ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 193/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 193/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 193/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 193 / 2026    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 193 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Διονυσία Νίκα, Παρασκευή Γρίβα και Γεώργιο Μικρούδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2026, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευστράτιου Παπαθανασόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ. , για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Κ. Χ. του Η. , κάτοικο ... , 2. Η. Δ. του Θ. , κάτοικο ... , 3. Ι. - Ι. Α. του Κ. , κάτοικο ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Διαλεκτή Κοτζαμανίδου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 274/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.

Με υποστηρίζοντα την κατηγορία R. A. του M. , κάτοικο ... , ο οποίος δεν εμφανίσθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικειό Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 29-8-2025 (κοινή) αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινομένη από 29-8-2025 (κοινή) αίτηση αναίρεσης των: Κ. Χ. του Η. , Η. Δ. του Θ. και Ι. - Ι. Α. του Κ. , κατά της υπ' αριθμ. ΑΤ 274/5-2-2025 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που καταχωρήθηκε στις 30-7-2025 (με αριθμό ...) καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την 8-9-2025 βεβαίωση της αρμοδίου γραμματέως - με την οποίαν καθένας από τους τρεις ως άνω εκκαλούντες - κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες καταδικάστηκε για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υποχρέους που τελέσθηκε με ενέργεια και παράλειψη κατά παραυτουργία και, αφού αναγνωρίσθηκε στον καθένα από αυτούς η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2, εδ. α' ΠΚ, ακολούθως επιβλήθηκε στον καθένα τους ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία - ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με σχετική προς τούτο δήλωση που έγινε για λογαριασμό τους από τον Δικηγόρο τους που παραστάθηκε στην συζήτηση της υπόθεσης στο ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που επιδόθηκε στις 1-9-2025 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (Αριθμ. Πρωτ: ...-2025), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 2, εδ. α', 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ, δεδομένου ότι η σχετική προθεσμία των είκοσι (20) ημερών για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης αναστέλλεται κατά το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου κατ' άρθρο 473 παρ. 4 ΚΠΔ.

Επί πλέον η αίτηση περιλαμβάνει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα ως προς την ενοχή τους για την παραπάνω αξιόποινη πράξη και στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ αντιστοίχως) και συνεπώς, θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των λόγων της. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι ο A. R. του M. , ο οποίος παραστάθηκε για την υποστήριξη της ως άνω κατηγορίας εις βάρος των προαναφερθέντων (τριών) εκκαλούντων - κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, δεν εμφανίσθηκε, παρότι κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, όπως προκύπτει από το 17-10-2025 αποδεικτικό επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ. , η συζήτηση όμως πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 515 παρ. 2 ΚΠΔ).

Με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-7-2019 (άρθρα δεύτερο του ως άνω νόμου και 460 του νέου ΠΚ) στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του οποίου ορίζεται: "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, προδήλως δε, είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος, ο οποίος με την εφαρμογή του, δηλαδή με βάση τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, επιφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Έτσι, είναι πλέον δυνατόν σε περίπτωση ισχύος περισσότερων του ενός νόμων από την τέλεση της πράξης μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της σχετικής υπόθεσης, το Δικαστήριο να εφαρμόζει επιλεκτικά κάποιες από τις επιμέρους ρυθμίσεις του ενός από τους ισχύσαντες νόμους και κάποιες από τις επιμέρους ρυθμίσεις του άλλου, εφόσον ο συνδυασμός αυτός στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί σε ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορούμενου. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων, που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου ΠΚ, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά, εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής και αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης ή κάθειρξης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, ενώ επί ίσων ποινών φυλάκισης ή κάθειρξης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή. Επίσης, επιεικέστερος είναι ο νόμος, ο οποίος δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίπτωση, υπό την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 567/2025) ή εκείνος ο οποίος καθιστά την πράξη ανέγκλητη ή που θεσπίζει την εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής ή την παραγραφή των ποινών. Επίσης, επιεικέστερος τυγχάνει ο νόμος όταν με σχετική διάταξη αυτού μεταβάλλεται το αξιόποινο μιας πράξης από κακούργημα σε πλημμέλημα, με αποτέλεσμα την ευμενέστερη μεταχείριση του δράστη ως προς την προβλεπόμενη ποινή, αλλά και τη σμίκρυνση του χρόνου παραγραφής (ΑΠ 567/2025, ΑΠ 1515/2024, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ (Ν. 4619/2019), η οποία, λόγω του ανωτάτου ορίου της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης του προϊσχύσαντος ΠΚ και εφαρμόσθηκε στην κρινόμενη υπόθεση, "Όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, "Από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται μεταξύ των άλλων: α) Να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μέτριος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και, κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της εξ αυτής ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, κατά το οποίο, "Όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή, ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση, η οποία επιφορτίζει τον υπαίτιο της παράλειψης με τη δημιουργία και τη διασφάλιση πραγματικής κατάστασης που εξυπηρετεί και διαφυλάσσει τα έννομα αγαθά που προσβάλλονται με την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, το οποίο πρέπει να αποτραπεί, συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και μπορεί να πηγάζει, α) από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου, β) από ειδική σχέση που δημιουργήθηκε είτε από σύμβαση είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, με την οποία ο υπαίτιος της παράλειψης αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον και γ) από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.

Στην περίπτωση αυτή πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης, να εκτίθενται, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι η νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, ενώ, εάν η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, δεν είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτής από ειδική διάταξη νόμου. Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που, από μόνη της ή μαζί με τη συμπεριφορά άλλου προσώπου, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα. Αρκεί δηλαδή, προς θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν για την πρόκλησή του συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως (λ.χ. αμέλεια του παθόντος ή τρίτου). Τούτο δε, διότι η κρατούσα στο ποινικό δίκαιο άποψη ακολουθεί τα πορίσματα της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων, υπό την παραλλαγή της ενεργού αιτίας, σε αντίθεση προς τη θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας, η οποία επικρατεί όσον αφορά την αστική ευθύνη. Στα δια παραλείψεως τελούμενα εγκλήματα, θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραλείψεως και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση, που, αν δεν είχε συντρέξει η αμελής συμπεριφορά (παράλειψη) του υπαιτίου, τότε με μεγάλη πιθανότητα (η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας) θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα. Έτσι, ευθύνη εκ παραλείψεως υπάρχει, όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν δυνατή κατά τους κανόνες της ανθρώπινης πείρας και λογικής η επέλευση του αποτελέσματος. Τυχόν συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του παθόντος ή τρίτου δεν αναιρεί την ύπαρξη αμέλειας του δράστη και την ποινική του ευθύνη, διακοπή δε της αιτιώδους συνάφειας υπάρχει μόνο στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες η παρεμβαλλόμενη συμπεριφορά του παθόντος ή τρίτου εξουδετερώνει και καθιστά ανενεργή την αρχική συμπεριφορά του δράστη.

Εξάλλου, λόγω της άνω διάκρισης της αμέλειας, κατά την έννοια του άρθρου 28 ΠΚ, σε μη συνειδητή και ενσυνείδητη, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει στην απόφασή του να εκθέτει με σαφήνεια ποιο από τα είδη της αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι, αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη αμέλειας, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και ιδρύεται ο από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, για εσφαλμένη εφαρμογή της, με παραβίασή της εκ πλαγίου, αφού η απόφαση στην περίπτωση αυτή στερείται νόμιμης βάσης (ΑΠ 849/2025, ΑΠ 567/2025, ΑΠ 532/2025 ΑΠ 316/2023, ΑΠ 316/2023).

Εξάλλου παραυτουργία υφίσταται όταν περισσότεροι στον ίδιο τόπο και χρόνο, διαπράττουν την ίδια πράξη, κατά το αντικειμενικό σκέλος της, δρώντας αυτοτελώς ο καθένας και χωρίς να υπάρχει κοινός δόλος και συναπόφαση για την τέλεσή της (ΑΠ 282/2024).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή. Δεν είναι όμως απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή από ποιά αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή. Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 1515/2024, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 457/2022).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 844/2024, ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 930/2022).

Στην κρινομένη υπόθεση το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία, την ανωμοτί κατάθεση του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας, που νομότυπα εξετάστηκε στο ακροατήριο, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που νομότυπα εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τα έγγραφα που νομότυπα αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης που νομότυπα εξετάστηκε στο ακροατήριο, τις απολογίες του πρώτου και του δεύτερου των εκκαλούντων - κατηγορουμένων και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι: Στον Πειραιά Αττικής στις 03/04/2018 και περί ώρα 14:30 οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι αν και ήταν υπόχρεοι λόγω του επαγγέλματός τους να καταβάλουν ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από συγκλίνουσα αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν και προκάλεσαν σωματική κάκωση άλλου, χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την πράξη τους αυτή. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος Κ. Χ. του Η. , υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΧΕ", ο δεύτερος εκκαλών - κατηγορούμενος Η. Δ. του Θ. , υπό την ιδιότητα του εργοδηγού της ανωτέρω εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΧΕ" και ο τρίτος εκκαλών - κατηγορούμενος Ι. - Ι. Α. του Κ. , υπό την ιδιότητα του οδηγού του αυτοκινούμενου μηχανήματος- φορτωτής τύπου MUSTANG 2109 της ανωτέρω εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΧΕ", από συγκλίνουσα αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, προκάλεσαν σωματική κάκωση του εργαζομένου και ήδη εγκαλούντος - παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας A. R. του M. , χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την πράξη τους αυτή. Ειδικότερα, η εταιρία με το διακριτικό τίτλο "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΤΕ", της οποίας Διευθύνοντες Σύμβουλοι και νόμιμοι εκπρόσωποι ήταν ο ήδη αποβιώσας στις ...-2020 Πρόεδρος του ΔΣ, Χ. Κ. του Λ. και ο Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. και νυν πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος Κ. Χ. του Η. , είχε αναλάβει ως υπεργολάβος την εκτέλεση του έργου "ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΦΡΕΑΤΙΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΟΠΤΙΚΩΝ ΙΝΩΝ" δυνάμει συμβάσεως με την εργολάβο εταιρία "ΙΝΤΡΑΚΑΤ Α.Ε." και στα πλαίσια εκτέλεσης του παραπάνω έργου, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο συνεργείο της προαναφερθείσας εταιρίας "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΤΕ", εκτελούσε εργασίες αποκατάστασης του οδοστρώματος επί της οδού ... , υπό την επίβλεψη και εποπτεία του επιβλέποντος μηχανικού και εργοδηγού και ήδη δεύτερου εκκαλούντος - κατηγορουμένου Η. Δ. του Θ. και συγκεκριμένα, οι εκτελούμενες εργασίες συνίσταντο στην κάλυψη μικρής τάφρου, βάθους 5 cm, που βρισκόταν στο δεξιό άκρο της άνω οδού και είχε ανοιχθεί για να τοποθετηθούν οπτικές ίνες της εταιρίας VODAFONE, τη βαφή της επικαλυφθείσας επιφάνειας της τάφρου με ασφαλτικό γαλάκτωμα (συγκολλητικό) για να δέσει η παλαιά άσφαλτος με την καινούργια και στην εν συνεχεία ασφαλτόστρωση της τάφρου.

Εξάλλου, για την εκτέλεση της εργασίας βαφής της τάφρου με το ασφαλτικό γαλάκτωμα, χρησιμοποιήθηκε αυτοκινούμενο μηχάνημα - φορτωτής τύπου MUSTANG 2109, από το οποίο κατ' εντολή του πρώτου εκκαλούντος - κατηγορουμένου είχε αφαιρεθεί ο κάδος φόρτωσης και στους βραχίονες ανύψωσης του φορτίου είχε αναρτηθεί ειδική φιάλη (κλειστό δοχείο) με το ασφαλτικό γαλάκτωμα, το οποίο έρρεε δι' ελευθέρου ροής μέσω διακόπτου ελέγχου της ροής (βάνα). Χειριστής του φορτωτή ήταν ο εργαζόμενος της υπεργολάβου εταιρίας και νυν τρίτος εκκαλών - κατηγορούμενος Ι. - Ι. Α. του Κ. και χειριστής της κατά τα ανωτέρω αναρτημένης στο φορτωτή και περιέχουσας το ασφαλτικό γαλάκτωμα, ειδικής φιάλης, ο επίσης εργαζόμενος της υπεργολάβου εταιρίας, και ήδη εγκαλών - παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας A. R. M. , ο οποίος, εκινείτο πεζός, εντός της ζώνης πρόσω πορείας του φορτωτή και σε μικρή απόσταση από αυτόν, για τις ανάγκες της ανατεθείσας και εκτελουμένης από αυτόν εργασίας και συγκεκριμένα, για να συγκρατεί σταθερή την ειδική φιάλη με το ασφαλτικό γαλάκτωμα προς αποφυγή ταλαντώσεων καθότι αυτή είχε αναρτηθεί από τους βραχίονες του φορτωτή με ιμάντες (αλυσίδες) και αιωρούνταν ελεύθερα και παράλληλα να χειρίζεται τις βάνες εκροής του ασφαλτικού γαλακτώματος για τη βαφή της τομής του οδοστρώματος που ευρίσκετο στο δεξιό άκρο της οδού, ενώ πίσω από το φορτωτή ακολουθούσαν οι εργαζόμενοι που έστρωναν πίσσα στην άσφαλτο, μεταξύ των οποίων και ο K. J. του M. Οι παραπάνω εργαζόμενοι είχαν επιλεγεί για την εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας από τον εργοδηγό και δεύτερο εκκαλούντα - κατηγορούμενο Η. Δ. , ο δε τρόπος εκτέλεσης της εργασίας ήταν απολύτως γνωστός στον προαναφερθέντα εργοδηγό, ο οποίος βρισκόταν στο εργοτάξιο και είχε άμεση εποπτεία και γνώση του τρόπου οργάνωσης και εκτέλεσης των εργασιών που εκτελούντο υπό τις οδηγίες και εντολές του, ως εκπροσώπου του προαναφερθέντος νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας.
Συνεπώς, αντί να ληφθούν οργανωτικά μέτρα από τον πρώτο εκκαλούντα - κατηγορούμενο νόμιμο εκπρόσωπο της εργοδότριας (υπεργολάβου) εταιρείας, αλλά και από τον δεύτερο εκκαλούντα - κατηγορούμενο εργοδηγό και εκπρόσωπο του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρίας στο εργοτάξιο, ώστε να αποφευχθεί η παρουσία πεζών εργαζομένων στην ζώνη εργασίας αυτοκινουμένων εξοπλισμών εργασίας και σε κάθε περίπτωση να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για την αποφυγή του τραυματισμού τους από τους εξοπλισμούς και να χρησιμοποιηθεί φορτηγό όχημα φέρον το δοχείο έγχυσης του γαλακτώματος στο οπίσθιο μέρος του πλαισίου αυτού και σταθερά εδραζόμενο επ' αυτού, ώστε να εξαλείφεται η απαίτηση συγκράτησης του δοχείου από τον εργαζόμενο, με τον τελευταίο να έπεται της κινήσεως του οχήματος, χωρίς να κινδυνεύει να παρασυρθεί από αυτό, από αμέλεια των ανωτέρω εκκαλούντων - κατηγορουμένων χρησιμοποιήθηκε φορτωτής, δηλαδή μηχάνημα έργων προορισμένο καταρχήν για μεταφορά υλικών ή προϊόντων εκσκαφής, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε υποστεί, αυτοσχέδια μετατροπή, ήτοι αφαίρεση του κάδου φόρτωσης και ανάρτηση της ειδικής φιάλης που περιείχε το ασφαλτικό γαλάκτωμα με ιμάντες και χωρίς να χρησιμοποιηθεί κάποιο ειδικό και πιστοποιημένο εξάρτημα κατάλληλο για την σταθερή και άνευ ταλαντώσεων ανάρτηση της περιέχουσας το ασφαλτικό γαλάκτωμα φιάλης, με αποτέλεσμα να απαιτείται η παρουσία εργαζομένου και εν προκειμένω του παθόντος, εντός της ζώνης πρόσθιας κίνησης του φορτωτή και σε πολύ μικρή απόσταση από τους εμπρόσθιους τροχούς του, προκειμένου αφενός να συγκροτεί με το ένα του χέρι το δοχείο με το ασφαλτικό γαλάκτωμα προς αποφυγή ταλαντώσεώς του και αφετέρου να χειρίζεται, με το άλλο χέρι του, τις βάνες εκροής του ασφαλτικού γαλακτώματος, πραγματοποιώντας τη βαφή του υπό ασφαλτόστρωση τμήματος του οδοστρώματος και μάλιστα χωρίς να προκύπτει η λήψη οποιοδήποτε άλλου μέτρου εκ μέρους των ως άνω εκκαλούντων - κατηγορουμένων για την αποφυγή του προφανούς και προβλέψιμου κινδύνου τραυματισμού του εργαζομένου από τους εξοπλισμούς εργασίας, ήτοι τον κινούμενο φορτωτή και το ελεύθερα αναρτημένο από αυτόν δοχείο ασφαλτικού γαλακτώματος. Ειδικότερα, ο φορτωτής χαρακτηρίζεται μηχάνημα έργου και ως χρήση του συγκεκριμένου μηχανήματος - φορτωτού νοείται: α) Μεταφορά χύδην γαιώδους υλικού (χώμα, βραχώδες), β) τροφοδοσία συγκροτημάτων παραγωγής σκυροδέματος ή ασφάλτου με αδρανή υλικά, ισοπέδωση, διαμόρφωση, καθαρισμός εδάφους, η δε χρήση του μηχανήματος πρέπει να είναι σύμφωνη με το εγχειρίδιο λειτουργίας αυτού, το οποίο εκδίδεται από τον κατασκευαστή του μηχανήματος και συνοδεύει αυτό και στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν προβλέπεται από τον κατασκευαστή η προσθήκη μηχανικού προσαρτήματος στον κύριο φορέα του μηχανήματος - φορτωτού, το οποίο δεν είναι κατασκευής τύπου MUSTANG ή εγκεκριμένο από την κατασκευάστρια MUSTANG, καθ' όσον στο εγχειρίδιο χρήσης του μηχανήματος MUSTANG 2109, αναφέρεται σαφώς ότι ο υποκείμενος φορτωτής είναι σχεδιασμένος με σκοπό να χρησιμοποιείται μόνον με μηχανικά προσαρτήματα τύπου MUSTANG ή πρόσθετα προσαρτήματα εγκεκριμένα από την κατασκευάστρια MUSTANG του φορτωτή και κατά συνέπεια η επίδικη χρήση δεν ήταν σύμφωνη με τον προορισμό του μηχανήματος καθ' όσον: α) Υπήρχε απόκλιση από την προβλεπόμενη χρήση του φορτωτή, β) το μηχανικό προσάρτημα, (δοχείο φέρον ασφαλτικό γαλάκτωμα επίστρωσης), με τον τρόπο που αναρτήθηκε στον φορτωτή δεν ήταν εγκεκριμένο από την κατασκευάστρια MUSTANG του φορτωτή, τόσο ως προς τον τρόπο προσαρμογής στον κύριο φορέα του φορτωτή μέσω ανάρτησης από ιμάντες με υποκείμενη την μάζα του δοχείου του ασφαλτικού σε ταλάντωση δίκην εκκρεμούς κατά την κίνηση του φορτωτού, όσον και ως προς την θέση του δοχείου στην πρόσθια πλευρά του φορτωτού, όπου απουσία ειδικών προστατευτικών διατάξεων (προφυλακτήρων), οι οποίοι να αποτρέπουν την τυχόν προσέγγιση του εργαζόμενου στο δοχείο, ώστε να υφίσταται ο κίνδυνος έκθεσης αυτού στην τροχιά κίνησης του φορτωτού προς τα πρόσω. Η εργοληπτική εταιρεία και ιδιοκτήτρια του μηχανήματος - φορτωτού θα έπρεπε να προβεί στην κατάθεση σχετικού φακέλου έγκρισης τύπου νέας χρήσης του φορτωτού, σύμφωνα με την Υ.Α. .../2016, εφ' όσον προέβη στην αλλαγή της χρήσης του συγκεκριμένου μηχανήματος, καθόσον η έγκριση τύπου εξασφαλίζει τον τεχνικό έλεγχο της συγκεκριμένης μετατροπής από αρμόδιο Μηχανολόγο μηχανικό ΠΕ ή ΤΕ, ο οποίος συντάσσει τεχνική έκθεση - υπεύθυνη δήλωση και αναλαμβάνει πλήρως την τεχνική ευθύνη για τα τεχνικά χαρακτηριστικά και την καταλληλότητα του μηχανήματος έργου μετά την μετατροπή αυτού ως προς την νέα χρήση μέσω μηχανικού προσαρτήματος και διάταξης προσαρμογής στον κύριο φορέα του φορτωτή (Υ.Α. .../2016, άρθρο 6 παρ. 3 εδ. 3. 4), διότι μόνον μέσω της ανωτέρω διαδικασίας η μετατροπή του συγκεκριμένου φορτωτού ως προς την νέα χρήση θα ήταν δόκιμη, δηλαδή αποδεκτή και αναγνωρισμένη, πιστοποιούμενη ως προς το αποτέλεσμα της εξασφάλισης της προστασίας των εμπλεκομένων εργαζομένων ως προς την πρόληψη του εργατικού ατυχήματος, σε συνδυασμό και με την κείμενη νομοθεσία (ΠΔ 89/1999, ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2, σημεία 2.2 και 2.3). Ακολούθως, περί ώρα 14.30 ο οδηγός του ανωτέρω μηχανήματος και νυν τρίτος εκκαλών - κατηγορούμενος από αδέξιο χειρισμό, πάτησε με τον εμπρόσθιο δεξιό τροχό του το δεξί πόδι του εγκαλούντος A. R. , με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του τελευταίου, ο οποίος υπέστη πολλαπλά κατάγματα δεξιού άκρου ποδός, ήτοι δεξιάς πτέρνας, δεξιού σκαφοειδούς, δεξιού 5ου μεταταρσίου και δεξιού έσω σφυρού, αντιμετωπισθέντα χειρουργικώς, με συνδυασμό εσωτερικής και εξωτερικής οστεοσυνθέσεως και χρήση μοσχευμάτων, συνεπεία των οποίων παρουσιάζει δυσκαμψία ποδοκνημικής και άλγος κατά τη βάδιση.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης σ' αυτούς πράξεως της σωματικής βλάβης εξ αμελείας από υπόχρεους τελεσθείσας κατά παραυτουργία". Ακολούθως το ίδιο (δευτεροβάθμιο) Δικαστήριο κήρυξε τους ως άνω τρεις εκκαλούντες - κατηγορουμένους (και ήδη αναιρεσείοντες), ενόχους με το ακόλουθο επί λέξει διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτούς ΕΝΟΧΟΥΣ ως πρωτοδίκως για την πράξη της ΣΩΜΑΤΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ ΑΠΟ ΑΜΕΛΕΙΑ ΑΠΟ ΥΠΟΧΡΕΟΥΣ ΔΙ' ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΩΣ ΤΕΛΕΣΘΕΙΣΑ ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΥΤΟΥΡΓΙΑ ήτοι του ότι: "Στον Πειραιά Αττικής στις 03/04/2018 και περί ώρα 14:30 αν και ήταν υπόχρεοι λόγω του επαγγέλματος τους να καταβάλουν ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από συγκλίνουσα αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν και προκάλεσαν σωματική κάκωση άλλου, χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την πράξη τους αυτή. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 42 §§ 1, 5, 6, 7 του Ν. 3850/2010 ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, να λαμβάνει στο πλαίσιο των ευθυνών του, τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων, να φροντίζει ώστε να προσαρμόζονται τα μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων και να επιδιώκει τη βελτίωση των υφιστάμενων καταστάσεων, να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και να εξασφαλίζει τη συντήρηση και την παρακολούθηση της ασφαλούς λειτουργίας μέσων και εγκαταστάσεων, ενεργώντας με βάση τις γενικές αρχές της αποφυγής των κινδύνων, της προσαρμογής της εργασίας στον άνθρωπο, ειδικότερα όσον αφορά τη διαμόρφωση των θέσεων εργασίας, καθώς και την επιλογή των εξοπλισμών εργασίας και των μεθόδων εργασίας και παραγωγής και της αντικατάστασης του επικινδύνου από το μη επικίνδυνο ή το λιγότερο επικίνδυνο.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του Π.Δ. 395/1994, ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε ο εξοπλισμός εργασίας, δηλαδή κάθε μηχανή, συσκευή, εργαλείο ή εγκατάσταση που χρησιμοποιείται κατά την εργασία, που τίθεται στη διάθεση των εργαζομένων να είναι κατάλληλος για την προς εκτέλεση εργασία ή κατάλληλα προσαρμοσμένος προς το σκοπό αυτό, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίησή του.

Κατά δε την επιλογή του εξοπλισμού εργασίας που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί, ο εργοδότης λαμβάνει υπ' όψη τις ειδικές συνθήκες και τα χαρακτηριστικά της εργασίας, τους κινδύνους που υπάρχουν στην επιχείρηση ή και την εγκατάσταση, ιδίως στις θέσεις εργασίας, για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, τους κινδύνους που ενδέχεται να προστεθούν λόγω της χρησιμοποίησης του εν λόγω εξοπλισμού εργασίας καθώς και έγγραφη γνώμη του τεχνικού ασφάλειας. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 9 Παρ. 1, παρ. 2.18 του Π.Δ. 395/1994 όπ. τροπ. με άρθρο 2 § 7 Π.Δ. 89/1999, ο εξοπλισμός εργασίας δεν μπορεί να χρησιμοποιείται παρά μόνο για εργασίες και υπό συνθήκες για τις οποίες είναι κατάλληλος, ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 Παρ. II παρ. 2.1, 2.2 και 2.3 του Π.Δ. 395/1994 όπ. συμπλ με άρθρ. 2 § 7 Π.Δ. 89/1999 επιβάλλεται η οδήγηση και χειρισμός των αυτοκινούμενων εξοπλισμών εργασίας να ανατίθεται σε άτομα τα οποία έχουν την απαιτούμενη άδεια σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία (παρ. 2.1), εάν ένας εξοπλισμός εργασίας κινείται μέσα σε ζώνη εργασίας, να θεσπίζονται και να εφαρμόζονται κατάλληλοι κανόνες ασφαλούς κυκλοφορίας (παρ. 2.2) και να λαμβάνονται οργανωτικά μέτρα ώστε να αποφεύγεται η παρουσία πεζών εργαζομένων στη ζώνη εργασίας αυτοκινούμενων εξοπλισμών εργασίας, ενώ εάν επιβάλλεται η παρουσία πεζών εργαζομένων για την καλή εκτέλεση των εργασιών, πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα για την αποφυγή του τραυματισμού τους από τους εξοπλισμούς (2.3). Στο άρθρο 12 Παρ. IV Μέρος Β Τμ. II περ. 7.3 και 9-Ι.γ του Π.Δ. 305/1996 ορίζεται ότι στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια, δηλαδή σε αυτά όπου πραγματοποιούνται εργασίες οικοδομικές ή και πολιτικού μηχανικού και γενικά τεχνικό έργο, προβλέπεται ότι οι συσκευές ανύψωσης, καθώς και τα εξαρτήματά τους, δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους για τους οποίους προορίζονται σύμφωνα με τις εγκρίσεις που απαιτούνται από την ισχύουσα νομοθεσία (περ. 7.3), καθώς και ότι οι εγκαταστάσεις, οι μηχανές και ο εξοπλισμός, συμπεριλαμβανομένων και των μηχανοκινήτων ή μη εργαλείων χειρός πρέπει να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την εργασία για την οποία προορίζονται (περ. 9.1.γ).

Περαιτέρω, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ενεργειών προς αποτροπή κινδύνων ζωής ή υγείας των εργαζομένων μπορεί να υπέχει και ο εργοδηγός, αναλόγως των καθηκόντων και ευθυνών που του έχουν ανατεθεί από τον εργοδότη σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας του, αλλά και τις δοθείσες από τον εργοδότη οδηγίες αναφορικά με την εκτέλεση του έργου και ιδίως εάν έχει οριστεί ως επιβλέπων μηχανικός, οπότε υποχρεούται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 §§ 3, 4, 5 του Ν. 1396/1983, να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας και να δίνει τις σχετικές οδηγίες, να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται ή ως εκπρόσωπος του εργοδότη στο εργοτάξιο, υπεύθυνος για τη διαρκή επίβλεψη και επιμέλεια της εφαρμογής των μέτρων ασφαλείας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 § 1 του Π.Δ. 1073/1981 ή είναι υπεύθυνος για την οργάνωση του εργοταξίου και του τρόπου εκτέλεσης των εργασιών. Τέλος, ο χειριστής αυτοκινούμενου μηχανήματος έργων είναι εκ του νόμου υπόχρεος σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή αφενός ως οδηγός και αφετέρου λόγω του επαγγέλματός του, καθότι η οδήγηση και ο χειρισμός τέτοιων μηχανημάτων, λόγω του όγκου τους, της μεγάλης ιπποδύναμής τους και της φύσης των εκτελουμένων με αυτά εργασιών εμπεριέχει αυξημένους κινδύνους πρόκλησης σοβαρού ατυχήματος σε περίπτωση εσφαλμένου ή αμελούς χειρισμού. Επιπροσθέτως, ο χειριστής μηχανήματος έργου, όπως και κάθε άλλος εργαζόμενος, έχει και την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αποτροπής κινδύνων για την ασφάλεια και την υγεία των λοιπών εργαζομένων στο ίδιο εργοτάξιο, που πηγάζει από τη διάταξη του άρθρου 114 § 5 του Π.Δ. 1073/1981, σύμφωνα με το οποίο έκαστος εργαζόμενος πρέπει να εφαρμόζει μεθόδους εργασίας ασφαλείς, να λαμβάνει τας απαραιτήτους προφυλάξεις δια την προσωπική του ασφάλεια και δια την ασφάλεια οιουδήποτε άλλου ατόμου και να απέχει από οιανδήποτε πράξη η οποία ενδέχεται να θέση εις κίνδυνος τον ίδιον ή οιονδήποτε άλλον άτομο. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος Κ. Χ. του Η. , υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΧΕ", ο δεύτερος εκκαλών - κατηγορούμενος Η. Δ. του Θ. , υπό την ιδιότητα του εργοδηγού της ανωτέρω εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΧΕ" και ο τρίτος εκκαλών - κατηγορούμενος Ι. - Ι. Α. του Κ. , υπό την ιδιότητα του οδηγού του αυτοκινούμενου μηχανήματος - φορτωτή τύπου MUSTANG 2109 της ανωτέρω εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΧΕ", από συγκλίνουσα αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, προκάλεσαν σωματική κάκωση του εργαζομένου και ήδη εγκαλούντος - παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας A. R. του M. , χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την πράξη τους αυτή. Ειδικότερα, η εταιρία με το διακριτικό τίτλο "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΤΕ", της οποίας Διευθύνοντες Σύμβουλοι και νόμιμοι εκπρόσωποι ήταν ο ήδη αποβιώσας στις ...-2020 Πρόεδρος του ΔΣ, Χ. Κ. του Λ. και ο Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. και νυν πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος Κ. Χ. του Η. , είχε αναλάβει ως υπεργολάβος την εκτέλεση του έργου "ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΦΡΕΑΤΙΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΟΠΤΙΚΩΝ ΙΝΩΝ", δυνάμει συμβάσεως με την εργολάβο εταιρία "ΙΝΤΡΑΚΑΤ Α.Ε." και στα πλαίσια εκτέλεσης του παραπάνω έργου, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο συνεργείο της προαναφερθείσας εταιρίας "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΤΕ", εκτελούσε εργασίες αποκατάστασης του οδοστρώματος επί της οδού ... , υπό την επίβλεψη και εποπτεία του επιβλέποντος μηχανικού και εργοδηγού και ήδη δεύτερου εκκαλούντος - κατηγορουμένου Η. Δ. του Θ. και συγκεκριμένα, οι εκτελούμενες εργασίες συνίσταντο στην κάλυψη μικρής τάφρου, βάθους 5 cm, που βρισκόταν στο δεξιό άκρο της άνω οδού και είχε ανοιχθεί για να τοποθετηθούν οπτικές ίνες της εταιρίας VODAFONE, τη βαφή της επικαλυφθείσας επιφάνειας της τάφρου με ασφαλτικό γαλάκτωμα (συγκολλητικό) για να δέσει η παλαιά άσφαλτος με την καινούργια και στην εν συνεχεία ασφαλτόστρωση της τάφρου.

Εξάλλου, για την εκτέλεση της εργασίας βαφής της τάφρου με το ασφαλτικό γαλάκτωμα, χρησιμοποιήθηκε αυτοκινούμενο μηχάνημα - φορτωτής τύπου MUSTANG 2109, από το οποίο κατ' εντολή του πρώτου εκκαλούντος - κατηγορουμένου είχε αφαιρεθεί ο κάδος φόρτωσης και στους βραχίονες ανύψωσης του φορτίου είχε αναρτηθεί ειδική φιάλη (κλειστό δοχείο) με το ασφαλτικό γαλάκτωμα, το οποίο έρρεε δι' ελευθέρου ροής μέσω διακόπτου ελέγχου της ροής (βάνα). Χειριστής του φορτωτή ήταν ο εργαζόμενος της υπεργολάβου εταιρίας και νυν τρίτος εκκαλών - κατηγορούμενος Ι. - Ι. Α. του Κ. και χειριστής της κατά τα ανωτέρω αναρτημένης στο φορτωτή και περιέχουσας το ασφαλτικό γαλάκτωμα, ειδικής φιάλης, ο επίσης εργαζόμενος της υπεργολάβου εταιρίας, και ήδη εγκαλών - παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας A. R. του M. , ο οποίος, εκινείτο πεζός, εντός της ζώνης πρόσω πορείας του φορτωτή και σε μικρή απόσταση από αυτόν, για τις ανάγκες της ανατεθείσας και εκτελουμένης από αυτόν εργασίας και συγκεκριμένα, για να συγκρατεί σταθερή την ειδική φιάλη με το ασφαλτικό γαλάκτωμα προς αποφυγή ταλαντώσεων καθότι αυτή είχε αναρτηθεί από τους βραχίονες του φορτωτή με ιμάντες (αλυσίδες) και αιωρούνταν ελεύθερα και παράλληλα να χειρίζεται τις βάνες εκροής του ασφαλτικού γαλακτώματος για τη βαφή της τομής του οδοστρώματος που ευρίσκετο στο δεξιό άκρο της οδού, ενώ πίσω από το φορτωτή ακολουθούσαν οι εργαζόμενοι που έστρωναν πίσσα στην άσφαλτο, μεταξύ των οποίων και ο K. J. του M. Οι παραπάνω εργαζόμενοι είχαν επιλεγεί για την εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας από τον εργοδηγό και δεύτερο εκκαλούντα - κατηγορούμενο Η. Δ. , ο δε τρόπος εκτέλεσης της εργασίας ήταν απολύτως γνωστός στον προαναφερθέντα εργοδηγό, ο οποίος βρισκόταν στο εργοτάξιο και είχε άμεση εποπτεία και γνώση του τρόπου οργάνωσης και εκτέλεσης των εργασιών που εκτελούντο υπό τις οδηγίες και εντολές του, ως εκπροσώπου του προαναφερθέντος νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας.
Συνεπώς, αντί να ληφθούν οργανωτικά μέτρα από τον πρώτο εκκαλούντα - κατηγορούμενο, νόμιμο εκπρόσωπο της εργοδότριας (υπεργολάβου) εταιρείας, αλλά και από τον δεύτερο εκκαλούντα - κατηγορούμενο εργοδηγό και εκπρόσωπο του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρίας στο εργοτάξιο, ώστε να αποφευχθεί η παρουσία πεζών εργαζομένων στην ζώνη εργασίας αυτοκινουμένων εξοπλισμών εργασίας και σε κάθε περίπτωση να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για την αποφυγή του τραυματισμού τους από τους εξοπλισμούς και να χρησιμοποιηθεί φορτηγό όχημα φέρον το δοχείο έγχυσης του γαλακτώματος στο οπίσθιο μέρος του πλαισίου αυτού και σταθερά εδραζόμενο επ' αυτού, ώστε να εξαλείφεται η απαίτηση συγκράτησης του δοχείου από τον εργαζόμενο, με τον τελευταίο να έπεται της κινήσεως του οχήματος, χωρίς να κινδυνεύει να παρασυρθεί από αυτό, από αμέλεια των ανωτέρω εκκαλούντων - κατηγορουμένων χρησιμοποιήθηκε φορτωτής, δηλαδή μηχάνημα έργων προορισμένο καταρχήν για μεταφορά υλικών ή προϊόντων εκσκαφής, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε υποστεί, αυτοσχέδια μετατροπή, ήτοι αφαίρεση του κάδου φόρτωσης και ανάρτηση της ειδικής φιάλης που περιείχε το ασφαλτικό γαλάκτωμα με ιμάντες και χωρίς να χρησιμοποιηθεί κάποιο ειδικό και πιστοποιημένο εξάρτημα κατάλληλο για την σταθερή και άνευ ταλαντώσεων ανάρτηση της περιέχουσας το ασφαλτικό γαλάκτωμα φιάλης, με αποτέλεσμα να απαιτείται η παρουσία εργαζομένου και εν προκειμένω του παθόντος, εντός της ζώνης πρόσθιας κίνησης του φορτωτή και σε πολύ μικρή απόσταση από τους εμπρόσθιους τροχούς του, προκειμένου αφενός να συγκρατεί με το ένα του χέρι το δοχείο με το ασφαλτικό γαλάκτωμα προς αποφυγή ταλαντώσεώς του και αφετέρου να χειρίζεται, με το άλλο χέρι του, τις βάνες εκροής του ασφαλτικού γαλακτώματος, πραγματοποιώντας τη βαφή του υπό ασφαλτόστρωση τμήματος του οδοστρώματος και μάλιστα χωρίς να προκύπτει η λήψη οποιοδήποτε άλλου μέτρου εκ μέρους των ως άνω εκκαλούντων - κατηγορουμένων για την αποφυγή του προφανούς και προβλέψιμου κινδύνου τραυματισμού του εργαζομένου από τους εξοπλισμούς εργασίας, ήτοι τον κινούμενο φορτωτή και το ελεύθερα αναρτημένο από αυτόν δοχείο ασφαλτικού γαλακτώματος. Ειδικότερα, ο φορτωτής χαρακτηρίζεται μηχάνημα έργου και ως χρήση του συγκεκριμένου μηχανήματος - φορτωτού νοείται: α) Μεταφορά χύδην γαιώδους υλικού (χώμα, βραχώδες), β) τροφοδοσία συγκροτημάτων παραγωγής σκυροδέματος ή ασφάλτου με αδρανή υλικά, ισοπέδωση, διαμόρφωση, καθαρισμός εδάφους, η δε χρήση του μηχανήματος πρέπει να είναι σύμφωνη με το εγχειρίδιο λειτουργίας αυτού, το οποίο εκδίδεται από τον κατασκευαστή του μηχανήματος και συνοδεύει αυτό και στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν προβλέπεται από τον κατασκευαστή η προσθήκη μηχανικού προσαρτήματος στον κύριο φορέα του μηχανήματος - φορτωτού, το οποίο δεν είναι κατασκευής τύπου MUSTANG ή εγκεκριμένο από την κατασκευάστρια MUSTANG, καθ' όσον στο εγχειρίδιο χρήσης του μηχανήματος MUSTANG 2109, αναφέρεται σαφώς ότι ο υποκείμενος φορτωτής είναι σχεδιασμένος με σκοπό να χρησιμοποιείται μόνον με μηχανικά προσαρτήματα τύπου MUSTANG ή πρόσθετα προσαρτήματα εγκεκριμένα από την κατασκευάστρια MUSTANG του φορτωτή και κατά συνέπεια η επίδικη χρήση δεν ήταν σύμφωνη με τον προορισμό του μηχανήματος καθ' όσον: α) Υπήρχε απόκλιση από την προβλεπόμενη χρήση του φορτωτή, β) το μηχανικό προσάρτημα, (δοχείο φέρον ασφαλτικό γαλάκτωμα επίστρωσης), με τον τρόπο που αναρτήθηκε στον φορτωτή δεν ήταν εγκεκριμένο από την κατασκευάστρια MUSTANG του φορτωτή, τόσο ως προς τον τρόπο προσαρμογής στον κύριο φορέα του φορτωτή μέσω ανάρτησης από ιμάντες με υποκείμενη την μάζα του δοχείου του ασφαλτικού σε ταλάντωση δίκην εκκρεμούς κατά την κίνηση του φορτωτού, όσον και ως προς την θέση του δοχείου στην πρόσθια πλευρά του φορτωτού, όπου απουσία ειδικών προστατευτικών διατάξεων (προφυλακτήρων), οι οποίοι να αποτρέπουν την τυχόν προσέγγιση του εργαζόμενου στο δοχείο, ώστε να υφίσταται ο κίνδυνος έκθεσης αυτού στην τροχιά κίνησης του φορτωτού προς τα πρόσω. Η εργοληπτική εταιρεία και ιδιοκτήτρια του μηχανήματος - φορτωτού θα έπρεπε να προβεί στην κατάθεση σχετικού φακέλου έγκρισης τύπου νέας χρήσης του φορτωτού, σύμφωνα με την Υ.Α. .../2016, εφ' όσον προέβη στην αλλαγή της χρήσης του συγκεκριμένου μηχανήματος, καθόσον η έγκριση τύπου εξασφαλίζει τον τεχνικό έλεγχο της συγκεκριμένης μετατροπής από αρμόδιο Μηχανολόγο μηχανικό ΠΕ ή ΤΕ, ο οποίος συντάσσει τεχνική έκθεση - υπεύθυνη δήλωση και αναλαμβάνει πλήρως την τεχνική ευθύνη για τα τεχνικά χαρακτηριστικά και την καταλληλότητα του μηχανήματος έργου μετά την μετατροπή αυτού ως προς την νέα χρήση μέσω μηχανικού προσαρτήματος και διάταξης προσαρμογής στον κύριο φορέα του φορτωτή (Υ.Α. .../2016, άρθρο 6 παρ. 3 εδ. 3.4), διότι μόνον μέσω της ανωτέρω διαδικασίας η μετατροπή του συγκεκριμένου φορτωτού ως προς την νέα χρήση θα ήταν δόκιμη, δηλαδή αποδεκτή και αναγνωρισμένη, πιστοποιούμενη ως προς το αποτέλεσμα της εξασφάλισης της προστασίας των εμπλεκομένων εργαζομένων ως προς την πρόληψη του εργατικού ατυχήματος, σε συνδυασμό και με την κείμενη νομοθεσία (Π.Δ. 89/1999, ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2, σημεία 2.2 και 2.3). Ακολούθως, περί ώρα 14.30 ο οδηγός του ανωτέρω μηχανήματος και νυν τρίτος εκκαλών - κατηγορούμενος από αδέξιο χειρισμό, πάτησε με τον εμπρόσθιο δεξιό τροχό του το δεξί πόδι του εγκαλούντος A. R. , με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του τελευταίου, ο οποίος υπέστη πολλαπλά κατάγματα δεξιού άκρου ποδός, ήτοι δεξιάς πτέρνας, δεξιού σκαφοειδούς, δεξιού 5ου μεταταρσίου και δεξιού έσω σφυρού, αντιμετωπισθέντα χειρουργικώς, με συνδυασμό εσωτερικής και εξωτερικής οστεοσυνθέσεως και χρήση μοσχευμάτων, συνεπεία των οποίων παρουσιάζει δυσκαμψία ποδοκνημικής και άλγος κατά τη βάδιση".

Με τους δύο συνεξεταζόμενους αναιρετικούς λόγους της κρινομένης αίτησης ο καθένας από τους προαναφερθέντες τρεις αναιρεσείοντες ισχυρίζεται ότι η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του για την παραπάνω αξιόποινη πράξη και ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των προαναφερθέντων άρθρων 314 παρ. 1 εδ. α', 15 και 28 ΠΚ και προσάπτει σ' αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) τις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, απορρέουσες πλημμέλειες, δηλαδή της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των προαναφερθέντων άρθρων. Με τις ανωτέρω παραδοχές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού αυτής, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος εγκλήματος, της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υποχρέους που τελέσθηκε με ενέργεια και παράλειψη κατά παραυτουργία, για το οποίο καταδικάσθηκαν και οι τρεις εκκαλούντες - κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία βασίσθηκε η καταφατική για την ενοχή του κρίση του, καθώς και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους αυτά υπήχθησαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 314 παρ. 1 εδ. α', 15 και 28 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, ώστε η απόφαση να στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα (δηλαδή, η ανωμοτί κατάθεση του παρασταθέντος προς υποστήριξη της κατηγορίας, οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα έγγραφα που νομότυπα αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και οι απολογίες των παρασταθέντων δύο πρώτων των εκκαλούντων - κατηγορουμένων και ήδη δύο πρώτων των αναιρεσειόντων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται, κατά νόμο, αναγκαία η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τί ακριβώς προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική τους εκτίμηση, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα.

Περαιτέρω, όπως διαπιστώνεται από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που προκύπτουν από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διαλαμβάνονται σ' αυτή ο τρόπος και οι συνθήκες τελέσεως του ως άνω αδικήματος, αφού γίνεται αναλυτική αναφορά της επιδειχθείσας από τον καθένα από τους εκκαλούντες - κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες, παράνομης συμπεριφοράς, αλλά και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και της προκληθείσας σωματικής βλάβης του προαναφερθέντος παθόντος A. R. του M. και συγκεκριμένα: α) Αιτιολογούνται ειδικά και εμπεριστατωμένα, η επιδειχθείσα αμελής (παραυτουργική) συμπεριφορά του καθενός από τους ως άνω τρεις εκκαλούντες - κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες, η ιδιότητά τους και η εξ αιτίας αυτής υποχρέωση του καθενός από αυτούς για την λήψη των προβλεπομένων, κατάλληλων, επιβεβλημένων και ενδεδειγμέων μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση του παραπάνω έργου, που όμως τελικώς δεν φρόντισαν να ληφθούν, οι συνθήκες, τα αίτια και η πρόκληση της σωματικής βλάβης που προκλήθηκε, β) προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας, που συνέτρεξε στην κρινόμενη υπόθεση (μη συνειδητή αμέλεια) και αιτιολογείται και εξειδικεύεται αναλυτικώς η επιδειχθείσα παράνομη συμπεριφορά του καθενός από αυτούς που οδήγησε στον τραυματισμό του ως άνω παθόντος, αλλά και ο αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην αμελή συμπεριφορά τους και στο επελθόν αποτέλεσμα, της σωματικής βλάβης του εν λόγω παθόντος - υποστηρίζοντος την εις βάρος τους κατηγορία, που δεν διακόπηκε εξ ιδίας ευθύνης του παθόντος, όπως (αβάσιμα) ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες. και γ) αναφέρονται οι νομικές διατάξεις, από τις οποίες απέρρεε η ιδιαίτερη υποχρέωση εκάστου των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων να λάβουν όλα τα απαιτούμενα και προσδιοριζόμενα μέτρα ασφάλειας για την προστασία της σωματικής ακεραιότητας του παθόντος, ώστε να παρεμποδιστεί το ζημιογόνο αποτέλεσμα του τραυματισμού του. Η (ειδικότερη) αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς την ενοχή τους για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, καθ' όσον στο σχετικό σκεπτικό της επαναλαμβάνεται το διατακτικό της, είναι αβάσιμη, δεδομένου ότι στην περίπτωση κατά την οποία το διατακτικό της απόφασης, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιλαμβάνει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, όπως συμβαίνει στην κρινόμενη υπόθεση, καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της (ΑΠ 1274/2022).

Περαιτέρω, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, αφ' ενός μεν, τις υπ' αριθμ. ... , ... και ... εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, οι οποίες ως ιδιωτικές πραγματογνωμοσύνες αποτελούν έγγραφα και ως εκ τούτου δεν χρειάζονταν να αναφερθούν ιδιαίτερα στο σχετικό σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 827/2023, ΑΠ 1068/2022, ΑΠ 56/2020), αφ' ετέρου δε, τα από 7-3-2019 και 26-9-2018 έγγραφα (βλ. σελ. 51 της προσβαλλόμενης απόφασης με αριθμ. 18 και 19 αντιστοίχως) και επί πλέον, την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα υπεράσπισης Α. Τ. (βλ. σελ. 51 επ. της προσβαλλομένης απόφασης), καθώς επίσης και την ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη που συνέταξε ο Θ. Ν. , που σημειωτέον τυγχάνει αναγνωστέο έγγραφο της πρωτοβάθμιας υπ' αριθμ. ΑΜ 2750/15-5-2024 απόφασης του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, η οποία (απόφαση) αναγνώστηκε στο σύνολό της (βλ. σελ. 50 της προσβαλλόμενης απόφασης), ενώ παράλληλα, ο προαναφερθείς (Τεχνικός Επιθεωρητής) Θ. Ν. εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας κατηγορίας στο προαναφερθέν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας (βλ. σελ. 20 επ. της προσβαλλομένης απόφασης). Οι εμπεριεχόμενες εξάλλου υπόλοιπες σχετικές με την εις βάρος τους κατηγορία, αιτιάσεις του καθενός από τους τρεις αναιρεσείοντες, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων προς το αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης, είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττουν την ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Επομένως, αμφότεροι οι προαναφερθέντες αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης, η από 29-8-2025 (κοινή) αίτηση αναίρεσης των: Κ. Χ. του Η. , Η. Δ. του Θ. και Ι. - Ι. Α. του Κ. , κατά της υπ' αριθμ. ΑΤ 274/2025 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί καθένας από τους τρεις αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 577 παρ. 2, περ. α' και 578 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-8-2025 (κοινή) αίτηση των: Κ. Χ. του Η. , Η. Δ. του Θ. και Ι. - Ι. Α. του Κ. , για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΑΤ 274/2025 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ καθέναν από τους ως άνω τρεις αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας, ποσού οχτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2026.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή