Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1072 / 2024    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1072/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Κοντακτσή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4834/2022 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με κατηγορούμενη την Α. Π. του Χ., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λυδία Τσοβόλα. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Γ. Λ. του Ε., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Δημάκη.
Το Β' Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Λάμπρος Σοφουλάκης ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Φεβρουαρίου 2023 έκθεσή του, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, Σ. Τ., έλαβε αριθμό 8/2024 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 194/2023.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 505 παρ. 2 και 507 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο που προβλέπεται από το άρθρο 473 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται, προς το σκοπό επανόρθωσης τυχόν εσφαλμένων αποφάσεων, να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε αθωωτικής ή καταδικαστικής απόφασης, που θα εκδοθεί από οποιοδήποτε ποινικό δικαστήριο και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης καθώς και η υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. στοιχ. Ε' και Θ' του ΚΠοινΔ). Επομένως, η κρινόμενη από 24-2-2023 με αριθμό 8/2023 αίτηση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της με αριθμό 4834/10-11-2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος της κατηγορουμένης Α. Π. του Χ. για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένων που της είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς της ως εντολοδόχου συνολικής αξίας υπερβαίνουσας το ποσό των 120.000 ευρώ ανερχομένης στο ποσό των 195.718,60 ευρώ (άρθρ.375 παρ.2-1 Π.Κ., σε βαθμό κακουργήματος) και η οποία καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη, στις 25-1-2023, στο, κατά το άρθρο 473 παρ.3 του ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με δήλωσή του ενώπιον της Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 8/2023 έκθεση, από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον, κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο (άρθρα 473 παρ.3, 474, 504 παρ.1, 505 παρ.2, 507, 508 του ΚΠΔ), έχει δε ως λόγους αναίρεσης την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης καθώς και την υπέρβαση εξουσίας (άρθρ.510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Θ' Κ.Ποιν.Δ.). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά την εφαρμοζόμενη στην προκειμένη περίπτωση ως ευνοϊκότερη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1α' του ισχύοντος από 1-7-2019 ν. ΠΚ (ν. 4619/2019), όπως στη συνέχεια τροποποιήθηκε με το άρθρο 87 του ν. 4855/2021, υπεξαίρεση διαπράττει, όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα και τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της υπεξαίρεσης απαιτείται αντικειμενικώς: α) το υλικό αντικείμενο αυτής, που είναι κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να είναι ολικά ή εν μέρει "ξένο", υπό την έννοια ότι ευρίσκεται σε ξένη, σε αναφορά προς τον δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάθεται στο Αστικό Δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη και να ήταν κατά τον χρόνο της πράξης στην κατοχή του, γ) να έγινε παράνομη ιδιοποίηση αυτού από τον δράστη, δηλαδή χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο σχετικό δικαίωμα που του παρέχει το Δίκαιο. Ως ιδιοποίηση θεωρείται κάθε πράξη εκδηλωτική της εκ μέρους του κατέχοντος το πράγμα πρόθεσης να το ενσωματώσει στην δική του περιουσία, χωρίς δηλαδή να αρκεί πρόθεση ιδιοποίησης, έστω και αν ανακοινώθηκε σε τρίτο, αλλά απαιτείται έμπρακτη εκδήλωση εξωτερικής συμπεριφοράς, που μπορεί να αναγνωρισθεί αντικειμενικώς ως πραγμάτωση της θέλησης για ιδιοποίηση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 719 Α.Κ., ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων, τα οποία έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή αποκτά από την εκτέλεσή της, έχει όμως την κατοχή τους, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 375 παρ. 1 του Π.Κ. και γι' αυτό σε περίπτωση μη αποδόσεώς τους στον εντολέα διαπράττει το αδίκημα της υπεξαιρέσεως, περίπτωση δε ξένου κινητού πράγματος, η παράνομη ιδιοποίηση του οποίου συνιστά το εν λόγω αδίκημα, αποτελούν και τα χρήματα, που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου ή από τον κύριο τούτων για ορισμένο σκοπό, με την υποχρέωση να τα αποδώσει, όταν του ζητηθούν ή με την εντολή να τα παραδώσει σε τρίτο. Υπό την έννοια αυτή εντολέας είναι και ο αυτός, ο οποίος, με την προϋπάρχουσα ιδιότητα του εντολοδόχου, στο πλαίσιο οικείας συμβάσεως μεταξύ εκείνου ως επαγγελματία και του εντολέα, ως κυρίου χρηματικών ποσών, έχει αναλάβει στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας να διεκπεραιώσει με αυτά την πληρωμή οφειλών του προς τρίτους και αναθέτει, στη συνέχεια, για την εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του από την ίδια σύμβαση, σε άλλον την περαιτέρω εντολή της κατά τα άνω διεκπεραίωσης και πληρωμής των οφειλών του, που εμπιστεύεται σ' αυτόν. Στην περίπτωση δε, που δράστης υπεξαιρέσεως τυγχάνει ο τελευταίος εντολοδόχος, ο οποίος φέρει την ιδιότητα του περαιτέρω εντολοδόχου του αρχικού εντολοδόχου ως προς την διεκπεραίωση και πληρωμή των οφειλών του προς τρίτους και είναι κάτοχος των χρημάτων κατά την ανωτέρω διεκπεραίωση αλλά και κατά την ιδιοποίησή τους, δεν ασκεί επιρροή το ότι τα χρήματα δεν ανήκουν, κατά κυριότητα, στον εντολέα του, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, με την αρχική ιδιότητά του ως εντολοδόχου στην αρχική σύμβαση, ευθύνεται έναντι του κυρίου των χρημάτων για τα οποιαδήποτε πταίσματα του περαιτέρω εντολοδόχου του κατά την εκτέλεση της αρχικής εντολής, αλλά και πλήττεται αυτοτελώς με την τέλεση της προαναφερθείσας υπεξαιρέσεως εκ μέρους του περαιτέρω εντολοδόχου, που έχει αντίκτυπο στην πίστη, στη φήμη και στην αξιοπιστία του ως ασκούντος επαγγελματική δραστηριότητα κατά την εκτέλεση του προαναφερθέντος έργου του, οπότε, λόγω της υπάρξεως διαδοχικών εντολών, από την κατά τα άνω υπεξαίρεση υφίστανται άμεση ζημία παραλλήλως, τόσο ο ιδιοκτήτης των υπεξαιρεθέντων χρημάτων (αρχικός εντολέας), όσο και ο αρχικός εντολοδόχος (και περαιτέρω εντολέας) επαγγελματίας, το κύρος του οποίου θίγεται στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας, κατά τα προεκτεθέντα, και εκ τούτων νομιμοποιείται σε σχετική δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 67 Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό με τα άρθρα 914, 932, 297, 298 και 299 Α.Κ. Ο εντολοδόχος νοείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 713 επ. Α.Κ., δηλαδή πρέπει μεταξύ αυτού και του παθόντος να υπάρχει σύμβαση εντολής. Εμπιστευμένο στον εντολοδόχο θεωρείται το πράγμα, όταν με τη θέληση του δικαιούχου παραδόθηκε στην κατοχή εκείνου (εντολοδόχου), υποχρεουμένου να το αποδώσει αυτούσιο ή να το χρησιμοποιήσει προς ορισμένο σκοπό (Α.Π.948/2023, Α.Π. 1520/ 2019, Α.Π.1478/2017). Υπό την έννοια αυτή εντολέας είναι και ο ασκών επαγγελματική δραστηριότητα, ο οποίος, με την προϋπάρχουσα ιδιότητα του εντολοδόχου, στο πλαίσιο οικείας συμβάσεως μεταξύ εκείνου και του αρχικού εντολέα, ως κυρίου χρηματικών ποσών, έχει αναλάβει την διεκπεραίωση και πληρωμή των οφειλών του σε τρίτους με τα εν λόγω χρηματικά ποσά, και αναθέτει, στη συνέχεια, για την εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του από την ίδια σύμβαση, σε υπάλληλό του την περαιτέρω εντολή της πληρωμής των οφειλών σε τρίτους με τα εν λόγω χρηματικά ποσά, την οποία εμπιστεύεται σ' αυτόν. Το γεγονός δε ότι ο τελευταίος και δράστης υπεξαιρέσεως συνδέεται με αυτόν με σύμβαση εργασίας δεν αναιρεί την ιδιότητά του ως περαιτέρω εντολοδόχου του ως προς την πληρωμή των οφειλών με τα χρηματικά ποσά, και ως κατόχου τους κατά την εν λόγω διεκπεραίωση, αλλά και κατά την ιδιοποίησή τους, ούτε ασκεί επιρροή το ότι τα χρήματα δεν ανήκουν, κατά κυριότητα, στον εντολέα επαγγελματία, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, με την αρχική ιδιότητά του ως εντολοδόχου στην αρχική σύμβαση, ευθύνεται έναντι του κυρίου των χρημάτων αρχικού εντολέα για τα οποιαδήποτε πταίσματα του εντολοδόχου υπαλλήλου του κατά την εκτέλεση της αρχικής εντολής, αλλά και πλήττεται αυτοτελώς με την τέλεση της προαναφερθείσας υπεξαίρεσης εκ μέρους του υπαλλήλου του που πλήττει την πίστη, τη φήμη και την αξιοπιστία του ως επαγγελματία κατά την εκτέλεση του έργου του, που προαναφέρθηκε (Α.Π.948/2023, Α.Π. 1514/2011). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008, ΑΠ 457/2022). Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας απαντάται είτε ως θετική είτε ως αρνητική. Θετική υπέρβαση υπάρχει όταν το δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του (Α.Π.948/2023, Α.Π. 1481/2022, Α.Π. 582/2016).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την 4834/2022 απόφασή του, έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά της Α. Π. του Χ., κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα, στο σκεπτικό της μετά την παράθεση νομικής σκέψης: "Στην προκειμένη περίπτωση κατά της κατηγορουμένης Α. Π., κατοίκου ..., ασκήθηκε ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, υπερβαίνουσα συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, που το είχαν εμπιστευθεί στην υπαίτια, λόγω της ιδιότητάς της ως διαχειρίστριας, που φέρεται ότι τελέσθηκε απ'αυτήν στον ... κατά το χρονικό διάστημα από τον ... του έτους 2010 έως τον ... του έτους 2012, σε βάρος του Γ. Λ. του Ε. και της Ε. Λ. του Γ. στο λογιστικό γραφείο των οποίων εργαζόταν ως υπάλληλος με σύμβαση εργασίας και ειδικότερα του ότι, ενώ οι ανωτέρω εργοδότες της κατηγορουμένης της είχαν δώσει την εντολή να εισπράττει για λογαριασμό τους διάφορα ποσά από πελάτες του λογιστικού τους γραφείου και ακολούθως να εξοφλεί, για λογαριασμό τους με τα ποσά αυτά αντίστοιχες οφειλές των πελατών τους προς το ΙΚΑ και άλλα επικουρικά ταμεία ασφάλισης, εκείνη, αφού εισέπραξε συνολικά κατ'εντολή και για λογαριασμό των εγκαλούντων από τους ανωτέρω πελάτες τους το συνολικό ποσό των 195.718,60 ευρώ, κατά παράβαση της εντολής, που είχε, να εξοφλήσει με το ποσό αυτό τις ανωτέρω οφειλές των πελατών των εγκαλούντων προς το ΙΚΑ και τα λοιπά ασφαλιστικά ταμεία, ιδιοποιήθηκε παράνομα το ως άνω συνολικό ποσό των 195.718,60 ευρώ, ενσωματώνοντας αυτό τμηματικά στην περιουσία της. Όπως όμως προέκυψε από τα υπάρχοντα στην δικογραφία έγγραφα και δεν αμφισβητείται από τους εγκαλούντες και την κατηγορουμένη, οι εγκαλούντες Γ. Λ. και Ε. Λ., έχουν ήδη καταβάλει στους ασφαλιστικούς οργανισμούς των αναφερομένων στο διατακτικό 29 πελατών τους το σύνολο των υπεξαιρεθέντων από την υπάλληλό τους-κατηγορουμένη ποσών, δηλαδή το συνολικό ποσό των 195.718,60 ευρώ. Το γεγονός, όμως της καταβολής των ποσών αυτών στα ασφαλιστικά ταμεία των πελατών του λογιστικού τους γραφείου, δεν τους καθιστά άμεσα παθόντες και ως εκ τούτου δικαιούμενους στην υποβολή της έγκλησης κατά της κατηγορουμένης για το αδίκημα της υπεξαίρεσης, για το οποίο η τελευταία κατηγορείται, αλλά έμμεσα παθόντες, καθώς υπέστησαν έμμεση περιουσιακή ζημία, και για το λόγο αυτό δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά σε ατομική υποβολή έγκλησης ή παράστασης πολιτικής αγωγής. Αυτοί μόνο αναγωγικά μπορούν να στραφούν κατά της υπαλλήλου τους-κατηγορουμένης και να απαιτήσουν από αυτήν την είσπραξη του καταβληθέντος από αυτούς ποσού. Και τούτο διότι εντολοδόχοι εξακολουθούν να είναι οι εγκαλούντες, ενώ εντολείς είναι οι πελάτες του γραφείου τους, οι οποίοι και τους έδωσαν την εντολή να εισπράττουν για λογαριασμό τους τις ασφαλιστικές εισφορές, που τους αναλογούσαν. Η δε κατηγορουμένη, ως υπάλληλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με τους εγκαλούντες δεν ήταν εντολοδόχος των πελατών του λογιστικού γραφείου αλλά των εγκαλούντων, οι οποίοι και της έδωσαν την εντολή της είσπραξης, παράλληλα δε, ήταν και προστηθείσα αυτών (των εγκαλούντων), λόγω της αδικοπραξίας, που κατηγορείται ότι τέλεσε (υπεξαίρεση). Άμεσα παθόντες είναι οι πελάτες του λογιστικού γραφείου, οι οποίοι όμως δεν υπέβαλαν κατά της κατηγορουμένης μέχρι την 1-11-2019, δηλαδή εντός της οριζόμενης στο άρθρο 464 του Ν.Π.Κ. τετράμηνης προθεσμίας, δήλωση για συνέχιση της ποινικής διαδικασίας που άνοιξε χωρίς την υποβολή εκ μέρους τους έγκλησης. Για τον λόγο αυτόν, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά της κατηγορουμένης για την ως άνω πράξη, λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου, κατ'άρθρο 114 παρ.1 του Π.Κ. (λόγω μη υποβολής έγκλησης) και όσον αφορά όλους τους αναφερόμενους στο διατακτικό πελάτες, εκτός από την πελάτισσα εταιρία με την επωνυμία "...", η οποία έχει υποβάλει την από 13-11-2014 έγκλησή της κατά της κατηγορουμένης, με συνέπεια να μην απαιτείται δήλωση συνέχισης της ποινικής διαδικασίας. Όμως επειδή το φερόμενο ως υπεξαιρεθέν ποσό από την κατηγορουμένη, αναφορικά με την εταιρία αυτή ανέρχεται στο ποσό των 38.391,59 ευρώ, είναι δηλαδή κάτω από το όριο των 120.000 ευρώ η υπεξαίρεση είναι πλημμεληματικού χαρακτήρα, σύμφωνα με τον νέο ισχύοντα ευμενέστερο νόμο 4619/2019, με συνέπεια να έχει παραγραφεί, αφού από την τέλεσή της από τον ... του 2010 έως τον ... του 2012 και μέχρι την εκδίκασή της στη σημερινή δικάσιμο (21-10-2022) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ ετών.". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο, έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη με το ακόλουθο διατακτικό:
"Παύει οριστικά την κατά της κατηγορουμένης ποινική δίωξη α)λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου και μη υποβολής δήλωσης συνέχισης ή υποβολής έγκλησης από τους άμεσα παθόντες πελάτες του λογιστικού γραφείου, πλην της εταιρίας με την επωνυμία "..." και β)λόγω παραγραφής για τη μερικότερη πράξη που αφορά στην έγκληση της εταιρίας "...", δηλαδή της υπεξαίρεσης ποσού 38.391,59 ευρώ του ότι: Στον ... κατά το χρονικό διάστημα από τον ... του έτους 2010 έως τον ... του έτους 2012 με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένο κινητό πράγμα που της είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς της ως εντολοδόχου, η δε συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Ειδικότερα στον ως άνω τόπο και κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ενώ οι εγκαλούντες Γ. Λ. του Ε. και Ε. Λ. του Γ., στο λογιστικό γραφείο των οποίων εργαζόταν ως υπάλληλος της είχαν δώσει την εντολή να εισπράττει για λογαριασμό τους διάφορα ποσά από πελάτες του λογιστικού τους γραφείου και ακολούθως να εξοφλεί για λογαριασμό τους με τα ποσά αυτά αντίστοιχες οφειλές των πελατών τους προς το ΙΚΑ και άλλα επικουρικά ταμεία ασφάλισης, η κατηγορουμένη, αφού εισέπραξε τμηματικά και στο πλαίσιο της ως άνω εντολής α)από την πελάτη των εγκαλούντων εταιρεία "..." το συνολικό ποσό των 7.001,97 ευρώ προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει ισόποση οφειλή της προς το ΙΚΑ β)από τον πελάτη των εγκαλούντων Ι. Α. το συνολικό ποσό των 754,03 ευρώ προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει ισόποση οφειλή του προς το ΙΚΑ γ)από τον πελάτη των εγκαλούντων Β. Α. το συνολικό ποσό των 644,73 ευρώ προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει ισόποση οφειλή του προς το ΙΚΑ δ) από την πελάτη των εγκαλούντων "..." το συνολικό ποσό των 26.663,79 ευρώ προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει ισόποση οφειλή της προς το ΙΚΑ, ε)από την πελάτη των εγκαλούντων εταιρεία "..." το συνολικό ποσό των 58.826,07 ευρώ προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει ισόποση οφειλή της προς το ΙΚΑ, στ)από την πελάτη των εγκαλούντων εταιρεία "..." μέσω του Σ.Γ. το συνολικό ποσό των 67,86 ευρώ προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει ισόποση οφειλή της προς το ΙΚΑ, ζ)από τον πελάτη των εγκαλούντων Η. Α. το συνολικό ποσό των 428,07 ευρώ προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει ισόποση οφειλή του προς το ΙΚΑ, η)από τον πελάτη των εγκαλούντων Κ. Κ. το συνολικό ποσό των 233,22 ευρώ προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει ισόποση οφειλή του προς το ΙΚΑ, θ)από την πελάτη των εγκαλούντων εταιρεία "..." το συνολικό ποσό των 926,09 ευρώ προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει ισόποση οφειλή της προς το ΙΚΑ, ι) από την πελάτη των εγκαλούντων "..." το συνολικό ποσό των 1.409,91 ευρώ προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει ισόποση οφειλή της προς το ΙΚΑ, ια) από την πελάτη των εγκαλούντων "..." το συνολικό ποσό των 603,38 ευρώ προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει ισόποση οφειλή της προς το ΙΚΑ, ιβ)από τον πελάτη των εγκαλούντων Ι. Κ. το συνολικό ποσό των 133,42 ευρώ προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει ισόποση οφειλή του προς το ΙΚΑ, ιγ)από την εγκαλούσα Ε. Λ. του Γ. το συνολικό ποσό των 423,15 προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει ισόποση οφειλή της προς το ΙΚΑ, ιδ)από τον πελάτη των εγκαλούντων Γ. Μ. το συνολικό ποσό των 6.209,91 ευρώ προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει ισόποση οφειλή του προς το ΙΚΑ, ιε)από τον πελάτη των εγκαλούντων Σ. Μ. το συνολικό ποσό των 2.486,31 ευρώ προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει ισόποση οφειλή του προς το ΙΚΑ, ιστ)από την πελάτη των εγκαλούντων εταιρεία "..." το συνολικό ποσό των 866,81 ευρώ προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει ισόποση οφειλή της προς το ΙΚΑ, ιζ)από την πελάτη των εγκαλούντων εταιρεία "..." το συνολικό ποσό των 217,05 ευρώ προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει ισόποση οφειλή της προς το ΙΚΑ, ιη)από τον πελάτη των εγκαλούντων Θ. Ν. το συνολικό ποσό των 1.323,24 ευρώ προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει ισόποση οφειλή του προς το ΙΚΑ, ιθ)από τον πελάτη των εγκαλούντων Α. Π. το συνολικό ποσό των 511,48 ευρώ προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει ισόποση οφειλή του προς το ΙΚΑ, κ)από την πελάτη των εγκαλούντων εταιρεία "..." το συνολικό ποσό των 34.125,11 ευρώ προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει ισόποση οφειλή της προς το ΙΚΑ κα)από τον πελάτη των εγκαλούντων Ι. Π. το συνολικό ποσό των 170,73 ευρώ προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει ισόποση οφειλή του προς το ΙΚΑ, κβ)από την πελάτη των εγκαλούντων εταιρεία "..." το συνολικό ποσό των 38.391,59 ευρώ προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει ισόποση οφειλή της προς το ΙΚΑ, κγ)από την πελάτη των εγκαλούντων εταιρεία "..." το συνολικό ποσό των 300 ευρώ προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει ισόποση οφειλή της προς το ΙΚΑ, κδ)από τον πελάτη των εγκαλούντων Ι. Τ. το συνολικό ποσό των 1.748,64 ευρώ προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει ισόποση οφειλή του προς το ΙΚΑ, κε)από τον πελάτη των εγκαλούντων Β. Χ. το συνολικό ποσό των 942,17 ευρώ προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει ισόποση οφειλή του προς το ΙΚΑ, κστ) από τον πελάτη των εγκαλούντων Η. Χ. το συνολικό ποσό των 1.523,64 ευρώ προκειμένου να εξοφλήσει ισόποση οφειλή του προς το ΙΚΑ, κζ)από την πελάτη των εγκαλούντων Ι. Λ.-Κ. το συνολικό ποσό των 2.599,73 ευρώ προκειμένου να εξοφλήσει ισόποση οφειλή της προς το ... και το ..., κη)από την πελάτη των εγκαλούντων εταιρεία "..." το συνολικό ποσό των 3.814,28 ευρώ προκειμένου να εξοφλήσει ισόποση οφειλή της προς το ... και το ... και κθ)από τον πελάτη των εγκαλούντων Ν. Β. το συνολικό ποσό των 4.385,08 ευρώ προκειμένου να εξοφλήσει ισόποση οφειλή του προς το ..., ήτοι αφού εισέπραξε συνολικά κατ'εντολή και για λογαριασμό των εγκαλούντων από τους ανωτέρω πελάτες τους το συνολικό ποσό των 195.718,60, κατά παράβαση της εντολής τους που είχε να εξοφλήσει με το ποσό αυτό τις ανωτέρω οφειλές των πελατών των εγκαλούντων προς το ΙΚΑ και τα λοιπά ασφαλιστικά ταμεία, ιδιοποιήθηκε παράνομα το ως άνω ποσό των 195.718,60 ευρώ, ενσωματώνοντάς αυτό τμηματικά στην περιουσία της.". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Αθηνών, αφενός εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ.2 και του άρθρου 98 παρ.2 του Π.Κ., περί υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση που η αξία του αντικειμένου της υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, ανερχομένη στο συνολικό ποσό των 195.718,60 ευρώ στην οποία απέβλεπε η κατηγορουμένη, ενώ επίσης υπερέβη την εξουσία του, με το να κρίνει απαράδεκτη την ποινική διαδικασία, σύμφωνα με το άρθρο 464 ΠΚ και στη συνέχεια να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος της κατηγορουμένης λόγω της μη εμπρόθεσμης δήλωσης συνέχισης κατά το άρθρο 464 ΠΚ από τους δικαιούμενους να υποβάλουν αυτήν πελάτες του λογιστικού γραφείου των εγκαλούντων επαγγελματιών οικονομολόγων-λογιστών Λ. Γ. και Λ. Ε., και λόγω παραγραφής για την πελάτισσα εταιρία των εγκαλούντων με την επωνυμία "...", αντί να προχωρήσει στην κατ' ουσία εξέταση της υπόθεσης, εφόσον η από 29-10-2012 έγκληση των προαναφερομένων παθόντων Γ. Λ. και Ε. Λ., λογιστών-οικονομολόγων που διατηρούσαν το λογιστικό γραφείο, προσφέροντας λογιστικές και συναφείς υπηρεσίες στους πελάτες τους και αναλαμβάνοντας την διεκπεραίωση διαφόρων σχετικών υποχρεώσεων μεταξύ των οποίων και την πληρωμή των εισφορών των πελατών τους προς τα ασφαλιστικά ταμεία, για το σύνολο των υπεξαιρεθέντων από την υπάλληλό τους κατηγορουμένη χρηματικών ποσών, δηλαδή για το συνολικό ποσό των 195.718,60 ευρώ- που αφορά σε εισφορές προς τα ασφαλιστικά ταμεία των αναφερομένων 29 πελατών τους- και η δήλωση προς υποστήριξη της κατηγορίας, ήταν νομότυπη, αφού η ζημία που υπέστησαν οι εν λόγω επαγγελματίες λογιστές-οικονομολόγοι στο λογιστικό τους γραφείο δεν ήταν έμμεση αλλά άμεση συνέπεια της πράξεως της υπεξαιρέσεως από μέρους της κατηγορουμένης υπαλλήλου τους. Το γεγονός δε ότι τα χρήματα δεν ανήκαν κατά κυριότητα, στους εντολείς αυτούς που ως επαγγελματίες λογιστές-οικονομολόγοι διατηρούσαν το λογιστικό γραφείο, δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού οι τελευταίοι με την ιδιότητα του εντολοδόχου στην αρχική σύμβαση εντολής-παροχής υπηρεσιών, ευθύνονται έναντι του κυρίου των χρημάτων, δηλαδή όλων των πελατών του λογιστικού τους γραφείου, με ευθύνη προστήσαντος κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 922 ΑΚ, κατά την εκτέλεση της αρχικής εντολής, αλλά επιπλέον πλήττονται και αυτοτελώς με την τέλεση της ως άνω υπεξαιρέσεως, εκ μέρους της εργαζόμενής τους κατηγορουμένης Α. Π., που προσβάλλει την πίστη, το κύρος, την φήμη και την υπόληψη, την ποιότητα των υπηρεσιών και την αξιοπιστία τους οι οποίοι ως επαγγελματίες λογιστές οικονομολόγοι διατηρούσαν το εν λόγω λογιστικό γραφείο, κατά την εκτέλεση του έργου τους, ως φορέα παροχής λογιστικών και συναφών υπηρεσιών στους πελάτες τους. Ειδικότερα, η ζημία των ως άνω επαγγελματιών λογιστών-οικονομολόγων διατηρούντων λογιστικό γραφείο και παροχής συναφών υπηρεσιών σχετίζεται αφενός με τον αντίκτυπο που έχει η καταγγελλόμενη πράξη, που τέλεσε η κατηγορούμενη κατά την εκτέλεση της σχετικής εντολής προς παροχή των υπηρεσιών εκ μέρους του εν λόγω γραφείου ιδιοποιούμενη παράνομα συνολικά το χρηματικό ποσό των 195.718,60 ευρώ, στο οποίο απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις της ενσωματώνοντάς το τμηματικά στην περιουσία της, με το να εμφανίζονται έτσι ότι δεν ασκούν την εποπτεία που χρειάζεται επί των υπαλλήλων τους, δεδομένου του σκοπού του λογιστικού γραφείου ως φορέα εμπιστεύσεως των σχετικών λογιστικών υποθέσεών τους και ασφαλούς διεκπεραιώσεώς τους, αφετέρου δε με την άμεση υποχρέωση αποζημίωσης βάσει της μεταξύ αυτών και των πελατών του λογιστικού γραφείου τους σύμβασης, για την μη απόδοση του χρηματικού ποσού στα ασφαλιστικά ταμεία, που υπεξαιρέθηκε. Επομένως, οι προβληθέντες αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' ΚΠοινΔ, είναι βάσιμοι και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη με αριθμό 4834/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 4834/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ