραν αυτών που εκτίθονταν στο κατάστημα. Αναχώρησαν έχοντας αγοράσει μερικά κομπολόγια μικρής αξίας και υποσχέθηκαν ότι θα ξαναπεράσουν για να αγοράσουν μεγαλύτερες ποσότητες. Στις ...-2013 και περί ώρα ... ο πρώτος κατηγορούμενος, έχοντας επίσης αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, επισκέφθηκε, συνοδευόμενος από τον ίδιο άγνωστο άνδρα, το κατάστημα του πολιτικώς ενάγοντος και ζήτησαν από τον υπάλληλο Φ. Λ. να τους οδηγήσει στην αποθήκη του πρώτου ορόφου για να επιλέξουν κομπολόγια. Ο υπάλληλος κλείδωσε το κατάστημα και οδήγησε τους υποψήφιους αγοραστές στην αποθήκη του πρώτου ορόφου. Όταν, όμως, εισήλθαν και οι τρεις εντός αυτής, ο πρώτος κατηγορούμενος και o άγνωστος άνδρας επιτέθηκαν εναντίον του υπαλλήλου, τον κτύπησαν και τον ακινητοποίησαν με τα χέρια τους, του έκλεισαν το στόμα και ο πρώτος κατηγορούμενος με την απειλή μαχαιριού, που κρατούσε, απαίτησε από αυτόν να μην καλέσει σε βοήθεια. Στην συνέχεια ο πρώτος κατηγορούμενος και ο άγνωστος άνδρας έριξαν τον υπάλληλο -που σημειωτέον είναι μεγάλης ηλικίας και με επιβαρυμένη υγεία- στο δάπεδο, του έδεσαν με δύο πλαστικούς σφιγκτήρες τα χέρια και δύο τα πόδια και χρησιμοποιώντας τις ζώνες του ίδιου του υπαλλήλου, αλλά και του άγνωστου άνδρα, δέσμευσαν τα χέρια και τα πόδια του πίσω από την πλάτη του, ο άγνωστος δε άνδρας αφαίρεσε τον επίδεσμο-γάζα που ήταν τυλιγμένος στο χέρι του και τον τοποθέτησε στην στοματική κοιλότητα και πέριξ του κρανίου του υπαλλήλου, ώστε να μην μπορεί να καλέσει σε βοήθεια και επιπλέον έτσι του περιόρισαν την αναπνευστική ικανότητα. Ακολούθως, οι δράστες, αφού αφαίρεσαν από τον υπάλληλο παράνομα το κινητό του τηλέφωνο, τα κλειδιά του καταστήματος και το χρηματικό ποσό των 10 Ευρώ, άλλαξαν τα ρούχα τους και συγκεκριμένα φόρεσαν φόρμες εργασίας, τις οποίες εξήγαγαν από το σακίδιο που είχαν μαζί τους και κατέβηκαν από τον πρώτο όροφο στο ισόγειο κατάστημα. Εκεί ο ένας από αυτούς προσποιήθηκε ότι πραγματοποιούσε εργασίες επισκευής στα μάρμαρα του καταστήματος, ενώ ο άλλος άνοιξε το κατάστημα με τα κλειδιά που είχε προηγουμένως αφαιρέσει δια της βίας από τον υπάλληλο. Πλην όμως, το περιστατικό της κακοποίησης και ακινητοποίησης του υπαλλήλου και τις κινήσεις των δραστών κατέγραψε το κλειστό κύκλωμα βιντεοσκόπησης της αποθήκης -εργαστηρίου, ο δε πολιτικώς ενάγων, που βρισκόταν στην ... για διακοπές, ανοίγοντας τυχαία τον προσωπικό του υπολογιστή, παρακολούθησε, μέσω του διαδικτύου, την εξέλιξη των γεγονότων, που κατέγραφε η συσκευή λήψης εικόνων (κάμερα) και αναστατωμένος τηλεφώνησε στο 100 και στο ΑΤ Ακροπόλεως, αλλά και σε γείτονες εμπόρους της περιοχής του καταστήματος. Ένας από αυτούς έσπευσε στο κατάστημα και ρώτησε τους δράστες για ποιο λόγο βρίσκονταν εκεί, πού είναι ο υπάλληλος (Φ. Λ.), αλλά οι δράστες, αδυνατώντας να δώσουν πειστικές απαντήσεις, τράπηκαν σε φυγή, ενώ σε λίγο κατέφθασαν στο κατάστημα και αστυνομικοί. Παράλληλα ο υπάλληλος, τον οποίο είχαν ακινητοποιήσει οι δράστες κατά τα εκτεθέντα, κατάφερε να λυθεί και κάλεσε σε βοήθεια από το μπαλκόνι της αποθήκης του πρώτου ορόφου. Μετά την πάροδο περίπου είκοσι λεπτών μετέβη στο κατάστημα και ο δεύτερος κατηγορούμενος, χωρίς να έχει ειδοποιηθεί από τον πολιτικώς ενάγοντα ή από τον υπάλληλο ή από κάποιον γείτονα, ο οποίος (δεύτερος κατηγορούμενος) τηλεφώνησε στον πολιτικώς ενάγοντα για να τον ρωτήσει σχετικά με το συμβάν και να τον καθησυχάσει. Όπως προκύπτει από την από 23.5.2014 έκθεση ανάλυσης επικοινωνιών του Τμήματος Διώξεως Εκβιαστών της Δ.Α.Α./Υ.Δ.Ε.Ζ.Ι., στην οποία γίνεται επεξεργασία των στοιχείων που χορηγήθηκαν από εταιρίες κινητής τηλεφωνίας, κατόπιν άρσης του απορρήτου των τηλεφωνικών επικοινωνιών, δυνάμει των 4778/2013, 4845/2013 και 5238/2013 βουλευμάτων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, στις ...-2013 οι ... και ... τηλεφωνικές συνδέσεις που ήταν ενεργοποιημένες στο όνομα του πρώτου κατηγορουμένου πραγματοποίησαν αμφίδρομες επικοινωνίες με την ... τηλεφωνική σύνδεση που ανήκε στον δεύτερο κατηγορούμενο και μάλιστα σε χρόνους εγγύτατους με αυτόν της περιγραφόμενης ανωτέρω ληστείας. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι στο ισόγειο της ως άνω πολυκατοικίας επί της οδού ..., υπάρχει αποθήκη- κατάστημα, εμβαδού 6 τμ. περίπου, ιδιοκτησίας Ε. συζύγου Κ. Χ., η οποία διαχωρίζεται με μεσοτοιχία από το κατάστημα και το πατάρι του καταστήματος του πολιτικώς ενάγοντος. Την αποθήκη αυτή, η οποία παρέμενε κενή πολλά χρόνια, η ιδιοκτήτρια ενδιαφερόταν να την εκμισθώσει και είχε δημοσιεύσει αγγελίες για τον σκοπό αυτό. Κατά το χρονικό διάστημα από 20.8.2013 έως 10.9.2013, άνδρας με στοιχεία, κατά δήλωσή του, Γ. Δ., επιχειρηματίας, επικοινώνησε με το κινητό του τηλέφωνο επανειλημμένως (10 φορές) με τον διαχειριστή της πολυκατοικίας Ν. Β. και δύο φορές (στις 4.9.2013 και 10.9.2013) με τον σύζυγο της ως άνω ιδιοκτήτριας της αποθήκης Κ. Χ., ενδιαφερόμενος να μισθώσει την αποθήκη αυτή. Ο Κ. Χ., ενεργώντας για λογαριασμό της ως άνω συζύγου του, συμφώνησε στην μίσθωση της αποθήκης από τον φερόμενο ως Γ. Δ., αντιπρόσωπος δε του τελευταίου κατέβαλε μετά από λίγες ημέρες, στον Κ. Χ. το ποσό των 240 ευρώ, ήτοι την εγγύηση και το μίσθωμα του πρώτου μήνα της μίσθωσης, σε συνάντησή τους που έλαβε χώρα στον σταθμό του Μετρό της ..., παρέλαβε δε από αυτόν τα κλειδιά της εισόδου του μισθίου. Σημειωτέον, επίσης, ότι ο φερόμενος ως Γ. Δ. ζήτησε από τον Κ. Χ., στις τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχαν μεταξύ τους, και έλαβε από αυτόν την άδεια να προβεί σε κάποιες εργασίες στο μίσθιο, αναγκαίες για την εξυπηρέτηση της χρήσης για την οποία δήθεν το προόριζε. Όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα από 23.5.2014 έκθεση ανάλυσης επικοινωνιών του Τμήματος Διώξεως Εκβιαστών της Δ.Α.Α./Υ.Δ.Ε.Ζ.Ι., το πρόσωπο που εμφανίσθηκε ως Γ. Δ. στις, κατά τα ανωτέρω, τηλεφωνικές επικοινωνίες του με τους Ν. Β. (διαχειριστή της πολυκατοικίας) και Κ. Χ., σύζυγο της ιδιοκτήτριας της ισόγειας αποθήκης Ε. Χ., ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος, κάτοχος της συσκευής τηλεφώνου κινητής τηλεφωνίας με ΙΜΕΙ (αριθμό ταυτότητας συσκευής) ..., ο οποίος προέβη στις τηλεφωνικές αυτές επικοινωνίες μέσω της ... τηλεφωνικής σύνδεσης (που είχε ενεργοποιηθεί με στοιχεία M. K., υπηκόου ...). Λίγες ημέρες μετά την μίσθωση της αποθήκης από τον φερόμενο ως Γ. Δ., αλλά στην πραγματικότητα από τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο Φ. Λ. (ο υπάλληλος του πολιτικώς ενάγοντος) παρατήρησε ότι το μεταλλικό ρολό της ισόγειας αποθήκης ήταν σηκωμένο σε ύψος ενός μέτρου περίπου, οι δε υαλοπίνακες ήσαν καλυμμένοι με μαύρο νάιλον από σακούλες σκουπιδιών, ώστε να μην είναι ορατό το εσωτερικό της. Ο Φ. Λ. ειδοποίησε τον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος μέσω του παραθύρου του φωταγωγού, που δεν ήταν καλυμμένο, παρατήρησε ότι εντός της αποθήκης γίνονταν εργασίες καθαιρέσεως τμήματος της μεσοτοιχίας που διαχώριζε την αποθήκη της Χ. από το κατάστημα του πολιτικώς ενάγοντα. Ο τελευταίος επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Κ. Χ., που βρισκόταν στο εξωτερικό, τον ενημέρωσε για τα ανωτέρω και ο τελευταίος τον εξουσιοδότησε να αλλάξει τις κλειδαριές της αποθήκης, ενώ προσπάθειες του Κ. Χ. στη συνέχεια να επικοινωνήσει με τον φερόμενο ως μισθωτή Γ. Δ. απέβησαν άκαρπες, καθώς ο δεύτερος κατηγορούμενος (που εμφανιζόταν ως Γ. Δ.) είχε απενεργοποιήσει την ... τηλεφωνική σύνδεση. Ο πολιτικώς ενάγων αφαίρεσε από τους υαλοπίνακες τα νάιλον και έλαβε στην κατοχή του ένα σάκο που βρισκόταν στην αποθήκη με εργαλεία κατάλληλα για την καθαίρεση της μεσοτοιχίας, δηλ. βαριοπούλα, σφυρί, καλέμι, λοστό, τα οποία, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, ανήκαν στον πρώτο κατηγορούμενο, ενώ διαπίστωσε ότι στο ύψος της μεσοτοιχίας -που από την πλευρά του καταστήματός του βρισκόταν το χρηματοκιβώτιο- είχε σχεδόν διανοιχθεί τρύπα διαστάσεων περίπου 50 εκ X 60 εκ με την απόξεση του επιχρίσματος (σοβά) και ήταν ζήτημα λίγης ώρας για να αφαιρεθούν και τα τούβλα (βλ. σχετική φωτογραφία). Οι ανωτέρω ενέργειες (διάνοιξη τρύπας με διαρρηκτικά εργαλεία από όμορο κατάστημα, κοινώς ριφιφί) δεν συνιστούν προπαρασκευαστικές της κλοπής πράξεις, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι, αλλά απόπειρα κλοπής και μάλιστα διακεκριμένης, αφού κατέτειναν αποκλειστικά και μόνο στην αφαίρεση του χρηματοκιβωτίου με το περιεχόμενό του, αξίας άνω των 120.000 ευρώ, που βρισκόταν ακριβώς πίσω από την υπό διάνοιξη τρύπα (...), η δε κλοπή δεν ολοκληρώθηκε επειδή εντοπίσθηκε η δράση τους (διάνοιξη τρύπας) από τον πολιτικώς ενάγοντα. Ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν εκείνος ο οποίος από κοινού με άλλα άγνωστα άτομα επιχείρησε να γκρεμίσει την μεσοτοιχία της αποθήκης, ώστε να εισέλθει στο πατάρι του καταστήματος του πολιτικώς ενάγοντος με τη μέθοδο του ριφιφί, προκειμένου να αφαιρέσει και να ιδιοποιηθεί παράνομα το χρηματοκιβώτιο, που είχε τοποθετημένο εκεί ο πολιτικώς ενάγων, και εντός του οποίου φυλασσόταν κεχριμπάρι αξίας 400.000 ευρώ και το χρηματικό ποσόν των 100.000 ευρώ περίπου σε μετρητά, χωρίς όμως να ολοκληρώσει την πράξη του, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν. Έκτοτε ουδείς επισκέφθηκε την αποθήκη της Χ. Πέραν των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο πολιτικώς ενάγων το επόμενο διάστημα, δηλ. τον ... του 2013 δέχθηκε τρεις τηλεφωνικές κλήσεις, απειλητικού-εκβιαστικού περιεχομένου, στο κινητό του τηλέφωνο με αριθμό σύνδεσης ... Την πρώτη φορά (14-10-2013) ήταν από άνδρα, ο οποίος τον κάλεσε από την ... τηλεφωνική σύνδεση (που ενεργοποιήθηκε από την με ΙΜΕΙ ... συσκευή κινητού τηλεφώνου που ανήκε στον πρώτο κατηγορούμενο) και του ζήτησε το ποσό των 200.000 ευρώ για να μην κάνει κακό στην ανήλικη κόρη του. Ο πολιτικώς ενάγων, ανήσυχος από το τηλεφώνημα αυτό, ζήτησε τις συμβουλές του φίλου του, συνταξιούχου αστυνομικού Σ. Ψ., γεγονός που εκμυστηρεύθηκε στον "φίλο του" δεύτερο κατηγορούμενο σε συζητήσεις που είχε μαζί του, διότι τότε δεν υποψιαζόταν ότι ο τελευταίος είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στα τελούμενα εις βάρος του εγκλήματα. Στις 20-10-2013 ο πολιτικώς ενάγων δέχθηκε και νέα απειλητική κλήση στην ανωτέρω τηλεφωνική του σύνδεση από τον ίδιο άνδρα, ο οποίος χρησιμοποίησε την με αριθμό ... τηλεφωνική σύνδεση (που ενεργοποιήθηκε από την με ΙΜΕΙ ... συσκευή κινητού τηλεφώνου που επίσης ανήκε στον πρώτο κατηγορούμενο), και o οποίος απαίτησε να διακόψει τις σχέσεις του με τον Σ. Ψ. Σημειωτέον ότι οι ανωτέρω τηλεφωνικές συνδέσεις ενεργοποιήθηκαν από τον πρώτο κατηγορούμενο για να πραγματοποιηθούν οι ως άνω τηλεφωνικές επικοινωνίες και στην συνέχεια δεν ενεργοποιήθηκαν ξανά. Ο πολιτικώς ενάγων σε συζητήσεις του με τον δεύτερο κατηγορούμενο, του εξέφρασε τους φόβους του για τον ίδιο και την οικογένειά του και του ανέφερε ότι σκεπτόταν να φύγει στο εξωτερικό. Ο δεύτερος κατηγορούμενος διατύπωσε στον πολιτικώς ενάγοντα την διαφωνία του με την καταγγελία στην οποία προέβη ο τελευταίος στις 14-10-2013 στο ΤΑ Ακροπόλεως, σχετικά με το πρώτο τηλεφώνημα που δέχθηκε και τον συμβούλευσε ότι έπρεπε να έλθει σε συνεννόηση με τον εκβιαστή και να του καταβάλει το ποσόν των 20.000 ευρώ, ώστε να απαλλαγεί από αυτόν, όπως ο ίδιος είχε πράξει στο παρελθόν, όταν έπεσε θύμα εκβιασμού. Στις 25.11.2013 ο πολιτικώς ενάγων δέχθηκε και νέο (τρίτο) απειλητικό τηλεφώνημα -με απόκρυψη του αριθμού- από άνδρα. Ο πολιτικώς ενάγων αναγνώρισε από την φωνή ότι ο άνδρας που τον κάλεσε ήταν το ίδιο πρόσωπο που τον είχε καλέσει και τις προηγούμενες φορές, δηλαδή ο πρώτος κατηγορούμενος, οπότε και μετά από συστάσεις και υποδείξεις της αστυνομίας έπαυσε να πληροφορεί τον δεύτερο κατηγορούμενο και "φίλο" του για τις κινήσεις του. Μετά την ως άνω από 14-10-2013 καταγγελία η αστυνομία παρακολούθησε τις τηλεφωνικές κλήσεις που δεχόταν ο πολιτικώς ενάγων και μετά από σχεδόν ενός έτους και πλέον έρευνες κατέληξαν στους εκκαλούντες - κατηγορούμενους. Στην διενεργηθείσα στις 10-2-2015 νομότυπη σωματική έρευνα από τον υπαστυνόμο Α Σ. Μ. σε βάρος του δευτέρου κατηγορουμένου, βρέθηκαν στην κατοχή του και κατασχέθηκαν 1) μία γεμιστήρα πυροβόλου όπλου πιστόλι- μαζί με έξι (6) φυσίγγια διαμετρήματος 9mm, 2) ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ... με αριθμό κλήσης ... με ΙΜΕΙ ... και 3) ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ... με ΙΜΕΙ ... Ακολούθησε την ίδια ημέρα νομότυπη κατ' οίκον έρευνα από τον αστυνόμο B Δ. Π. στην οικία του δευτέρου κατηγορουμένου στις ..., οπότε βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 1) ένας εκτοξευτής δέσμης ηλεκτρονίων -taser- με τον φορτιστή και την θήκη του, 2) ένα πιστόλι μάρκας ... μοντέλο guardian διαμετρήματος 9mm μετά του γεμιστήρα εντός του οποίου υπήρχαν εννέα (9) φυσίγγια διαμετρήματος 9mm και της θήκης του 3) δύο κουτιά φυσιγγίων περιέχοντα 50 φυσίγγια έκαστο, δηλ. 100 φυσίγγια διαμετρήματος 9mm και έτερο (τρίτο) κουτί περιέχον 42 φυσίγγια διαμετρήματος 9mm, καθώς και η 1020/423232/ 1-δ άδεια κατοχής πυροβόλου όπλου και οπλοφορίας. Επίσης την ίδια ημέρα (10-2-2015) διενεργήθηκε νομότυπη έρευνα στην κατοικία του πρώτου κατηγορουμένου στο ... (...), όπου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν α) ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ... με ΙΜΕΙ ... και β) ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ... με ΙΜΕΙ ... και τρεις κάρτες SIM. Αποδείχθηκε δε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν εκείνος ο οποίος με παραινέσεις, προτροπές, πειθώ και φορτικότητα προκάλεσε στον πρώτο κατηγορούμενο την απόφαση να τελέσει την περιγραφόμενη ανωτέρω απόπειρα διακεκριμένης κλοπής, τούτο δε αποδεικνύεται από τα εξής πραγματικά περιστατικά: 1) Ο δεύτερος κατηγορούμενος, λόγω της μακρόχρονης φιλίας του με τον πολιτικώς ενάγοντα και των συχνών συναντήσεών τους στο κατάστημα του τελευταίου, γνώριζε ότι στο πατάρι του καταστήματος του υπήρχε χρηματοκιβώτιο εντός του οποίου ο πολιτικώς ενάγων φύλασσε κεχριμπάρι μεγάλης αξίας, καθώς και μεγάλο χρηματικό ποσό σε μετρητά και ότι με την διάνοιξη τρύπας στην μεσοτοιχία θα ήταν δυνατή η άμεση πρόσβαση στο χρηματοκιβώτιο. 2) Ο δεύτερος κατηγορούμενος στις συζητήσεις που είχε με τον πολιτικώς ενάγοντα του συνιστούσε να διαπραγματευθεί με τον άνδρα που του τηλεφωνούσε όταν δε ο πολιτικώς ενάγων κατήγγειλε στις αστυνομικές αρχές το πρώτο εκβιαστικό τηλεφώνημα που δέχθηκε, εκείνος του εξιστόρησε την δήθεν προσωπική του ανάλογη εμπειρία, η οποία κατέληξε σε συμβιβασμό μεταξύ αυτού και του εκβιαστή, με την πληρωμή στον τελευταίο χρηματικού ποσού, προκειμένου να απαλλαγεί από τις απειλές του, το περιστατικό δε αυτό επικαλέσθηκε o δεύτερος κατηγορούμενος για να αποτρέψει τον πολιτικώς ενάγοντα να συνεργασθεί με τις αστυνομικές αρχές. Στο δε δεύτερο εκβιαστικό τηλεφώνημα ο πρώτος κατηγορούμενος ζήτησε από τον πολιτικώς ενάγοντα να διακόψει την συνεργασία του με τον συνταξιούχο αστυνομικό Σ. Ψ., τον οποίο είχε προσλάβει για την ασφάλεια του ιδίου και των μελών της οικογένειας του, πράγμα που σημαίνει ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος γνώριζε το γεγονός της προσλήψεως του πρώην αστυνομικού λόγω της φιλικής σχέσεώς του με τον πολιτικώς ενάγοντα, το είχε ανακοινώσει στον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος, άλλως ήταν αδύνατο να το είχε πληροφορηθεί. Επίσης ο δεύτερος κατηγορούμενος, μετά το πρώτο ως άνω τηλεφώνημα γνώριζε από συζητήσεις που είχε μαζί του ότι ο πολιτικώς ενάγων σκεφτόταν να μετοικήσει στο εξωτερικό με την οικογένειά του, γεγονός που ανέφερε ο πρώτος κατηγορούμενος στον πολιτικώς ενάγοντα στο δεύτερο ως άνω τηλεφώνημα, διότι το είχε πληροφορηθεί από τον δεύτερο κατηγορούμενο. Και 3) Όπως προκύπτει από την ως άνω έκθεση αναλύσεως επικοινωνιών, καθ' όλους τους ως άνω κρίσιμους χρόνους της εγκληματικής δράσης του πρώτου κατηγορουμένου, υπήρχε συχνή τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ αυτού και του δευτέρου κατηγορουμένου, δεν αποδείχθηκε δε ότι οι επικοινωνίες αυτές γίνονταν για επαγγελματικούς λόγους, επειδή, δήθεν, ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε αναθέσει στον πρώτο κατηγορούμενο εργασίες της ειδικότητας του (πρώτου κατηγορουμένου), τεχνίτη ελαιοχρωματιστή, τα δε εργαλεία που βρέθηκαν στον σάκο στην αποθήκη της Ε. Χ. δεν ήσαν εργαλεία ελαιοχρωματιστή. Κατόπιν τούτων ο μεν πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος α) ληστείας κατά συναυτουργία διαπραχθείσας σε βάρος του Φ. Λ., χωρίς την επιβαρυντική περίσταση της απόκρυψης των χαρακτηριστικών του προσώπου, διότι κατά την ευμενέστερη κατ' άρθρο 2 του ΠΚ διάταξη του άρθρου 380 του νΠΚ (μετά το ν. 4619/2019) τέτοια επιβαρυντική περίσταση δεν προβλέπεται και β) της απόπειρας διακεκριμένης κλοπής, κατά συναυτουργία, η αξία των αντικειμένων της οποίας υπερβαίνει το ποσόν των 120.000 ευρώ, [...], κατά τα εκτιθέμενα στο διατακτικό της παρούσας". Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο των αξιόποινων πράξεων της ληστείας από κοινού και της απόπειρας διακεκριμένης κλοπής από κοινού, η αξία των αντικειμένων της οποίας υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και ε' του ΠΚ με το ακόλουθο διατακτικό:
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ ένοχο τον 1ο κατηγορούμενο, A. P. του ότι στην Αθήνα και στους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, ήτοι: Α) Στην Αθήνα στις ...-2013, ενεργώντας από κοινού με άλλον, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, με πρόθεση τέλεσε έγκλημα και ειδικότερα χρησιμοποιώντας σωματική βία εναντίον προσώπου και απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος και ζωής, αφαίρεσε από άλλον ξένα ολικά κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Ειδικότερα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με άγνωστο - μέχρι σήμερα - άτομο, ενεργώντας από κοινού, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, εισήλθε στο κατάστημα του Σ. Ι., που βρίσκεται στην οδό ... και αφού ακινητοποίησε τον υπάλληλο, Λ. Φ., με την απειλή μαχαιριού, του τοποθέτησε δύο πλαστικούς σφιγκτήρες στα χέρια και δύο στα πόδια του και με ζώνες του δέσμευσε τα χέρια και τα πόδια πίσω από την πλάτη, ενώ ο συγκατηγορούμενός του, έβαλε γάζες (επίδεσμο) στη στοματική κοιλότητα του ανωτέρω υπαλλήλου και γύρω από το κεφάλι του και με τον τρόπο αυτό του αφαίρεσαν το χρηματικό ποσό των δέκα (10) ευρώ, το κινητό του τηλέφωνο και τα κλειδιά του καταστήματος με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, ενώ στη συνέχεια άλλαξαν την περιβολή τους φορώντας ενδύματα εργάτη και επέστρεψαν στο μαγαζί για να αφαιρέσουν και το χρηματοκιβώτιο με κεχριμπάρι αξίας 400.000 ευρώ και μετρητά 100.000 ευρώ εντός αυτού, αλλά λόγω της επίσκεψης γείτονα που τους έκανε ερωτήσεις σχετικά με την παρουσία τους στον χώρο και την απουσία του υπαλλήλου, στις οποίες δεν μπόρεσαν να δώσουν πειστικές απαντήσεις, τράπηκαν σε φυγή και μετά από σύντομο χρόνο κατέφθασαν και αστυνομικές δυνάμεις. B) Στην Αθήνα, από 20-8-2013 έως μέσα Σεπτέμβρη του ιδίου έτους, ενεργώντας από κοινού με άγνωστα μέχρι σήμερα άτομα, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, έχοντας αποφασίσει να τελέσει το αδίκημα της διακεκριμένης περίπτωσης κλοπής, επιχείρησε πράξη που συνιστά αρχή εκτέλεσης του ανωτέρω αδικήματος και δη επιχείρησε να αφαιρέσει ξένα κινητά πράγματα, η αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, για να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Πλην όμως την ανωτέρω πράξη του, δεν ολοκλήρωσε όχι από δική του βούληση, αλλά λόγω εξωτερικών αιτίων. Συγκεκριμένα κατά τον ανωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, με άγνωστα μέχρι σήμερα άτομα, ενεργώντας από κοινού, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, προσπάθησε να εισέλθει στο κατάστημα του Σ. Ι., που βρίσκεται στην οδό ..., μέσω μιας αποθήκης, που είχε εκμισθώσει ο 2ος κατηγορούμενος, Π. Ι., η οποία έχει μεσοτοιχία με το πατάρι του ως άνω καταστήματος, προκειμένου να αφαιρέσει ένα χρηματοκιβώτιο με κεχριμπάρι αξίας, 400.000 ευρώ και μετρητά 100.000 ευρώ, πλην όμως η επιδιωκόμενη πράξη του δεν ολοκληρώθηκε, διότι ο Σ. Ι., διαπίστωσε τις εργασίες που είχαν γίνει για να γκρεμίσουν το κομμάτι της μεσοτοιχίας που οδηγούσε στην πλάτη του χρηματοκιβωτίου (ριφιφί) και επικοινώνησε με τον ιδιοκτήτη της αποθήκης, Χ. και καθώς ο τελευταίος απουσίαζε στο εξωτερικό, συναίνεσε για να αλλάξει ο Ι. Σ. τις κλειδαριές της αποθήκης". Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επέβαλε στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το σκεπτικό και το διατακτικό της αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας διακεκριμένης κλοπής κατά συναυτουργία, η αξία των αντικειμένων της οποίας υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, τις αποδείξεις από τις οποίες δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 1, 372 παρ. 1, 374 περ. γ του ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση α) η είσοδος του αναιρεσείοντος μαζί με άλλα άγνωστα άτομα στο κατάστημα, που μίσθωσε ο συγκατηγορούμενός του Π. Ι. και είναι όμορο του καταστήματος του υποστηρίζοντος την κατηγορία, β) η χρήση διαρρηκτικών εργαλείων (βαριοπούλα, σφυρί, καλέμι, λοστό), με τα οποία καθαίρεσαν τμήμα της μεσοτοιχίας μεταξύ των δύο καταστημάτων, προκειμένου να εισέλθουν με τη μέθοδο "ριφιφί" (ΑΠ 1084/2022, ΑΠ 234/2021) στο πίσω από τη μεσοτοιχία πατάρι του καταστήματος του υποστηρίζοντος την κατηγορία και να διαρρήξουν το εκεί ευρισκόμενο χρηματοκιβώτιο του τελευταίου, διανοίγοντας στη μεσοτοιχία τρύπα, διαστάσεων περίπου 50 εκ X 60 εκ, γ) την εντός του χρηματοκιβωτίου φύλαξη, εκ μέρους του υποστηρίζοντος την κατηγορία, κεχριμπαριού, αξίας 400.000 ευρώ, και μετρητών χρημάτων, ποσού 100.000 ευρώ, τα οποία ήθελε να αφαιρέσει ο αναιρεσείων με τους άγνωστους συνεργούς του με το σκοπό της παράνομης ιδιοποίησης και δ) τη μη ολοκλήρωση της επιδιωκόμενης πράξης τους της διακεκριμένης κλοπής για λόγους εξωτερικούς και μη εξαρτώμενους από τη βούλησή τους και συγκεκριμένα, επειδή εντοπίσθηκε η δράση τους (διάνοιξη τρύπας) από τον υποστηρίζοντα την κατηγορία, ο οποίος ενήργησε άμεσα, αποτρέποντας την ολοκλήρωση του ένδικου κακουργήματος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 380 παρ.1 εδ. α' και β' του προϊσχύσαντος ΠΚ: "όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον (ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα ή το εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη. Η τέλεση της πράξης του προηγούμενου εδαφίου με κάλυψη ή αλλοίωση των χαρακτηριστικών του προσώπου του δράστη συνιστά επιβαρυντική περίσταση". Με την όμοια, ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος, αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ (από την οποία, όμως, απαλείφθηκε η επιβαρυντική περίσταση "της τέλεσης της πράξης με κάλυψη ή αλλοίωση των χαρακτηριστικών"), ο δράστης ληστείας τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή και είναι, ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, επιεικέστερη, αφού το ανώτατο ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής ποινής, είναι, κατ' άρθρο 52 του ισχύοντος ΠΚ, τα 15 έτη, ενώ με την προηγούμενη ταυτάριθμη διάταξη, που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, ήταν 20 έτη και, επομένως, η νεότερη, ήδη ισχύουσα, ως άνω διάταξη τυγχάνει εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση. Από το προαναφερόμενο άρθρο 380 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ληστείας, με την οποία προσβάλλεται, τόσο η προσωπική ελευθερία, όσο και η ατομική ιδιοκτησία, απαιτείται η άσκηση παράνομης βίας κατά προσώπου ή η εκδήλωση απειλών κατ' αυτού, που μπορούν να κάμψουν την αντίστασή του, ενωμένων με άμεσο κίνδυνο για τη ζωή και την υγεία του και η ταυτόχρονη αφαίρεση με τη βία από την κατοχή εκείνου ξένου (ολικό ή μερικά) κινητού πράγματος ή ο εξαναγκασμός του προσώπου σε παράδοση του πράγματος, για να το ιδιοποιηθεί παράνομα ο δράστης. Είναι έγκλημα σύνθετο, αποτελούμενο από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής και της παράνομης βίας, η οποία, ως μέσον, άγει στην ικανοποίηση του σκοπού (ΑΠ 912/2022, ΑΠ 442/2022, ΑΠ 98/2022). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 εδ. α' του νέου ΚΠΔ (Ν. 4620/2019, ΦΕΚ Α' 96/11.6.2019) που τέθηκε σε ισχύ από 1.7.2019: "Οι δικαιούμενοι κατά τον αστικό κώδικα σε αποζημίωση ή αποκατάσταση από το έγκλημα ή σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ακόμη και όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο πρόσωπο, μπορούν να παραστούν στο ποινικό δικαστήριο για την υποστήριξη της κατηγορίας". Ήδη, με τις διατάξεις των άρθρων 63-66 του ως άνω ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ, επαναπροσδιορίστηκε η έννοια και η θέση του πολιτικώς ενάγοντος στην ποινική δίκη, στην οποία πλέον τα δικαιούμενα πρόσωπα μπορούν να παραστούν για την υποστήριξη της κατηγορίας και μόνο, ενώ, κατ' άρθρο 67 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η διαδικασία που πρέπει να τηρηθεί σχετικά με την άσκηση και διατύπωση της παράστασης για την υποστήριξη της κατηγορίας, είναι η ίδια με εκείνη της διάταξης του άρθρου 68 παρ.2 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, ήτοι επιτρέπεται να ασκηθεί, χωρίς έγγραφη προδικασία, το αργότερο όμως, ωσότου αρχίσει για πρώτη φορά η αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του σχεδίου του νέου ΚΠΔ, το κριτήριο της ενεργητικής νομιμοποίησης για τη δήλωση παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας παρέμεινε το ίδιο με το προϊσχύσαν δίκαιο και απλώς αφαιρέθηκε η δυνατότητα από τον δικαιούχο του ουσιαστικού δικαιώματος χρηματικής αποζημίωσης, υλικής αποκατάστασης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης να εισάγει τις αστικές αξιώσεις του στην ποινική δίκη, όπου δικαιούται πλέον να παρίσταται μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας. Επομένως, υπό το καθεστώς του νέου ΚΠΔ που ισχύει από 1.7.2019, οι δηλώσεις παράστασης πολιτικής αγωγής ισχύουν ως δηλώσεις για την υποστήριξη της κατηγορίας και για τα ζητήματα νομιμοποίησης του υποστηρικτή της κατηγορίας ισχύουν αναλλοίωτα, όσα γίνονταν δεκτά υπό το προϊσχύσαν δίκαιο για τη νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος (πρβλ. 588 ΚΠΔ). Εξάλλου, η πολιτική αγωγή που ασκείται ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, δεν έχει μόνον αστικό, αλλά και ποινικό χαρακτήρα. Με αυτή δεν επιδιώκεται δηλαδή, μόνον η ικανοποίηση της αστικής αξίωσης του αμέσως ζημιωθέντος, αλλά και η υποστήριξη της κατηγορίας από τον πολιτικώς ενάγοντα για την εξυπηρέτηση του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος (ΟλΑΠ 1/1997). Είναι γεγονός, ότι εκείνος που υπέστη βλάβη από το έγκλημα, και ιδιαίτερα ο ίδιος ο παθών, επιζητεί την συμμετοχή του στην ποινική δίκη όχι μόνον για να εξασφαλίσει την αποκατάσταση οποιασδήποτε ζημίας του που μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, αλλά και για να συμπράξει στην αντίδραση της πολιτείας κατά του εγκλήματος, που εκδηλώνεται με την πανηγυρική διαπίστωση της ενοχής και τη δημόσια αποδοκιμασία μέσω της ποινής (ΑΠ 1177/2019). Ήδη, με την κύρωση του νέου, ισχύοντος από 1.7.2019, ΚΠΔ, παρά τον επαναπροσδιορισμό, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, της έννοιας και της θέσης του πολιτικώς ενάγοντος, αφού πλέον ο αδικηθείς έχει δικαίωμα για παράσταση πολιτικής αγωγής μόνον προς υποστήριξη της κατηγορίας, δεν μεταβάλλεται ο προεχόντως ποινικός χαρακτήρας της πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο (ΑΠ 908/2023, ΑΠ 208/2021). Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 63, 82 παρ. 1 του ΚΠΔ (νέου και παλαιού), σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 66 (πρώην 64), 67 (πρώην 68) παρ. 1 και 2, 83, 84, 87 του ιδίου Κώδικα και 914, 932 του ΑΚ, προκύπτει ότι, για να είναι νόμιμη η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής και νυν υποστήριξης της κατηγορίας, που γίνεται είτε στην προδικασία είτε ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, πρέπει, εκείνος που προβαίνει σ' αυτή, να έχει υποστεί από την τέλεση της εγκληματικής πράξης ζημία, από την οποία διατηρεί αξίωση αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Τέτοια αξίωση υφίσταται σε εκείνον που ζημιώθηκε άμεσα από την άδικη πράξη, με την οποία προσβλήθηκαν έννομα αγαθά αυτού. Έτσι, για να προσδιορισθεί, ποιος είναι ο αμέσως ζημιούμενος και αν έχει έννομο συμφέρον και νομιμοποιείται ενεργητικά σε άσκηση πολιτικής αγωγής (:παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας), αναζητείται ποιο είναι το συμφέρον και το έννομο αγαθό που προστατεύει η συγκεκριμένη ποινική διάταξη που παραβιάσθηκε από τον κατηγορούμενο, για την οποία δικάζεται. Η ενεργητική νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται σύμφωνα με την κατηγορία, όπως αυτή διατυπώνεται στο παραπεμπτικό βούλευμα ή το κλητήριο θέσπισμα, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης (κρίνεται) από την αποδεικτική διαδικασία (ΑΠ 908/2023, ΑΠ 244/2023, ΑΠ 973/2021, ΑΠ 25/2021). Άλλωστε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 3 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Α' του ίδιου κώδικα, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, επιφέρει η παρά το νόμο παράσταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία υφίσταται, όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης για τον υποστηρίζοντα την κατηγορία σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 66 ΚΠΔ, ή όταν παραβιάστηκε η διαδικασία, η οποία έπρεπε να τηρηθεί, αναφορικά με τον τρόπο και το χρόνο άσκησής της κατά το άρθρο 67 ΚΠοινΔ. Κάθε άλλη έλλειψη ή πλημμέλεια που αφορά στην παράσταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία, δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, εφόσον οι πλημμέλειες αυτές αφορούν στο συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου, ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη (ΑΠ 908/2023, ΑΠ 244/2023, ΑΠ 2057/2019). Τέλος, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 588 παρ. 3 του νέου ΚΠΔ, αστικές αξιώσεις που έχουν εισαχθεί σε ποινικά δικαστήρια παραπέμπονται υποχρεωτικά ως ανεκκαθάριστες στα πολιτικά δικαστήρια, εκτός αν έχουν επιδικαστεί, οπότε ως προς αυτές εφαρμόζονται οι διατάξεις του καταργούμενου ΚΠΔ (ΑΠ 190/2023). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης την πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ σε συνδ. με το άρθρο 171 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα υποστηρίζοντας, ότι αμέσως ζημιωθείς από το αδίκημα της ληστείας ήταν ο Φ. Λ., υπάλληλος του υποστηρίζοντος την κατηγορία, εις βάρος του οποίου έλαβαν χώρα οι πράξεις της παράνομης βίας ή απειλής και η προσβολή της ιδιοκτησίας και ότι ως εκ τούτου ο υποστηρίζων την κατηγορία Ι. Σ., που δήλωσε παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας, αποκτώντας το δικαίωμα του διαδίκου και για την πράξη αυτή, δεν νομιμοποιείτο ενεργητικά, καθόσον δεν ήταν αμέσως ζημιωθείς. Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προς έρευνα της βασιμότητας των προβαλλομένων αναιρετικών λόγων επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Ο Ι. Σ. εμφανίσθηκε ενώπιον, τόσο του πρωτοβάθμιου (υπ' αριθμ. 3745/2016 απόφαση του Δ' Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών) όσο και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (προσβαλλόμενη απόφαση), πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, και δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής, ζητώντας από καθένα κατηγορούμενο χρηματική ικανοποίηση 44 ευρώ, με επιφύλαξη, λόγω της ηθικής βλάβης που προκάλεσαν σ' αυτόν οι κρινόμενες πράξεις, ενώ διόρισε πληρεξούσια συνήγορό του τη Μαρία Κευγά, Δικηγόρο Αθηνών, η οποία αποδέχθηκε το διορισμό της, και με σχετικό έγγραφο υπόμνημά του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ανέλυσε όλα τα εις βάρος των κατηγορουμένων στοιχεία σε σχέση με τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες κατηγορούνταν. Κατά της παράστασης αυτής δεν προβλήθηκε αντίρρηση ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, αλλά το πρώτον παραπονείται ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου. Σύμφωνα με την εις βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορία για την πράξη της ληστείας από κοινού, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος και ο άγνωστος συνεργός του αφαίρεσαν με τη βία από τον Φ. Λ., υπάλληλο του καταστήματος του υποστηρίζοντας την κατηγορία, μεταξύ άλλων, και τα κλειδιά του καταστήματος του τελευταίου, με τα οποία εισήλθαν στη συνέχεια στο εν λόγω κατάστημα, προκειμένου να αφαιρέσουν και το χρηματοκιβώτιο με κεχριμπάρι, αξίας 400.000 ευρώ, και μετρητά, ποσού 100.000 ευρώ εντός αυτού, έτσι ώστε με σαφήνεια συνάγεται, ότι α) τα παρανόμως ιδιοποιηθέντα κλειδιά του καταστήματος ανήκαν στην ιδιοκτησία του υποστηρίζοντος την κατηγορία και β) σκοπός των δραστών της ληστείας ήταν, αφού εξουδετερώσουν την αντίσταση του υπαλλήλου Φ. Λ., να αποκτήσουν πρόσβαση στο κατάστημα του υποστηρίζοντος την κατηγορία, προκειμένου να αφαιρέσουν τα εντός του χρηματοκιβωτίου φυλασσόμενα κινητά πράγματα, ομοίως ιδιοκτησίας του τελευταίου. Όλα δε τα ανωτέρω περιστατικά αποδείχθηκαν και κατ' ουσίαν ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας. Ενόψει τούτων, από την παράσταση του Ι. Σ. για την υποστήριξη της κατηγορίας ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ουδόλως προκλήθηκε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριό του, οι περί του αντιθέτου δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που στηρίζουν τον, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, δεύτερο αναιρετικό λόγο, με τον οποίο αυτός προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμες. Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στον Ι. Σ. είχε προκληθεί άμεση ζημία στρεφόμενη κατά της ατομικής του περιουσίας από την αξιόποινη πράξη της ληστείας από κοινού. Συνακολούθως, πρέπει να απορριφθεί ο συναφής λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 578 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-09-2023 και με αριθμ. πρωτ. 96/2023 αίτηση του P. A. του Z. και της D., κατοίκου ... επί της οδού ... και ήδη κρατούμενου στις φυλακές ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4778/2022 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, η αρχαιότερη, εν ενεργεία, της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Αυγούστου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ