ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 291/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 291/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 291/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 291 / 2026    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 291/2026ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥΣΤ' Ποινικό ΤμήμαΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Γιαννακοπούλου, Μαρία Πετσάλη και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2026, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Σοφουλάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ., για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως των υπ'αριθμ. 8016/2024 και 9682/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενο τον Ν. Ρ. του Ζ., κάτοικο ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Τριανταφυλλίδη Ευσταθίου και με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Κ. Δ. του Α., κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε.Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία ....2025 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Ν. Κ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΚατά το άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α' Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507, κατά το οποίο η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώρηση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου και για τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι ενός (1) μηνός από την καταχώρηση αυτή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προς τον σκοπό της διόρθωσης τυχόν εσφαλμένων αποφάσεων, δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. (ΑΠ 477/2025, ΑΠ 1277/2024, ΑΠ 1043/2024, ΑΠ 909/2024, ΑΠ 840/2024, ΑΠ 812/2024, ΑΠ 557/2024), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και η υπέρβαση εξουσίας (510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Θ' Κ.Π.Δ.) Στην προκειμένη περίπτωση, η με αριθμό κατάθεσης ....2025 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 8016, 9682/2024 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, καθ' ό μέρος κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο Ρ. Ν. του Ζ. για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 474 παρ. 1, 4, 504 παρ. 1, 505 παρ. 2 εδ. α' και 507 Κ.Π.Δ.), με δήλωση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στη γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, συνταχθείσης της σχετικής εκθέσεως με αριθμό ....2025, που υπογράφεται από τους προαναφερόμενους, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας ενός μηνός από τότε που η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη (27/2/2025), στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 του Κ.Π.Δ. ειδικό βιβλίο, περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Θ' Κ.Π.Δ., ήτοι της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης εφαρμογής (εκ πλαγίου παραβίασης) ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της υπέρβασης εξουσίας. Πρέπει επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.Ι. Στη διάταξη του άρθρου 2 του νέου Π.Κ., που κυρώθηκε με τον ν. 4619/2019 και τέθηκε σε ισχύ, κατά το άρθρο 460 του ίδιου Κώδικα, από 1/7/2019, επαναλαμβάνοντας αναλόγου περιεχομένου διάταξη του προϊσχύσαντος Π.Κ., με την οποία καθιερώθηκε η αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου νόμου, ορίζεται ότι: "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυαν δύο ή περισσότερες διατάξεις νόμων εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορούμενου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους (ΟλΑΠ 1/2014), ως επιεικέστερος θεωρείται εκείνος ο νόμος, που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων, που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου Π.Κ., ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για τον χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή (ΑΠ 170/2025, ΑΠ 1222/2023, ΑΠ 503/2023). Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1α' του ισχύσαντος μέχρι 30/6/2019 Ποινικού Κώδικα, με τον τίτλο "Σωματική βλάβη από αμέλεια", "1. Όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του ιδίου ως άνω άρθρου 314 του ισχύοντος (από 1/7/2019) Π.Κ., που επίσης τιτλοφορείται "Σωματική βλάβη από αμέλεια", "1. Όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή ή φυλάκιση έως δύο έτη". Ακολούθως η παρ. 1 του ως άνω άρθρου 314 Π.Κ. τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 67 του Ν. 4855/2021 (ΦΕΚ Α' 215/12.11.2021) και αυτό διαμορφώθηκε πλέον ως εξής: "1. Όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας". Από την αντιπαραβολή των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι με αυτές δεν μεταβάλλεται ούτε η αντικειμενική, ούτε η υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, η τελευταία όμως διάταξη του ισχύοντος Π.Κ., μετά την τροποποίηση με το άρθρο 67 του Ν. 4855/2021, είναι ευμενέστερη εκείνης του προϊσχύσαντος Π.Κ., διότι καθορίζει ως ποινή φυλάκιση έως δύο (2) έτη, με χαμηλότερο όριο ποινής τις δέκα ημέρες (άρθρο 53 Π.Κ.) ή χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας, ενώ με τη διάταξη του προϊσχύσαντος Π.Κ. προβλεπόταν ποινή φυλάκισης με ανώτατο όριο ποινής αυτό των τριών (3) ετών και με χαμηλότερο κατώτατο όριο ποινής φυλάκισης αυτό των δέκα (10) ημερών (ΑΠ 170/2025, ΑΠ 761/2024, ΑΠ 928/2024, ΑΠ 562/2023, ΑΠ 503/2023). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 Π.Κ., "Από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από τον δράστη η επιβαλλόμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις, ικανότητες και περιστάσεις και ιδίως λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της οφειλόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια), και, γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε (ΟλΑΠ 4/2010, ΑΠ 928/2024, ΑΠ 1482/2019, ΑΠ 545/2019). Όταν η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται (επιπλέον των όρων του άρθρου 28 Π.Κ.) η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 Π.Κ. (ΑΠ 648/2024, ΑΠ 691/2023, ΑΠ 130/2023), κατά το οποίο η μη αποτροπή του ορισμένου αποτελέσματος, που θέτει ο νόμος, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια όταν ο υπαίτιος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Πρόκειται για ειδική μορφή εγκλήματος, όπου η επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος εξαιτίας της παράλειψης ισοδυναμεί νομικώς με την με ενέργεια παραγωγή αυτού, εφόσον συντρέχει η προβλεπόμενη από τον νόμο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση. Από την ως άνω διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης, δηλαδή ειδικής και όχι γενικής, υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή νομική (όχι απλώς ηθική) υποχρέωση προς παρεμπόδιση της επέλευσης του βλαπτικού για ορισμένο έννομο αγαθό αποτελέσματος, συνιστά πρόσθετο στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που τελείται με παράλειψη και δύναται να πηγάζει: α) από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη του νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου προς ενέργεια, γ) από ειδική σχέση, που θεμελιώνεται είτε σε συμβατικό δεσμό, είτε και σε προηγουμένη ενέργεια του υπαιτίου της παράλειψης, δια της οποίας αυτός αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από ορισμένη προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Ήδη, στο άρθρο 15 του ισχύοντος (από 1/7/2019) Π.Κ. (ν. 4619/2019), σε σχέση με το στοιχείο της ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως του δράστη δια παραλείψεως τελούμενου εγκλήματος, ορίζεται ότι: "1. Όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί σε ενέργεια για την αποτροπή του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει από νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη επικίνδυνη ενέργεια του υπαιτίου. 2. Στις περιπτώσεις των εγκλημάτων με παράλειψη ο δικαστής μπορεί να επιβάλλει μειωμένη ποινή (άρθρο 83)". Σε αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης, να εκτίθενται, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι n νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, ενώ, εάν η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, δεν είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτής από ειδική διάταξη νόμου (ΟλΑΠ 4/2010, ΑΠ 648/2024, ΑΠ 691 /2023, ΑΠ 130/2023, ΑΠ 1476/2022). Για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια, όπως προαναφέρθηκε, πρέπει να συντρέχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και του επελθόντος αποτελέσματος, η οποία, εκτός των λοιπών στοιχείων του εγκλήματος, πρέπει να αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα, προκειμένου να έχει η σχετική απόφαση την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που από μόνη της ή μαζί με τη συμπεριφορά άλλου προσώπου βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα. Στα δια παραλείψεως τελούμενα εγκλήματα, θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια της παράλειψης και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση κατά την οποία, αν δεν είχε συντρέξει η αμελής συμπεριφορά (παράλειψη) του υπαιτίου, αν γινόταν δηλαδή η επιβεβλημένη ενέργεια, η οποία τελικά δεν έγινε, τότε με μεγάλη πιθανότητα, η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα (ΑΠ 648/2024, ΑΠ 1182/2023, ΑΠ 691/2023, ΑΠ 129/2023). Αν το έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια είναι απότοκο της αμέλειας πολλών, το κάθε πρόσωπο υπέχει ευθύνη αυτοτελώς και χωριστά από τα άλλα, κατά τον λόγο της αμέλειάς του που αποδείχθηκε και εφόσον, πάντως, το αποτέλεσμα που επήλθε τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με αυτήν (ΟλΑΠ 4/2010, ΑΠ 129/2023). Περαιτέρω, με τις ως άνω προϋποθέσεις θεμελιώνεται ειδικότερα ποινική ευθύνη του ιατρού για σωματική βλάβη από αμέλεια, όταν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση από αυτόν (ιατρό) των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να υπάρξει αμφισβήτηση, εφόσον η αντίστοιχη ενέργεια ή παράλειψή του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, που απορρέει από την άσκηση του επαγγέλματός του και ανάγεται σε νομική υποχρέωσή του με επιτακτικούς κανόνες, καθώς και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, η οποία δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης. Συγκεκριμένα, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης του ασθενούς απορρέει από τον νόμο, τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν. 3418/2005) και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της σωματικής ακεραιότητας ή της υγείας του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης (ΑΠ 648/2024, ΑΠ 646/2023, ΑΠ 130/2023, ΑΠ 1 128/2022, ΑΠ 326/2021). Γενικότερα, πρέπει να σημειωθεί ότι η αδυναμία πρόβλεψης του ενδεχόμενου να προκύψει αξιόποινου αποτελέσματος καθίσταται ποινικά κολάσιμο υποκειμενικό μέγεθος, εφόσον ο δράστης όφειλε αντικειμενικά, κατά τις περιστάσεις, και μπορούσε υποκειμενικά, με βάση τις προσωπικές του ικανότητες, να προβλέψει το αποτέλεσμα ως δυνατό και να το αποφύγει. Ειδικότερα, όσον αφορά στην οφειλόμενη από τον ιατρό προσοχή, δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί εκ προοιμίου, αλλά βρίσκεται πάντοτε σε συνάρτηση με τις αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες και περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Οι υπαίτιες ενέργειες και παραλείψεις του ιατρού δεν είναι δυνατόν να τυποποιηθούν, δεδομένου ότι κάθε ιατρικό περιστατικό παρουσιάζει μοναδικότητα και ιδιοτυπία καθοριστική των ενδεδειγμένων ενεργειών του ιατρού και, έτσι, προσδιοριστική της επιμέλειας, την οποία πρέπει αυτός να καταβάλει. Πρόδηλο καθίσταται ότι η εκτίμηση και αξιολόγηση των αντικειμενικών δεδομένων εξαρτάται από τον βαθμό και την ποιότητα της γνώσης και εμπειρίας του επιλαμβανόμενου ιατρού. Γενικά, μπορεί να λεχθεί ότι το μέτρο της οφειλόμενης από τις περιστάσεις περίσκεψης του συγκεκριμένου ιατρού πρέπει να είναι η προσοχή που δείχνει κάθε μέσος ιατρός, αν βρεθεί, αν όχι κάτω από τις ίδιες, σε παρόμοιες συνθήκες με αυτές που βρέθηκε και ενήργησε ο κρινόμενος ιατρός (ΑΠ 122/2019). Επομένως, ο ιατρός ενεργεί με αμέλεια, αν από επιπολαιότητα ή άγνοια των πραγμάτων που όφειλε να γνωρίζει ή από απρονοησία δεν ακολούθησε γενικά παραδεκτές αρχές της ιατρικής επιστήμης ή σύγχρονες μεθόδους και η σχετική επιπολαιότητα, άγνοια ή απρονοησία τον οδήγησαν σε εσφαλμένη διάγνωση ή θεραπευτική αγωγή ή επέμβαση ή άλλη ενέργεια ή παράλειψη για την αποτροπή προσβολών ή κινδύνων κατά της σωματικής ακεραιότητας, της υγείας ή της ζωής ασθενούς (ΑΠ 130/2023, ΑΠ 682/2021). Έτσι, ελέγχεται ο κατηγορούμενος ιατρός για κάθε ενέργεια ή παράλειψή του υπό την ανωτέρω ιδιότητά του ως προς την παρακολούθηση της πορείας του ασθενούς που επιμελήθηκε, δηλαδή εάν ενήργησε την ακολουθητέα ιατρική αγωγή και τις επιβαλλόμενες εξετάσεις ή και άλλες επεμβατικές ιατρικές πράξεις προς αντιμετώπιση της παρενέργειας ή επιπλοκής που θα μπορούσε να επιφέρει βλάβη της υγείας του ασθενούς, όπως κάθε μέσος ιατρός της ειδικότητάς του θα έπραττε υπό τις ίδιες περιστάσεις, έχοντας γνώση του ιστορικού και των συμπτωμάτων του ασθενούς, καθώς και τη δυνατότητα και την εμπειρία να προβλέψει τα δυσμενή αυτά συμπτώματα και τις παρεπόμενες βλάβες που εμφανίζουν ασθενείς, υποβαλλόμενοι σε ιατρική επέμβαση (ΑΠ 1057/2016). Ειδικότερα, όταν πρόκειται περί θεράποντος χειρουργού ιατρού, αντικείμενο της ευθύνης του είναι η καλή έκβαση της χειρουργικής επέμβασης, στην οποία περιλαμβάνεται, εκτός από τον προεγχειρητικό έλεγχο και το στάδιο της χειρουργικής επέμβασης, και το μετεγχειρητικό στάδιο, που αποτελούν μία ολότητα, που οργανώνεται και κατευθύνεται από αυτόν, ελεγχόμενος για κάθε ενέργεια ή παράλειψή του, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, ως προς την παρακολούθηση της πορείας του ασθενούς και μετά την εγχείρηση, δηλαδή εάν ενήργησε την ακολουθητέα ιατρική αγωγή και τις επιβαλλόμενες εξετάσεις ή άλλες επεμβατικές ιατρικές πράξεις προς αντιμετώπιση της παρενέργειας ή επιπλοκής που θα μπορούσε να επιφέρει βλάβη της υγείας του χειρουργηθέντος ασθενούς, όπως κάθε μέσος συνετός ιατρός χειρουργός της ειδικότητάς του θα έπραττε υπό τις ίδιες περιστάσεις, έχοντας γνώση του ιστορικού του ασθενούς και τη δυνατότητα και την εμπειρία να προβλέψει τα δυσμενή συμπτώματα που εμφανίζουν ασθενείς, υποβαλλόμενοι σε τέτοια χειρουργική επέμβαση, εφόσον η αντίστοιχη ενέργεια ή παράλειψή του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, που απορρέει από την άσκηση του επαγγέλματός του και ανάγεται σε νομική υποχρέωσή του, σύμφωνα με τους επιτακτικούς κανόνες που προαναφέρθηκαν (ΑΠ 1575/2022, ΑΠ 1863/2019).ΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αναφορά της αξιολογικής συσχέτισης και σύγκρισης των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί δε λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.ΙΙΙ. Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει τον νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ., συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία ενυπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 715/2024, ΑΠ 160/2023, ΑΠ 1219/2022, ΑΠ 212/2022).ΙV. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' Κ.Π.Δ., υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από τον νόμο και ιδίως, όταν συντρέχουν οι αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη περιπτώσεις, η απαρίθμηση των οποίων καθίσταται απλώς ενδεικτική, κάτι που συνάγεται από τη χρησιμοποίηση του όρου "ιδίως" στο κείμενο του νόμου. Η υπέρβαση εξουσίας εμφανίζεται με δύο όψεις, τη θετική, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίδει ο νόμος ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, και την αρνητική υπέρβαση εξουσίας, όταν το δικαστήριο παραλείπει (αρνείται) να ασκήσει υπάρχουσα εξουσία του, παρεχόμενη εκ του νόμου (ΟλΑΠ 1/2015, ΑΠ 1043/2024, ΑΠ523/2024, ΑΠ 95/2022).Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 6889, 5243/10.4.2023 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, Ρ. Ν. του Ζ., κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο, με συγκλίνουσα αμέλεια, με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό: "Στη Θεσσαλονίκη, στις 3- 5-2018, από αμέλεια και συγκεκριμένα από έλλειψη της προσοχής, που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει έκαστος εξ αυτών, αν και είχαν υποχρέωση, λόγω του επαγγέλματός τους ως ιατρού ο 1ος (αναιρεσίβλητος) και ο 2ος κατηγορούμενοι και ως νοσηλευτής ο 3ος σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, προκάλεσαν σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας σε άλλον, χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από την πράξη τους. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ο 1ος κατηγορούμενος Ρ. Ν., ο οποίος τυγχάνει ιατρός μαιευτήρας-χειρουργός γυναικολόγος και παρείχε κατά τον κρίσιμο χρόνο τις ιατρικές του υπηρεσίες στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗ Α.Ε. - Κλινική Άγιος Λουκάς", τον οποίο είχε επισκεφθεί νωρίτερα εντός του μηνός Μαρτίου η παθούσα Δ. Κ. προκειμένου να την εξετάσει και να προβεί στην κατάλληλη ιατρική αντιμετώπιση δύο κυστικών μορφωμάτων που είχαν εντοπιστεί σε γενικό ιατρικό έλεγχο στην αριστερή της ωοθήκη και της είχε συστήσει να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση προς αφαίρεσή τους, αναλαμβάνοντας την αντιμετώπιση του περιστατικού, ενήργησε κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί καμία αμφισβήτηση και αντίθετα προς το επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Ειδικότερα, στις 3-5-2018, όταν η παθούσα μετέβη στην κλινική "Άγιος Λουκάς", προκειμένου να υποβληθεί σε λαπαροσκοπική αφαίρεση εξαρτημάτων αμφοτερόπλευρα, την οποία πραγματοποίησαν ο 1ος κατηγορούμενος Ρ. Ν. και ο 2ος κατηγορούμενος..., επίσης ιατρός μαιευτήρας-χειρουργός γυναικολόγος ως βοηθός χειρουργού, κατά την εκτέλεση των ιατρικών τους καθηκόντων, κατά παράβαση των κοινώς παραδεδεγμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, δεν επέδειξαν τη δέουσα και απαιτούμενη από το επάγγελμά τους επιμέλεια του μέσου συνετού ιατρού, καθόσον, από αμέλειά τους, αφέθηκε εντός της κοιλιακής χώρας της παθούσας τμήμα μήκους 13 εκατοστών της βελόνας VERESS που χρησιμοποιείται στις λαπαροσκοπικές επεμβάσεις για την εμφύσηση CO2, ενώ παράλληλα κατά την εκτομή των ωοθηκών της, δεν προστάτεψαν την ουροφόρο οδό με αποτέλεσμα τον τραυματισμό των ιστών πέριξ του σύστοιχου ουρητήρα του αριστερού νεφρού, που είχε ως αποτέλεσμα τη στένωσή του και τη δημιουργία υδρονέφρωσης και ως εκ τούτου τη μείωση του λειτουργικού τμήματος του νεφρού. Συγκεκριμένα, οι κατηγορούμενοι εφάρμοσαν πλημμελώς την τεχνική της λαπαροσκοπικής επέμβασης για την αφαίρεση εξαρτημάτων αμφοτερόπλευρα, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παράσχουν τις ιατρικές τους υπηρεσίες στην εγκαλούσα σύμφωνα με τους γενικά παραδεκτούς κανόνες της ιατρικής επιστήμης (άρθρο 10 παρ. 1 του Κώδικα Ιατρικής δεοντολογίας), να δίνουν προτεραιότητα στην προστασία της υγείας της (άρθρο 9 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), καθώς και να ενεργούν όλες τις αναγκαίες ιατρικές πράξεις, ώστε να αποφευχθούν τα ιατρικά λάθη, να εξασφαλιστεί η ασφάλεια της ασθενούς, και να αποκατασταθεί η υγεία της (άρθρα 2 παρ. 1 και 4 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα). Ειδικότερα, ο 1ος κατηγορούμενος κατά την εκτομή των ωοθηκών της εγκαλούσας, τραυμάτισε με τη χρήση διαθερμίας, τους ιστούς πέριξ του σύστοιχου ουρητήρα του αριστερού νεφρού της, που είχε ως αποτέλεσμα τη στένωσή του και τη δημιουργία υδρονέφρωσης και ως εκ τούτου τη μείωση του λειτουργικού τμήματος του νεφρού... Περαιτέρω, οι δύο ανωτέρω κατηγορούμενοι (1ος και 2ος) εγκατέλειψαν στην κοιλιακή χώρα της παθούσας τμήμα μήκους 13 εκατοστών της βελόνας VERESS και δη το εξωτερικό-αιχμηρό τμήμα αυτής το οποίο αποκολλήθηκε από τη βελόνα και παρέμεινε εντός της κοιλιακής χώρας της παθούσας. Συγκεκριμένα, ο 1ος κατηγορούμενος ως χειριστής της βελόνας VERESS και κατεξοχήν υπεύθυνος για τον έλεγχο του εργαλείου που χρησιμοποίησε, καθώς και για τον έλεγχο της περιοχής πριν τη σύγκλιση του εγχειρητικού τραύματος, από αμέλειά του, ενεργώντας κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης του και του επιβαλλόμενου καθήκοντος επιμέλειας, αφενός δεν αντιλήφθηκε την αποκοπή του εξωτερικού τμήματος της βελόνας, ούτε την ύπαρξή του εντός της κοιλιακής χώρας της ασθενούς κατά τη διάρκεια του χειρουργείου και αφετέρου δεν προέβη στον απαραίτητο έλεγχο ώστε να διαπιστωθεί ότι δεν είχε αφεθεί κανένα αντικείμενο από αυτά που είχαν χρησιμοποιηθεί κατά τη διενέργεια της επεμβάσεως στο σώμα της ασθενούς.... Περαιτέρω ο 1ος κατηγορούμενος, διαβεβαίωσε την παθούσα ότι η επέμβαση είχε εξελιχθεί καλώς, αφού δεν είχε αντιληφθεί τον τραυματισμό που προκάλεσε με τη διαθερμία και την αποκοπή και παραμονή του ανωτέρω τμήματος της βελόνας στην κοιλιακή χώρα και παρά τις διαμαρτυρίες της παθούσας για έντονους πόνους στον χώρο στην κοιλιάς, για τους οποίους επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο τρεις φορές, δεν μπόρεσε να εκτιμήσει ορθά και έγκαιρα τα συμπτώματα που εμφάνισε αυτή, μετά το χειρουργείο και υποδήλωναν τη βλάβη της υγείας της και συνακόλουθα να προβεί σε άμεσες ενέργειες για την αντιμετώπιση της βλάβης και την αποκατάσταση της υγείας της, ήτοι στις απαιτούμενες εξετάσεις (αιματολογικό-βιοχημικό έλεγχο, απεικονιστικές εξέτασεις-αξονική τομογραφία) για τη διάγνωση της βλάβης και την παραπομπή της στον αρμόδιο ιατρό άλλης ειδικότητας και δη ουρολόγο, αλλά αντίθετα τη διαβεβαίωνε κάθε φορά, πως είναι όλα φυσιολογικά και πως πρόκειται για μετεγχειρητικά συμπτώματα. Πλην, όμως, η κατάσταση της εγκαλούσας επιδεινώθηκε με αποτέλεσμα αυτή να μεταφερθεί στις 29-8-2018, λόγω έντονων πόνων εσπευσμένα στη Γενική Κλινική, όπου υποβλήθηκε σε εξετάσεις, κατά τις οποίες διαπιστώθηκε ότι στο εσωτερικό της κοιλίας υπάρχει ξένο σώμα και ότι πάσχει από οξεία νεφρική ανεπάρκεια λόγω απόφραξης του αριστερού νεφρού από στένωση του σύστοιχου ουρητήρα και την 1-10-2018 υποβλήθηκε σε επέμβαση τοποθέτησης πιγκτέιλ προς αντιμετώπιση της στένωσης του ουρητήρα και της νεφρικής ανεπάρκειας, εντούτοις δε, η βλάβη στον ουρητήρα δεν κατέστη εφικτό να αποκατασταθεί, αλλά είναι μόνιμη, ενώ στις 3-10-2018 υποβλήθηκε σε δεύτερη επέμβαση αφαίρεσης του ξένου σώματος και δη του μεταλλικού επιμήκους αντικειμένου 13 εκατοστών-τμήματος της βελόνας VERESS, που χρησιμοποιήθηκε από τους δύο πρώτους κατηγορούμενους ιατρούς κατά τη λαπαρασκοπική επέμβαση, η ύπαρξη του οποίου εντός της κοιλιακής της χώρας για χρονικό διάστημα πέντε μηνών, της προξένησε σωματική βλάβη και συγκεκριμένα πόνους στο υπογάστριο, μείωση της σωματικής της κινητικότητας και της εν γένει λειτουργικότητάς της και ενείχε κίνδυνο πρόκλησης διάτρησης του εντέρου της, περιτονίτιδας ακόμη δε και θανάτου, γι' αυτό και κρίθηκε απαραίτητο να υποβληθεί σε επέμβαση για την αφαίρεσή του. Αν δε, ο 1ος κατηγορούμενος παρείχε με συνέπεια προσοχή τις ιατρικές του υπηρεσίες στην ασθενή κατά το μετεγχειρητικό στάδιο προβαίνοντας σε έγκαιρη και ορθή αξιολόγηση των συμπτωμάτων της παθούσας κατά το στάδιο αυτό, θα τοποθετείτο άμεσα μετεγχειρητικά καθετήρας pigtail, ο οποίος θα επέτρεπε την ανάπτυξη της ουλώδους στένωσης του ουρητήρα, ώστε η υδρονέφρωση θα καθίστατο χρόνια και η βλάβη της παθούσας δεν θα καθίστατο μόνιμη". Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της παραπάνω πρωτόδικης απόφασης εκ μέρους του ως άνω καταδικασθέντος κατηγορουμένου (και των συγκατηγορουμένων του), εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 8016, 9682/13.12.2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, από το σκεπτικό της οποίας προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (την ανωμοτί κατάθεση της παρισταμένης για την υποστήριξη της κατηγορίας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, την με αριθμό .../2022 έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονα χειρουργού-ουρολόγου Κ. Σ., τα πρακτικά της εκκαλούμενης απόφασης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο) δέχθηκε, στο περί της ενοχής του πρώτου κατηγορουμένου (ήδη αναιρεσιβλήτου) Ρ. Ν. σκέλος της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει: "Η παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας, Δ. Κ. (στο εξής παθούσα), που γεννήθηκε στις ...-1964, διενήργησε, στις ...-2018, προς προστασία της υγείας της, ετήσιο προληπτικό ιατρικό έλεγχο κατά τη διάρκεια του οποίου υποβλήθηκε σε υπερηχογράφημα άνω-κάτω κοιλίας, από το οποίο διαπιστώθηκε ότι στην ανατομική θέση της αριστερής ωοθήκης παρατηρούνται δύο κυστικά μορφώματα σε επαφή μεταξύ τους διαμέτρου 4,5 εκ. και 4,2 εκ. περίπου, αντίστοιχα και της έγινε σύσταση να επισκεφτεί ιατρό γυναικολόγο. Κατόπιν τούτων, επισκέφθηκε, στο ιατρείο του, τον πρώτο κατηγορούμενο, Ρ. Ν., ιατρό, μαιευτήρα-χειρουργό γυναικολόγο, ο οποίος την παρακολουθούσε ιατρικά, στην ειδικότητά του, επί πολλά έτη και γνώριζε το ιατρικό ιστορικό της. Ο πρώτος κατηγορούμενος διενήργησε υπερηχογραφική εξέταση και της συνέστησε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης των άνω κύστεων, σύσταση την οποία αποδέχθηκε η παθούσα. Πράγματι, στις 3-5-2018, στην ιδιωτική κλινική με την επωνυμία "ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗ ΑΕ-Κλινική Άγιος Λουκάς", που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, η παθούσα υποβλήθηκε σε λαπαροσκοπική επέμβαση αφαίρεσης κύστεων της αριστερής ωοθήκης και ωοθηκών αμφοτερόπλευρα, υπό γενική αναισθησία. Την επέμβαση διενήργησε ο πρώτος κατηγορούμενος. Στην επέμβαση συμμετείχε και ο δεύτερος κατηγορούμενος, ..., ιατρός, μαιευτήρας-χειρουργός γυναικολόγος, υπό την ιδιότητα του βοηθού χειρουργού. Η συμμετοχή και επιλογή του δεύτερου κατηγορουμένου αποφασίστηκε αποκλειστικά από τον πρώτο κατηγορούμενο, καθώς η παθούσα δεν τον γνώριζε, ουδέποτε είχε επισκεφτεί το ιατρείο του για να την εξετάσει ή να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε ιατρική πράξη. Στην επέμβαση συμμετείχε και ο τρίτος κατηγορούμενος, ..., υπό την ιδιότητα του νοσηλευτή - εργαλειοδότη. Στο πρακτικό χειρουργείου, που συνέταξε και υπόγραψε ο πρώτος κατηγορούμενος, αναφέρεται ότι κατά τη διεξαγωγή της επέμβασης "εκτελέσθηκε είσοδος στην περιτοναϊκή κοιλότητα με βελόνη Veress, με μικρή τομή του δέρματος διομφαλικά, για την επίτευξη πνευμοπεριτοναίου. Μετά την είσοδο στην περιτοναϊκή κοιλότητα διαπιστώθηκε ευμέγεθες κυστικό μόρφωμα της αριστερής ωοθήκης περίπου 8-10 mm, ενώ η μήτρα και το δεξιό εξάρτημα ήταν φυσιολογικού μεγέθους και μορφολογίας. Εκτελέστηκε κυστεκτομή αριστερά, καθώς επίσης και εκτομή των εξαρτημάτων αμφοτερόπλευρα. Ακολούθησε έκπλυση της περιτοναϊκής κοιλότητας με φυσιολογικό ορό και επισκόπηση της ελάσσονος πυέλου. Διενεργήθηκε αφαίρεση του κυστικού μορφώματος αλλά και των εξαρτημάτων άμφω δια μικρής τομής περί των 3-4 mm στον οπίσθιο δουγλάσειο χώρο και έξοδος αυτών διά της κολπικής οδού. Ακολούθησε συρραφή της τομής με διακεκομμένα ράμματα. Η χειρουργική επέμβαση ήταν ομαλή και η ασθενής την επόμενη ημέρα εξήλθε με οδηγίες στο σπίτι". Η βελόνα VERESS, που χρησιμοποιήθηκε κατά την επέμβαση, είναι βελόνα εμφύσησης αέρα CO2, αποτελούμενη από δύο μέρη, και δη το εξωτερικό, που είναι αιχμηρό και τρυπάει το δέρμα και το περιτόναιο, και το εσωτερικό, που είναι αμβλύ και μεταφέρει τον αέρα εντός της κοιλιάς, τα οποία μέρη δεν αλληλοκαλύπτονται πλήρως, αλλά το εσωτερικό προεξέχει του εξωτερικού. Από την ιστολογική εξέταση, που διενεργήθηκε μετά την επέμβαση, των κυστικών μορφωμάτων που αφαιρέθηκαν, διαπιστώθηκε ότι αυτά ήταν δύο (καλοήθη) κυστικά μορφώματα διαστάσεων 5,5 εκ. και 6 εκ., αντιστοίχως (βλ. την από 8-5-2018 ιστολογική εξέταση του ιατρού-παθολογοανατόμου Κ. Σ.). Η παθούσα έλαβε εξιτήριο από την άνω κλινική την επόμενη ημέρα της επέμβασης, δηλαδή στις 4-5-2018, με οδηγίες που της έδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος για λήψη αντιβίωσης επί εικοσαημέρου και παυσίπονων για τους πόνους που πιθανόν θα ένιωθε μετεγχειρητικά. Περίπου δέκα ημέρες μετά την επέμβαση, η παθούσα επισκέφθηκε τον πρώτο κατηγορούμενο στο ιατρείο του, όπου αυτός αφαίρεσε τα ράμματα που της είχαν τοποθετηθεί και διενήργησε κλινικό έλεγχο και υπερηχογραφική εξέταση στην κάτω κοιλιακή της χώρα, ώστε να ελέγξει τη μετεγχειρητική της πορεία, κατά την οποία δεν διαπίστωσε κάποια επιπλοκή και έκρινε ότι η πορεία της υγείας της βαίνει σύμφωνα με τα ιατρικώς προβλεπόμενα. Ωστόσο, μεταγενέστερα, μόλις σταμάτησε τη λήψη φαρμακευτικής αγωγής, η παθούσα άρχισε να αισθάνεται πόνο στην κοιλιακή της χώρα. Με την πάροδο ενός μήνα, καθώς οι πόνοι στην κοιλιακή της χώρα εξακολουθούσαν, επισκέφθηκε εκ νέου τον πρώτο κατηγορούμενο στο ιατρείο του, όπου αυτός διενήργησε κλινικό έλεγχο και υπερηχογραφική εξέταση στην κάτω κοιλιακή της χώρα κατά την οποία δεν διαπίστωσε κάποια επιπλοκή και έκρινε ότι η πορεία της υγείας της βαίνει σύμφωνα με τα ιατρικώς προβλεπόμενα, διαβεβαιώνοντάς την σχετικά. Περίπου ένα μήνα μεταγενέστερα, καθώς οι πόνοι στην κοιλιακή της χώρα συνέχιζαν, με ενοχλήσεις στο ουροποιητικό της σύστημα και μείωση της λειτουργικότητάς της, η παθούσα επισκέφθηκε εκ νέου τον πρώτο κατηγορούμενο στο ιατρείο του. Αυτός, αφού διενήργησε κλινικό έλεγχο, δεν διέγνωσε κάποια επιπλοκή από την επέμβαση, την καθησύχασε ότι οι πόνοι είναι φυσιολογικοί και της συνέστησε να λαμβάνει παυσίπονα για την αντιμετώπιση του πόνου. Με την πάροδο ενός μήνα, καθώς οι πόνοι στην κοιλιακή της χώρα συνέχιζαν, επισκέφθηκε εκ νέου τον πρώτο κατηγορούμενο στο ιατρείο του, όπου αυτός την καθησύχασε ότι οι πόνοι είναι φυσιολογικοί μετά την επέμβαση. Όμως, η υγεία της παθούσας δεν βελτιώθηκε. Αντίθετα οι πόνοι που ένιωθε χειροτέρευσαν και επιδεινώθηκαν σε έντονο βαθμό ώστε να αναγκαστεί, στις 30-9-2018, να μεταβεί και να εισαχθεί στη ιδιωτική κλινική με την επωνυμία "Γενική Κλινική Θεσσαλονίκης", με έντονο υποτροπιάζον κωλικοειδές άλγος αριστερής νεφρικής και πλάγιας κοιλιακής χώρα από 12ώρου και χαμηλή πυρετική κίνηση. Στην άνω κλινική υποβλήθηκε σε πολλαπλές εξετάσεις. Οι αιματολογικές εξετάσεις έδειξαν υψηλά λευκά αιμοσφαίρια (15.430), εξαιρετικά υψηλά πυοσφαίρια (>1000), ανεβασμένη κρεατινίνη (1,2 mg/dl), άφθονους μικροοργανισμούς στη γενική ούρων, και ανεβασμένη CRΡ (4,83). Λόγω της οξύτητας του άλγους, υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία (CΤ) άνω κάτω κοιλίας, κατά την οποία διαπιστώθηκαν τα εξής: "Επίμηκες ξένο σώμα στην πύελο, μήκους 12,5 cm, εν είδει ράβδου ή μακράς βίδας, που φέρεται ύπερθεν της μήτρας λοξά από αριστερά - κάτω προς τα δεξιά - άνω. Το αριστερό - κάτω άκρο της ράβδου βρίσκεται πλησίον του σύστοιχου έσω θυροειδούς μυός, ενώ το δεξιό - άνω άκρο της ράβδου απολήγει εντός του δεξιού ψοϊτου μυός, αφού περάσει εμπρός από τα δεξιά κοινά λαγόνια αγγεία. Ο αριστερός ουρητήρας κατά την πορεία του στην πύελο εμφανίζει εστιακή στένωση, με αποτέλεσμα να παρατηρείται διάταση όλου του υπερκείμενου ΑΡ ουρητήρα και ΑΡ πυελοκαλυκικού συστήματος, καθώς και διάχυτη πάχυνση-εμπλουτισμός του τοιχώματος αυτών εν είδει πυελοουρητηρίτιδας" (βλ. το από 30-9-2018 πόρισμα του ιατρού-ακτινολόγου Κ. Τ.). Η παθούσα διαγνώσθηκε ότι πάσχει από υδρονέφρωση αριστερού νεφρού επί στένωσης ουρητήρα και της χορηγήθηκε αντιβιοτική αγωγή. Στις 2-10-2018, στην άνω κλινική, υποβλήθηκε σε επέμβαση τοποθέτησης ουρητηρικού καθετήρα (pigtail) αριστερά, για την αντιμετώπιση της στένωσης του ουρητήρα. Στις 4-10-2018, στην άνω κλινική, υποβλήθηκε σε υπερηχογραφική εξέταση νεφρών, κατά την οποία παρατηρήθηκε ελαφρά λέπτυνση - ατροφία παρεγχύματος ΑΡ νεφρού στο άνω ήμισυ - άνω πόλο αυτού, ενώ διαπιστώθηκε η απουσία εικόνας εστιακής βλάβης νεφρών και διάτασης πυελοκαλυκικών συστημάτων και, την ίδια ημέρα, υποβλήθηκε σε δεύτερη επέμβαση λαπαροσκοπικής αφαίρεσης του ανωτέρω ξένου σώματος, που διαπιστώθηκε εντός της κοιλιακής της χώρας, κατά την αξονική τομογραφία άνω - κάτω κοιλίας. Κατά την επέμβαση αυτή ανευρέθηκε το ως άνω μεταλλικό αντικείμενο ανάμεσα στις εντερικές έλικες στην πύελο και η μία του άκρη συμφυόταν χαλαρά αριστερά με το επίπλουν και τη μήτρα. Επρόκειτο, όπως διαπιστώθηκε από την αφαίρεσή του, για το εξωτερικό αιχμηρό τμήμα της βελόνας VERESS, η οποία χρησιμοποιήθηκε και με την οποία έγινε η εμφύσηση του CO2 στην κοιλιακή της χώρα κατά την λαπαροσκοπική γυναικολογική επέμβαση την οποία διενήργησε ο πρώτος κατηγορούμενος στις 3-5-2018. Κατά την ίδια επέμβαση, αφού αφαιρέθηκε το τμήμα της βελόνας VERESS, ελέγχθηκε η περιτοναϊκή κοιλότητα και κυρίως το λεπτό έντερο για τραυματισμό χωρίς ευρήματα. Διαπιστώθηκε, όμως, η παρουσία σύμφυσης του επίπλου στη μήτρα αριστερά στην περιοχή, όπου είχε προηγηθεί η εξαρτηματεκτομή και η αφαίρεση των κύστεων, μετά τη λύση της οποίας διαπιστώθηκε η ύπαρξη μετεγχειρητικής ουλής, που διαφαινόταν να είναι κοντά στον ουρητήρα, ο οποίος έφερε pigtail τοποθετημένο προς 48ώρου λόγω πυελονεφρίτιδας (βλ. την από 04-10-2018 αναλυτική κατάσταση επέμβασης). Μετά την παρέλευση περίπου δύο μηνών, στις 19-12-2018, η παθούσα υποβλήθηκε σε επέμβαση αφαίρεσης του pigtail. Όμως, καθώς η ανιούσα ουρητηροπυελογραφία αριστερά έδειξε τα ίδια ευρήματα, όπως στις 2-10-2018, έγινε εκ νέου τοποθέτηση pigtail (βλ. τη χωρίς ημερομηνία ιατρική γνωμάτευση του χειρουργού - ουρολόγου I. Θ.). Στη διαδικασία αυτή, ήτοι στην παροχέτευση του αριστερού νεφρού με pigtail και στην αλλαγή του ανά έξι μήνες, υποβάλλεται συστηματικά η παθούσα, για την αντιμετώπιση της βλάβης που έχει υποστεί, από το έτος 2018 έως και σήμερα. Στη με αριθμό .../2022 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του χειρουργού-ουρολόγου Κ. Σ. αναφέρεται ότι ο τραυματισμός του ουρητήρα κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επί της ωοθήκης είναι πιθανός σε περίπτωση αφαίρεσης της ωοθήκης, λόγω της εγγύτητας του κρεμαστήρα συνδέσμου αυτής με τον ουρητήρα, ότι κατά τη λαπαροσκοπική αφαίρεση της ωοθήκης διενεργείται καυτηριασμός του ανωτέρω συνδέσμου με ρεύμα και κόψιμο αυτού, ότι, επομένως, ο τραυματισμός του ουρητήρα σε τέτοιες περιπτώσεις προέρχεται είτε λόγω θερμικής βλάβης είτε άμεσα λόγω διατομής αυτού και ότι η αναφερόμενη στη βιβλιογραφία συχνότητα τραυματισμού του ουρητήρα κατά τη διενέργεια αφαίρεσης της ωοθήκης ανέρχεται στο 2,9 %. Κατά την επίδικη επέμβαση, όπου αφαιρέθηκαν οι κύστεις και οι ωοθήκες, χρησιμοποιήθηκε διαθερμία, δηλαδή ηλεκτροκαυτηριασμός. Για την απολίνωση των αγγείων και ιστών που πλήγηκαν και αιμορραγούσαν, ήταν απαραίτητο να χρησιμοποιηθεί διαθερμία, καθώς στη λαπαροσκοπική επέμβαση, είναι ο μοναδικός τρόπος για το δέσιμο ενός μέρους του σώματος, όπως αιμοφόρου αγγείου, φυσικού αγωγού, φλέβας, κλπ., που αιμορραγεί, προκειμένου να σταματήσει η ροή του αίματος. Αυτή ήταν η ιατρικά ορθή επιλογή για την απολίνωση των αγγείων που αιμορραγούσαν. Από τη χρήση της διαθερμίας υπήρξε επιπλοκή, δηλαδή η θερμότητα του ηλεκτροκαυτηριασμού μεταδόθηκε διαμέσου των ιστών προς τον ουρητήρα, ο οποίος πλήγηκε από τη θερμότητα. Από τη μετάδοση της θερμότητας στο περιουρητηρικό αγγειακό πλέγμα επήλθε εστιακή βλάβη της αιμάτωσής του, με επακόλουθη ισχαιμία του τοιχώματος του ουρητήρα και όψιμα δημιουργία στένωσης του αυλού του, που δημιουργήθηκε λόγω αντικατάστασης του φυσιολογικού ιστού του ουρητήρα και κυρίως του βλεννογόνου από ινώδη συνδετικό ιστό που δεν έχει την ελαστικότητα, τη λειτουργικότητα και την υφή του φυσιολογικού βλεννογόνου, τον οποίο αντικαθιστά. Η διαδικασία αυτή εξελίχθηκε προοδευτικά και οδήγησε σε υδρονέφρωση (βλ. την άνω πραγματογνωμοσύνη και την από ...-2023 ιατρική γνωμοδότηση του χειρουργού-ουρολόγου I. Β.). Δηλαδή, η κάκωση του ουρητήρα προκλήθηκε σε δεύτερο χρόνο από το προκληθέν έγκαυμα, την επουλωτική διαδικασία και την ουλή που σχηματίσθηκε τις ημέρες που επακολούθησαν του χειρουργείου. Δεν αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της επέμβασης έλαβε χώρα κάποια άμεση κάκωση του ουρητήρα, όπως λ.χ. διατομή ή καυτηριασμός του, η οποία θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή διεγχειρητικά, ούτε ότι οι χειρουργοί είχαν ένδειξη, σε κάποιο στάδιο της επέμβασης, για κάκωση του ουρητήρα. Μετεγχειρητικά, απαιτούνταν να παρακολουθείται η πορεία της υγείας της ασθενή, με σκοπό την διαπίστωση της επιπλοκής, τη θεραπεία της και την αποτροπή περαιτέρω βλαβών. Στην άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται ότι η πλήξη του ουρητήρα προκλήθηκε από τη διαθερμία. Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν εκθέτει εάν και σε ποιο λάθος υπέπεσε ο πρώτος κατηγορούμενος ή εάν και ποιον ιατρικό κανόνα παραβίασε ή εάν και ποια λάθος επιλογή έκανε κατά τη διάρκεια της επέμβασης. Δεν καταλήγει δε σε συμπέρασμα ότι η επέμβαση δεν έγινε κατά τον απόλυτα ενδεδειγμένο τρόπο σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και χειρουργικής. Στα αποδεικτικά μέσα δεν έχει συμπεριληφθεί το βίντεο της επέμβασης της 3ης-5-2018, που θα μας διαφώτιζε για τυχόν λανθασμένους χειρισμούς του πρώτου κατηγορούμενου, πλην, όμως, χωρίς την ύπαρξή του δεν αποδεικνύεται κανένας λάθος χειρισμός του. Τα ίδια αυτά διαπιστώνει και η άνω πραγματογνωμοσύνη, δηλαδή ότι επί απουσίας του βίντεο καταγραφής της επέμβασης δεν μπορεί να απαντηθεί η ερώτηση περί λανθασμένων χειρισμών του χειρουργών ή αναγκαίων χειρισμών επί ιδιάζουσας ανατομίας της περιοχής. Ο ουρητήρας απέχει έως 4 εκατοστά από το σημείο τομής των κύστεων και είναι δυνατό να μεταφερθεί η διαθερμία διαμέσου των ιστών προς τον ουρητήρα. Το περιτόναιο κρύβει τον ουρητήρα και δεν είναι εφικτό να τον αναγνωρίσει ο χειρουργός κατά τη διάρκεια της επέμβασης. Εξάλλου, οι οδηγίες της KDIGO (Kidney Disease Improving Global Outcomes) για παρασκευή του ουρητήρα και προστασία του με καθετήρα κατά τη διάρκεια αντίστοιχων επεμβάσεων δεν εκθέτουν ως υποχρεωτική τη χρήση καθετήρα, ενώ, αντίθετα, αναφέρουν την πιθανότητα πρόκλησης πολλών επιπλοκών από αυτή την επιλογή, ενώ οι οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ουρολογικής Εταιρείας αναφέρουν ότι η προφυλακτική τοποθέτηση ουρητηρικού καθετήρα βοηθά στην καλύτερη αναγνώριση και ψηλάφηση του ουρητήρα και ανίχνευση τραυματισμών του, συνιστάται, όμως, μόνο σε επιλεγμένες περιπτώσεις (περίπου 4%) όπου αναμένονται διεγχειρητικές δυσκολίες, καθώς δεν έχει φανεί ότι μειώνει την πιθανότητα κάκωσης του ουρητήρα, ενώ, εκτός από την πιθανή πρόκληση επιπλοκών, η παρουσία ουρητηρικού καθετήρα μπορεί να μεταβάλει την ανατομική θέση του ουρητήρα και να μειώσει την ευκαμψία του. Ο πρώτος κατηγορούμενος επέλεξε τη διενέργεια της επέμβασης χωρίς τη χρήση καθετήρα προκειμένου να μην θέσει σε κίνδυνο την ασθενή σε επιπλοκές, καθώς από την ανατομία της περιοχής δεν υπήρχαν ενδείξεις προς τούτο. Σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι οι ανατομικές σχέσεις της παθούσας ήταν σοβαρά διαταραγμένες. Η άνω πραγματογνωμοσύνη δεν αναφέρει ότι υπήρχε μεταβολή της ανατομίας των οργάνων (αναφέρει ότι όγκοι των ωοθηκών παραμορφώνουν τον κρεμαστήρα σύνδεσμο της ωοθήκης και εκτοπίζουν τον ουρητήρα). Σημειώνεται ότι η παθούσα υποστηρίζει ότι δεν υπήρχε μεταβολή της ανατομίας των οργάνων της. Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι ο άνω χειρουργός είχε διαπιστώσει, κατά τη διάρκεια της επέμβασης, κάποια βλάβη ή τρώση του ουρητήρα ή των περί αυτού ιστών, ώστε να προβεί σε ενέργειες άμεσης αποκατάστασης του τραυματισμού.Συνεπώς, η τρώση του ουρητήρα της παθούσας δεν οφείλεται σε κάποια εσφαλμένη ενέργεια ή χειρισμό ή αμέλεια του πρώτου κατηγορούμενου κατά τη χειρουργική επέμβαση, διότι τέτοια δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε τέτοια, και, ως εκ τούτου, δεν προκύπτει ότι η επέμβαση που διενεργήθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο δεν έγινε κατά τον απόλυτα ενδεδειγμένο τρόπο σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και χειρουργικής... Περαιτέρω, ως προς την παραμονή τμήματος της βελόνας VERESS, εντός της κοιλιακής χώρας της παθούσας, η επέμβαση διενεργήθηκε με τη λαπαροσκοπική μέθοδο. Αρχικά, η παθούσα βρίσκονταν στο χειρουργικό τραπέζι σε οριζόντια θέση. Διανοίχθηκαν οπές στο σώμα της διομφαλικά. Ο τρίτος κατηγορούμενος παρέδωσε τη βελόνα VERESS στον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος την εισήγαγε μέσω μίας οπής στον οργανισμό της ασθενούς, ώστε να εμφυσήσει αέριο CO2 στην κοιλιακή χώρα της και να δημιουργηθεί πνευμοπεριτόναιο, ώστε να διευκολυνθεί στη διάρκεια της επέμβασης. Μόλις ολοκληρώθηκε η ενέργεια αυτή, ο πρώτος κατηγορούμενος εξήγαγε τη βελόνα από τον οργανισμό της παθούσας, την παρέδωσε στον τρίτο κατηγορούμενο και τοποθέτησε άμεσα τροκάρ (trocar) στις οπές, εντός 30 έως 60 δευτερολέπτων. Το τροκάρ είναι σωληνίσκος, που χρησιμοποιείται για τη δημιουργία σημείων πρόσβασης σε κοιλότητες ή όργανα του σώματος και επιτρέπει την ταχεία είσοδο και έξοδο των λαπαροσκοπικών εργαλείων στο εσωτερικό της κοιλιάς του ασθενή. Στη συνέχεια, τοποθετήθηκε η παθούσα σε θέση Tredelebourg, δηλαδή σε ανάρροπη θέση, με το κεφάλι προς τα κάτω και σε γωνία (δεν αποδείχθηκε πόσες μοίρες ήταν η γωνία), ώστε να μετακινηθούν όλα τα όργανα της περιοχής της κοιλίας προς το κεφάλι και να δημιουργηθεί ο απαραίτητος χώρος στην περιοχή της μήτρας, ώστε να διενεργηθεί η επέμβαση. Αμέσως, ο πρώτος κατηγορούμενος εισήγαγε μέσω της μίας οπής (τροκάρ) την ενδοσκοπική κάμερα και την παρέδωσε προς χρήση στον δεύτερο κατηγορούμενο, ώστε ο ίδιος να χειριστεί τα λαπαροσκοπικά εργαλεία. Η αποκόλληση του τμήματος της βελόνας έλαβε χώρα την ώρα που η παθούσα βρίσκονταν σε οριζόντια θέση, ενώ η ενδοσκοπική κάμερα εισήλθε αφού αυτή μετακινήθηκε σε θέση Τredelebourg. Δεν αποδείχθηκε εάν η εν λόγω αποκόλληση οφείλεται σε εσφαλμένο ιατρικό χειρισμό, σε φθορά ή σε αστοχία υλικού Το οπτικό πεδίο που ήταν διαθέσιμο στους δύο χειρουργούς ήταν αυτό που παρείχε η ενδοσκοπική κάμερα. Το αποκολλημένο τμήμα της βελόνας κατέληξε πάνω στα έντερα της παθούσας. Όταν η ενδοσκοπική κάμερα εισήλθε στον οργανισμό της παθούσας, αφενός το οπτικό πεδίο είχε καλυφθεί από τα σπλάχνα, έντερα και όργανα της κοιλίας της, λόγω της θέσης της σε ανάρροπη γωνία, αφετέρου οι χειρουργοί την κατεύθυναν προς την αριστερή ωοθήκη, με συνέπεια το οπτικό πεδίο να κατευθύνεται σε εκείνο το σημείο και όχι στα έντερά της, όπου βρίσκονταν η βελόνα Οι χειρουργοί δεν είχαν λόγο να κατευθύνουν την κάμερα προς τα έντερα, καθώς δεν γνώριζαν την αποκόλληση τμήματος της βελόνας. Ακόμα, όμως, και εάν γίνονταν έλεγχος στα έντερα, η βελόνα δεν θα ήταν εμφανής καθώς είχε καλυφθεί από τα έντερα, λόγω μετακίνησης της παθούσας από οριζόντια θέση σε θέση Τredelebourg. Οι χειρουργοί πραγματοποίησαν έλεγχο πριν το "κλείσιμο" της ασθενούς και έξοδο της κάμερας, πλην, όμως, λόγω της μετακίνησης των σπλάχνων (κυρίως των εντέρων - άνω των 6 μέτρων μήκος) το τμήμα της βελόνας είχε καλυφθεί από αυτά και δεν ήταν διακριτό διαμέσου της κάμερας. Τη βελόνα VERESS χειρίστηκε αποκλειστικά ο πρώτος κατηγορούμενος. Οι δύο χειρουργοί δεν είχαν υποχρέωση να ελέγξουν την ακεραιότητά της κατά το χρόνο εξαγωγής της από τον οργανισμό της ασθενούς. Αυτό το καθήκον ανήκε στην αποκλειστική ευθύνη του τρίτου κατηγορούμενου. Εξάλλου, ο πρώτος κατηγορούμενος δεν είχε το χρόνο για τέτοιο έλεγχο, καθώς είχε (στη) διάθεσή του από 30 έως 60 δευτερόλεπτα για να τοποθετήσει τα τροκάρ, ώστε στη συνέχεια να εισαχθούν, διαμέσου αυτών, στον οργανισμό της παθούσας, η κάμερα και τα υπόλοιπα λαπαροσκοπικά εργαλεία. Επιπλέον, καθώς η βελόνα είναι αιχμηρή, τυχόν έλεγχος από τους χειρουργούς εγκυμονούσε τον κίνδυνο διάρρηξης των χειρουργικών γαντιών που φορούσαν, τραυματισμού τους και μόλυνσης των ίδιων αλλά και της ασθενούς. Σημειώνεται ότι κατά την έξοδο της από τον ανθρώπινο οργανισμό, η βελόνα δεν είναι καθαρή, αλλά καλύπτεται από τυχόν αίματα, βλέννα, εκκρίσεις, λίπος και άλλα στοιχεία του ασθενούς, που απαιτούν καθαρισμό της, οπότε ούτε μακροσκοπικά είναι εύκολη η διαπίστωση της ακεραιότητάς της, λόγω και του ελάχιστου μεγέθους της άκρης της. Ο ποιοτικός έλεγχος της βελόνας απαιτεί χρόνο που δεν διαθέτουν οι χειρουργοί την ώρα της επέμβασης. Μάλιστα, ο δεύτερος κατηγορούμενος ουδέποτε έλαβε τη βελόνα στα χέρια του. Υπενθυμίζεται, ότι οι χειρουργοί, μέχρι την ολοκλήρωση της επέμβασης, δεν γνώριζαν τη θραύση και αποκόλληση τμήματος της βελόνας. Αντίθετα, έλαβαν επιβεβαίωση ως προς τον ορθό αριθμό και ακεραιότητα των χρησιμοποιηθέντων στο σώμα της παθούσας αντικειμένων από τον τρίτο κατηγορούμενο.Συνεπώς, η εγκατάλειψη τμήματος της βελόνας VERESS εντός του σώματος της παθούσας δεν οφείλεται σε κάποια εσφαλμένη ενέργεια ή αμέλεια του πρώτου ή του δεύτερου των κατηγορούμενων διότι τέτοια δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε τέτοια, και, ως εκ τούτου, δεν προκύπτει ότι οι ιατρικές πράξεις που διενεργήθηκαν από αυτούς δεν έγιναν κατά τον απόλυτα ενδεδειγμένο τρόπο σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και χειρουργικής... Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι δεν αποδεικνύεται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της σωματικής βλάβης στον ουρητήρα και στη νεφρική λειτουργία της παθούσας και της εγκατάλειψης τμήματος της βελόνας VERESS στην κοιλιακή της χώρα, καθόσον κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώνεται από τις ιατρικές γνωματεύσεις και τα πορίσματα των εξετάσεων που διενεργήθηκαν σε αυτήν, αλλά, αντίθετα, προέκυψε ότι η ίδια η βελόνα θα μπορούσε να προκαλέσει στένωμα στον ουρητήρα μόνο στην περίπτωση που είχε "καρφωθεί" πάνω σε αυτόν, κάτι που δεν συνέβη στην προκείμενη περίπτωση, που η βελόνα βρέθηκε σε υπερκείμενο του ουρητήρα επίπεδο με το ένα άκρο της μέσα στο επίπλουν που συμφυόταν με τη μήτρα αριστερά και το υπόλοιπο μεγαλύτερο μέρος της εντός των εντερικών ελίκων (βλ. τη με αριθμό .../22 δικαστική πραγματογνωμοσύνη). Η εγκατάλειψη, όμως, τμήματος της βελόνας VERESS στην κοιλιακή της χώρα εγκυμονούσε κίνδυνο για σοβαρή διακινδύνευση της υγείας της, δηλαδή για διάτρηση του εντέρου της, αλλά και άλλες πιθανές επιπλοκές, όπως ρήξεις οργάνων και εκδήλωση περιτονίτιδας, βαριάς αιμορραγίας και θάνατος. Τέτοιες ρήξεις δύνανται να εντοπίζονται σε αγγεία και όργανα, όπως η αορτή και οι κλάδοι της, το ήπαρ, η χοληδόχος κύστη, το λεπτό και παχύ έντερο, το πάγκρεας, οι ουρητήρες, η μήτρα και η ουροδόχος κύστη. Οποιαδήποτε κίνηση που θα επέφερε αύξηση της ενδοπεριτοναϊκής πίεσης και θα έφερε τα όργανα κοντά το ένα με το άλλο θα μπορούσε να την τραυματίσει θανάσιμα. Σε περίπτωση που θα υποβαλλόταν σε έλεγχο με μαγνητική τομογραφία, η επίδραση του μαγνήτη θα είχε επιφέρει μια βιαιότατη έξοδο της βελόνας από το σώμα της, προκαλώντας πιθανότατα και τον θάνατό της (βλ. την από 24-5-2019 ιατρική γνωμοδότηση του ιατρού-ειδικού ιατροδικαστή Δ. Γαλεντέρη) Για την αφαίρεση δε της ανωτέρω βελόνας υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση, υφιστάμενη νέα αυτοτελή σωματική βλάβη, ανεξάρτητη από την στένωση του ουρητήρα της. Περαιτέρω, στη με αριθμό .../2022 έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται ότι την ημέρα της εισαγωγής της στη "Γενική Κλινική" (3-9-2018), η παθούσα παρουσίαζε μια μικρή αύξηση της κρεατινίνης στο 1.2 mg/dl, η οποία μετά την χορήγηση της αντιβιοτικής αγωγής και την πτώση του πυρετού έπεσε στο 0,9 mg/dl την επόμενη μέρα. Ότι η διούρησή της ήταν ικανοποιητική και οι ηλεκτρολύτες εντός φυσιολογικών ορίων όλες τις ημέρες της νοσηλείας της. Ότι λαμβάνοντας υπόψη ότι η τιμή αναφοράς της κρεατινίνης της πριν την εγκατάσταση της απόφραξης ήταν 0,89 mg/dl, όπως προκύπτει από τις εξετάσεις εισαγωγής της στην κλινική "Άγιος Λουκάς" εξάγεται το συμπέρασμα ότι η αύξηση της κρεατινίνης της παθούσας ήταν 0,31 mg/dl και οφειλόταν σε δύο παράγοντες, έναν αποφρακτικό και έναν φλεγμονώδη (εμπύρετος πυελονεφρίτιδα), ώστε η αντιμετώπιση του δεύτερου επανέφερε την κρεατινίνη στο 0,9 mg/dl, πριν την άρση της απόφραξης δηλαδή πριν την τοποθέτηση του pigtail. Ότι δεδομένου ότι μεταξύ της τιμής εισαγωγής στην άνω κλινική και εκείνης κατά την εισαγωγή στη "Γενική Κλινική" δεν υπήρχαν άλλες μετρήσεις της κρεατινίνης, η αύξηση της κρεατινίνης κατά 0,31 mg/dl επισυνέβη την ημέρα της εγκατάστασης της εμπύρετης αποφρακτικής πυελονεφρίτιδας (30-9-2018) και η παθούσα παρουσίασε οξεία νεφρική βλάβη, η οποία αποκαταστάθηκε εντός 24ώρου. Ότι μετά την τοποθέτηση του ουρητηρικού καθετήρα (pigtail), η κρεατινίνη ήταν στο 1,0 mg/dl στις 2-10-2018, ενώ ανέβηκε εκ νέου στο 1,2 mg/dl στις 5-10-2018, πιθανόν λόγω της χορήγησης αμικασίνης (αντιβιοτικό με νεφροτοξική δράση) για 3 ήμερες (από 1-10-2018 έως και 3-10-2018) Ότι η πιο πρόσφατη τιμή της κρεατινίνης της είναι 0,85 mg/dl από αιμοληψία στις 13-12-2022 Η τιμή ανταποκρίνεται στις φυσιολογικές τιμές και δεν έχει απόκλιση από την αντίστοιχη τιμή προ του επίδικου γυναικολογικού χειρουργείου. Ότι το γεγονός αυτό, ωστόσο, οφείλεται σε αντιρρόπηση της υπολειτουργίας του πάσχοντος αριστερού νεφρού από τον ετερόπλευρο δεξιό νεφρό. Επίσης, αναφέρεται ότι μετά την υπερηχογραφική εξέταση των νεφρών της, στις 4-10-2018, ο αριστερός νεφρός παρουσίαζε μία ελαφρά λέπτυνση του παρεγχύματος στο άνω ήμισυ αυτού, η οποία δεν περιγράφεται στον υπέρηχο της 27ης-03-2018 πριν το γυναικολογικό χειρουργείο (ενν. της 3ης-5-2018). Ότι ωστόσο, δεν μπορεί να εκτιμηθεί πόσο έχει επηρεαστεί η νεφρική λειτουργία του αριστερού νεφρού από το μορφολογικό αυτό εύρημα. Ότι η λειτουργικότητα των νεφρών και η συμμετοχή του καθενός ξεχωριστά στην συνολική νεφρική λειτουργία εκτιμάται με το δυναμικό και στατικό σπινθηρογράφημα (DTPA, DMSA). Επιπλέον, αναφέρεται ότι όπως προκύπτει από τη σπινθηρογραφική μελέτη που διενεργήθηκε στην παθούσα στις 16-11-2022, ο αριστερός νεφρός παρουσιάζει ήπια λέπτυνση του φλοιού στον κάτω πόλο, χωρίς απόφραξη λόγω της παρουσίας pigtail, ωστόσο εμφανίζει οριακά επηρεασμένη λειτουργικότητα και με συμμετοχή στο 33% της συνολικής σωληναριακής λειτουργίας των δυο νεφρών, αντί για 50%. Ότι υπό φυσιολογικές συνθήκες οι δύο νεφροί συμμετέχουν ισότιμα, με μικρές διακυμάνσεις (5%), στην συνολική σωληναριακή νεφρική λειτουργία. Ότι η μείωση της λειτουργικότητας του αριστερού νεφρού αποδίδεται στην εγκατάσταση χρόνιας υδρονέφρωσης (5 μήνες) μετά τη δημιουργία της στένωσης του ουρητήρα. Ότι η χρόνια υδρονέφρωση (>3 μήνες) προκαλεί μόνιμες βλάβες στο νεφρικό παρέγχυμα, μη αναστρέψιμες ακόμη και μετά την άρση της απόφραξης. Ότι η έκταση των βλαβών και, κατ' επέκταση, το ποσοστό έκπτωσης της λειτουργικότητας του αποφραγμένου νεφρού εξαρτάται από το βαθμό της απόφραξης και τη διάρκειά της. Ότι παρότι δεν είναι γνωστή η νεφρική λειτουργία του αριστερού νεφρού της παθούσας, πριν την επέμβαση στις 3-5-2018, το γεγονός της παρουσίας υδρονέφρωσης για διάστημα άνω των 3 μηνών, δικαιολογεί τη μείωση της νεφρικής λειτουργίας λόγω των μόνιμων βλαβών που προκλήθηκαν από αυτήν. Επίσης, αναφέρεται ότι η στένωση του αριστερού ουρητήρα της παθούσας είναι μόνιμη και σταθερή, όπως προκύπτει και από τις ανιούσες ουρητηροπυελογραφιες (31-07-2020 και 10-02-2021), που πραγματοποιήθηκαν σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών από την επέμβαση της 3ης-5-2018, και η θέση της στένωσης εντοπίζεται στο κάτω τριτημόριο του ουρητήρα, δηλαδή στο πυελικό τμήμα, κάτω από διασταύρωση με τα λαγόνια αγγεία και λίγα εκατοστά πάνω από την ουροδόχο κύστη. Περαιτέρω, στην άνω πραγματογνωμοσύνη αναφέρεται, σχετικά με τους τρόπους θεραπείας τέτοιων σωματικών βλαβών, ότι η αρχική θεραπευτική προσέγγιση σε περιπτώσεις στένωσης ουρητήρα συνίσταται στην τοποθέτηση ουρητηρικού καθετήρα τύπου pigtail, ο οποίος παραμένει για διάστημα 3-6 μήνες, χρονικό διάστημα αναγκαίο για την σταθεροποίηση του ουλώδους ιστού. Ότι αυτό προϋποθέτει ότι η βλάβη του ουρητήρα είναι τέτοιου βαθμού που επιτρέπει το πέρασμα του pigtail, όπως στην περίπτωση της παθούσας. Ότι μετά την παρέλευση αυτού του χρονικού διαστήματος ελέγχεται η βατότητα του ουρητήρα με ανιούσα ουρητηροπυελογραφία. Ότι στην περίπτωση που η στένωση παραμένει, η βλάβη του ουρητήρα είναι πια μόνιμη και προκαλεί διαφόρου βαθμού υδρονέφρωση του σύστοιχου νεφρού. Ότι σε αυτές τις περιπτώσεις η βατότητα του αποχετευτικού συστήματος του νεφρού αποκαθίσταται με μόνιμη παραμονή pigtail στον ουρητήρα το οποίο αλλάζεται κάθε 3 με 6 μήνες (ανάλογα με τον τύπο του pigtail) ή με χειρουργικές τεχνικές μετεμφύτευσης του ουρητήρα. Ότι το pigtail ή double j stent, είναι ένας αυτοσυγκρατούμενος ουρητηρικός καθετήρας, που τοποθετείται από τον ουρολόγο ενδοσκοπικά στο χειρουργείο κάτω από ακτινοσκοπική καθοδήγηση και με τον ασθενή υπό νάρκωση. Ότι τα ουρητηρικά stent έχουν σχεδιαστεί έτσι ώστε οι ασθενείς να ζουν μια όσο το δυνατόν φυσιολογική ζωή, ωστόσο ως ξένα σώματα ευθύνονται για την εμφάνιση κάποιων ανεπιθύμητων ενεργειών. Ότι οι παρενέργειες οφείλονται στον μηχανικό ερεθισμό που προκαλεί το stent στο τοίχωμα της ουροδόχου κύστεως. Ότι η δυσφορία ή ο πόνος είναι η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια σε ποσοστό 37,6%. Ότι τα ερεθιστικά συμπτώματα της κύστης παρουσιάζονται σε ποσοστό 18-20% και περιλαμβάνουν τη συχνουρία, την επιτακτικότητα, το αίσθημα ατελούς κένωσης της κύστης, και τη συναίσθηση της ύπαρξης του pigtail στη μεγαλύτερη διάρκεια της ημέρας. Ότι πολύ πιο σπάνια, ειδικά σε γυναίκες, εμφανίζονται επεισόδια ακράτειας ούρων. Ότι άλλες συχνές παρενέργειες περιλαμβάνουν την ήπια αιματουρία (18%), το άλγος στη νεφρική χώρα (25%), τη βακτηριουρία (15%) και την εμπύρετο ουρολοίμωξη (12%). Ότι οι όψιμες επιπλοκές των pigtails είναι πιο σπάνιες και περιλαμβάνουν την υδρονέφρωση (5,7%) τη μετανάστευση του pigtail στην κύστη (9,5%) και τον κατακερματισμό του (1,9%). Επίσης, στην άνω πραγματογνωμοσύνη αναφέρεται, ότι στην περίπτωση της παθούσας, μετά την αφαίρεση του στενωτικού τμήματος, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αντιπαλινδρομική επανεμφύτευση του ουρητήρα στην ουροδόχο κύστη (μέθοδος Politano-Leadbetter) Ότι η τεχνική αυτή αποτελεί την επέμβαση εκλογής, αρκεί το μήκος του ουρητήρα να είναι επαρκές, ώστε η αναστόμωση του ουρητήρα στην κύστη να μην είναι υπό τάση. Ότι στην περίπτωση που προκύπτει μεγαλύτερο κενό μεταξύ του κολοβώματος του ουρητήρα και της ουροδόχου κύστης και το μήκος του ουρητήρα δεν επιτρέπει την αναστόμωση του ουρητήρα στην ανατομική θέση της ουροδόχου κύστης, τότε το χάσμα γεφυρώνεται έλκοντας την ουροδόχο κύστη προς τα πάνω και καθηλώνοντας την στον ψοϊτη μυ (μέθοδος Ρsoas Hitsch). Ότι αυτή η τεχνική εφαρμόζεται εάν το έλλειμμα του ουρητήρα είναι σχετικά μικρό (5>7 εκατοστά). Ότι αν το έλλειμμα του ουρητήρα είναι μεγαλύτερο (>7 εκατοστά) τότε δημιουργείται σωληνωτός κρημνός από το τοίχωμα της ουροδόχου κύστης με το οποίο αναστομώνεται ο ουρητήρας (μέθοδος του κρημνού κατά Boari) Ότι και οι δύο μέθοδοι έχουν σκοπό να εξασφαλίσουν μία αναστόμωση χωρίς τάση, μειώνοντας με αυτό τον τρόπο την πιθανότητα επανεμφάνισης στενωμάτων, καθώς επίσης μπορούν να συνδυαστούν στο ίδιο χειρουργείο αν το απαιτεί η περίσταση. Ότι οι παραπάνω μέθοδοι μπορούν να πραγματοποιηθούν με την τεχνική της ανοιχτής, λαπαροσκοπικής και της ρομποτικής χειρουργικής, με αναφερόμενα στη βιβλιογραφία υψηλά ποσοστά επιτυχίας (>90%) Επιπλέον, στην ίδια έκθεση πραγματογνωμοσύνης, στο "ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ" αναφέρεται ότι η παθούσα κατά τη γυναικολογική επέμβαση της 3ης-5-2018 υπέστη στένωση του αριστερού ουρητήρα με απότοκη μόνιμη έκπτωση της λειτουργίας του σύστοιχου νεφρού. Ότι προς αποφυγή επιδείνωσης της λειτουργίας του αριστερού νεφρού και λοιπών επιπλοκών από την απόφραξη, η παθούσα πρέπει να υποβάλλεται σε τοποθέτηση ουρητηρικού καθετήρα (pigtail) εφ' όρου ζωής είτε να προβεί σε χειρουργική μείζονα επέμβαση, κατά τα ανωτέρω, η οποία και προσφέρει οριστική λύση. Όμως, στην από ...-2023 ιατρική γνωμοδότηση του χειρουργού-ουρολόγου I. Β., αναφέρεται ότι ο βασικός παράγων δυσκολίας και, συνεπώς, κινδύνου επιπλοκών για την εκτέλεση των άνω μεθόδων είναι οι δύο προηγούμενες επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε η παθούσα, με συνέπεια τη δημιουργία συμφύσεων μεταξύ των τμημάτων του εντέρου και εντέρου με παρακείμενα όργανα και κοιλιακά τοιχώματα. Επίσης, ότι η έκταση της αγγειακής βλάβης του ουρητήρα μπορεί να αποδειχθεί μεγαλύτερη από το στενωτικό τμήμα που θα αφαιρεθεί με συνέπεια τη δημιουργία επαναστένωσης της αναστόμωσης του ουρητήρα με την ουροδόχο κύστη, που θα οδηγήσει σε αποτυχία της επέμβασης και την παθούσα σε ανάγκη αλλαγών pigtail με δυσκολότερες συνθήκες. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η βλάβη που έχει υποστεί η παθούσα είναι μόνιμη, καθώς η στένωση του αριστερού ουρητήρα της επάγεται μόνιμη έκπτωση της λειτουργίας του σύστοιχου νεφρού. Περαιτέρω, ο πρώτος κατηγορούμενος, δεν μπόρεσε να εκτιμήσει ορθά και έγκαιρα τα συμπτώματα που εμφάνισε η παθούσα μετά την ολοκλήρωση της χειρουργικής επέμβασης και υποδήλωναν τη βλάβη στον ουρητήρα της και, συνακόλουθα, να προβεί σε άμεσες ενέργειες για την αντιμετώπιση της βλάβης και την αποκατάσταση της υγείας της, ήτοι στις απαιτούμενες εξετάσεις (αιματολογικό-βιοχημικό έλεγχο, απεικονιστικές εξετάσεις) για τη διάγνωση της βλάβης και την παραπομπή της στον αρμόδιο ιατρό, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παράσχει τις ιατρικές του υπηρεσίες στην παθούσα σύμφωνα με τους γενικά παραδεκτούς κανόνες της ιατρικής επιστήμης (άρθρο 10 παρ. 1 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας) και να δίνει προτεραιότητα στην προστασία της υγείας της (άρθρο 9 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα). Ειδικότερα, ενώ η παθούσα διαμαρτυρόταν για έντονους πόνους ακόμη και μετά τη λήψη αναλγητικής φαρμακευτικής αγωγής και δη επίμονους πόνους και ενοχλήσεις στο ουροποιητικό της σύστημα, που την οδήγησαν να τον επισκεφθεί για την αντιμετώπισή τους, στο ιατρείο του τρεις φορές μετά την χειρουργική επέμβαση, και διήρκησαν χρονικό διάστημα πέντε μηνών, εντούτοις αυτός δεν υποπτεύθηκε την ύπαρξη βλάβης, την οποία όφειλε να διερευνήσει, αλλά αντίθετα θεώρησε εσφαλμένα ότι επρόκειτο για φυσιολογικά μετεγχειρητικά συμπτώματα και δεν ζήτησε τη διενέργεια περαιτέρω εξετάσεων και δη την υποβολή της σε αξονική τομογραφία, η οποία σαφώς θα καταδείκνυε άμεσα τόσο τη βλάβη στον ουρητήρα, όσο και το ξένο σώμα που είχε εγκαταλειφθεί στην κοιλιακή της χώρα, ούτε την παρέπεμψε σε ιατρό άλλης ειδικότητας και δη ουρολόγο, δεδομένου ότι από τον κλινικό γυναικολογικό έλεγχο που πραγματοποιούσε ο ίδιος διαπίστωνε όλες τις ενοχλήσεις και πόνους φυσιολογικά, παρά την ύπαρξη των προαναφερόμενων συμπτωμάτων. Επισημαίνεται δε ότι το κολικοειδές άλγος του αριστερού νεφρού εμφανίστηκε σταδιακά στην παθούσα μετά τη γυναικολογική επέμβαση, λόγω της ουλοποίησης του τοιχώματος του ουρητήρα που εξελίχθηκε προοδευτικά και οδήγησε σε υδρονέφρωση, η δε μείωση της λειτουργικότητας του αριστερού της νεφρού αποδίδεται στην εγκατάσταση της χρόνιας υδρονέφρωσης (5 μήνες) μετά τη δημιουργία της στένωσης του ουρητήρα, ήτοι της υδρονέφρωσης που είχε διάρκεια όταν διαγνώσθηκε ήδη πέντε μηνών. Η χρόνια υδρονέφρωση, δηλαδή που έχει διάρκεια άνω των 3 μηνών, προκαλεί μόνιμες βλάβες στο νεφρικό παρέγχυμα, μη αναστρέψιμες ακόμη και μετά την άρση της απόφραξης. Η λειτουργία των νεφρών της παθούσας πριν από την επίδικη επέμβαση ήταν φυσιολογική (βλ. την από ...-2018 υπερηχογραφική εξέταση). Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι αν υπήρχε έγκαιρη διάγνωση και επέμβαση για την αντιμετώπιση της παραπάνω βλάβης, η υδρονέφρωση δεν θα καθίστατο χρόνια και η βλάβη της παθούσας δεν θα καθίστατο μόνιμη, αφού θα υπήρχε η δυνατότητα να τοποθετηθεί άμεσα μετεγχειρητικά καθετήρας pigtail, ο οποίος θα λειτουργούσε ως εσωτερικός νάρθηκας και θα απέτρεπε την ανάπτυξη της ουλώδους στένωσης του ουρητήρα. Η χρήση pigtail 5 μήνες μετά την επέμβαση και ενώ ήδη υπήρχε η μετεγχειρητική ουλή στον ουρητήρα χωρίς καμία θεραπεία δεν μπόρεσε να αντιστρέψει την κατάσταση της υγείας της παθούσας και τη λειτουργικότητα του αριστερού νεφρού της. Επομένως, η μη έγκαιρη και μη ορθή αξιολόγηση των συμπτωμάτων της παθούσας κατά το μετεγχειρητικό στάδιο και η μη παραπομπή της προς διενέργεια περαιτέρω εξετάσεων, ούτε στον αρμόδιο ιατρό-ουρολόγο συνετέλεσαν στη δυσμενή έκβαση του τραυματισμού της και στη μονιμότητα της βλάβης της. Στο σημείο αυτό να σημειωθεί, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, ότι η παθούσα διαθέτει μεν την επιλογή περισσότερων μεθόδων αποκατάστασης της βλάβης της υγείας της, πλην, όμως, σε μια τέτοια περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος επιπλοκών και ο κίνδυνος δημιουργίας επαναστένωσης της αναστόμωσης του ουρητήρα με την ουροδόχο κύστη, που οδηγεί σε αποτυχία της επέμβασης και επαναφορά της σε ανάγκη συνεχών αλλαγών pigtails και με δυσκολότερες πιθανόν συνθήκες. Εξάλλου, η παραπάνω αμελής συμπεριφορά του πρώτου και του τρίτου των κατηγορουμένων, συνδέεται αιτιωδώς με τις σωματικές βλάβες, τις οποίες υπέστη η παθούσα, όπως αυτές περιγράφονται παραπάνω, οι οποίες θα μπορούσαν να αποφευχθούν σε περίπτωση που οι πρώτος και τρίτος των κατηγορούμενων επιδείκνυαν την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή κατά την άσκηση των ιατρικών τους και νοσηλευτικών τους καθηκόντων αντίστοιχα, την οποία είχαν υποχρέωση να επιδείξουν λόγω της απορρέουσας εκ της ιδιότητάς τους εγγυητικής τους ευθύνης προς το πρόσωπο της ασθενούς. Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθεί... αθώος ο πρώτος κατηγορούμενος για το αδίκημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος της παθούσας, όσον αφορά τη βλάβη του ουρητήρα της κατά τη διενέργεια της χειρουργικής επέμβασης και την εγκατάλειψη τμήματος μήκους 12,5 εκατοστών της βελόνας VERESS στην κοιλιακή χώρα της... και ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος για το αδίκημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος της παθούσας, όσον αφορά την αμελή παρακολούθηση της μετεγχειρητικής πορείας της παθούσας, που είχε ως αποτέλεσμα, μακροπρόθεσμα, τη στένωση του ουρητήρα και τη δημιουργία υδρονέφρωσης και, ως εκ τούτου, τη μείωση του λειτουργικού τμήματος του νεφρού".Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ένοχο της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο και αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του σύννομου βίου (άρθρο 84 παρ. 2α' Π.Κ.), επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "Στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από τις 3-5-2018 έως τις 29-8-2018, από αμέλεια και συγκεκριμένα από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, αν και είχε υποχρέωση, λόγω του επαγγέλματός του ως ιατρού, σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, προκάλεσε σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας σε άλλον, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από την πράξη του. Στις 3-5-2018, η Δ. Κ. υποβλήθηκε στην ιδιωτική κλινική με την επωνυμία "ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗ Α.Ε-Κλινική Άγιος Λουκάς", σε λαπαροσκοπική χειρουργική επέμβαση προς αφαίρεση δύο κυστικών μορφωμάτων που είχαν εντοπιστεί σε γενικό ιατρικό έλεγχο στην αριστερή της ωοθήκη, επέμβαση την οποία διενήργησε ο 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος τυγχάνει ιατρός μαιευτήρας-χειρουργός γυναικολόγος. Κατά την εκτομή των δύο κυστικών μορφωμάτων και των ωοθηκών της, τραυματίστηκαν, με τη χρήση διαθερμίας, οι ιστοί πέριξ του σύστοιχου ουρητήρα του αριστερού νεφρού της, που είχε ως αποτέλεσμα, μακροπρόθεσμα, τη στένωσή του και τη δημιουργία υδρονέφρωσης και ως εκ τούτου τη μείωση του λειτουργικού τμήματος του νεφρού. Ο 1ος κατηγορούμενος, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, διαβεβαίωνε τη Δ. Κ. ότι η ανωτέρω περιγραφόμενη επέμβαση είχε εξελιχθεί καλώς, αφού δεν είχε αντιληφθεί τον τραυματισμό που προκλήθηκε με τη διαθερμία και παρά τις διαμαρτυρίες της Δ. Κ. για έντονους πόνους στο χώρο στην κοιλιάς, για τους οποίους επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο τέσσερις φορές, δεν μπόρεσε να εκτιμήσει ορθά και έγκαιρα τα συμπτώματα που εμφάνισε αυτή, μετά το χειρουργείο και υποδήλωναν τη βλάβη της υγείας της και συνακόλουθα να προβεί σε άμεσες ενέργειες για την αντιμετώπιση της βλάβης και την αποκατάσταση της υγείας της, ήτοι στις απαιτούμενες εξετάσεις (αιματολογικό-βιοχημικό έλεγχο, απεικονιστικές εξετάσεις-αξονική τομογραφία) για τη διάγνωση της βλάβης και την παραπομπή της στον αρμόδιο ιατρό άλλης ειδικότητας και δη ουρολόγο, ως όφειλε να πράξει σύμφωνα με τους αποδεδειγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, αλλά αντίθετα τη διαβεβαίωνε κάθε φορά, πως είναι όλα φυσιολογικά και πως πρόκειται για μετεγχειρητικά συμπτώματα, καταλήγοντας πάλι σε εσφαλμένη διάγνωση, μη επιδεικνύοντας τη δέουσα και απαιτούμενη από το επάγγελμά του επιμέλεια του μέσου συνετού ιατρού, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παράσχει τις ιατρικές του υπηρεσίες στην παθούσα σύμφωνα με τους γενικά παραδεκτούς κανόνες της ιατρικής επιστήμης (άρθρο 10 παρ. 1 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας), να δίνει προτεραιότητα στην προστασία της υγείας της (άρθρο 9 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), καθώς και να ενεργεί όλες τις αναγκαίες ιατρικές πράξεις, ώστε να αποφευχθούν τα ιατρικά λάθη, να εξασφαλιστεί η ασφάλεια της ασθενούς, και να αποκατασταθεί η υγεία της (άρθρα 2 παρ. 1 και 4 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα). Αποτέλεσμα των ως άνω περιγραφόμενων εσφαλμένων πράξεων και παραλείψεών του ήταν ότι η κατάσταση της Δ. Κ. επιδεινώθηκε με αποτέλεσμα αυτή να μεταφερθεί, στις 29-8-2018, λόγω έντονων πόνων εσπευσμένα στη Γενική Κλινική, όπου υποβλήθηκε σε εξετάσεις, κατά τις οποίες διαπιστώθηκε ότι στο εσωτερικό της κοιλίας υπάρχει ξένο σώμα και ότι πάσχει από οξεία νεφρική ανεπάρκεια λόγω απόφραξης του αριστερού νεφρού από στένωση του σύστοιχου ουρητήρα και την 1-10-2018 υποβλήθηκε σε επέμβαση τοποθέτησης πιγκτέιλ προς αντιμετώπιση της στένωσης του ουρητήρα και της νεφρικής ανεπάρκειας, εντούτοις δε, η βλάβη στον ουρητήρα δεν κατέστη εφικτό να αποκατασταθεί, αλλά είναι μόνιμη. Αν δε, ο 1ος κατηγορούμενος παρείχε με συνέπεια και προσοχή τις ιατρικές του υπηρεσίες στην ασθενή κατά το μετεγχειρητικό στάδιο προβαίνοντας σε έγκαιρη και ορθή αξιολόγηση των συμπτωμάτων της παθούσας κατά το στάδιο αυτό, θα τοποθετείτο άμεσα μετεγχειρητικά καθετήρας pigtail, ο οποίος θα απέτρεπε την ανάπτυξη της ουλώδους στένωσης του ουρητήρα, ώστε η υδρονέφρωση δεν θα καθίστατο χρόνια και η βλάβη της παθούσας δεν θα καθίστατο μόνιμη".Με τις ως άνω παραδοχές, όμως, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς το περί της ενοχής του πρώτου κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσιβλήτου, προσβαλλόμενο μέρος της, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 Π.Κ. και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι υπάρχουν αντιφάσεις, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Ειδικότερα, ενώ το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε στο περί της ενοχής του ανωτέρω πρώτου κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσιβλήτου σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του την μη έγκαιρη και μη ορθή αξιολόγηση των συμπτωμάτων της παθούσας κατά το μετεγχειρητικό στάδιο, κατά το οποίο ο αναιρεσίβλητος, ως θεράπων ιατρός και διενεργήσας την χειρουργική επέμβαση, ήταν υπεύθυνος για την καλή έκβαση της χειρουργικής επέμβασης, ελεγχόμενος για κάθε ενέργεια ή παράλειψή του, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, ως προς την παρακολούθηση της πορείας της υγείας της ασθενούς και μετά την εγχείρηση και τη μη παραπομπή αυτής προς διενέργεια εξετάσεων, που θα καταδείκνυαν το ξένο σώμα που είχε εγκαταλειφθεί στην κοιλιακή της χώρα κατά την επέμβαση και εγκυμονούσε κίνδυνο για σοβαρή διακινδύνευση της υγείας της, δηλαδή τη βλάβη της υγείας της παθούσας, συνιστάμενη όχι μόνο στην παρουσία ενός ξένου σώματος και δη ενός αιχμηρού αντικειμένου (βελόνα VERESS) εντός της κοιλιακής της χώρας επί πεντάμηνο, αλλά και στον περαιτέρω κίνδυνο, από ρήξεις οργάνων και εκδήλωση περιτονίτιτδας, εσωτερική αιμορραγία και θάνατο και στην εν γένει μείωση της λειτουργικότητας του οργανισμού της λόγω των συνεχών και έντονων πόνων, καθώς και στην αναγκαιότητα νέας λαπαροσκοπικής επέμβασης για την αφαίρεση της εγκαταλειφθείσας βελόνας, στην οποία αυτή υποβλήθηκε, υφιστάμενη νέα αυτοτελή σωματική βλάβη, ανεξάρτητη από τη στένωση του ουρητήρα της, ακολούθως αντιφατικά δέχεται ότι πρέπει να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος για το αδίκημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος της παθούσας, όσον αφορά την αμελή παρακολούθηση της μετεγχειρητικής πορείας της (παθούσας), που είχε αποτέλεσμα μόνο την στένωση, μακροπρόθεσμα, του ουρητήρα και τη δημιουργία υδρονέφρωσης και, ως εκ τούτου, τη μείωση του λειτουργικού τμήματος του νεφρού. Στη συνέχεια δε, και πάλι αντιφατικά, με το διατακτικό της ως άνω απόφασης κήρυξε αυτόν ένοχο για το αδίκημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε βάρος της παθούσας όσον αφορά στην αμελή παρακολούθηση της μετεγχειρητικής της πορείας, που είχε ως αποτέλεσμα μακροπρόθεσμα μόνο την στένωση του ουρητήρα και την δημιουργία υδρονέφρωσης και όχι για την αμελή παρακολούθηση της μετεγχειρητικής πορείας της παθούσας όσον αφορά την επί πέντε μήνες παραμονή του εγκαταλειφθέντος αιχμηρού τμήματος της βελόνης VERESS εντός της περιτοναϊκής κοιλότητάς της, μέχρι την αφαίρεση αυτής στις 4/10/2018, όπως δέχτηκε στο σκεπτικό της απόφασής του. Η ως άνω αντίφαση τόσο μεταξύ των εκτιθέμενων παραδοχών στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όσο και μεταξύ των τελευταίων και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό, συνεπάγεται εν προκειμένω την έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Επιπροσθέτως δε, το δικάσαν Δικαστήριο, με το να μην αποφανθεί διαλαμβάνοντας σχετικές παραδοχές στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, όπως είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, ως προς το σκέλος της σε βάρος του αναιρεσιβλήτου κατηγορίας για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο, που συνίστατο στην αμελή παρακολούθηση της μετεγχειρητικής πορείας της παθούσας σχετικά με την επί πέντε (5) μήνες παραμονή του ξένου σώματος, αιχμηρού τμήματος βελόνης VERESS, εντός της περιτοναϊκής κοιλότητας της παθούσας, για την οποία επίσης κατηγορείτο και για την οποία είχε κηρυχθεί πρωτοδίκως ένοχος, κατά τα προεκτεθέντα, και η οποία, μετά την άσκηση εφέσεως κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, εκκρεμούσε ενώπιόν του, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας.Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά παραδοχή ως βάσιμων των από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Θ' Κ.Π.Δ. λόγων αναιρέσεως, ήτοι της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης εφαρμογής (εκ πλαγίου παραβίασης) της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 314 παρ. 1 Π.Κ. και της υπέρβασης εξουσίας, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αναίρεση, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη με αριθμό 8016, 9682/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και δη κατά το μέρος της, με το οποίο κήρυξε τον κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσίβλητο, Ρ. Ν., ένοχο για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε βάρος της παθούσας, για τη στένωση του ουρητήρα και τη δημιουργία υδρονέφρωσης και, ως εκ τούτου, τη μείωση του λειτουργικού τμήματος του νεφρού της παθούσας, παραλείποντας να αποφανθεί και για το σκέλος της κατηγορίας, που συνίστατο στην επί πέντε (5) μήνες παραμονή του ξένου σώματος (αιχμηρού) τμήματος βελόνης VERESS εντός της περιτοναϊκής κοιλότητας της παθούσας, για την οποία επίσης κατηγορείτο και για την οποία είχε κηρυχθεί πρωτοδίκως ένοχος, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξη περί επιβολής ποινής, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της προς νέα συζήτηση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από Δικαστές άλλους, εκτός απ' αυτούς που είχαν δικάσει προηγουμένως την υπόθεση (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.). Σημειώνεται ότι η υποστηρίζουσα την κατηγορία Δ. Κ. του Α. δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, παρότι κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 512 παρ. 1 εδ. γ', 515 παρ. 2 εδ. α' Κ.Π.Δ.) για να παραστεί στην παρούσα αναιρετική δίκη (βλ. τα από .../2025 και .../2025 αποδεικτικά επίδοσης των Επιμελητών της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Β. Κ. και Σ. Φ., για την υποστηρίζουσα την κατηγορία και την αντίκλητο δικηγόρο της Αικατερίνη Χαλίσκου, Δικηγόρο Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα).ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την προσβαλλόμενη με αριθμό 8016, 9682/13.12.2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς τον κατηγορούμενο-αναιρεσίβλητο Ρ. (ον.) Ν. (επ.) του Ζ., και συγκεκριμένα: α) κατά το μέρος που παρέλειψε να αποφανθεί ως προς το σκέλος της ένδικης αξιόποινης πράξης, που αφορά στην παραμονή ξένου σώματος (αιχμηρού) τμήματος βελόνης VERESS εντός της περιτοναϊκής κοιλότητας της παθούσας επί πέντε (5) μήνες και, β) ως προς την διάταξη περί επιβολής ποινής. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το μέρος που αναιρέθηκε για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2026. ΚαιΔημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2026.Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή