ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1209/2024 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1209/2024 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1209/2024 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1209 / 2024    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1209/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου-Εισηγητή και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Ψύρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Ο. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ατσιό, για αναίρεση της αποφάσεως 43/2024 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την εταιρία "...", νομίμως εκπροσωπούμενη, με έδρα την Πτολεμάίδα, που δεν εμφανίστηκε.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ.4/2-5-2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 491/24.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση, με αριθμό πρωτ. 4/2024 αίτηση του αναιρεσείοντος, Α. Ο. του Δ., κατοίκου ..., με δήλωσή του ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, στις 2-5-2024, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 43/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. H συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρούσα και η υποστηρίζουσα την κατηγορία ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΤΕ.ΝΑ Ανώνυμη Τεχνική Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία, που εδρεύει στην ..., αφού αυτή κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την υπ' αριθμ. 491/2024 κλήση του, προκειμένου να παραστεί διά συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνία 22-5-2024 δύο αποδεικτικά επίδοσης του αρχιφύλακα Γ. Κ. προς την ίδια και τον νόμιμο αντίκλητό της Κωνσταντίνο Δημητρόπουλο, πλην όμως δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο τούτο (άρθρ. 515 παρ. 2 ΚΠΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ισχύοντος από την 1-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019), η οποία είναι επιεικέστερη έναντι της αντίστοιχης του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. α' του παλαιού Ποινικού Κώδικα, που ίσχυσε μέχρι την 30-6-2019, αφού με αυτήν απειλείται πλέον για την πλαστογραφία σε βαθμό πλημμελήματος ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο όριο, και, συνεπώς, είναι εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των έγγραφων συναλλαγών, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του θεσπιζόμενου μ` αυτήν εγκλήματος, το οποίο είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με τη θέση της υπογραφής του φερόμενου ως συντάκτη είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου, που φέρει μόνο την υπογραφή τρίτου), ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, έτσι ώστε ο αληθής εκδότης να μην συμπίπτει με τον φαινόμενο (Ολ. ΑΠ 3/2008, ΑΠ 403/2022), ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του με μεταβολή του τελευταίου, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη, την εξάλειψη ή την αντικατάσταση λέξεων, αριθμών, σημείων και άλλων στοιχείων του γνήσιου εγγράφου, αλλά και με περιορισμό του αρχικού περιεχομένου του, ώστε να μεταβάλλεται η αποδεικτική δύναμή του (ΑΠ 417/2022, ΑΠ 301/2022). Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση ή αποδοχή των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και, περαιτέρω, σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Έτσι, εκτός από τον σκοπό παραπλάνησης, που πρέπει να έχει ο δράστης, απαιτείται επιπλέον το πλαστό έγγραφο να μπορεί αντικειμενικά με τη χρήση του να παραπλανήσει άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να είναι πρόσφορο να παράγει έννομες συνέπειες, ενώ η επέλευση βλάβης στην περιουσία άλλου δεν αποτελεί στοιχείο του άνω εγκλήματος και τούτο διότι, η πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνήσιου εγγράφου) διαπλάθεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του ΠΚ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των έγγραφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (Ολ. ΑΠ 3/2008, ΑΠ 616/2023, ΑΠ 814/2022). Οι αναφερόμενες στο άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ έννομες συνέπειες μπορεί να αφορούν αυτόν που παραπλανάται ή τρίτο πρόσωπο, ενώ δεν απαιτείται να επήλθε πράγματι η επιδιωκόμενη παραπλάνηση (ΑΠ 419/2022, ΑΠ 1073/2021, ΑΠ 720/2020). Περαιτέρω, οι έννομες συνέπειες, που μπορεί να επέλθουν από την κατάρτιση ή νόθευση δεν συνάπτονται αναγκαίως και αναπόφευκτα με την αλήθεια ή μη του περιεχομένου του, αλλά αρκεί, για την κατάφαση του εν λόγω, τυπικού και αφηρημένης διακινδύνευσης, εγκλήματος, η δυνατότητα επέλευσης έννομων, κατά την προδιαληφθείσα έννοια, συνεπειών, καθόσον η αλήθεια ή μη του περιεχομένου του πλαστού εγγράφου δεν αποτελεί προσδιοριστικό στοιχείο της ποινικής τυποποίησης της συγκεκριμένης πράξης, ώστε να συναρτάται και με τις δυνάμενες να επέλθουν έννομες συνέπειες (ΑΠ 417/2022, ΑΠ 317/2015, 917/2014). Επομένως, δεν υφίσταται κατάρτιση πλαστού εγγράφου, από μόνο το γεγονός ότι στο έγγραφο, που υπογράφεται από τον εκδότη του και με το όνομά του, διαλαμβάνεται οποιοδήποτε αναληθές (ψευδές) περιεχόμενο (ΑΠ 208/2022, ΑΠ 1098/2017). Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρο 13 περ. γ` του ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία (ΑΠ 867/2021, ΑΠ 521/2021), μπορεί δε να είναι είτε δημόσιο είτε ιδιωτικό. Ειδικότερα, δημόσιο έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. γ' ΠΚ και 438 ΚΠολΔ, είναι το έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία, κατά τις από τον νόμο διαγραφόμενες διατυπώσεις, μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί. Εξάλλου, στην περίπτωση της κατάρτισης πλαστού εγγράφου, το πρόσωπο, στο όνομα του οποίου εκδόθηκε το έγγραφο, δηλαδή ο εκδότης του, δεν είναι απαραίτητο να υποδηλώνεται πάντοτε με την υπογραφή του, αλλά μπορεί να καθίσταται εμφανής από το περιεχόμενο του εγγράφου, ή να συνάγεται από το είδος ή από τα στοιχεία αυτού και γενικά από τις ειδικές περιστάσεις, που συνοδεύουν την έκδοση του εγγράφου (ΑΠ 238/2000). Στην εμφάνιση δε του εγγράφου, ως προερχομένου εκ μέρους άλλου προσώπου, υπάγεται και η περίπτωση, κατά την οποίαν το συνταχθέν έγγραφο υπογράφεται από κάποιο πρόσωπο με το αληθές όνομά του, αλλά κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να φαίνεται ότι άλλο είναι το πρόσωπο, το οποίον εξέδωσε το έγγραφο ή ότι έχει ιδιότητα, η οποία δεν αρμόζει σ' αυτό στην πραγματικότητα, δηλαδή, όταν το έγγραφο, που υπογράφει κάποιος με το όνομά του, το συνοδεύει με προσθήκη ικανή να προκαλέσει την εντύπωση ότι προέρχεται από άλλον. Τέτοια προσθήκη αποτελεί και η χρήση εντύπου κάποιας αρχής, όταν γίνεται για να φανεί ως εκδότης αυτή (ΑΠ 138/2014, ΑΠ 168/1994). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 982/2023, ΑΠ 777/2022, ΑΠ 910/2022). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. ΑΠ 1/2020, ΑΠ 806/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας, με την προαναφερόμενη υπ` αριθμ. 43/2024 απόφασή του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθείσα πρωτόδικη απόφαση, αναγνωσθέντα έγγραφα), δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η Ε. Ά. χήρα Κ. είχε ασκήσει σε βάρος της ανώνυμης τεχνικής εταιρίας "..." με έδρα την ..., ενώπιον του Ειρηνοδικείου Εορδαίας την υπ' αρ. κατ. 133/2012 αγωγή της με αντικείμενο την αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, μεταξύ άλλων, και για τη ζημία ύψους 13.000 ευρώ που (δήθεν) υπέστη από την καταστροφή υφιστάμενης επί του ακινήτου της γεώτρησης, εξαιτίας της απόθεσης αδρανών υλικών εκ μέρους της ενάγουσας (αναδόχου έργου μετακίνησης και απόθεσης υλικών, τέφρας και στερεών αποβλήτων). Στην ανωτέρω δίκη η εναγόμενη τεχνική εταιρεία άσκησε τη με αριθμ. κατ. 63/2013 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της. Κατά την εκδίκαση των ανωτέρω δικογράφων, τόσο ενώπιον του Ειρηνοδικείου, όσο και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, όπου εκδικάστηκε η με αριθμ. κατ. 14/2017 έφεση της ανωτέρω εταιρείας και οι με αριθμ. κατ. 11/2018 πρόσθετοι λόγοι αυτής κατά της εκδοθείσας με αριθμό 86/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Εορδαίας, η ανωτέρω διάδικος Ε. Ά. χήρα Κ. προσκόμισε προς απόδειξη της αγωγής της και ανταπόδειξης της εταιρείας, ένα άνευ ημερομηνίας έκδοσης και αριθμού πρωτοκόλλου έγγραφο της Διεύθυνσης Εγγείων Βελτιώσεων της Νομαρχίας Κοζάνης, από το οποίο προέκυπτε ότι δήθεν ο Ά. Κ., σύζυγος της ανωτέρω, διατηρούσε γεώτρηση. Από τα ρηθέντα, ωστόσο, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι το ανωτέρω έγγραφο ήταν πλαστό και κατασκευάστηκε εξαρχής από κοινού από τον κατηγορούμενο και τον πρωτοδίκως συγκατηγορούμενό του Ά. Τ. και κατόπιν συναπόφασής τους με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και δη προς επίρρωση των ισχυρισμών της συγκατηγορουμένης τους με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή της και να απορριφθεί η ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ανωτέρω εταιρείας. Ειδικότερα το ανωτέρω έγγραφο, το οποίο φέρει τη σφραγίδα της ομόρρυθμης εταιρείας με τη επωνυμία "...", η οποία φέρεται να κατασκεύασε τη γεώτρηση και της οποίας μοναδικά μέλη ήταν ο νυν κατηγορούμενος και ο συγκατηγορούμενός του Ά. Τ. και το οποίο (έγγραφο) φέρεται να υποβλήθηκε στο Γεωλογικό Τμήμα της Διεύθυνσης Εγγείων Βελτιώσεων της Νομαρχίας Κοζάνης, αποδείχθηκε ότι είναι πλαστό. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τη με αριθμ. πρωτ. 8006/548/24-1-2019 βεβαίωση της Π.Ε. Κοζάνης - Διεύθυνση Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής - Τμήμα Φυτικής και Ζωικής Παραγωγής, αφενός δεν υπάρχει καταγεγραμμένη γεώτρηση στο όνομα ‘Α. Κ., αλλά ούτε και στο όνομα ‘Α. Ε. στην περιοχή ..., στα αρχεία της ανωτέρω υπηρεσίας, αφετέρου δεν βρέθηκε φάκελος ανόρυξης γεώτρησης στα παραπάνω ονόματα. Εξάλλου το ανωτέρω έγγραφο αναγράφει ημερομηνίες έναρξης - λήξης ...-1990 έως ...-1990, ωστόσο η ανωτέρω εταιρεία με τη επωνυμία "..." συστάθηκε το έτος 1996, ήτοι σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο απ' αυτόν που φέρει το ανωτέρω έγγραφο και, συνεπώς, το ως άνω έγγραφο καταρτίστηκε μεταγενέστερα από τον κατηγορούμενο από κοινού με τον πρωτοδίκως συγκατηγορούμενό του. Ενισχυτικό της παραπάνω κρίσης του Δικαστηρίου είναι και το γεγονός ότι με την υπ' αριθμ. 82/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, που εκδίκασε, όπως προαναφέρθηκε, την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής της ανωτέρω τεχνικής εταιρείας κατά της 86/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Εορδαίας, δεν αποζημιώθηκε η τότε εφεσίβλητη Ε. ‘Α. χήρα Κ. για τη δήθεν καταστροφή της υφιστάμενης επί του ακινήτου της γεώτρησης, καθώς κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι ουδέποτε υπήρξε γεώτρηση στο ακίνητο της τότε ενάγουσας. Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που του αποδίδεται, ήτοι της παράβασης του άρθρου 216 παρ.1 και 2 ΠΚ του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, η οποία εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 ΠΚ, ως ευμενέστερη διάταξη, καθόσον με αυτήν προβλέπεται ποινή φυλάκισης χωρίς ελάχιστο όριο ενώ η προηγούμενη διάταξη προέβλεπε φυλάκιση τουλάχιστον 3 μηνών (ΑΠ 1458/2019), σύμφωνα και με όσα ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας". Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης, της πλαστογραφίας από κοινού (άρθρ. 45, 216 παρ. 1 του νέου ΠΚ) και του επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, που μετέτρεψε προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως, με το ακόλουθα διατακτικό: "....στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ενεργώντας από κοινού με τον πρωτοδίκως συγκατηγορούμενό του Ά. Τ. και κατόπιν συναπόφασης κατάρτισαν πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος με τον Ά. Τ. δημιούργησαν εξαρχής ένα άνευ ημερομηνίας έκδοσης και αριθμού πρωτοκόλλου έγγραφο της Διεύθυνσης Εγγείων Βελτιώσεων της Νομαρχίας Κοζάνης, από το οποίο προέκυπτε ότι δήθεν ο Ά. Κ., σύζυγος της πρωτοδίκως συγκατηγορουμένης τους ενάγουσας, διατηρούσε γεώτρηση. Το έγγραφο αυτό ήταν πλαστό και κατασκευάστηκε εξαρχής προς επίρρωση των ισχυρισμών της συγκατηγορουμένης τους με σκοπό να γίνει δεκτή καθ' ολοκληρίαν η υπ' αρ. κατ. 133/2012 αγωγή της ιδίας σε βάρος της ανωνύμου τεχνικής εταιρίας "..." με έδρα την ..., με αντικείμενο την αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, μεταξύ άλλων, και για τη ζημία ύψους 13.000 ευρώ που (δήθεν) υπέστη από την καταστροφή υφιστάμενης επί του ακινήτου της γεώτρησης εξαιτίας της απόθεσης αδρανών υλικών εκ μέρους της ενάγουσας (αναδόχου έργου μετακίνησης και απόθεσης υλικών, τέφρας και στέρεων αποβλήτων), και προς ανταπόδειξη της υπ' αρ. κατ. 63/2013 ανακοίνωσης δίκης - προσεπίκλησης - παρεμπίπτουσας αγωγής της ανωνύμου τεχνικής εταιρίας "..." με έδρα την Πτολεμαϊδα σε βάρος της ιδίας". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προδιαληφθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 και 216 παρ.1 του νέου ΠΚ, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, με ασαφή, εμφανίζουσα λογικά κενά αιτιολογία, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, γίνεται δεκτό ότι στο κριθέν ως πλαστό έγγραφο, φερόμενο ως εκδοθέν από τη Διεύθυνση Εγγείων Βελτιώσεων της Νομαρχίας Κοζάνης, δεν αναγραφόταν η ημερομηνία έκδοσής του, ούτε ο αριθμός πρωτοκόλλου του, ενώ υπήρχε σ' αυτό η σφραγίδα της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που φερόταν ότι είχε κατασκευάσει την επίμαχη γεώτρηση και της οποίας μέλη ήταν ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του Ά. Τ. Επίσης, έγινε δεκτό ότι το έγγραφο αυτό, που δεν αποτύπωνε την πραγματικότητα, καθώς ήταν προχρονολογημένο, αφού καταρτίσθηκε αρκετά χρόνια μετά την αναγραφόμενη σ' αυτό χρονική περίοδο ανόρυξης της γεώτρησης, η οποία (γεώτρηση) ουδέποτε υπήρξε, φέρεται να υποβλήθηκε στο Γεωλογικό Τμήμα της Διεύθυνσης Εγγείων Βελτιώσεων της Νομαρχίας Κοζάνης. Όμως, από τις ανωτέρω παραδοχές, για το επίμαχο έγγραφο, που φέρεται ως δημόσιο έγγραφο, εκδοθέν από τη Διεύθυνση Εγγείων Βελτιώσεων της Νομαρχίας Κοζάνης, α) δεν προκύπτει σε ποια θέση επί του εγγράφου βρισκόταν η σφραγίδα της εταιρείας με την επωνυμία "..." και τί έννοια έχει η ύπαρξη της σφραγίδας αυτής στο επίμαχο έγγραφο, που φέρεται εκδοθέν από τη Διεύθυνση Εγγείων Βελτιώσεων της Νομαρχίας Κοζάνης, β) δεν διευκρινίζεται αν το έγγραφο ήταν υπογεγραμμένο και από ποιον, γ) ενώ αναφέρεται ότι το έγγραφο φερόταν ως εκδοθέν από τη Διεύθυνση Εγγείων Βελτιώσεων της Νομαρχίας Κοζάνης, παράλληλα γίνεται δεκτό ότι αυτό είχε υποβληθεί στην ίδια υπηρεσία (στο Γεωλογικό Τμήμα της Διεύθυνσης Εγγείων Βελτιώσεων της Νομαρχίας Κοζάνης), δ) κατ' ουσία, η κρίση του Εφετείου για την πλαστότητα του εγγράφου προκύπτει από την παραδοχή της αναλήθειας αυτού, πλην όμως, όπως προεκτέθηκε, δεν υφίσταται κατάρτιση πλαστού εγγράφου, από μόνο το γεγονός ότι στο έγγραφο, που υπογράφεται από τον εκδότη του και με το όνομά του, διαλαμβάνεται οποιοδήποτε αναληθές (ψευδές) περιεχόμενο, ε) δεν προκύπτει εάν το επίμαχο, κριθέν ως πλαστό έγγραφο, που φέρεται ότι κατάρτισε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος μαζί με τον συγκατηγορούμενό του, ενόψει των ανωτέρω (μη αναγραφή σ' αυτό ημερομηνίας έκδοσης και αριθμού πρωτοκόλλου, ύπαρξη επ' αυτού σφραγίδας της ομόρρυθμης εταιρείας) και, γενικότερα, από όλες τις περιστάσεις, μπορούσε αντικειμενικά με τη χρήση του να παραπλανήσει άλλον και, συγκεκριμένα, αν ήταν δυνατό να θεωρηθεί ότι επρόκειτο για δημόσιο έγγραφο, προερχόμενο από τη Διεύθυνση Εγγείων Βελτιώσεων της Νομαρχίας Κοζάνης, Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση πλήττεται, κατά τις διατάξεις της περί ενοχής, ως στερούμενη της απαιτούμενης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσης, ένεκα ασαφειών και λογικών κενών ως προς τα πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων θεμελίωσε τα στοιχεία της ποινικής υπόστασης της ανωτέρω αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, είναι βάσιμοι, και πρέπει, κατά παραδοχή τους, να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Περαιτέρω, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ανωτέρω Δικαστήριο, που την εξέδωσε, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519, 522 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 43/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Οκτωβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή