ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 301/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 301/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 301/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 301 / 2026    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 301/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Εισηγητή, Μαρία Γιαννακοπούλου, Μαρία Πετσάλη και Παναγιώτη Φιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2026, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικόλαου Νικολάου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Π. του Μ. , κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του, Αλεξάνδρας Μαύρου Τσάκου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 828/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Π. Π. του Ν. , κάτοικο ... , η οποία δεν παραστάθηκε.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθ. πρωτ. .../2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: 1. να γίνει δεκτή εν μέρει η υπό κρίση αίτηση, 2. να επεκταθεί το αναιρετικό αποτέλεσμα και ως προς τον συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος, 3. να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της ως προς τον αναιρεσείοντα και, μετά το επεκτατικό αποτέλεσμα, και ως προς τον συγκατηγορούμενο για νέα εκδίκαση και 4. Να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπ' αριθ. ...-2025 αίτηση του Π. Π. του Μ. , για αναίρεση της υπ' αριθ. 828/2025 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς κατάθεσης κατ' εξακολούθηση, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ, ασκήθηκε: α] νομότυπα, με δήλωση του αναιρεσείοντος που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου [άρθρο 474 παρ. 2 Α' ΚΠΔ], β] εμπρόθεσμα, αφού η απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 25-9-2025, εντός δηλαδή της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [20] ημερών [άρθρο 473 παρ. 1, 2, 3 ΚΠΔ] και γ] παραδεκτά, αφού ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ορισμένους λόγους αναίρεσης [άρθρα 464, 504, 505 παρ. 1 α' και 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ]. Επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία, με απούσα την υποστηρίζουσα την κατηγορία Π. Π. , η οποία δεν παραστάθηκε αν και κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προς τούτο για την παρούσα δικάσιμο, όπως προκύπτει από την από ...-2025 έκθεση επίδοσης του ανθυπαστυνόμου Ν. Μ. , που βρίσκεται στη δικογραφία.

Πλην, όμως, η συζήτηση της υπόθεσης, εφόσον εμφανίστηκε ο αναιρεσείων γίνεται σαν να ήταν και αυτή παρούσα [άρθρο 515 παρ. 2 α' ΚΠΔ].

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 - 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, που ήταν σε ισχύ, κατά τον χρόνο τέλεσης [12-1-2018 και 1-6-2018] της ένδικης πράξης, <<1. Όποιος ως διάδικος σε πολιτική δίκη δίνει εν γνώσει του ψευδή όρκο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται σε όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια>>.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 του νέου ΠΚ, <<Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών [3] μηνών έως τρία [3] έτη και χρηματική ποινή>>. Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει σαφώς, ότι η διάταξη του άρθρου 224 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, στην οποία έχουν συγχωνευθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 [ψευδορκία] και 225 [ψευδής ανώμοτη κατάθεση] του προϊσχύσαντος ΠΚ, είναι ευμενέστερη ως προς την ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου, έναντι της αντίστοιχης διάταξης [224 παρ.2-1] του προϊσχύσαντος ΠΚ, καθόσον, για την πράξη αυτή της ψευδούς κατάθεσης, προβλέπεται ποινή φυλάκισης με μικρότερο όριο, ελάχιστο και ανώτατο και συγκεκριμένα φυλάκιση τουλάχιστον τριών [3] μηνών έως τριών [3] ετών, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2-1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, προβλεπόταν φυλάκιση με ελάχιστο όριο το ένα [1] έτος και ανώτερο τα πέντε [5] έτη [ΑΠ 423/2025, ΑΠ 150/2023, ΑΠ 1275/2022].

Από την ανωτέρω, εν προκειμένω, εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 του νέου ΠΚ, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα [ήδη ψευδούς κατάθεσης], απαιτείται: α] [ένορκη] κατάθεση του μάρτυρα, ενώπιον αρμόδιας για την εξέτασή του αρχής, β] τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και γ] να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή και ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει[ [ΑΠ 423/2025, ΑΠ174/2023]. Προϋπόθεση για την τέλεση του εγκλήματος αποτελεί και το ότι τα κατατεθέντα περιστατικά πρέπει να αναφέρονται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή [και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις], ήτοι σε συγκεκριμένα και ειδικώς προσδιορισμένα κατά χρόνο και τόπο και αναγόμενα στο παρελθόν ή το παρόν συμβάντα ή καταστάσεις, που έχουν σχέση με την υπόθεση, ή σε άλλα περιστατικά συνδεόμενα αναποσπάστως με τα γεγονότα αυτά [ΑΠ 423/2025, ΑΠ 646/2022].

Εξάλλου, από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι η αρμοδιότητα της αρχής ενώπιον της οποίας δίνεται η κατάθεση αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα και ήδη ψευδούς κατάθεσης.

Περαιτέρω, θεωρείται ως αρμόδια αρχή εκείνη ενώπιον της οποίας είναι δυνατό κατά διάταξη νόμου να γίνει ένορκη κατάθεση κάποιου, η οποία να μπορεί στη συνέχεια να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια προς διάγνωση κάποιας διαφοράς. Αρμόδιοι για τη λήψη ένορκων βεβαιώσεων μαρτύρων είναι οι συμβολαιογράφοι σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 1 εδάφιο ε' του ν. 2830/2000, όπως επίσης και ο Ειρηνοδίκης κατ' άρθρο 1 του ν. 1540/1944, και μέχρι την 15/3/2024, ημερομηνία έναρξης ισχύος των άρ. 14 και 17 του ν. 5095/2024, με τα οποία, κατά τροποποίηση του άρθρου 421 ΚΠολΔ, αφενός μεν αφαιρέθηκε η αρμοδιότητα του ειρηνοδίκη για τη λήψη ένορκων βεβαιώσεων και αφετέρου ανατέθηκε τέτοια σχετική αρμοδιότητα στους δικηγόρους της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή διαμονής του μάρτυρος.

Συνεπώς, αν τα πραγματικά περιστατικά που κατατίθενται από τον μάρτυρα είναι ψευδή, πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς κατάθεσης, πράγμα το οποίο συμβαίνει και στην περίπτωση κατά την οποία στις ένορκες βεβαιώσεις, λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια. Πρέπει, όμως, για να μπορούν να ληφθούν υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο σε πολιτικές δίκες, να έχει προηγηθεί, σύμφωνα με τα 421 και 422 του ΚΠολΔ νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που είχε την επιμέλεια της βεβαίωσης. Η έλλειψη, όμως, της κλήτευσης καλύπτεται με την παράσταση του αντιδίκου κατά τη σύνταξη της ένορκης βεβαίωσης, διότι διαφορετικά οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρος [και ήδη ψευδούς κατάθεσης] για όσα περιστατικά περιέχονται σε αυτές, εκτός εάν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν σε διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, όπου δεν απαιτείται κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που επιμελείται για τη σύνταξη της ένορκης βεβαιώσεως, διότι στη διαδικασία αυτή ισχύουν ιδιαίτεροι κανόνες ως προς την απόδειξη, τη συγκέντρωση των αποδεικτικών μέσων και την εν γένει διαδικασία συζητήσεως της αιτήσεως [ΑΠ 1258/2025, ΑΠ 1157/2024, ΑΠ 842/2023, ΑΠ 948/2022, ΑΠ 1177/2022, ΑΠ 454/2019].

Εξάλλου, για την πληρότητα της αιτιολογίας απόφασης, με την οποία καταδικάστηκε κάποιος για ψευδή κατάθεση, αν πρόκειται για ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου, πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση, εκτός άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε ότι η ένορκη βεβαίωση έχει ληφθεί ύστερα από εμπρόθεσμη από νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου, ο οποίος επιμελήθηκε να ληφθεί η ένορκη βεβαίωση [ΑΠ 1157/2024, ΑΠ 842/2023]. Επίσης, εκ του ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς κατάθεσης απαιτείται το κατατεθέν γεγονός να έχει σχέση με την δικαζόμενη υπόθεση και να μπορεί να χρησιμεύσει ως απόδειξη στο πλαίσιο αυτής, συνάγεται ότι για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής για ψευδή κατάθεση απόφασης, πρέπει να διευκρινίζεται η σχέση των κατατεθέντων ψευδών γεγονότων με το αποδεικτέο θέμα επί αστικής δίκης και τα στοιχεία του εγκλήματος επί ποινικής δίκης [ΑΠ 948/2022].

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμού με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, καταρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός, εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης [άμεσος δόλος] ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού [έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση].

Κατ' ακολουθίαν, επί του εγκλήματος της ψευδούς κατάθεσης, που αξιώνεται από το νόμο η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης, δηλαδή άμεσος δόλος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης και τούτο, διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη με τρόπο που να συνάγεται σαφώς, ότι το περιεχόμενο της κατάθεσής του ήταν αποτέλεσμα ενσυνείδητης ενέργειάς του, και δη ότι γνώριζε ότι αυτά που κατέθεσε ήταν ψευδή ή στο ότι είχε γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα απέκρυψε ή αρνήθηκε να τα καταθέσει, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση αυτή η εν λόγω αιτιολογία, όταν, από τις παραδοχές της απόφασης, ή σχετικών με τα ψευδώς κατατεθέντα περιστατικά γνώση του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών [ΑΠ 1258/2025, ΑΠ 808/2021].

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται κατά το είδος τους, δέχθηκε στο σκεπτικό του, αναφορικά με τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο επί λέξει, τα ακόλουθα: << ... Για το λόγο αυτό προσέτρεξε για βοήθεια στον 1ο κατηγορούμενο Π. Π. του Μ. , ο οποίος ήταν ο αντιπρόεδρος της HELLAS FIN Α.Ε. αλλά και επιπρόσθετα ο προσωπικός επενδυτικός σύμβουλός του, από τον οποίο ζήτησε με προτροπές και παραινέσεις να επιβεβαιώσει ως μάρτυρας τον κρίσιμο ισχυρισμό του, ότι δηλαδή δεν είχε ετήσιο εισόδημα 60 χιλιάδων ευρώ, ακίνητα αξίας 5 εκατομμυρίων ευρώ και κινητές αξίες [μετρητά, καταθέσεις κ.λπ.] ύψους 1 εκατομμυρίου ευρώ, όπως δήλωσε το 2010, αλλά αντίθετα είχε ακίνητα αξίας 500 χιλιάδων ευρώ και κινητές αξίες [μετρητά, καταθέσεις κ.λπ.] ύψους μόλις 350 χιλιάδων ευρώ, όπως δήλωσε. Με αυτό τον τρόπο ο 2ος κατηγορούμενος έπεισε τον 1ο κατηγορούμενο να βεβαιώσει ένορκα δύο φορές στις 12-01-2018 και στις 01-06-2018 ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κ. Β. , τα διαλαμβανόμενα στις συνταχθείσες από την ανωτέρω συμβολαιογράφο υπ' αριθ. ...-2018 και ...-2018 ένορκες βεβαιώσεις, τα οποία είναι επί λέξει τα ακόλουθα: << ... όσα αναφέρονται στη σελίδα 15 της από 11/6/2010 σύμβασης επενδυτικών υπηρεσιών της HELLAS FIN Α.Ε. με τον Σ. Τ. και ειδικότερα ότι είχε ετήσιο εισόδημα 60.000 ευρώ ακίνητα αξίας 5.000.000 ευρώ και μετρητά, καταθέσεις, ομόλογα, μετοχές ύψους 1.000.000 ευρώ, καταθέτω ότι τα ανωτέρω ποσά εκ παραδρομής αναγράφηκαν και τούτο προκύπτει άλλωστε από την από 17/10/2012 ίδια σύμβαση του ανωτέρω ... με την HELLAS FIN Α.Ε. , στη σελίδα 13 της οποίας αναγράφονται ορθά πλέον ότι τα ακίνητά του έχουν κατ' εκτίμηση αξία 500.000 ευρώ, ενώ τα μετρητά, καταθέσεις, ομόλογα, μετοχές, αξία 350.000 ευρώ ...>>. Ο πρώτος κατηγορούμενος βεβαίωσε ενόρκως τα ανωτέρω επί λέξει προπαρατεθέντα προκειμένου 1] η με αριθμό ...-2018 ένορκη βεβαίωση να χρησιμοποιηθεί [όπως και πράγματι χρησιμοποιήθηκε] από τον 2ο κατηγορούμενο ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση της υπό γενικό αριθμό κατάθεσης .../2017 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της Π. Π. κατά του 2ου κατηγορουμένου Σ. Τ. , με αντικείμενο την προσωρινή ρύθμιση της επιμέλειας των δύο [ανηλίκων τότε] κοινών τέκνων τους και την προσωρινή επιδίκαση διατροφής για τα εν λόγω τέκνα και 2] η με αριθμό ...-2018 ένορκη βεβαίωση να χρησιμοποιηθεί [όπως και πράγματι χρησιμοποιήθηκε] από το 2ο κατηγορούμενο ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση της με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2018 αγωγής της Π. Π. κατά του 2ου κατηγορουμένου Σ. Τ. , με αντικείμενο την οριστική επίλυση των ίδιων ως άνω θεμάτων [επιμέλειας των δύο κοινών τέκνων και επιδίκασης διατροφής για τα εν λόγω τέκνα]. Με αυτές τις αναφορές όμως στις ανωτέρω δύο ένορκες βεβαιώσεις και δη με τη χρήση της φράσης <<... εκ παραδρομής αναγράφηκαν ...>> αναφορικά με όσα αναγράφονται στη σελίδα 15 της από 11/6/2010 σύμβασης επενδυτικών υπηρεσιών που συνήφθη μεταξύ του δεύτερου κατηγορουμένου και της HELLAS FIN Α.Ε. και της φράσης <<... αναγράφονται ορθά πλέον ...>> αναφορικά με όσα αναγράφονται στη σελίδα 13 της από 17/10/2012 ίδιας σύμβασης του δεύτερου κατηγορουμένου με την HELLAS FIN Α.Ε. , ο 1ος κατηγορούμενος κατέθεσε ψευδώς εν γνώσει του ψεύδους της κατάθεσής του, πως τα διαλαμβανόμενα στη σύμβαση του 2010 εκ παραδρομής αναγράφηκαν και άρα ήταν εσφαλμένα ενώ τα διαλαμβανόμενα στη σύμβαση του 2012 αναγράφηκαν ορθά πλέον και άρα ο 2ος κατηγορούμενος δεν είχε ετήσιο εισόδημα 60 χιλιάδων ευρώ, ακίνητα αξίας 5 εκατομμυρίων ευρώ και κινητές αξίες ύψους 1 εκατομμυρίου ευρώ, αλλά αντίθετα είχε ακίνητα αξίας μόνο 500 χιλιάδων ευρώ και κινητές αξίες ύψους μόλις 350 χιλιάδων ευρώ καθόσον αυτός [1ος κατηγορούμενος] γνώριζε και πλήρως αποδέχθηκε αφενός ότι όσα δήλωσε ο δεύτερος κατηγορούμενος στη σελίδα 15 της από 11/6/2010 σύμβασης επενδυτικών υπηρεσιών που συνήφθη μεταξύ αυτού και της HELLAS FIN Α.Ε. δεν δηλώθηκαν από παραδρομή αλλά συνειδητά από αυτόν και αφετέρου ότι ο ίδιος [πρώτος κατηγορούμενος] δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την πραγματική περιουσιακή κατάσταση του δεύτερου κατηγορουμένου και κατ' επέκταση να επιβεβαιώσει πως τα διαλαμβανόμενα στη σύμβαση του 2010 εκ παραδρομής αναγράφηκαν και άρα ήταν εσφαλμένα ενώ τα διαλαμβανόμενα στη σύμβαση του 2012 αναγράφθηκαν ορθά πλέον, για τον απλούστατο λόγο [που επανέλαβε κατά την απολογία ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου] ότι τα επίμαχα στοιχεία αναφορικά με το ετήσιο εισόδημα, την αξία των ακινήτων και των κινητών αξιών που είχε στην κυριότητά του ο 2ος κατηγορούμενος [στοιχεία που διαλαμβάνονται τόσο στη σελίδα 15 της από 11/6/2010 σύμβασης επενδυτικών υπηρεσιών της HELLAS FIN Α.Ε. με τον 2ο κατηγορούμενο, όσο και στη σελίδα 13 της από 17/10/2012 ίδιας σύμβασης του 2ου κατηγορουμένου με την HELLAS FIN Α.Ε. στην πραγματικότητα ήταν μόνο δηλώσεις του 2ου κατηγορουμένου προς την HELLAS FIN Α.Ε. , την ακρίβεια των οποίων [δηλώσεων] ο 1ος κατηγορούμενος ουδέποτε έλεγξε, καθόσον δεν είχε σχετική υποχρέωση αλλά ούτε και αντίστοιχη δυνατότητα, στο μέτρο που η HELLAS FIN Α.Ε. διαχειρίστηκε μόνο κινητές αξίες του 2ου κατηγορουμένου ύψους 350 χιλιάδων ευρώ. Ο 1ος κατηγορούμενος όμως, όχι μόνο σκόπιμα απέκρυψε τα σχετικά αληθινά περιστατικά [ ότι δηλαδή ουδέποτε έλεγξε την ακρίβεια - βασιμότητα των πληροφοριακών στοιχείων που διαλαμβάνονται σε αμφότερα τα επίμαχα έγγραφα συμβάσεων του 2ου κατηγορουμένου με την HELLAS FIN Α.Ε.] καθότι τίποτε σχετικό δεν ανέφερε στις δύο ένορκες βεβαιώσεις, αλλά έτι περαιτέρω [μετά από τις σχετικές προτροπές και παραινέσεις του 2ου] επέλεξε να χρησιμοποιήσει τις επίμαχες δύο φράσεις [<< ... εκ παραδρομής αναγράφηκαν αναφορικά με την σύμβαση του 2010 και αναγράφονται ορθά πλέον ... αναφορικά με τη σύμβαση του 2012>>] με τις οποίες ψευδώς επιβεβαίωνε - έμμεσα πλην όμως με σαφήνεια - τον ισχυρισμό του 2ου κατηγορουμένου, ότι δεν είχε εισόδημα 60 χιλιάδων ευρώ, ακίνητα αξίας 5 εκατομμυρίων ευρώ και κινητές αξίες ύψους 1 εκατομμυρίου ευρώ αλλά αντίθετα είχε ακίνητα αξίας μόνον 500 χιλιάδων ευρώ και κινητές αξίες ύψους μόλις 350 χιλιάδων ευρώ.

Για τους λόγους αυτούς οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι ...>>.
Στη συνέχεια το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε, μεταξύ άλλων τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ένοχο της αξιόποινης πράξης της ψευδούς κατάθεσης κατ' εξακολούθηση, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών [3] μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: << Στη Θεσσαλονίκη, στις 12-1-2018 και 01-06-2018, τέλεσαν τα ακόλουθα εγκλήματα και δη: 1. Ο πρώτος των κατηγορουμένων Π. Π. του Ν. , με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας, ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψευδή στοιχεία. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο: α] στις 12-01-2018, κατέθεσε τα γεγονότα που αναφέρονται στο σκεπτικό και διαλαμβάνονται στη με αριθμό ...-2018 ένορκη βεβαίωση που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κ. Β. , προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο σε πολιτική δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης [διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων], και δη κατά τη δικάσιμο της 15-01-2018, οπότε επρόκειτο να συζητηθεί η με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2017 αίτηση της ήδη εγκαλούσας Π. Π. του Ν. και β] στις 01-06-2018, κατέθεσε τα γεγονότα που αναφέρονται στο σκεπτικό και διαλαμβάνονται στη με αριθμό ...-2018 ένορκη βεβαίωση που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κ. Β. , προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο σε πολιτική δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης [ειδική διαδικασία διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση], και δη κατά τη δικάσιμο της 05-6-2018, οπότε επρόκειτο να συζητηθεί η με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2018 αγωγή της ήδη εγκαλούσας Π. Π. του Ν. Συγκεκριμένα ο πρώτος των κατηγορουμένων, κατέθεσε ενόρκως επί λέξει ότι: <<... όσα αναφέρονται στη σελίδα 15 της από 11/6/2010 σύμβασης επενδυτικών υπηρεσιών της HELLAS FIN Α. Ε. με τον Σ. Τ. και ειδικότερα ότι είχε ετήσιο εισόδημα 60.000 ευρώ, ακίνητα αξίας 5.000.000 ευρώ και μετρητά, καταθέσεις, ομόλογα, μετοχές αξίας 1.000.000 εκατομμυρίου ευρώ, καταθέτω ότι τα ανωτέρω ποσά εκ παραδρομής αναγράφηκαν και τούτο προκύπτει άλλωστε από την από 17/10/2012 ίδια σύμβαση του ανωτέρω με την HELLAS FIN Α. Ε. , στη σελίδα 13 της οποίας αναγράφονται ορθά πλέον ότι τα ακίνητά του έχουν κατ' εκτίμηση αξία 500.000 ευρώ, ενώ τα μετρητά, καταθέσεις, ομόλογα, μετοχές αξία 350.000 ευρώ ...>>. Τα παραπάνω, όμως στοιχεία που ο 1ος κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως ήταν εν γνώσει του ψευδή με την έννοια ότι αναφέρονταν σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή, διότι τα επίμαχα περιστατικά [ότι ο 2ος κατηγορούμενος δεν είχε ετήσιο εισόδημα 60 χιλιάδων ευρώ, ακίνητα αξίας 5.000.000 ευρώ και κινητές αξίες ύψους 1 εκατομμυρίου ευρώ, όπως δήλωσε εκ παραδρομής το 2010, αλλά αντίθετα είχε ακίνητα αξίας 500 χιλιάδων ευρώ και κινητές αξίες μόλις 350 χιλιάδων ευρώ, όπως ανέγραψε ορθά το 2012] ήταν αντίθετα προς εκείνα τα περιστατικά που ο 1ος κατηγορούμενος πράγματι αντιλήφθηκε ή πληροφορήθηκε από διηγήσεις τρίτων και, ως εκ τούτου, γνώριζε, ο δε 1ος κατηγορούμενος ουδέποτε έλεγξε την ακρίβεια όσων ανωτέρω αναφέρονται και διαλαμβάνονται στις επίμαχες δύο συμβάσεις επενδυτικών υπηρεσιών, ούτε είχε προσωπική γνώση άλλης προέλευσης, σχετικά με την συνολική περιουσιακή κατάσταση του 2ου κατηγορουμένου, οπότε δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει και κατ' επέκταση να διαβεβαιώσει τα επίμαχα ως άνω στοιχεία ...>>.

Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθεται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς κατάθεσης για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του εγκλήματος αυτού. Ειδικότερα, ως προς την μερικότερη αξιόποινη πράξη της ψευδούς κατάθεσης, που φέρεται ότι τελέστηκε από αυτόν στις 1-6-2018, με την υπ' αριθ. ...-2018 ένορκη βεβαίωση, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κ. Β. , δεν εκτίθεται ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε εμμέσως προκύπτει εξ αυτής, αν η εν λόγω ένορκη βεβαίωση λήφθηκε μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εγκαλούσας και υποστηρίζουσας την κατηγορία Π. Π. , αντιδίκου του Σ. Τ. , συγκατηγορούμενου του αναιρεσείοντος, με επιμέλεια του οποίου [Σ. Τ.] λήφθηκε, για να χρησιμοποιηθεί από αυτόν, ως αποδεικτικό μέσο στην εκδίκαση της υπ' αριθ. .../2018 αγωγής της εγκαλούσας και υποστηρίζουσας την κατηγορία Π. Π. κατά του Σ. Τ. , στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, στη διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση. Το στοιχείο αυτό απαιτείται από το νόμο, ειδικά για τις ένορκες βεβαιώσεις, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς κατάθεσης. Έτσι, καθίσταται ασαφές, εάν η παραπάνω ένορκη βεβαίωση ήταν υποστατό αποδεικτικό μέσο, υπό την άνω έννοια που χρησιμοποιήθηκε, ώστε να κριθεί αν στοιχειοθετείται αντικειμενικά το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης [ως προς την πέμπτη αιτίασή του], από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος. Περαιτέρω, όμως, ως προς την μερικότερη πράξη της ψευδούς κατάθεσης που τελέστηκε στις 12-1-2018, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 14, 16,17,18, 26, 27, 51, 53, 68, 79, 84 παρ. 2 α', 224 παρ.1 του νέου ΠΚ. Ειδικότερα: α] έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο, τα οποία αναφέρει κατ' είδος, ήτοι ανωμοτί κατάθεση της υποστηρίζουσας την κατηγορία, ένορκη κατάθεση μάρτυρος υπεράσπισης πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και έγγραφα που αναγνώστηκαν, απολογία κατηγορούμενου-αναιρεσείοντος, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτίθενται στην απόφαση και οδήγησαν στην καταδικαστική του κρίση, β] αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να απαιτείται η αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, ενώ δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, γ] δεν προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει αιτιολογία γιατί οδηγήθηκε σε διαφορετικά συμπεράσματα από αυτά που υποστηρίζει ο αναιρεσείων, δ] αναφέρεται ο τόπος, ο χρόνος και ο τρόπος με τον οποίο ο αναιρεσείων τέλεσε ως άνω αξιόποινη πράξη, και συγκεκριμένα διαλαμβάνεται ότι στην αναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Κ. Β. , που δόθηκε για να χρησιμοποιηθεί σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων για την επιμέλεια και την διατροφή των ανηλίκων τέκνων των Σ. Τ. (συγκατηγορουμένου του - μη αναιρεσείοντος) και της Π. Π. , κατέθεσε ψευδή γεγονότα και δη ότι:

1] η πραγματική περιουσία του Σ. Τ. (συγκατηγορούμενου) στις 17-10-2012 ήταν αυτή που δήλωσε στο παράρτημα της από 17-10-2012 χρηματιστηριακής σύμβασης, δηλαδή ακίνητα αξίας μόνον 500.000 ευρώ και κινητές αξίες [μετρητά, καταθέσεις κ.λπ.] ύψους μόνο 350.000 ευρώ ,

2] τα αληθή περιστατικά, που ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων γνώριζε, και αντ' αυτών, κατέθεσε τα ανωτέρω ψευδή, ήταν ότι η περιουσία του ανωτέρω Σ. Τ. (συγκατηγορούμενου) ήταν αυτή που δήλωσε στο παράρτημα της από 11-6-2010 χρηματιστηριακής σύμβασης, δηλαδή ετήσιο εισόδημα εξήντα χιλιάδων [60.000] ευρώ, ακίνητα αξίας 5.000.000 ευρώ και κινητές αξίες [μετρητά, καταθέσεις κ.λπ.] ενός εκατομμυρίου [1.000.000] ευρώ, που προέρχονταν από την αναφερόμενη επαγγελματική δραστηριότητα αυτού ,

3] ο άμεσος δόλος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα η γνώση του περί της αναλήθειας των κατατεθέντων ως άνω περιστατικών, τα οποία ήταν αντίθετα προς εκείνα τα περιστατικά που ο ίδιος είχε αντιληφθεί ή γνώριζε από διηγήσεις τρίτων και ως εκ τούτου γνώριζε, και σε κάθε περίπτωση δεν είχε ελέγξει την ακρίβεια όσων εκτίθενται στις επίμαχες δύο συμβάσεις επενδυτικών υπηρεσιών, ούτε είχε προσωπική γνώση άλλης προέλευσης σχετικά με την συνολική περιουσιακή κατάσταση του συγκατηγορουμένου του Σ. Τ. ,

4] η κατάθεση αυτή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος αναφερόταν μεν σε περιστατικά αναγόμενα στο παρελθόν, τα οποία όμως είχαν άμεση σχέση με τη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων διατροφής, που εκκρεμούσε το έτος 2018, στο μέτρο που τα περιστατικά αυτά μπορούσαν να αποτελέσουν βάση δικαστικών τεκμηρίων σχετικά με την περιουσιακή κατάσταση του συγκατηγορουμένου του Σ. Τ. στον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων [2018] ,

5] στη μερικότερη αυτή πράξη της ψευδούς κατάθεσης που τελέστηκε με την υπ' αριθ. ...-2018 ένορκη βεβαίωση που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κ. Β. , δεν απαιτείται κλήτευση της αντιδίκου του διαδίκου (Σ. Τ.) που επιμελήθηκε για τη σύνταξή της ένορκης βεβαίωσης, αφού η ένορκη αυτή βεβαίωση λήφθηκε για να χρησιμοποιηθεί στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την μερικότερη πράξη της ψευδούς κατάθεσης που τελέστηκε από τον αναιρεσείοντα στις 12-1-2018, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 469 εδ. α' ΚΠΔ, <<Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σε αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους>>.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμετόχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις ως άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής της είναι: α] να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που δικαιούνταν να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β] οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικώς στο πρόσωπό του και γ] οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο είτε δικαιούνταν μεν, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νόμιμης προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Δηλαδή καθιερώνεται, υπέρ του συγκατηγορουμένου του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της αναίρεσης, επέκταση της ευνοϊκής κρίσης του Αρείου Πάγου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο, τελικά, έγινε δεκτό ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνο για αντικειμενικούς λόγους, που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο, και όχι για λόγους προσωπικούς. Οι ωφελούμενοι, κατά τα παραπάνω, από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται και δεν υποχρεούνται, να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ενδίκου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλουν άλλους ιδίους λόγους, κύριους ή πρόσθετους, το δε δικαστήριο επεκτείνει και σε αυτούς αυτεπαγγέλτως, το ευεργετικό αποτέλεσμα που προέκυψε από το ένδικο μέσο του αναιρεσείοντος [ΑΠ 933/2024].

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτή καταδικάστηκε, εκτός από τον αναιρεσείοντα και ο συγκατηγορούμενός του Σ. Τ. του Ν. , ως ηθικός αυτουργός της αξιόποινης πράξης της ψευδούς κατάθεσης κατ' εξακολούθηση, που τέλεσε ο αναιρεσείων στις 1-6-2018, ο οποίος δεν άσκησε αναίρεση κατ' αυτής. Έτσι, με βάση τα προαναφερόμενα, το επωφελές αποτέλεσμα για τον αναιρεσείοντα, πρέπει να επεκταθεί, κατ' άρθρο 469 ΚΠΔ, και στον παραπάνω συγκατηγορούμενό του. Τούτο διότι, ο λόγος αναίρεσης της απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας [άρθρο 510 παρ. στοιχ. Δ' ΚΠΔ], όπως ανωτέρω εκτίθεται, για την μερικότερη πράξη της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρα, που τελέστηκε από τον αναιρεσείοντα την 1-6-2018, με την υπ' αριθ. ...-2018 ένορκη βεβαίωσή που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κ. Β. , για τον οποίο [αναιρεσείοντα], όπως προαναφέρθηκε, πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση κατά το μέρος αυτό, εν όψει και του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της ηθικής αυτουργίας, δεν αρμόζει [ο λόγος αυτός αναίρεσης] αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος.

Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς τον συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος Σ. Τ. και συγκεκριμένα κατά τις διατάξεις της: α] ως προς την ενοχή για την ηθική αυτουργία στην παραπάνω μερικότερη πράξη του αναιρεσείοντος της ψευδορκίας μάρτυρα και ήδη ψευδούς κατάθεσης, που τελέστηκε την 1-6-2018 και β] ως προς την επιβληθείσα ποινή για την ηθική αυτουργία την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και ήδη ψευδούς κατάθεσης κατ' εξακολούθηση του αναιρεσείοντος, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση και ως προς αυτόν για νέα, από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του - αναιρεσείοντα, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως [άρθρα 519 και 522 ΚΠΔ] και, τέλος, να απορριφθεί κατά τα λοιπά η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 828/2025 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης ως προς τον αναιρεσείοντα Π. Π. του Μ. : α] ως προς την ενοχή του για την μερικότερη πράξη [υπό στοιχείο 1β' του διατακτικού] της κατ' εξακολούθηση ψευδορκίας μάρτυρα και ήδη ψευδούς κατάθεσης, που τελέστηκε την 1-6-2018, με την υπ' αριθ. ...-2018 ένορκη βεβαίωση, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κ. Β. , β] ως προς τη διάταξή της για την ποινή που του επιβλήθηκε για την ψευδορκία μάρτυρα και ήδη ψευδή κατάθεση κατ' εξακολούθηση.

ΕΠΕΚΤΕΙΝΕΙ το ως άνω αναιρετικό αποτέλεσμα της παρούσας απόφασης και ως προς τον συγκατηγορούμενό του Σ. Τ. του Ν. , που επίσης καταδικάστηκε με την ίδια ως άνω απόφαση ως ηθικός αυτουργός της ως άνω αξιόποινης πράξης, του αναιρεσείοντος και αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς αυτόν, και δη ως προς τις διατάξεις της: α] περί ενοχής του για ηθική αυτουργία στην ανωτέρω μερικότερη πράξη του αναιρεσείοντος, β] ως προς την επιβληθείσα ποινή για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην ψευδή κατάθεση μάρτυρος κατ' εξακολούθηση του αναιρεσείοντος.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της, αφενός ως προς τον αναιρεσείοντα και αφετέρου, μετά το επεκτατικό αποτέλεσμα, ως προς τον συγκατηγορούμενό του Σ. Τ. του Ν. , για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, που θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την υπ' αριθ. .../2025 αίτηση του Π. Π. του Μ. , κατοίκου ... [οδός ...], για αναίρεση της υπ' αριθ. 828/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2026.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή