ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 308/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 308/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 308/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 308 / 2026    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 308/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη-Εισηγήτρια, Αγαθή Δερέ, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2026, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Φλωρίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Α. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Γ. του Ι. , κατοίκου ... , που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Τσολάκο, για αναίρεση της υπ' αριθ. ΑΤ1266/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.

Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Α. Π. του Δ. , κάτοικο ... , που δεν εμφανίσθηκε.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 1-10-2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 1-10-2025 αίτηση του Δ. Γ. του Ι. , για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΑΤ 1266/2025 καταδικαστικής σε βάρος του απόφασης του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, έχει ασκηθεί νομότυπα, με δήλωση του αιτούντος στην γραμματεία του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου και εμπρόθεσμα αφού η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 11-9-2025 και η κρινομένη αίτηση ασκήθηκε στις 1-10-2025(άρθρα 464, 473, 474, 504 του ΚΠΔ), περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Δ' και Ε' του ΚΠΔ. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ'ουσίαν. Σημειώνεται επίσης ότι από το με ημερομηνία 21-10-2025 αποδεικτικό επίδοσης, του αρχιφύλακα του ΑΤ … Ν. Γ. , προκύπτει ότι για το παραδεκτό της συζήτησης της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την υπ' αριθμ. .../2025 κλήση του, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση στον ίδιο στην κατοικία του, κατά τα άρθρα 155 παρ. 2 και 166 του ΚΠοινΔ, προκειμένου να εμφανισθεί στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης συνεδρίαση, όπου θα συζητηθεί η προαναφερόμενη από 1-10-2025 αίτηση του αναιρεσείοντος, ο παρασταθείς για την υποστήριξη της κατηγορίας, Α. Π. , πλην όμως ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ περί ψευδούς καταμήνυσης, όπως ίσχυε μέχρι την 30.6.2019, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι έχει τελεστεί από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μήνυσης ή ανακοίνωσης να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο υπαίτιος να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Το έγκλημα είναι τελειωμένο μόλις περιέλθει η μήνυση ή η έγκληση στην αρχή ή γίνει ανακοίνωση σε αυτήν, ανεξάρτητα αν στη συνέχεια ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυομένου - εγκαλουμένου. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Δεν είναι αναγκαία όμως η παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών, αν ο αναιρεσείων γνώριζε αναγκαίως την πραγματική κατάσταση από προσωπική του αντίληψη.

Περαιτέρω, κατά την ίδια διάταξη του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου Π.Κ. (ν. 4619/2019), όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή. Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι στη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ, όπως αυτή ισχύει μετά την 1.7.2019, τυποποιείται το έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης. Σημαντική αλλαγή στο έγκλημα αυτό είναι η κατάργηση της αναφοράς στο σκοπό του δράστη. Μέχρι την 1.7.2019, η ψευδής καταμήνυση του άρθρου 229 παρ. 1 του παλαιού ΠΚ, με βάση την οποία ο αναιρεσείων διώχθηκε, αφού χρόνος τέλεσης αυτής είναι η 9-6-2018, τιμωρείται μόνο όταν τελείται με σκοπό καταδίωξης του καταγγελλομένου προσώπου, δηλαδή για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται, εκτός του άμεσου δόλου και επιπρόσθετος υπερχειλής δόλος, δηλαδή σκοπός του δράστη να προκαλέσει την ποινική ή πειθαρχική δίωξη του καταμηνυομένου ή του αναφερομένου. Καθώς όμως στο ελληνικό δίκαιο ισχύει ως προς τη δίωξη η αρχή της νομιμότητας, ήδη η καταγγελία της πράξης δημιουργεί άμεσα τον κίνδυνο άσκησης ποινικής δίωξης, ώστε η αναφορά στον επιπρόσθετο σκοπό να εμφανίζεται περιττή. Για το λόγο αυτό, από την 1.7.2019 ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης δεν απαιτείται πλέον σκοπός καταδίωξης του καταμηνυομένου ή του αναφερομένου, δηλαδή δεν απαιτείται υπερχειλής δόλος, αλλά μόνο άμεσος δόλος, και συνακόλουθα η διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του παλαιού ΠΚ είναι επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, αφού με αυτή για την καταδίκη του δράστη απαιτείται, εκτός από τη συνδρομή και απόδειξη άμεσου δόλου, η συνδρομή και απόδειξη υπερχειλούς δόλου, που δεν απαιτείται πλέον με τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του νέου ΠΚ. Επίσης, από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του παλαιού ΠΚ. είναι επιεικέστερη και ως προς την ποινή, αφού με αυτήν προβλεπόταν ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του νέου ΠΚ προβλέπεται πλέον ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή (ΑΠ 100/2023, 1340/2020, ΑΠ 1890/2019).
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η αναφορά των περιστατικών αυτών συνίσταται στην έκθεση των γεγονότων που εμπίπτουν στο πραγματικό της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε. Στα εν λόγω νομικώς αξιόλογα γεγονότα, περιλαμβάνονται ιδίως πράξεις, ψυχικές καταστάσεις, φυσικά φαινόμενα, πράγματα, πρόσωπα, σχέσεις τόπου, χρόνου και αιτιότητας, και καταστάσεις εν γένει, τα οποία δεν αρκεί να μνημονεύονται με γενικές και τυποποιημένες φράσεις, που προσήκουν σε κάθε περίπτωση, αλλά απαιτείται να διαλαμβάνονται ως ιστορικά γεγονότα, δηλαδή εξειδικευμένα κατά τα ατομικά και ιδιαίτερα αυτών γνωρίσματα, με αναφορά τους, έστω και μερικώς στο αιτιολογικό, που θα αλληλοσυμπληρωθεί με το διατακτικό (ΑΠ 997/2024, 753/2023, 515/2023, 1702/2022, 1373/2022). Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχάς, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Όταν όμως, όπως συμβαίνει επί του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης ή η τέλεση της πράξης με τον "σκοπό" πρόκλησης ορισμένου αποτελέσματος, δηλαδή άμεσος δόλος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης. Τούτο δε διότι η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση, επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη εις τρόπον ώστε να συνάγεται με σαφήνεια, ότι το περιεχόμενο της ψευδούς καταμήνυσης ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών (ΑΠ 1213/2023, 100/2023, 1041/2021, 564/2019). Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, τότε ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη από την καταδικαστική απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΑΠ 100/2023).

Εξάλλου κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν, το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει τον νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 1/2020, 3/2008, ΑΠ 461/2024, 756/2024, 1444/2023, 1374/2023, 1213/2023, 230/2020, ΑΠ 160/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό ΑΤ-1269/2025 καταδικαστικής απόφασής του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων ειδικά αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος και ο εγκαλών είναι μόνιμοι κάτοικοι ... , ασχολούνται με την τοπική αυτοδιοίκηση σε αντίπαλες πολιτικές παρατάξεις και αμφότεροι διαθέτουν επαγγελματικά αυτοκίνητα φορτηγά -ψυγεία μιας και ο εγκαλών διατηρεί κρεοπωλείο και ο κατηγορούμενος ασχολείται με εμπόριο κατεψυγμένων ψαριών. Στον Πόρο στις 09 Ιουνίου 2018, ο κατηγορούμενος εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη. Ειδικότερα, στις 9- 6-2018 και κατά τη διάρκεια της διενέργειας της αθλητικής εκδήλωσης "..." που διεξαγόταν 9-10 Ιουνίου 2018 και ενώ ο εγκαλών που ήταν αντιδήμαρχος τεχνικών υπηρεσιών είχε παραχωρήσει στο Δήμο το αυτοκίνητο ψυγείο που διαθέτει για τις ανάγκες της εν λόγω αθλητικής εκδήλωσης προκειμένου να διατίθενται παγωμένα νερά και χυμοί στους αθλητές που συμμετείχαν, κατόπιν άδειας του Δημάρχου και με τη συνδρομή ηλεκτρολόγου του Δήμου Πόρου, ο οποίος και προέβη στη σύνδεση του αυτοκινήτου ψυγείου του εγκαλούντος σε κολώνα δημοτικού φωτισμού, ο κατηγορούμενος που ανήκει στην αντίθετη πολιτική παράταξη που τότε ήταν αντιπολίτευση της δημοτικής αρχής, και δεν διατηρούσε καλές σχέσεις με τον εγκαλούντα, κατήγγειλε ενώπιον των αστυνομικών του Α.Τ. Πόρου ότι ο εγκαλών, Α. Π. , προέβη σε κλοπή ηλεκτρικού ρεύματος και ειδικότερα ότι σε δημόσια κολώνα φωτισμού παράνομα συνέδεσε το ανήκον σ' εκείνον υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. ψυκτικό όχημα, αφαιρώντας ηλεκτρική ενέργεια. Κατόπιν, δε, της καταγγελίας του νυν κατηγορούμενου, σχηματίστηκε σε βάρος του νυν εγκαλούντος η υπό στοιχεία ... ποινική δικογραφία. Ωστόσο, τα όσα ανέφερε στην καταγγελία του ο κατηγορούμενος ήταν ψευδή και ο ίδιος γνώριζε ότι ήταν ψευδή, καθόσον τα αληθή επ' αυτών ήταν ότι ο εγκαλών είχε διαθέσει το φορτηγό-ψυγείο που διαθέτει για τις ανάγκες αθλητικής οργάνωσης που διεξαγόταν την ημέρα εκείνη στο νησί του Πόρου, ώστε να είναι αναγκαία η ηλεκτροδότηση του οχήματος από την εν λόγω κολώνα φωτισμού, έχοντας λάβει σχετική άδεια προς τούτο από τον Δήμαρχο Πόρου, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος, ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά τόσο τον εγκαλούντα διότι αμφότεροι ασχολούνται με την τοπική αυτοδιοίκηση όσο και το αυτοκίνητό του που δεν υπάρχει άλλο ίδιο στο νησί και το οποίο συνηθίζει να σταθμεύει στο δημοτικό πάρκινγκ, εξάλλου ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι στο σημείο όπου βρισκόταν το αυτοκίνητο αυτό ήταν ο χώρος που είχε δεσμευτεί για τις ανάγκες της διοργάνωσης της αθλητικής εκδήλωσης και δεν θα μπορούσε να σταθμεύσει εκεί οποιοδήποτε άλλο όχημα, είτε ντόπιου είτε ξένου επισκέπτη, ενώ υπήρχε και υπηρεσία σεκιούριτι στο χώρο και επομένως δεν υπήρχε κίνδυνος για διερχόμενους περαστικούς και παιδιά από την σύνδεση του οχήματος στο στύλο Δημοτικού φωτισμού. Μάλιστα, η δικογραφία που είχε σχηματισθεί κατόπιν της καταγγελίας του κατηγορούμενου σε βάρος του εγκαλούντος για ρευματοκλοπή τέθηκε, για τους ανωτέρω λόγους, στο αρχείο, κατ' άρθρο 43 ΚΠΔ, ως προφανώς αβάσιμη στην ουσία της. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε τίνος είναι το αυτοκίνητο, όμως ο ισχυρισμός του δεν κρίνεται πειστικός διότι, όπως ήδη προαναφέρθηκε στην μικρή κοινωνία του Πόρου όλοι γνωρίζονται και δη όσοι ασχολούνται με την τοπική αυτοδιοίκηση, όπως ο εγκαλών και ο κατηγορούμενος, εξάλλου ο δόλος του κατηγορούμενου προκύπτει και από το γεγονός ότι δεν ρώτησε στο Δήμο που διοργάνωνε την εκδήλωση να μάθει για το αυτοκίνητο που βρισκόταν στο χώρο αυτό που δεν θα μπορούσε να είναι κάποιου άσχετου με τη διοργάνωση της αθλητικής εκδήλωσης, αλλά προέβη στην επίδικη καταγγελία στην αστυνομία με αποτέλεσμα να συλληφθεί ο εγκαλών και να διωχθεί, και έτι περαιτέρω, τις φωτογραφίες που τράβηξε τις έστειλε στον επιστήθιο φίλο του (ήδη αποβιώσαντα) δημοσιογράφο Β. Λ. που διατηρούσε την τοπική εφημερίδα "..." και το σάιτ "..." ο οποίος προέβη σε συκοφαντικές αναρτήσεις για τον εγκαλούντα, όπως: "Αντιδήμαρχος Πόρου έκλεβε ρεύμα από κολώνα δημοτικού φωτισμού", "εκλεγμένος και με αξίωμα στην Δημοτική Αρχή του Δήμου Πόρου έκλεβε ρεύμα από Δημοτικό Φωτισμό". Για όλους τους παραπάνω λόγους ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος όπως κατηγορείται.".

Ακολούθως, το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης με το ελαφρυντικό της διάταξης του άρθρου 84 παρ.2α του ΠΚ και επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλάκισης οκτώ (8)μηνών την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία με το ακόλουθο διατακτικό:

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο ένοχο όπως κατηγορείται ως προς το ποινικό αδίκημα (πλημμέλημα) της ψευδούς καταμήνυσης και δη: στον Πόρο στις 09 Ιουνίου 2018, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς, ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη. Ειδικότερα, στις 9 Ιουνίου 2018 κατήγγειλε ενώπιον των αστυνομικών του Α.Τ. Πόρου ότι ο εγκαλών, Α. Π. , προέβη σε κλοπή ηλεκτρικού ρεύματος και ειδικότερα ότι σε δημόσια κολώνα φωτισμού παράνομα συνέδεσε το ανήκον σ' εκείνον υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. ψυκτικό όχημα, αφαιρώντας ηλεκτρική ενέργεια. Κατόπιν, δε, της καταγγελίας του νυν κατηγορούμενου, σχηματίστηκε σε βάρος του νυν εγκαλούντος η υπό στοιχεία ... ποινική δικογραφία. Ωστόσο, τα όσα ανέφερε στην καταγγελία του ο κατηγορούμενος ήταν ψευδή και ο ίδιος γνώριζε ότι ήταν ψευδή, καθόσον τα αληθή επ' αυτών ήταν ότι ο εγκαλών είχε διαθέσει το φορτηγό-ψυγείο που διαθέτει για τις ανάγκες αθλητικής οργάνωσης που διεξαγόταν την ημέρα εκείνη στο νησί τού Πόρου, ώστε να είναι αναγκαία η ηλεκτροδότηση του οχήματος από την εν λόγω κολώνα φωτισμού, έχοντας λάβει σχετική άδεια προς τούτο από τον Δήμαρχο Πόρου, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος. Μάλιστα δικογραφία που είχε σχηματισθεί σε βάρος του τέθηκε, για τους ανωτέρω λόγους, στο αρχείο, κατ' άρθρο 43 ΚΠΔ, ως προφανώς αβάσιμη στην ουσία της".

Με αυτές τις παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με τα όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση δεν περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και στερείται νόμιμης βάσης ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, ως προς την συνδρομή των αναγκαίων στοιχείων για την κατάφαση της υποκειμενικής υπόστασης κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ισχύοντος μέχρι την 30-6-2019 ΠΚ, η οποία ήταν εφαρμοστέα, ως ευμενέστερη εν προκειμένω από το Δικαστήριο της ουσίας, καθώς εμπεριέχει, σύμφωνα με τα όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω, ευμενέστερες το μεν ως προς την ποινική κύρωση διατάξεις, το δε ως προς την στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του ως άνω εγκλήματος, αφού για την καταδίκη του δράστη απαιτείται, εκτός από τη συνδρομή και απόδειξη άμεσου δόλου, η συνδρομή και απόδειξη υπερχειλούς δόλου, που δεν απαιτείται πλέον με τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του νέου ΠΚ. Και τούτο, διότι, ενώ διαλαμβάνεται στο σκεπτικό, αλλά και στο διατακτικό, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του άμεσου δόλου, ήτοι αιτιολογείται επαρκώς η γνώση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ότι τα διαλαμβανόμενα στην καταγγελία του, στις 9-6-2018, ενώπιον των αστυνομικών του ΑΤ Πόρου για τον εγκαλούντα, πραγματικά περιστατικά. ήταν ψευδή, αυτός δε τελούσε σε γνώση του ψεύδους της καταγγελίας, δεν αναφέρεται ούτε στο σκεπτικό, αλλά ούτε και στο διατακτικό με αναφορά συγκεκριμένων περιστατικών, ο απαιτούμενος για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης υπερχειλής δόλος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ότι με την υποβολή της ανωτέρω καταγγελίας είχε σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του εγκαλούμενου και ήδη παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας.

Συνακόλουθα, οι ενιαίως προβαλλόμενοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ αναιρετικούς λόγους, αντιστοίχως, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, με την εκ πλαγίου παραβίασή της, ως προς την συγκρότηση της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων είναι βάσιμοι και πρέπει κατά παραδοχή αυτών να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. ΑΤ-1266/2025 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2026.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή