ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 195/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 195/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 195/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 195 / 2026    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 195/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνa Κουτσοχρήστο- Εισηγητή, Διονυσία Νίκα, Παρασκευή Γρίβα και Γεώργιο Μικρούδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2026, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευστράτιου Παπαθανασόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου T. E. ή E. του M. , ήδη κρατούμενου στο ΚΚ Κέρκυρας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Ζαχαράκη, ο οποίος διορίστηκε συνήγορος υπεράσπισης του με την υπ’ αριθμ. 1204/2025 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της υπ' αριθ. 279, 538/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 29-9-2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον διορισθέντα με απόφαση συνήγορο υπεράσπισης του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 29-9-2025 αίτηση αναίρεσης του (επ) T. (ον) E. ή E. του M. , κατά της υπ' αριθμ. 279, 538/10-2-2025 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία στις 15-9-2025 καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου ποινικού Δικαστηρίου - με την οποίαν αυτός καταδικάσθηκε για τις αξιόποινες πράξεις της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συναυτουργία, της απόπειρας ληστείας από κοινού και κατά συρροή και της παράνομης οπλοφορίας και επιβλήθηκε σ' αυτόν για την πρώτη πράξη, δηλαδή της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συναυτουργία, ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, για την δεύτερη πράξη, ήτοι της απόπειρας ληστείας από κοινού και κατά συρροή, ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών για καθέναν από τους τρεις (3) παθόντες και για την τρίτη πράξη, της παράνομης οπλοφορίας, ποινή φυλάκισης οχτώ (8) μηνών και χρηματική ποινή χιλίων ευρώ (1.000,00 Ευρώ), ενώ ακολούθως καθορίσθηκε εις βάρος του συνολική ποινή κάθειρξης εννέα (9) ετών και δέκα (10) μηνών - ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως για λογαριασμό του με σχετική προς τούτο δήλωση του πληρεξουσίου του Δικηγόρου, ο οποίος τον εκπροσώπησε στο ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, (δήλωση) που έλαβε χώρα στις 29-9-2025, ενώπιον της αρμοδίου γραμματέως του ως άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 2, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, εδ. α', 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ. Επί πλέον, η κρινομένη αίτηση είναι παραδεκτή, αφού περιέχει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, στη σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και στην υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α', Β', Δ', Ε' και Θ' ΚΠΔ αντιστοίχως) και συνεπώς, θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των λόγων της. Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 ΚΠΔ προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού κώδικα που την προβλέπει. Τα στοιχεία της πράξης, πρέπει να είναι τόσα, ώστε ο κατηγορούμενος να λάβει σαφή και λεπτομερή γνώση της κατηγορίας που του αποδίδεται, για να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Ακριβής είναι ο καθορισμός, όταν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ποινικά επιλήψιμη και διωκόμενη πράξη κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της, όπως απαιτεί η οικεία και υποχρεωτικά παρατιθέμενη ποινική διάταξη, η οποία τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιοποίνου της πράξης και την απειλούμενη ποινή, χωρίς όμως, να απαιτείται η αναφορά περιστατικών και στοιχείων που προσιδιάζουν στα χαρακτηριστικά μιας αιτιολογημένης δικαστικής απόφασης, με την οποία το κλητήριο θέσπισμα, ως εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, σε καμιά περίπτωση δεν ταυτίζεται (ΑΠ 567/2025, ΑΠ 63/2017). Άν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά, είναι άκυρο, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 170 παρ. 1, 173 παρ. 1 και 174 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ή της επίδοσής του, η οποία είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο που κατ' ανάγκην επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί (άρθρο 175 ΚΠΔ), αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ 567/2025, ΑΠ 1027/2016).

Κατά το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Β' ΚΠΔ, ως λόγος αναίρεσης της απόφασης μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ. 1), εφόσον αυτή δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 567/2025, ΑΠ 1053/2016). Με τον πρώτο λόγο ο αναιρεσείων εκθέτει ότι το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως και χωρίς αιτιολογία απέρριψε την νομίμως εκ μέρους του επαναφερθείσα ενώπιόν του (δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου) με ειδικό λόγο έφεσης, ένστασή του για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αυτός παραπέμφθηκε για να δικαστεί για τις παραπάνω πράξεις, λόγω της αοριστίας του, καθ' όσον - κατά τους ισχυρισμούς του - δεν περιγράφονταν σ' αυτό επακριβώς η αξιόποινη πράξη της απόπειρας ληστείας, η οποία (ένσταση) είχε απορριφθεί από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε σε πρώτο βαθμό και ισχυριζόμενος ότι με την απόρριψη της ως άνω υποβληθείσας ένστασής του προκλήθηκε σχετική ακυρότητα κατά την διαδικασία που δεν καλύφθηκε, συνιστάμενη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα και χωρίς αιτιολογία απέρριψε την ως άνω πρωτοδίκως προταθείσα και επαναφερθείσα με ειδικό λόγο έφεσης, ένστασή του για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος και προσάπτει σ' αυτή (την προσβαλλόμενη απόφαση) την από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Β' ΚΠΔ, απορρέουσα πλημμέλεια.

Επί πλέον, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο που συνεξετάζεται με τον προαναφερθέντα πρώτο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι στο κλητήριο θέσπισμα εσφαλμένως η ως άνω πράξη χαρακτηρίσθηκε ως "απόπειρα ληστείας" (άρθρα 380 παρ. 1 και 42 παρ. 1 ΠΚ) και ότι αυτή θα έπρεπε να χαρακτηρισθεί - πάντα κατά τους ισχυρισμούς του - ως πράξη που "πληροί τις προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 334 παρ. 1 (διατάραξη οικιακής ειρήνης), 308 παρ. 1 (σωματική βλάβη) ή 333 παρ. 1 ΠΚ (απειλή) του ΠΚ και όχι του άρθρου 380 παρ. 1 ΠΚ" και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' ΚΠΔ, απορρέουσα πλημμέλεια, δηλαδή της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων παραπέμφθηκε (κατ' άρθρο 309 ΚΠΔ) να δικαστεί για τις παραπάνω αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις του δι' απευθείας παραπομπής του στο αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπον Δικαστήριο και συγκεκριμένα, στο Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, βάσει του με στοιχεία: ΜΕΚ 21-1534 κλητηρίου θεσπίσματος που συντάχθηκε από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 1, 2, 4, 110 νΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4637/2019 και ισχύει από 18-11-2019 βάσει του άρθρου 16 του ιδίου ως άνω νόμου και κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Προέδρου Εφετών Αθηνών, που διατυπώθηκε στην υπ' αριθμ. 1554/30-11-2021 Πράξη - Διάταξή του και από την επισκόπησή του (δηλαδή του κλητηρίου θεσπίσματος), στην οποία παραδεκτώς προβαίνει ο Άρειος Πάγος σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 5 ΚΠΔ, για την έρευνα της βασιμότητος των ανωτέρω προβληθέντων αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι σ' αυτό (κλητήριο θέσπισμα) συμπεριλαμβάνονται - μεταξύ των άλλων - επί λέξει και τα εξής: "Να εμφανισθεί (εννοείται ο εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων) αυτοπροσώπως ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου της Αθήνας... Για να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι: Στον Άγιο Στέφανο Αττικής, στην οδό ... , στις 19-3-2018, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται στον νόμο με στερητικές της ελευθερίας και χρηματικές ποινές. Ειδικότερα: Α) Ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο με άλλους τρείς άγνωστους μέχρι τούδε δράστες και με πράξεις ταυτόχρονες ή διαδοχικές συγκλίνουσες στο αυτό εγκληματικό αποτέλεσμα, κατόπιν συναπόφασης που είχαν λάβει να τελέσουν την αξιόποινη πράξη της ληστείας, δηλαδή με σωματική βία εναντίον προσώπου και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής να αφαιρέσουν από άλλον ολικά ξένο κινητό πράγμα, για το ιδιοποιηθούν παράνομα, άρχισαν να τελούν την πράξη αυτή, η οποία δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους της βούλησής τους. Πλέον ειδικά, ενεργώντας με τον ως άνω σκοπό, αφού, περί ώρα 04.30 της ως άνω ημέρας, παραβιάζοντας παράθυρο κλιμακοστασίου, εισήλθαν σε μονοκατοικία, που βρίσκεται στην ως άνω οδό, με την απειλή όπλων που έφεραν ακινητοποίησαν τους ιδιοκτήτες - παθόντες: 1) Σ. Δ. του Γ. και της Σ. , που γεννήθηκε στις ...-1939 και 2) Σ. Ε. του Δ. και της Ε. , που γεννήθηκε στις ...-1950. Στη συνέχεια, επειδή η υπό στοιχείο 2 παθούσα επιχείρησε να ενεργοποιήσει το κουμπί του συναγερμού, άρχισαν να χτυπάνε και τους δύο παθόντες με γροθιές στο πρόσωπο, συνεπεία των οποίων η υπό στοιχείο 2 παθούσα απώλεσε την ισορροπία της και έπεσε στο έδαφος, και ο κατηγορούμενος έστρεψε το πιστόλι που έφερε στο κεφάλι της. Ακολούθως, επιχείρησαν να εισέλθουν στο διπλανό δωμάτιο, που, βρισκόταν η θυγατέρα των παθόντων 3) Σ. Σ. του Δ. και της Ε. , η οποία, ακούγοντας τις φωνές, είχε προλάβει να ασφαλίσει την πόρτα του δωματίου της. Η τελευταία, όταν ο κατηγορούμενος μαζί με τους λοιπούς δράστες επιχείρησαν να παραβιάσουν την κλειδωμένη θύρα και να εισέλθουν στο δωμάτιο, βγήκε από το παράθυρο του μπάνιου και αφού πήδηξε στον κήπο της οικίας, κρύφτηκε και ειδοποίησε την αστυνομία, με το κινητό της τηλέφωνο, συνεπεία της πτώσεώς της επήλθαν οι παρακάτω υπό στοιχείο Β λεπτομερώς περιγραφόμενες σωματικές βλάβες. Στη συνέχεια το τηλέφωνο ενός από τους δράστες, ήχησε μια φορά, και φοβούμενοι τη σύλληψή τους, εξήλθαν της μονοκατοικίας και διέφυγαν τρέχοντας προς την οδό ... Β) Ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο με άλλους τρεις άγνωστους μέχρι τούδε δράστες και με πράξεις ταυτόχρονες ή διαδοχικές συγκλίνουσες στο αυτό εγκληματικό αποτέλεσμα, κατόπιν συναπόφασης που είχαν λάβει, προξένησαν σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική του βλάβη. Πλέον ειδικά, κατά την τέλεση της υπό στοιχείο Α' περιγραφόμενης πράξης, χτύπησαν με γροθιές στο πρόσωπο τους ως άνωυπό στοιχεία 1 και 2 παθόντες, προκαλώντας στον 1ο εξ αυτών εκτεταμένες εκχυμώσεις στο (ΔΕ) ζυγωματικό (ΔΕ) κόγχο, (ΔΕ) παρειά, εκτεταμένο αιμάτωμα - εκχύμωση κατά τον (ΑΡ) υποκλείδιο βόθρο, (ΑΡ) μείζονα θωρακικό μυ και άλγος τη πιέσει κατά το (ΑΡ) ημιθωράκιο και κατά την μεσόκλειστη γραμμή στο ύψος 8ης - 10ης πλευράς. Η σωματική αυτή βλάβη λόγω του μέσου που χρησιμοποίησαν (γροθιές), του σημείου που τον έπληξαν (κεφάλι), αλλά και της ηλικίας του παθόντος (79 ετών), μπορούσαν να προκαλέσουν στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική του βλάβη. Επίσης όταν αντιλήφθηκαν ότι εντός κλειδωμένου δωματίου της οικίας βρισκόταν η Σ. Σ. του Δ. και της Ε. , που γεννήθηκε το 1988, άρχισαν να φωνάζουν "ποιος είναι μέσα, ανοίξτε την πόρτα" και προσπάθησαν κατ' επανάληψη να την σπάσουν και να εισέλθουν εντός αυτού, προκαλώντας τρόμο στην παθούσα, η οποία προκειμένου να ξεφύγει από αυτούς, εξήλθε από το παράθυρο του μπάνιου, που βρισκόταν στο δωμάτιο και έπεσε από τον 1ο όροφο στο ισόγειο, από ύψος 2,5 μέτρων, με αποτέλεσμα να υποστεί κάταγμα Θ12, 01-02 σπονδυλικής στήλης, κάταγμα πέμπτου μεταταρσίου άκρου ποδός (ΑΡ), κάκωση αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης με συνοδό μυϊκό σπασμό, κάκωση οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης και περιτραυματική αμνησία. Συνεπεία αυτών υποβλήθηκε σε χειρουργική θεραπεία, οπίσθια διαδερμική σπονδυλοδεσία Θ11-03, καθώς και εσωτερική οστεοσύνθεση πέμπτου μεταταρσίου, συνεπεία των οποίων νοσηλεύθηκε στο ιδιωτικό νοσοκομείο "ΙΑΣΩ GENERAL". Οι σωματικές αυτές βλάβες, λόγω του μέσου που χρησιμοποίησαν (δημιουργία τρόμου) και συνεπεία αυτού πτώση εξ ύψους 2,5 μέτρων της παθούσας, μπορούσαν να της προκαλέσουν κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική της βλάβη. Γ) Με πρόθεση έφερε όπλο και δη έφερε το ως άνω, υπό στοιχείο Α αναφερόμενο πιστόλι, χωρίς να έχει εφοδιαστεί προς τούτο με την απαιτούμενη άδεια από την Αστυνομική Αρχή του τόπου κατοικίας του. Για παράβαση δηλαδή των διατάξεων των άρθρων 1, 12, 14, 16, 17, 42 παρ. 1, 45 παρ. 1, 51, 52, 53, 57, 79, 80, 83, 94 παρ. 1 ΠΚ, όπως ισχύει με τον Ν. 4619/2019 και 308, 309, 380 παρ. 1α' ΠΚ, όπως ισχύουν πριν την τροποποίησή τους με τον Ν. 4619/2019 και παρ. 1α' και 10 παρ. 1 και 13α' του Ν. 2168/1993, όπως ισχύει με τον Ν. 4678/2020". Το προαναφερθέν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μετά την παράθεση της σχετικής νομικής σκέψης, απέρριψε την παραπάνω υποβληθείσα ένσταση διαλαμβάνοντας τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, η ένσταση ακυρότητας του κλητήριου θεσπίσματος, που προβλήθηκε από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απερρίφθη και επαναφέρεται στην εφετειακή δίκη με σχετικό λόγο έφεσης, αναφέρεται ειδικότερα: α) ως προς την πρώτη πράξη (της απόπειρας ληστείας κατά συναυτουργία και κατά συρροή), στη μη εξειδίκευση ποιων (έστω και κατ' είδος) αντικειμένων επιχείρησε ο κατηγορούμενος, αποπειράθηκε ή σκόπευε να αφαιρέσει και από την κατοχή ποιου προσώπου, ούτε ότι με τη χρήση ή απειλή βίας ζήτησε να του παραδοθούν αντικείμενα (και ποια), ούτε ότι η βία ή η απειλή βίας που φέρεται ότι ασκήθηκε από αυτόν, έλαβε χώρα προκειμένου με τον τρόπο αυτό να αφαιρέσει αντικείμενα (και ποια συγκεκριμένα) ή να εξαναγκάσει άλλον στην παράδοσή τους, β) ως προς τη δεύτερη πράξη (της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συναυτουργία και κατά συρροή), στη μη αναφορά εάν και σε ποιες συγκεκριμένες πράξεις προέβη ο ίδιος, σε ό,τι δε αφορά τον τραυματισμό της Σ. Σ. , αυτός εκφεύγει του βεληνεκούς των άρθρων 308 επ. του ΠΚ και σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του κατηγορουμένου και γ) και ως προς τις δύο πράξεις, στην εσφαλμένη αναφορά ως παθόντος προσώπου της Σ. Σ. , αντί της ορθής αναφοράς της ως Σ. Σ.

Όπως προκύπτει από το περιεχομενο του του κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με τον αριθμό 1534/2021 , υφίσταται ακριβής καθορισμός των αξιόποινων πράξεων, η τέλεση των οποίων αποδίδεται στον κατηγορούμενο, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να έχει λάβει γνώση, με σαφήνεια και με λεπτομερειακή παράθεση των στοιχείων που απαιτούνται κατά το νόμο, των κατηγοριών που αποδίδονται σ' αυτόν και να είναι σε θέση να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, οι δε αντίθετοι ισχυρισμοί που προβάλλονται από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, στην πραγματικότητα δεν πλήττουν την απόδοση των κατηγοριών στον κατηγορούμενο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αλλά συνέχονται με την ουσία της υπόθεσης και την αναγκαία τεκμηρίωση της ουσιαστικής βασιμότητας των κατηγοριών αυτών, η οποία - τεκμηρίωση - αποτελεί όμως χαρακτηριστικό της απόφασης που θα εκδοθεί και στοιχείο της που ανάγεται στην πληρότητα της αιτιολογίας της, αιτιολογία που δεν είναι απαραίτητο να διαθέτει το έγγραφο (κλητήριο θέσπισμα), με το οποίο αποδίδεται η κατηγορία. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως αβάσιμη η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος". Με τις παραδοχές αυτές το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά και με σαφή, ειδική και πλήρη αιτιολογία έκρινε ότι το εν λόγω κλητήριο θέσπισμα περιέχει όλα τα κατά νόμον προβλεπόμενα και απαιτούμενα στοιχεία, από τα οποία προσδιορίζονται αμφότερες οι προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις και ειδικότερα, η απόπειρα ληστείας από κοινού και κατά συρροή, καθ' όσον εάν οι αξιόποινες πράξεις (όπως οι αμέσως προηγουμένως αναφερθείσες) στρέφονται κατά προσωποπαγούς εννόμου αγαθού - όπως είναι η ζωή, η σωματική ακεραιότητα, η προσωπική ελευθερία, η τιμή, η αγνεία και οι φορείς τους είναι διαφορετικά πρόσωπα, τότε υπάρχει πραγματική συρροή εγκλημάτων (ΑΠ 221/2025, ΑΠ 1415/2024, ΑΠ 1367/2020) - καθώς επίσης και η προκληθείσα στην ως άνω παθούσα επικίνδυνη σωματική βλάβη. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι στην περίπτωση διάπραξης του εγκλήματος της απόπειρας ληστείας, στην σχετική καταδικαστική απόφαση δεν είναι αναγκαίο, ούτε απαραίτητο και επιβεβλημένο να προσδιορίζονται επακριβώς τα (ξένα) πράγματα που παρανόμως σκοπεύει να αφαιρέσει ο δράστη για να τα ιδιοποιηθεί αυτός ακολούθως παράνομα, πολύ δε, περισσότερο δεν επιβάλλεται να περιλαμβάνονται τα ξένα αυτά πράγματα - που πρόκειται να αφαιρεθούν - στο σχετικό κατηγορητήριο που θα συνταχθεί, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ενώ πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι ο νόμος δεν επιτάσσει να έχει επαρκή αιτιολογία το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο αποδίδεται η κατηγορία στον κατηγορούμενο αλλά αυτή (αιτιολογία) επιβάλλεται να υπάρχει στη δικαστική απόφαση, με την οποία κηρύσσεται ο κατηγορούμενος αθώος ή ένοχος.

Εξάλλου, ο ακριβής νομικός χαρακτηρισμός της τελεσθείσας αξιόποινης πράξης αλλά και της βασιμότητας αυτής κρίνεται με την δικαστική απόφαση. Επομένως, αμφότεροι οι προαναφερθέντες αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Β' και Ε' ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του Συντάγματος "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης", ενώ κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ήν στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον. Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετο κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος" και κατά το άρθρο 15 του κυρωθέντος με το Ν. 2462/1997, Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους. Επίσης, δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες, για τον κατηγορούμενο, διατάξεις".

Περαιτέρω, με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11-6-2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1 Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 νΠΚ). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ ορίζεται ότι "Άν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Από την διάταξη αυτή, που σημειωτέον αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014, ΑΠ 222/2025), προκύπτει ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγουμένου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον" και ότι προδήλως ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος. Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου και αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν, ενώ δεν αποκλείεται σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφ' ενός μεν, ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αφ' ετέρου δε, άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων και άν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής και αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, ενώ επί ίσων στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή (ΑΠ 222/2025, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1345/2023).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 ΠΚ, όπως ίσχυε στην αρχική της διατύπωση, "όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη". Με το άρθρο 25 παρ. 4 του Ν. 3772/2009, προστέθηκε ως εδ. β' στην ως άνω διάταξη ότι "εάν ο υπαίτιος της πράξεως αυτής ενήργησε με καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών". Ακολούθως, με το άρθρο 72 παρ. 1 του Ν. 4139/2013 αντικαταστάθηκε η παρ.1 εδάφιο β' του άρθρου 380 ΠΚ ως εξής: "Αν ο υπαίτιος της πράξεως αυτής ενήργησε με καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ή αν έφερε πολεμικό τυφέκιο ή πυροβόλο όπλο που φέρει φυσίγγιο των 40 χιλιοστών και άνω ή πολυβόλο ή υποπολυβόλο ή χειροβομβίδα ή εκρηκτικό μηχανισμό ή βαρύ όπλο ή όπλο πυροβολικού, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών". Στη συνέχεια, με το άρθρο 20 παρ. 4α' και β' του Ν. 4322/2015, αφ' ενός μεν, προσετέθη μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 380 ΠΚ, εδ. β' ως εξής: "Η τέλεση της πράξης του προηγούμενου εδαφίου με κάλυψη ή αλλοίωση των χαρακτηριστικών του προσώπου του δράστη συνιστά επιβαρυντική περίσταση", αφ' ετέρου δε, το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 380 ΠΚ αντικαταστάθηκε ως εξής: "Αν ο υπαίτιος της πράξεως αυτής έφερε πολεμικό τυφέκιο ή πυροβόλο όπλο που φέρει φυσίγγιο των 40 χιλιοστών και άνω ή πολυβόλο ή υποπολυβόλο ή χειροβομβίδα ή εκρηκτικό μηχανισμό ή βαρύ όπλο ή όπλο πυροβολικού, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών". Με έναρξη ισχύος την 1η Ιουλίου 2019 κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019, ο νέος Ποινικός Κώδικας, σύμφωνα με το άρθρο 380 του οποίου, "Όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή". Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ληστείας, το οποίο είναι σύνθετο με τη στενή του όρου έννοια (stricto sensu) έγκλημα και προσβάλλει τα έννομα αγαθά της προσωπικής ελευθερίας και προεχόντως της ιδιοκτησίας, απαιτούνται αντικειμενικώς, η αφαίρεση ή ο εξαναγκασμός σε παράδοση από άλλον με τη χρήση σωματικής βίας ή απειλών ενωμένων με επικείμενο για τη ζωή ή το σώμα κίνδυνο, ξένου ολικά ή εν μέρει κινητού πράγματος, και υποκειμενικώς, δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της ιδιότητας του πράγματος ως ξένου ολικά ή εν μέρει και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να το αφαιρέσει ή να εξαναγκάσει τον άλλον να του το παραδώσει, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παρανόμως (ΑΠ 647/2025, ΑΠ 312/2025, ΑΠ 1512/2024, ΑΠ 906/2024).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη. Είναι δηλαδή αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια, αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος (ΑΠ 58/2026, ΑΠ 1512/2024, ΑΠ 12/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 131/2023, ΑΠ 253/2021). Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως της ληστείας της παρ. 1 του άρθρου 380 ΠΚ μπορεί να συνίσταται στο ότι ο ένας από τους συναυτουργούς χρησιμοποιεί τη σωματική βία ή τις απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής κατά του θύματος και ο άλλος, αφαιρεί από την κατοχή του το ξένο (εν όλω ή εν μέρει) κινητό πράγμα (ΑΠ 1512/2024, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 41/2020). Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι εκείνο το οποίο χαρακτηρίζει και διακρίνει την αυτουργία ή συναυτουργία από τη συνέργεια (απλή ή άμεση) είναι ότι ο αυτουργός ή συναυτουργός κάνει πράξη που ανήκει στην αντικειμενική υπόσταση του διαπραττομένου εγκλήματος, ενώ ο συνεργός (απλός ή άμεσος) εκτελεί πράξεις βοηθητικές της πράξης, η οποία πραγματώνει την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον περιέχει αρχή εκτελέσεως αυτής, δηλαδή πράξεις, οι οποίες είτε προπαρασκευάζουν (καθιστούν δηλαδή δυνατή ή διευκολύνουν), είτε υποστηρίζουν την κυρία πράξη (ΑΠ 1512/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 1289/2022, ΑΠ 1974/2018).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ (Ν. 4619/2019 - ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019), "όποιος έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στο νόμο αξιόποινη πράξη τιμωρείται αν το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε με μειωμένη ποινή (άρθρο 83)". Με την τελευταία αυτή διάταξη του νΠΚ προσδιορίζεται με μεγαλύτερη σαφήνεια το περιεχόμενο της αρχής εκτέλεσης του εγκλήματος, ώστε να είναι σαφές ότι το έγκλημα βρίσκεται σε απόπειρα, όταν έχει πραγματωθεί ένα τμήμα της αντικειμενικής του υπόστασης. Στις περιπτώσεις εκείνων των εγκλημάτων που ο ακριβής τρόπος τέλεσης δεν περιγράφεται στον νόμο αναλυτικά νοείται ότι ο δράστης αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στον νόμο πράξη, όταν εξαπολύσει κατά του εννόμου αγαθού την ενέργεια η οποία κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων είναι ικανή να επιφέρει την αξιόποινη βλάβη, αν δεν ανακοπεί από άλλη πράξη του ιδίου ή τρίτου ή από επιγενόμενο τυχαίο γεγονός (βλ. αιτιολογική έκθεση του Ν. 4619/2019 υπό το άρθρο 42) (ΑΠ 567/2025, ΑΠ 870/2024, ΑΠ 423/2023, ΑΠ 819/2022, ΑΠ 442/2021).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. α' του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ "Όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυε επίσης μέχρι 30-6-2019, "Αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη (άρθρο 310 παρ. 2), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών".

Εξάλλου κατά την διάταξη του αυτού ως άνω άρθρου 308 ΠΚ, όπως ίσχυε από 1-7-2019 ΠΚ (Ν. 4619, ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019), "Όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή" και κατά το άρθρο 309 ΠΚ, όπως ίσχυε επίσης από 1-7-2019, "Αν η πράξη του προηγούμενου άρθρου τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή, ενώ κατά την διάταξη του ως άνω άρθρου 308 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 64 του Ν. 4855/2021, "Όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή" και κατά το άρθρο 309 ΠΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του ως προς την απειλούμενη ποινή, από το άρθρο 65 του προαναφερθέντος Ν. 4855/2021 "Αν η πράξη του προηγούμενου άρθρου τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη". Η διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ, όπως ίσχυε από 1-7-2019 σε σχέση με την προϊσχύσασα μέχρι τις 30-6-2019, δεν διαφέρει ως προς τα απαιτούμενα για τη συγκρότηση του αδικήματος στοιχεία, (όπως ακριβώς συμβαίνει και με την τροποποιηθείσα διάταξη με τον ως άνω Ν. 4855/2021), είναι όμως ευμενέστερη ως προς την απειλούμενη ποινή, αφού αντί της ποινής φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών (δηλαδή έως πέντε ετών), που προέβλεπε η προϊσχύσασα διάταξη, η προβλεπόμενη από αυτήν ποινή είναι φυλάκιση έως τρία (3) έτη ή χρηματική ποινή και ήδη μετά τον Ν. 4855/2021, προβλέπεται ποινή φυλάκισης έως τρία έτη. Απαιτούμενα στοιχεία για την αντικειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης είναι η πρόκληση σωματικής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 308 ΠΚ και η πράξη να τελέσθηκε κατά τρόπο που να μπορεί να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του ή βαριά σωματική βλάβη, όπως ενδεικτικά αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310 παρ. 2 ΠΚ. Ενόψει της διαζευκτικής αυτής διατύπωσης, είναι απαραίτητο στην καταδικαστική απόφαση που αφορά πρόκληση επικίνδυνης σωματικής βλάβης, να καθορίζεται ποια ακριβώς από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για την ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Δεν δημιουργεί βεβαίως αντίφαση η σωρευτική αναφορά και κινδύνου ζωής και βαριάς σωματικής βλάβης, εκτός αν στο σκεπτικό καθορίζεται η μία μορφή και στο διατακτικό η άλλη ή στο σκεπτικό καθορίζεται η ως άνω σωρευτική αναφορά και στο διατακτικό η διαζευκτική τοιαύτη ή και αντιστρόφως. Για την στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, που σημειωτέον αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση της σωματικής βλάβης του άρθρου 308 ΠΚ, απαιτείται αντικειμενικώς όπως ήδη αναφέρθηκε, πρόκληση της σωματικής βλάβης του ως άνω άρθρου, ακόμα και όλως ελαφράς (ΑΠ 58/2026, ΑΠ 222/2025, ΑΠ 999/2022), γιατί αξιολογείται όχι το επελθόν αποτέλεσμα, αλλά το χρησιμοποιηθέν μέσον, ο τρόπος ενέργειας, το ευπαθές ή μη του πληγέντος τμήματος του ανθρωπίνου σώματος, η προσφορότητα του μέσου που χρησιμοποιήθηκε κλπ (ΑΠ 58/2026, ΑΠ 222/2025, ΑΠ 863/2023, ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 68/2022).

Επίσης, για την ταυτότητα του νομικού λόγου πρέπει να γίνει δεκτό ότι δημιουργείται αντίφαση και όταν στο σκεπτικό καθορίζεται η διαζευκτική αναφορά και στο διατακτικό υφίσταται τόσο διαζευκτική όσο και σωρευτική αναφορά. Αυτό δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περίπτωσης, πρακτικώς άγει σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχείρισης του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή θα καθορισθεί με βάση τα προβλεπόμενα στο άρθρο 79 ΠΚ κριτήρια. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης απαιτείται απλός (κοινός) δόλος, δηλαδή γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση του δόλου, αρκεί να προκύπτει από τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 58/2026, ΑΠ 222/2025, ΑΠ 863/2023, ΑΠ 857/2023, ΑΠ 368/2022, ΑΠ 812/2020).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2168/1993 (όπως οι παράγραφοι 1 έως 6 τροποποιήθηκαν με το άρθρο 1 του Ν. 3944/2011 (ΦΕΚ Α' 67) και ακολούθως αντικαταστάθηκαν ως άνω με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 4678/2020 (ΦΕΚ Α' 70/20.3.2020), "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α. "όπλο": κάθε μηχάνημα, το οποίο εκ κατασκευής, μετατροπής ή τροποποίησης, με ωστική δύναμη που παράγεται με οποιονδήποτε τρόπο, εκτοξεύει σφαιρίδια, βολίδες, βλήματα, βλαπτικές χημικές ή άλλες ουσίες, ακτίνες, φλόγες ή αέρια και μπορεί να επιφέρει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπα ή βλάβη σε πράγματα ή να προκαλέσει πυρκαγιά, καθώς και κάθε συσκευή που μπορεί να προκαλέσει με οποιονδήποτε τρόπο τα ανωτέρω αποτελέσματα..." και κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 που τιτλοφορείται "Οπλοφορία", "1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου και του άρθρου 9, απαγορεύεται να φέρονται όπλα ή άλλα είδη που προβλέπονται στο άρθρο 1 του παρόντος νόμου...13. α. Όποιος φέρει παράνομα όπλα ή άλλα είδη που διαλαμβάνονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1, πλην των αναφερομένων στην επόμενη περίπτωση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον εξακοσίων (600) ευρώ. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση (του πλημμελήματος) της παράνομης οπλοφορίας, απαιτείται ο δράστης να φέρει παράνομα απαγορευμένο κατά τα παραπάνω όπλο, δηλαδή να το κρατά ή να το έχει πλησίον του για άμεση λήψη και χρήση του, στη σφαίρα κατοχής του και σε διάθεσή του, όπλο που είναι πρόσφορο για επίθεση ή άμυνα, όπως είναι και τα πιστόλια (ΑΠ 1410/2024, ΑΠ 470/2023, ΑΠ 199/2020).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, ως λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 ΚΠΔ), ενώ κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα υπάρχει, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σ' αυτόν από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της EE (ΑΠ 567/2025, ΑΠ 761/2024, ΑΠ 1607/2023), ενώ κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχ. Θ' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από την διάταξη αυτής προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από τον νόμο ή υφίσταται τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από τον νόμο στην συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά τον νόμο όροι.

Στην πρώτη περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στην δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 567/2025, ΑΠ 761/2024, ΑΠ 1517/2022, ΑΠ 95/2022).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 217/2025, ΑΠ 154/2023, ΑΠ 203/2020, ΑΠ 2064/2019). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί ακριβώς προκύπτει από το καθένα ξεχωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης. Σε περίπτωση που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά. Έτσι, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, όπως ήδη αναφέρθηκε, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, το οποίο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 217/2025, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 813/2023, ΑΠ 1079/2023, ΑΠ 187/2023). Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για την θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως, για το αξιόποινο της πράξης απαιτούνται κατά το νόμο, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και πρόσθετα στοιχεία, όπως ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) και η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στα στοιχεία αυτά, με παράθεση των σχετικών αυτών περιστατικών. Ακόμη, η κατά τα άνω απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προτείνονται από τον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και (οι οποίοι) τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στην μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Το δικαστήριο της ουσίας όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς, ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους, εφόσον η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών δεν έγινε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς επίσης και προφορικώς, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται κατά νόμο για τη νομική και πραγματική θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 217/2025, ΑΠ 721/2022, ΑΠ 130/2022, ΑΠ 31/2022).

Ωστόσο, δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό η άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του (ΑΠ 217/2025, ΑΠ 1267/2017). Δεν αποτελούν συνεπώς - μεταξύ των άλλων - αυτοτελείς ισχυρισμούς (εκτός από την άρνηση των στοιχείων του εγκλήματος), τα πραγματικά επιχειρήματα του κατηγορουμένου που αναφέρονται σε αρνητικούς ισχυρισμούς προς απόκρουση της ενοχής (ΑΠ 217/2025, ΑΠ 660/2020, ΑΠ 1615/2005), τα νομικά επιχειρήματα και γενικά δεν είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός που αναφέρεται σε αμφισβήτηση του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης και η επίκληση διαφορετικού (ηπιώτερου) νομικού χαρακτηρισμού (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 217/2025, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 1173/2023, ΑΠ 1079/2023).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 600/2024, ΑΠ 930/2022).

Στην κρινόμενη υπόθεση το προαναφερθέν ΣΤ' Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ως προς το ενδιαφέρον την αναιρετική αυτή διαδικασία μέρος, τα εξής: "Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας στο ακροατήριο, που περιέχεται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά και γενικά από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Περί ώρα 4.30 της 19-3-2018, τέσσερα πρόσωπα, από τα οποία τα τρία είχαν καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, παραβίασαν παράθυρο κλιμακοστασίου και εισήλθαν στη μονοκατοικία που βρίσκεται στην οδό ... στον Άγιο Στέφανο Αττικής, προκειμένου με την άσκηση σωματικής βίας εναντίον των ενοίκων της μονοκατοικίας ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής των ενοίκων αυτής, να αφαιρέσουν από τα πρόσωπα αυτά ξένα προς αυτούς (δράστες), ολικά, κινητά πράγματα (χρηματικά ποσά, αντικείμενα αξίας, τιμαλφή κ.λπ.), για να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Μετά την εισβολή τους στη μονοκατοικία και με την απειλή των όπλων που έφεραν οι τρεις από αυτούς, ακινητοποίησαν στα υπνοδωμάτιά τους, που βρίσκονται στον πρώτο όροφο της μονοκατοικίας, τον Δ. Σ. και τη σύζυγο αυτού Ε. Σ. Στη συνέχεια, δυο από τους δράστες, οι οποίοι είχαν καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, άρχισαν να χτυπούν τον Δ. Σ. με γροθιές στο πρόσωπο, όταν δε η σύζυγός του επιχείρησε να ενεργοποιήσει τον συναγερμό, έγινε αντιληπτή από τους δράστες, οι οποίοι την ακινητοποίησαν και εκείνος εκ των δραστών ο οποίος είχε ακάλυπτα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, έστρεψε το πιστόλι που έφερε στο κεφάλι της. Ακολούθως, οι δράστες αποπειράθηκαν να εισέλθουν σε παρακείμενο δωμάτιο (υπνοδωμάτιο) του πρώτου ορόφου της μονοκατοικίας, στο οποίο βρισκόταν η θυγατέρα των άνω, Σ. Σ. , η οποία είχε αντιληφθεί την εισβολή των δραστών, έχοντας αφυπνιστεί από τις φωνές αυτών και των γονέων της και είχε ασφαλίσει τη θύρα του δωματίου της, την οποία οι δράστες επιχείρησαν να παραβιάσουν, προκειμένου να εισέλθουν στο δωμάτιο, φωνάζοντας ταυτόχρονα "ποιος είναι μέσα, ανοίξτε την πόρτα". Στην προσπάθειά της δε, να διαφύγει από την επαπειλούμενη εισβολή στο υπνοδωμάτιό της, η Σ. Σ. εξήλθε από το παράθυρο του λουτρού του δωματίου και αφού πήδησε στον κήπο της μονοκατοικίας, από ύψος δυόμισι μέτρων περίπου, κρύφτηκε και ειδοποίησε την αστυνομική αρχή με το κινητό της τηλέφωνο. Στη συνέχεια, ήχησε μία φορά το τηλέφωνο κάποιου από τους τέσσερις δράστες των αξιόποινων πράξεων, τούτο δε είχε ως αποτέλεσμα αυτοί να εγκαταλείψουν την προσπάθεια διάρρηξης της θύρας του υπνοδωματίου της Σ. Σ. και ακολούθως εξήλθαν από τη μονοκατοικία και τράπηκαν σε φυγή. Στο πλαίσιο της αστυνομικής προανάκρισης που διενεργήθηκε από το Τμήμα Εγκλημάτων κατά Ιδιοκτησίας της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ζωής και Ιδιοκτησίας της Ελληνικής Αστυνομίας, επιδείχθηκαν στους παθόντες φωτογραφίες σεσημασμένων για παρόμοια αδικήματα προσώπων και τούτο είχε ως αποτέλεσμα η παθούσα Ε. Σ. να αναγνωρίσει ανεπιφύλακτα τον κατηγορούμενο ως το δράστη εκείνον, ο οποίος είχε ακάλυπτο το πρόσωπό του και ήταν αυτός που έστρεψε το πιστόλι του στο κεφάλι της. Εξεταζόμενη δε ως μάρτυρας και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου επανέλαβε ότι αναγνωρίζει ανεπιφύλακτα τον κατηγορούμενο, ο οποίος πρέπει να αναφερθεί ότι ήταν παρών όταν διεξήχθη η δίκη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως το δράστη εκείνον, ο οποίος είχε ακάλυπτο το πρόσωπό του και ήταν αυτός που έστρεψε το πιστόλι του στο κεφάλι της. Ο ενδοιασμός δε που διατυπώθηκε από τη μάρτυρα κατά την ένορκη κατάθεσή της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι με τη σωματική διάπλαση που έχει κατά το χρόνο αυτό ο κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε να εισέλθει από το παράθυρο που παραβιάστηκε, δεν είναι κρίσιμος, δεδομένου ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε την ίδια σωματική διάπλαση και όταν τελέστηκαν οι πράξεις, των οποίων η τέλεση αποδίδεται σ' αυτόν. Επίσης, δεν θεωρείται κρίσιμη η μη ανίχνευση γενετικού υλικού (DΝΑ) του κατηγορουμένου σε δείγματα που λήφθηκαν α) από ακμές μεταλλικού προστατευτικού κιγκλιδώματος παραθύρου στο χωλλ της οικίας που βρισκόταν στο δάπεδο του κήπου και β) από καλώδιο τηλεφώνου που βρισκόταν στο δάπεδο του υπνοδωματίου του πρώτου μάρτυρα. Τούτο, διότι από μεν το πρώτο δείγμα δεν προέκυψαν αξιοποιήσιμα αποτελέσματα, ενώ στο δεύτερο ανιχνεύθηκε γενετικό υλικό περισσότερων του ενός ατόμων, οι διαπιστώσεις δε αυτές είναι συμβατές με την παρουσία στο χώρο και κατά τον κρίσιμο χρόνο περισσότερων του ενός προσώπων, μεταξύ δε αυτών και - πέραν των τριών παθόντων και παθουσών - των τεσσάρων συναυτουργών των πράξεων, με αποτέλεσμα η αδυναμία ανίχνευσης συγκεκριμένου, απομονωμένου, γενετικού υλικού συγκεκριμένου προσώπου, σε αντιδιαστολή με το γενετικό υλικό των υπολοίπων να είναι ευλόγως αναμενόμενη. Επίσης, αποδείχθηκε ότι κατά την τέλεση της πράξης της ληστείας (η οποία παρέμεινε στο στάδιο της απόπειρας) δύο εκ των δραστών που είχαν καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους χτύπησαν με γροθιές στο πρόσωπο τον Δ. Σ. , προκαλώντας του σωματικές βλάβες. Όπως όμως προκύπτει από την κατάθεση της μάρτυρα Ε. Σ. , ο κατηγορούμενος δεν κατάφερε κανένα χτύπημα στον σύζυγό της και επομένως, πρέπει να κηρυχθεί αθώος της αξιόποινης πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος αυτού. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι κατά την τέλεση της πράξης της ληστείας, όταν οι δράστες αντιλήφθηκαν ότι σε παρακείμενο υπνοδωμάτιο βρισκόταν και άλλο πρόσωπο (ειδικότερα δε, στο υπνοδωμάτιο που κοιμόταν η τρίτη παθούσα Σ. Σ.) άρχισαν να φωνάζουν "ποιος είναι μέσα, ανοίξτε την πόρτα" και προσπάθησαν κατ' επανάληψη να παραβιάσουν την κλειδωμένη θύρα του δωματίου και να εισέλθουν σε αυτό, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν τρόμο στην παθούσα, η οποία προκειμένου να διαφύγει, εξήλθε από το παράθυρο του λουτρού του υπνοδωματίου της και πήδησε από τον πρώτο όροφο στο ισόγειο (στον κήπο της οικίας), από ύψος 2,50 μέτρων περίπου, με αποτέλεσμα να υποστεί κάταγμα στο δωδέκατο σπόνδυλο της θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, στους πρώτο και δεύτερο σπονδύλους της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, κάταγμα πέμπτου μεταταρσίου αριστερού άκρου ποδός, κάκωση αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης με συνοδό μυϊκό σπασμό, κάκωση οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης και περιτραυματική αμνησία, για την αποκατάσταση δε, αυτών υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, ειδικότερα δε, σε οπίσθια διαδερμική σπονδυλοδεσία των σπονδύλων από τον ενδέκατο της θωρακικής μοίρας μέχρι και τον τρίτο της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, καθώς επίσης και σε εσωτερική οστεοσύνθεση του πέμπτου μεταταρσίου. Η πράξη δε αυτή, με τον τρόπο που τελέστηκε, ενόψει του μέσου που χρησιμοποιήθηκε από τον κατηγορούμενο (πρόκληση τρόμου στην παθούσα και πτώση από μεγάλο ύψος) και του ευαίσθητου σημείου του σώματος της παθούσας (σπονδυλική στήλη, αριστερό άκρο) που υπέστη σοβαρές κακώσεις, μπορούσε να προκαλέσει στην παθούσα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική της βλάβη, με την έννοια της σημαντικής παρεμπόδισης και για μεγάλο χρονικό διάστημα (τουλάχιστον δύο μηνών και υπό την προϋπόθεση της μη εμφάνισης κάποιας επιπλοκής) της παθούσας να χρησιμοποιεί το σώμα της. Ο τραυματισμός της παθούσας, παρά το γεγονός ότι στο πλαίσιο μιας πρώτης προσέγγισης συνιστά αυτοτραυματισμό, τελεί πάντως σε αιτιώδη συνάφεια με τη συμπεριφορά των κατηγορουμένων, οι οποίοι με την εισβολή τους στη μονοκατοικία, την άσκηση σωματικής βίας και απειλών ενωμένων με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής σε βάρος και των τριών παθόντων και με την απόπειρα διάρρηξης της κλειδωμένης θύρας του υπνοδωματίου της τρίτης παθούσας, στην οποία προκάλεσαν σύγχυση, φόβο και ταραχή, έθεσαν αιτιακά τους όρους μεταξύ άλλων και για τον τραυματισμό της τελευταίας, ως αποτέλεσμα της πτώσης της από σχετικά μεγάλο ύψος στο έδαφος, δεδομένου ότι η ενστικτώδης αντίδραση οποιουδήποτε ανθρώπου, ο οποίος περιάγεται σε μία τέτοια δυσχερή σωματικά, αλλά και ψυχικά, πνευματικά και συναισθηματικά, θέση, συνίσταται στο να αξιοποιήσει κάθε ευκαιρία που παρέχεται σ' αυτόν, ώστε να διαφύγει με κάθε τρόπο, μέσο και τίμημα και με τον τρόπο αυτό να μην καταστεί έρμαιο στις διαθέσεις του οποιουδήποτε εισβολέα στην οικία του (που είναι δυνατό, οι διαθέσεις αυτές, να περιλαμβάνουν την τέλεση ληστείας, ληστρικής κλοπής, αρπαγής, εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας κ.λπ.), η πρόκληση δε τραυματισμού της τρίτης παθούσας, μετά τη θέση σε κίνηση των όρων πρόκλησης του αποτελέσματος από την πλευρά των δραστών, ήταν αντικειμενικά προβλέψιμη από τους δράστες της ληστείας, κατά την κοινή πείρα και τη δυνατότητα πρόβλεψης που διαθέτει ο μέσος συνετός άνθρωπος, ο οποίος θα βρισκόταν σε ανάλογη θέση με εκείνη των συγκεκριμένων δραστών και για τους λόγους αυτούς καταλογίζεται αντικειμενικά στη αξιόποινη συμπεριφορά τους. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι τις προαναφερόμενες πράξεις (της απόπειρας ληστείας και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης) ο κατηγορούμενος και οι τρεις άγνωστοι ακόμη συναυτουργοί των πράξεων, τέλεσαν από κοινού, μετά από συναπόφαση και με κοινό δόλο. Αποδεικνύεται, δηλαδή, ότι και οι τέσσερις δράστες (ο κατηγορούμενος, μαζί με άλλα τρία πρόσωπα, των οποίων τα στοιχεία ταυτότητας δεν προέκυψαν από τις αποδείξεις), αντικειμενικά μεν συνέπραξαν κατά την εκτέλεση των προαναφερόμενων εγκλημάτων και υποκειμενικά διέθεταν κοινό δόλο, με την έννοια ότι όλοι ήθελαν να πραγματώσουν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών, γνωρίζοντας καθένας από αυτούς ότι και οι άλλοι έπρατταν με δόλο τέλεσης των ίδιων εγκλημάτων και θέλοντας να ενώσει τη δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων αυτών. Η σύμπραξη όλων των δραστών κατά την τέλεση των εγκλημάτων συνίστατο στην πραγμάτωση της αντικειμενικής τους υπόστασης με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της απόφασης αυτής, μετά από συναπόφαση, δηλαδή με κοινό δόλο τέλεσής τους.

Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των αξιόποινων πράξεων της απόπειρας ληστείας κατά συναυτουργία και κατά συρροή (τρεις μερικότερες πράξεις, όσοι και οι παθόντες, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας), της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συναυτουργία (σε βάρος της παθούσας Σ. Σ.) και της παράνομης οπλοφορίας, σύμφωνα με τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας".

Ακολούθως, το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στο διατακτικό του - μεταξύ των άλλων - και τα ακόλουθα:

"..ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον παραπάνω κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στον Άγιο Στέφανο Αττικής, στην οδό ... , στις 19-3-2018, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται στον νόμο με στερητικές της ελευθερίας και χρηματικές ποινές. Ειδικότερα: Α) Ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο με άλλους τρείς άγνωστους μέχρι τούδε δράστες και με πράξεις ταυτόχρονες ή διαδοχικές συγκλίνουσες στο αυτό εγκληματικό αποτέλεσμα, κατόπιν συναπόφασης που είχαν λάβει να τελέσουν την αξιόποινη πράξη της ληστείας, δηλαδή με σωματική βία εναντίον προσώπου και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής να αφαιρέσουν από άλλον ολικά ξένο κινητό πράγμα, για το ιδιοποιηθούν παράνομα, άρχισαν να τελούν την πράξη αυτή, η οποία δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους της βούλησής τους. Πλέον ειδικά, ενεργώντας με τον ως άνω σκοπό, αφού, περί ώρα 04.30 της ως άνω ημέρας, παραβιάζοντας παράθυρο κλιμακοστασίου, εισήλθαν σε μονοκατοικία, που βρίσκεται στην ως άνω οδό, με την απειλή όπλων που έφεραν ακινητοποίησαν τους ιδιοκτήτες - παθόντες: 1) Σ. Δ. του Γ. και της Σ. , που γεννήθηκε στις ...-1939 και 2) Σ. Ε. του Δ. και της Ε. , που γεννήθηκε στις ...-1950.

Στη συνέχεια, επειδή η υπό στοιχείο 2 παθούσα επιχείρησε να ενεργοποιήσει το κουμπί του συναγερμού, άρχισαν να χτυπάνε και τους δύο παθόντες με γροθιές στο πρόσωπο, συνεπεία των οποίων η υπό στοιχείο 2 παθούσα απώλεσε την ισορροπία της και έπεσε στο έδαφος και ο κατηγορούμενος έστρεψε το πιστόλι που έφερε στο κεφάλι της. Ακολούθως, επιχείρησαν να εισέλθουν στο διπλανό δωμάτιο που, βρισκόταν η θυγατέρα των παθόντων 3) Σ. Σ. του Δ. και της Ε. , η οποία, ακούγοντας τις φωνές, είχε προλάβει να ασφαλίσει την πόρτα του δωματίου της. Η τελευταία, όταν ο κατηγορούμενος μαζί με τους λοιπούς δράστες επιχείρησαν να παραβιάσουν την κλειδωμένη θύρα και να εισέλθουν στο δωμάτιο, βγήκε από το παράθυρο του μπάνιου και αφού πήδηξε στον κήπο της οικίας, κρύφτηκε και ειδοποίησε την αστυνομία, με το κινητό της τηλέφωνο, συνεπεία της πτώσεώς της επήλθαν οι παρακάτω υπό στοιχείο Β λεπτομερώς περιγραφόμενες σωματικές βλάβες. Στη συνέχεια το τηλέφωνο ενός από τους δράστες ήχησε μια φορά και φοβούμενοι τη σύλληψή τους, εξήλθαν της μονοκατοικίας και διέφυγαν τρέχοντας προς την οδό ... Β) Ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο με άλλους τρεις άγνωστους μέχρι τούδε δράστες και με πράξεις ταυτόχρονες ή διαδοχικές συγκλίνουσες στο αυτό εγκληματικό αποτέλεσμα, κατόπιν συναπόφασης που είχαν λάβει, προξένησαν σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική του βλάβη. Ειδικότερα, όταν αντιλήφθηκαν ότι εντός κλειδωμένου δωματίου της οικίας βρισκόταν η Σ. Σ. του Δ. και της Ε. , που γεννήθηκε το 1988, άρχισαν να φωνάζουν "ποιος είναι μέσα, ανοίξτε την πόρτα" και προσπάθησαν κατ' επανάληψη να την σπάσουν και να εισέλθουν εντός αυτού, προκαλώντας τρόμο στην παθούσα, η οποία προκειμένου να ξεφύγει από αυτούς, εξήλθε από το παράθυρο του μπάνιου, που βρισκόταν στο δωμάτιο και έπεσε από τον 1ο όροφο στο ισόγειο, από ύψος 2,5 μέτρων, με αποτέλεσμα να υποστεί κάταγμα Θ12, 01-02 σπονδυλικής στήλης, κάταγμα πέμπτου μεταταρσίου άκρου ποδός (ΑΡ), κάκωση αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης με συνοδό μυϊκό σπασμό, κάκωση οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης και περιτραυματική αμνησία. Συνεπεία αυτών υποβλήθηκε σε χειρουργική θεραπεία, οπίσθια διαδερμική σπονδυλοδεσία Θ11-03, καθώς και εσωτερική οστεοσύνθεση πέμπτου μεταταρσίου, συνεπεία των οποίων νοσηλεύθηκε στο ιδιωτικό νοσοκομείο "ΙΑΣΩ GENERAL". Οι σωματικές αυτές βλάβες, λόγω του μέσου που χρησιμοποίησαν (δημιουργία τρόμου) και συνεπεία αυτού πτώση εξ ύψους 2,5 μέτρων της παθούσας, μπορούσαν να της προκαλέσουν κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική της βλάβη. Γ) Με πρόθεση έφερε όπλο και δη έφερε το ως άνω, υπό στοιχείο Β αναφερόμενο πιστόλι, χωρίς να έχει εφοδιαστεί προς τούτο με την απαιτούμενη άδεια από την Αστυνομική Αρχή του τόπου κατοικίας του".
Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τον έκρινε ένοχο και τον καταδίκασε για περισσότερες πράξεις απόπειρας ληστείας και συγκεκριμένα, για τρεις αντί για μία πράξη και παράλληλα, του επιβλήθηκαν τρεις ποινές για την παραπάνω αξιόποινη πράξη αντί για μία (ποινή) και ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις σχετικές διατάξεις περί συρροής και προσάπτει σ' αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) τις απορρέουσες από τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχ. Α', Ε' και Θ' ΚΠΔ, πλημμέλειες, δηλαδή την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (και συγκεκριμένα, του άρθρου 94 ΠΚ) και την υπέρβαση εξουσίας αντιστοίχως.

Περαιτέρω, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο που συνεξετάζεται με τον προαναφερθέντα τρίτο λόγο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 308 παρ. 1 και 309 ΠΚ, ισχυριζόμενος ότι ο τραυματισμός της παθούσης "δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την εισβολή των τριών ατόμων", όπως επί λέξει αναφέρεται στην κρινομένη αίτηση αναίρεσης. Με αυτά όμως που δέχθηκε το προαναφερθέν δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως οι παραδοχές του σκεπτικού επιτρεπτώς συμπληρώνονται από αυτές του διατακτικού, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που, κατά τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση αμφοτέρων των ως άνω εγκλημάτων και συγκεκριμένα, αφ' ενός μεν, της απόπειρας ληστείας από κοινού και κατά συρροή, αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε, η αξιόποινη αυτή πράξη, επειδή στρέφεται κατά προσωποπαγούς εννόμου αγαθού, όπως είναι η σωματική ακεραιότητα και οι φορείς του είναι διαφορετικά πρόσωπα, συντρέχει πραγματική συρροή εγκλημάτων, αφ' ετέρου δε, της αξιόποινης πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης εις βάρος της ως άνω παθούσας Σ. (και όχι Σ.) Σ. , η οποία σημειωτέον τυγχάνει κόρη των προαναφερθέντων Δ. Σ. του Γ. και της Σ. και Ε. Σ. του Δ. και της Ε. και ως εκ τούτου δεν υπάρχει καμμία απολύτως αμφιβολία ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, δεδομένου ότι, αυτή από την ως άνω περιγραφομένη επιδειχθείσα παράνομη συμπεριφορά του εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος και των αγνώστων συναυτουργών του, που εισήλθαν νυκτερινές ώρες στην οικία της, αλλά και του τρόμου που της προκάλεσαν, αναγκάσθηκε προκειμένου να αποφύγει τα χειρότερα εις βάρος της, να πηδήξει από το παράθυρο του σπιτιού της που απείχε 2,5 μέτρα από το έδαφος, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί κατά τα προαναφερθέντα και ως εκ τούτου υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραπάνω επιδειχθείσας αξιόποινης συμπεριφοράς του ήδη αναιρεσείοντος και του τραυματισμού της και βεβαίως δεν πρόκειται για "αυτοτραυματισμό" της, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Εν όψει όλων όσων αναφέρθηκαν, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθώς ερμήνευσε και αφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 94 ΠΚ, ενώ δεν υπερέβη την εξουσία του και επί πλέον, καμμία (απόλυτη) ακυρότητα δεν συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο και συνεπώς, όλοι οι προαναφερθέντες αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι.

Εξάλλου, αυτοτελής ισχυρισμός που χρήζει, κατά τις προδιαληφθείσες διατάξεις, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας τυγχάνει και ο απορρέων από τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 3 ΠΚ, κατά την οποία ως ελαφρυντική περίπτωση λογίζεται και η μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου. Με την ρύθμιση αυτή η ελληνική νομοθεσία εναρμονίζεται προς την νομολογία του ΕΔΔΑ, σε σχέση με τα πρόσφορα μέτρα θεραπείας της παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος του κατηγορουμένου να δικάζεται η υπόθεσή του εντός λογικής προθεσμίας (άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ).

Άλλωστε, κριτήριο για την κατάφαση της υπέρβασης αυτής δεν είναι μόνο η παρέλευση δυσανάλογα μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση του εγκλήματος, αλλά κατά τον νόμο (άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 4239/2014), συνεκτιμώνται η καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης, η πολυπλοκότητα των πραγματικών και νομικών ζητημάτων, η στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και το διακύβευμα της υπόθεσης για τον κατηγορούμενο (ΑΠ 314/2025, ΑΠ 312/2025, ΑΠ 464/2023, ΑΠ 365/2022, ΑΠ 158/2022, ΑΠ 33/2022). Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι απορρίφθηκε χωρίς ειδική αιτιολογία ο υποβληθείς για λογαριασμό του από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, αυτοτελής ισχυρισμός για την αναγνώριση σ' αυτόν της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 3 ΠΚ, αλλά και ότι εσφαλμένως ερμηνεύθηκε και εφαρμόσθηκε η σχετική ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 84 παρ. 3 ΠΚ και με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησής του - κατά το ορθό νοηματικό του περιεχόμενο - προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' ΚΠΔ, σχετική πλημμέλεια, δηλαδή της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 84 παρ. 3 ΠΚ. Από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία σημειωτέον δεν έχουν προσβληθεί ως πλαστά, ούτε έχουν διορθωθεί και συνεπώς, αποδεικνύουν ότι έγιναν όλα όσα έχουν καταχωρισθεί σ' αυτά (άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠΔ), το προαναφερθέν ΣΤ' Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του κήρυξε τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις, ενώ από τα ίδια ως άνω πρακτικά προκύπτει ότι μετά την απαγγελία της καταδικαστικής εις βάρος του απόφασης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του υπέβαλε - μεταξύ των άλλων - και τον αυτοτελή ισχυρισμό να αναγνωρισθεί σ' αυτόν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 3 ΠΚ, χωρίς όμως να επικαλεστεί κανένα πραγματικό περιστατικό για την θεμελίωσή του, ισχυρισμό που δεν συμπλήρωσε μεταγενέστερα και μέχρι την έκδοση της απορριπτικής επί του ισχυρισμού του απόφασης του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται για το θέμα αυτό, επί λέξει τα εξής: "Ο συνήγορος του κατηγορουμένου, στον οποίο δόθηκε ο λόγος από την Πρόεδρο, ζήτησε να αναγνωριστούν στο πρόσωπο του εντολέα του, οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 § 2ε' και 84 § 3 ΠΚ". Έτσι, όμως, που προτάθηκε ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός ήταν αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος και γι' αυτό το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον ως άνω ισχυρισμό, πολύ δε, περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του και ως εκ τούτου, αφού εξέθεσε την σχετική νομική σκέψη, ακολούθως απέρριψε τον υποβληθέντα αυτόν αυτοτελή ισχυρισμό διαλαμβάνοντας στο σχετικό σκεπτικό του επί λέξει τα εξής: "Εν προκειμένω ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί αναγνώρισης της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 3 του ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος διότι δεν αναφέρθηκαν περιστατικά για την έλλειψη υπαιτιότητας του καταδικασθέντος ως προς την διάρκεια της ποινικής διαδικασίας...". Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απορρίπτοντας τον ανωτέρω υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες της έλλειψης εειδικής αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου πέμπτος αναιρετικός λόγος και ως προς τα δύο σκέλη του, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερθέντων και μη υπάρχοντος άλλου (παραδεκτού) λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη από 29-9-2025 αίτηση αναίρεσης του (επ) T. (ον) E. ή E. του M. , κατά της υπ' αριθμ. 279, 538/2025 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ενώ πρέπει ακόμη να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 577 παρ. 2, περ. α' και 578 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-9-2025 αίτηση του (επ) T. (ον) E. ή E. του M. , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 279, 538/2025 απόφασης του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας, ποσού οχτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2026.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή