Απόφαση 309 / 2026    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 309/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Γιαννακοπούλου, Μαρία Πετσάλη, Εισηγήτρια και Παναγιώτη Φιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2026, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Καλλιόπης Βαρδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ. , για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Λ. Ι. του Χ. , κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Αθηναίου-Πιέρρου , 2. Λ. Γ. του Χ. , κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Αθηναίου-Πιέρρου, για αναίρεση της υπ' αριθ. ΓΤ 3029/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στις υπ' αριθμ. εκθ. κατ. .../2025 και .../2025 αιτήσεις τους αναιρέσεως αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε την παραδοχή των αιτήσεων των κατηγορουμένων, την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την παραπομπή για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση: α) υπ' αρ. εκθ. κατ. .../2025 αίτηση του Ι. Λ. του Χ. , κατοίκου ... , οδός ... , και β) υπ' αρ. εκθ. κατ. .../2025 αίτηση του Γ. Λ. του Χ. , κατοίκου ... , οδός ... , για αναίρεση της υπ' αριθ. 3029/2025 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία οι αναιρεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι, με την αναγνώριση της συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2β' του ΠΚ, των αξιοποίνων πράξεων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στον ΕΦΚΑ [τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ], ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις 28-11-2025, με δηλώσεις του ειδικώς εξουσιοδοτηθέντος προς τούτο Δικηγόρου, Ιωάννη Αθηναίου Πιέρρου, στην αρμόδια γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών συνταχθεισών σχετικών εκθέσεων, εντός της προβλεπόμενης από το νόμο (άρθρο παρ. 2 και 3 του άρθρου 473 του ΚΠοινΔ) προθεσμίας των είκοσι (20) ημερών από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠοινΔ, που έλαβε χώρα στις 12-11-2025 (άρθρα 462 περ. β', 464, 466 παρ.1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ.1 και 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1α του ΚΠΔ). Ως εκ τούτου, είναι παραδεκτές, και, ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικασθούν περαιτέρω κατ' ουσίαν ως προς τη βασιμότητα των αναιρετικών τους λόγων (ΑΠ 231/2022).
Α. Κατά την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 86/1967, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 33 του Ν.3346/2005 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του Ν.3904/2010, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), οι οποίες υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας, οποιασδήποτε φύσης Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλει εντός μηνός, από τότε που κατέστησαν απαιτητές, προς τους ως άνω Οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών.
Κατά δε την παρ. 2 του άνω άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, που υπερβαίνουν το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, προκειμένου να τις αποδώσει στους πιο πάνω οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω Οργανισμούς εντός μηνός, από τότε που έγιναν απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των άνω εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μήνα, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, που κυρώθηκε με τον ν. 2113/1952, οι εισφορές πρέπει να καταβληθούν από τον υπόχρεο μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο, ο οποίος έχει κατά τα άνω ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα εγκλήματα της μη καταβολής των εισφορών αυτών (εργοδοτικών-εργατικών) είναι γνήσια εγκλήματα παράλειψης, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία, εργασία ή η υπηρεσία, χρόνος τέλεσης των οποίων είναι η παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας, οπότε και αρχίζει η παραγραφή τους. Κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που απαιτούνται και για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ανωτέρω οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά, τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον ασφαλιστικό οργανισμό, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του Α.Ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, που παρέχουν εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ιδίου Α.Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό του οποίου ή των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, με την παράγραφο 4 του άρθρου 4 του Ν. 2556/1997 δε, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 69 παρ. 2 Ν. 2676/1999, οι διατάξεις του άρθρου 115 του Ν. 2238/1994, όπως ισχύουν κάθε φορά, που αναφέρονται στην ευθύνη των διοικούντων νομικά πρόσωπα για την καταβολή των φόρων που οφείλουν στο Δημόσιο τα πρόσωπα αυτά, εφαρμόζονται κατ` αναλογίαν και για την καταβολή των οφειλομένων στο Ι.Κ.Α ασφαλιστικών εισφορών. Ήδη , με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/2012 (ΦΕΚ Α 89/11-4-2012) προστέθηκε παράγραφος 7 στο άρθρο 1 του Α.Ν.86/1967, στην οποία, για τις οφειλόμενες από ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες εταιρείες ασφαλιστικές εισφορές, που έχουν γεννηθεί μετά τις 11-4-2012, όπως είναι και επίδικες, ορίζεται ότι: <<Για εργοδότες μη φυσικά πρόσωπα, που δεν καταβάλουν ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του Ι.Κ.Α-ΕΤΑΜ ή των φορέων ή κλάδων ή λογαριασμών των οργανισμών των οποίων τις εισφορές εισπράττει ή συνεισπράττει το Ι.Κ.Α-ΕΤΑΜ, ως αυτουργοί των αδικημάτων του παρόντος άρθρου θεωρούνται στις ....α) ....β) Στις ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες εταιρείες, οι ομόρρυθμοι εταίροι>> (ΑΠ 120/2019). Β. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` Κ.Π.Δ., όταν εκτίθενται σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά στο δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ΠΚ, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι αναγκαία η παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ` αυτή.
Κατ` ακολουθίαν τούτων, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν.86/1967, απόφασης, πρέπει να περιέχονται σ` αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά, τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε, (Ολ.ΑΠ 1/1996), ως και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη από την άσκηση επιχείρησης, των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση, ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ` αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης, καθόσον έτσι δημιουργείται ασάφεια ως προς τη νομική υποχρέωση τούτου (ήτοι του αναφερόμενου απλώς ως εργοδότη) για καταβολή των εισφορών και δημιουργείται, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης (ΑΠ 602/2025, ΑΠ 325/2024, ΑΠ 71/2021, ΑΠ 840/2020, ΑΠ 120/2019).
Γ. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία μπορεί να εμπεριέχεται στον ΠΚ ή στους ειδικούς ποινικούς νόμους. Εξ αντιδιαστολής προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν η παραβιασθείσα διάταξη είναι δικονομικού δικαίου. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΑΠ 880/2024, ΑΠ 734/2024).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα κατά το είδος τους μνημονευόμενα σ'αυτήν αποδεικτικά μέσα (ένορκη κατάθεση μάρτυρος και έγγραφα που αναγνώστηκαν), επί λέξει: "...αποδείχτηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι διέπραξαν τις πράξεις που τους αποδίδονται με το κατηγορητήριο και θα πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτών με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2β' ΠΚ. Ειδικότερα οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι θα πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι ως υπαίτιοι του ότι στην Αθήνα την 17/11/2018, τυγχάνοντας εργοδότες της επιχείρησης με την επωνυμία ... ΟΕ και Α.Μ.Ε. - ... , ΥΠΟΚ/ΜΑ Ε.Φ.Κ.Α. ΜΙΣΘΩΤΩΝ (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) 084 ΓΛΥΦΑΔΑΣ, είδος επιχείρησης: Εστιατόρια και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 01/11/2016 έως 31/08/2017 στην επιχείρησή τους προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), όφειλαν για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλουν στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) τις κατωτέρω εισφορές ποσού 35.191,69 ΕΥΡΩ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκαν οι με αριθμούς .../2017, .../2017, .../2017, .../2017, .../2018 ΠΕΕ συνολικού ποσού εισφορών 35.191,69 ΕΥΡΩ. Ειδικότερα, οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι: 1)Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτούς (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 23.461,13 ΕΥΡΩ, δεν κατέβαλαν αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση τους (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 11.730,56 ΕΥΡΩ με σκοπό να αποδώσουν αυτές στον Οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστησαν γι' αυτές τιμωρητέοι για υπεξαίρεση" Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε ένοχους τους κατηγορούμενους των αξιοποίνων πράξεων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών Ε.Φ.Κ.Α. [τ. ΙΚΑ - ΕΤΑΜ], με την αναγνώριση της ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2β' ΠΚ και επέβαλε σε καθένα αυτών συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία και για τους δύο κατηγορούμενους, με το ακόλουθο διατακτικό, ήτοι του ότι: "στην Αθήνα την 17/11/2018, τυγχάνοντας εργοδότες της επιχείρησης με την επωνυμία ... ΟΕ και Α.Μ.Ε.:..., ΥΠΟΚ/ΜΑ Ε.Φ.Κ.Α. ΜΙΣΘΩΤΩΝ (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) 084 ΓΛΥΦΑΔΑΣ, είδος επιχείρησης: Εστιατόρια και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 01/11/2016 έως 31/08/2017 στην επιχείρησή τους προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), όφειλαν για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλουν στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) τις κατωτέρω εισφορές ποσού 35.191,69 ΕΥΡΩ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκαν οι με αριθμούς .../2017,.../2017,.../2017 .../2017, .../2018 ΠΕΕ συνολικού ποσού εισφορών 35.191,69 ΕΥΡΩ. Ειδικότερα, οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι: 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτούς (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 23.461,13 ΕΥΡΩ, δεν κατέβαλαν αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές και 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση τους (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 11.730,56 ΕΥΡΩ με σκοπό να αποδώσουν αυτές στον Οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστησαν γι' αυτές τιμωρητέοι για υπεξαίρεση.
Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, το ως άνω Δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στην προκειμένη περίπτωση είναι ελλιπής και ασαφής και στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, ενόψει του ότι πρόκειται για εργοδότιδα ομόρρυθμη εταιρεία, δεν διευκρινίζεται στην απόφαση η ιδιότητα και η θέση που οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες είχαν στην ως άνω εταιρεία, ώστε να ανακύπτει η νομική υποχρέωσή τους αφενός μεν, να εξοφλήσουν τις εργοδοτικές εισφορές της ομόρρυθμης εταιρείας και αφετέρου, να παρακρατούν τις εισφορές των εργαζομένων σ` αυτή και να τις αποδίδουν προς το ΙΚΑ (ήδη ΕΦΚΑ). Συγκεκριμένα, δεν αναγράφεται, ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, αν οι αναιρεσείοντες ήταν, κατά τον επίδικο χρόνο, ομόρρυθμοι εταίροι της αναφερόμενης ομόρρυθμης εταιρείας. Μόνη δε, η αναφορά στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες τυγχάνουν κατά το ένδικο χρονικό διάστημα εργοδότες της επιχείρησης με την επωνυμία: "... ΟΕ" και Α.Μ.Ε. : ... , ΥΠΟΚ/ΜΑ Ε.Φ.Κ.Α. ΜΙΣΘΩΤΩΝ (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) 084 ΓΛΥΦΑΔΑΣ, με είδος επιχείρησης: "Εστιατόρια", στην οποία ερείδεται η ποινικά επιλήψιμη παράλειψή τους δεν αρκεί, ούτε καθιστά αυτούς, άνευ ετέρου, υπόχρεους για παρακράτηση των εργατικών εισφορών και για απόδοση αυτών μαζί με τις εργοδοτικές εισφορές στον ΕΦΚΑ. Επομένως, ο σχετικός λόγος των υπό κρίση αναιρέσεων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` και Ε' Κ.Ποιν.Δ. , κατά το σκέλος του με το οποίο πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με την περί ενοχής των αναιρεσειόντων κρίση της και για έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι βάσιμος.
Κατόπιν τούτων, παρελκούσης της έρευνας του αυτού λόγου αναίρεσης των ένδικων αναιρέσεων, κατά το σκέλος του με το οποίο πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της σε σχέση με την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών των αναιρεσειόντων περί αναγνώρισης σε αυτούς των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2α', δ' και ε' του ΠΚ, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, πρέπει, οι υπό κρίσεις αναιρέσεις να γίνουν δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν, κατά τον παραπάνω λόγο τους, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως [άρθρα 519 και 522 ΚΠΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 3029/2025 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση, ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2026.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ