Απόφαση 365 / 2026    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 365/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Γρίβα, Γεώργιο Μικρούδη-Εισηγητή, Γεσθημανή Τσουλφόγλου και Βασιλική Βλαχοπαναγιώτου (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 45/2026 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε ως Συμβούλιο, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 και 18 Μαρτίου 2026, με την παρουσία των Αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου 1. Ευάγγελου Μπακέλα και 2. Καλλιόπης Βαρδάκη, αντίστοιχα (γιατί κωλύεται o Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ. , για να δικάσει την έφεση της εκκαλούσας - εκζητουμένης Α. Τ. του Γ. , κατοίκου ... , που παρέστη με το δικηγόρο υπερασπίσεως της Ευάγγελο Τρουμπετάρη, κατά της υπ' αριθμ. 262/2025 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως της ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Ισπανίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής η εκζητούμενη και τώρα εκκαλούσα, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία ...-2025 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου … Α. Π. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2026.
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε την εκζητούμενη και τον δικηγόρο υπερασπίσεώς της, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί στην ουσία η έφεση της εκζητούμενης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη με αριθμό ...-2025 έφεση της εκζητουμένης Α. Τ. του Γ. , κατοίκου ... , στρέφεται κατά της με αριθμό 262/2-12-2025 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, η οποία απεφάνθη ότι πρέπει να εκτελεστεί το με αριθμό φακέλου ...-2025 Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης των Αρχών της Ισπανίας, που εκδόθηκε δυνάμει της από 31-07-2025 Διάταξης του 6ου Ανακριτικού Τμήματος του Εθνικού Δικαστηρίου της Μαδρίτης, προκειμένου να δικαστεί για τα αδικήματα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, όπως προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 301 και 570 bis 1 του Π.Κ. Ισπανίας, πράξεις οι οποίες είναι αξιόποινες και κατά την Ελληνική Νομοθεσία (άρθρο 39 Ν. 4557/2018 και άρθρο 187 Π.Κ.). Κατά της παραπάνω 262/2-12-2025 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών η εκζητουμενη άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρο 451 ΚΠοινΔ) τη με αριθμό ΕΜ ...-2025 έκθεση έφεσης. Επομένως πρέπει να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3251/2004, όπως τούτο ισχύει μετά από τη τροποποίησή του από το άρθ. 28 του ν. 4947/2022 (ΦΕΚ Α' 124/23-6-2022), το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: α) την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της, ενώ ορίζεται ακόμη ότι το ένταλμα μεταφράζεται στην επίσημη γλώσσα του κράτους εκτέλεσης του.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 του παραπάνω νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή, σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών.
Περαιτέρω, στο άρθρο 10 του ανωτέρω νόμου, ως τούτο ισχύει μετά τη τροποποίησή του με το άρθ. 29 του ν. 4947/23-6-2022, ορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ,και ειδικότερα σύμφωνα με την παρ. 1 του εν λόγω άρθρου, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον: α) Η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, συνιστά έγκλημα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας κοινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών..., β) Τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως τέτοια", ενώ, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου (10) του ανωτέρω νόμου, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου για τις αξιόποινες πράξεις, που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών.
Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του ίδιου νόμου ορίζονται οι περιπτώσεις που απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Ο Έλληνας δικαστής, ως δικαστική αρχή εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αφού αρχικά ελέγξει τη νομιμότητα του εντάλματος, δηλαδή την εξωτερική (νομότυπη έκδοση του εντάλματος από δικαστική αρχή) και την εσωτερική νομιμότητα αυτού (έκδοση για αξιόποινες πράξεις και ποινές που επιτρέπουν την παράδοση του εκζητουμένου), οφείλει ακολούθως να ερευνήσει εάν συντρέχει κάποιος από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 11 του Ν. 3251/2004 λόγους υποχρεωτικής άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος και σε καταφατική περίπτωση να εκδώσει απορριπτική απόφαση και να αρνηθεί την παράδοση του εκζητουμένου ή, αν συντρέχει κάποιος από τους λόγους δυνητικής άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος που περιλαμβάνονται στο άρθρο 12 του ίδιου νόμου, η συνδρομή του οποίου παρέχει στον δικαστή τη διακριτική εξουσία, ασκούμενη σύμφωνα με τις ισχύουσες στο ελληνικό ποινικό σύστημα αρχές, να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος.
Ειδικότερα, το ανωτέρω άρθρο 11 ορίζει ότι :
"Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, καλύπτεται από αμνηστία σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, εφόσον η Ελλάδα είχε την αρμοδιότητα για τη δίωξη αυτής της αξιόποινης πράξης ,
β) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον σε περίπτωση καταδίκης η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση ,
και
γ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι ανεύθυνο ποινικά λόγω της ηλικίας του για την αξιόποινη πράξη για την οποία έχει εκδοθεί το ένταλμα, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους" (οι περιπτώσεις δ`, ε`, στ`, ζ` και η` καταργήθηκαν και το άρθρο 11 διαμορφώθηκε ως άνω με το άρθρο 30 του ν. 4947/23-6-2022).
Περαιτέρω, το άρθρο 12 του ίδιου νόμου, όπως τούτο ισχύει μετά τη τροποποίησή του με το άρ. 31 του ν. 4947/2022 και το άρ.36 του ν. 5108/2024), ορίζει στην παρ.1 αυτού τις περιπτώσεις δυνατότητας μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και δη ότι "Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια αξιόποινη πράξη με εκείνη που αναφέρεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, β) αν οι ελληνικές αρχές αποφάσισαν είτε να μην ασκήσουν ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είτε να παύσουν τη δίωξη, γ) αν ο εκζητούμενος έχει δικαστεί αμετακλήτως για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να κωλύεται η μεταγενέστερη άσκηση δίωξης, δ) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικαστεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις σε τρίτη χώρα, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, ε) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Ελλάδα, ή είναι Έλληνας υπήκοος, και η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους, στ) αν ο εκζητούμενος, με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας, δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, ζ) αν έχει επέλθει παραγραφή του εγκλήματος ή της ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, η) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία είτε θεωρείται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδας ή σε εξομοιούμενο με αυτόν τόπο είτε για αξιόποινη πράξη η οποία τελέστηκε εκτός του εδάφους του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος και σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους απαγορεύεται η δίωξη για το έγκλημα που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Ελλάδας, θ) αν το πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως προς τον σκοπό της διώξεως, είναι υπήκοος ή κάτοικος Ελλάδας και διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, ότι με βάση το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλο μέλος αυτής, κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα, που αναφέρονται στις άνω διατάξεις του ν. 3251/2004, εφόσον συντρέχουν οι προαναφερθείσες θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις, από τα άρθρα 10, 11 και 12 του ν. 3251/2004.
Περαιτέρω προβλέπεται μόνον τυπικός έλεγχος εκ μέρους του Συμβουλίου και όχι η έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της σε βάρος του εκζητουμένου κατηγορίας και των εις βάρος του ενδείξεων ενοχής, καθόσον ο έλεγχος αυτός ανήκει στην αρμοδιότητα του κράτους εκδόσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, με αποτέλεσμα τέτοιος έλεγχος κατά το στάδιο της λήψεως της αποφάσεως για την εκτέλεση ή μη του Ε.Ε.Σ. από τη δικαστική αρχή της εκτελέσεώς του, όχι μόνον να καθίσταται περιττός και να είναι αντίθετος προς τις αρχές της αμοιβαίας αναγνωρίσεως και εμπιστοσύνης, στις οποίες εδράζεται το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, αλλά και να αντιμάχεται την έννοια του μηχανισμού του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ως μιας ενιαίας διακρατικής επιμεριστικής διαδικασίας για άλλα εγκλήματα, για την οποία αρμόδια καθίσταται η δικαστική αρχή έκδοσης του Ε.Ε.Σ. και για άλλα η δικαστική αρχή εκτέλεσής του, φέροντας η καθεμία την ευθύνη για το δικό της τμήμα της όλης διαδικασίας. Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 στ. ε' του ν. 3251/2004, μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να περιέχει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης συμπεριλαμβάνεται και "περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος", αφού αφενός μεν τα στοιχεία αποσκοπούν στον έλεγχο από το αρμόδιο Συμβούλιο που επιλαμβάνεται της εκτέλεσης του εντάλματος, όλων των προϋποθέσεων και κωλυμάτων της προσαγωγής του εκζητουμένου, όπως η συνδρομή του διττού αξιοποίνου και της αρχής του ne bis in idem, καθώς και της συνδρομής περιστάσεων που απαγορεύουν την εκτέλεση του εντάλματος, αφετέρου ο έλεγχος της ουσιαστικής βασιμότητας της κατηγορίας προϋποθέτει και διαβίβαση των αποδεικτικών στοιχείων, στα οποία βασίζεται αυτή, προϋπόθεση όμως που δεν προβλέπεται από το ν. 3251/2004. Ομοίως, υποχρέωση ελέγχου της ουσιαστικής βασιμότητας της κατηγορίας και των ενδείξεων ενοχής σε βάρος του εκζητουμένου δεν απορρέει ούτε από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού η ρύθμιση αυτή αφορά στην προσωρινή κράτηση και όχι στην κράτηση με σκοπό την έκδοση. Μία τόσο σημαντική προϋπόθεση για την εκτέλεση του εντάλματος, όπως είναι η έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της κατηγορίας ή της καταδίκης θα αναφερόταν ρητώς στο νόμο, η απουσία δε ρητής πρόβλεψης οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ουσιαστικός έλεγχος της κατηγορίας δεν περιλαμβανόταν στο σκοπό του νόμου (ΑΠ 789/2025).
Στην περίπτωση του εγκλήματος της απάτης (άρθρο 386 Π.Κ.) τόπος τέλεσης του εγκλήματος (άρθρο 16 ΠΚ) είναι τόσο o τόπος όπου έγινε η παράσταση των ψευδών γεγονότων ως αληθών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, όσο και ο τόπος που επήλθε στον παθόντα το τελικό αποτέλεσμα της βλάβης, δηλ. η μείωση της περιουσίας καθώς και o τόπος όπου επήλθαν τα ενδιάμεσα αποτελέσματα, δηλαδή η πλάνη και η περιουσιακή διάθεση. Αν το έγκλημα της απάτης τελέστηκε στην αλλοδαπή εξ ολοκλήρου και o δράστης σκόπευε απλώς να επιτύχει το παράνομο περιουσιακό όφελος στην Ελλάδα, η τελευταία δεν είναι τόπος τέλεσης, διότι στα εγκλήματα σκοπού, υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης, όπως η απάτη, ο τόπος της ουσιαστικής αποπεράτωσης, δηλαδή της πραγμάτωσης του εγκληματικού σκοπού, δεν είναι τόπος τέλεσης του εγκλήματος και πολύ περισσότερο δεν μπορεί να θεωρηθεί τέτοιος ο τόπος όπου κατά την επιδίωξη του δράστη έμελλε να πραγματωθεί o εγκληματικός σκοπός αυτού (ΑΠ 174/2022).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 2 ΚΠΔ προκύπτει ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων της, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι έφεσης, που διατυπώνονται στην συντασσόμενη συναφούς, κατά το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠΔ, έκθεση έφεσης. Τούτο ισχύει και επί του ενδίκου μέσου της έφεσης ενώπιον του αρμοδίου κατ' άρθρο 451 παρ. 1 ΚΠΔ τμήματος του Αρείου Πάγου εναντίον της περί έκδοσης αλλοδαπού ή περί εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης απόφασης του συμβουλίου εφετών (ΑΠ 355/2025).
Με την έφεσή της η εκκαλούσα εκζητούμενη ζητά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, επικαλούμενη: έλλειψη τυπικής νομιμότητας του εντάλματος λόγω μη περιγραφής αξιόποινης συμπεριφοράς της και αόριστης περιγραφής των περιστάσεων τέλεσης των εγκλημάτων, πλημμελή μετάφραση αυτού και ότι τόπος τέλεσης των περιγραφόμενων στο ένταλμα πράξεων είναι η Ελλάδα.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό με όσα έθεσαν η εκκαλούσα και ο συνήγορος της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αποδεικνύονται τα ακόλουθα :
Η εκζητουμένη Α. Τ. του Γ. , συνελήφθη στις 5-8-2025, διότι ζητείτο η σύλληψη -κράτηση αυτής με σκοπό την έκδοσή της στις Αρχές της Ισπανίας, σε εκτέλεση του ...-2025 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης του 6ου Ανακριτικού Τμήματος του Εθνικού Δικαστηρίου της Μαδρίτης, για τις πράξεις :
α) της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση
και
β) της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Οι ως άνω αξιόποινες πράξεις, που προαναφέρθηκαν και αφορούν στο υπό εξέταση Ε.Ε.Σ προβλέπονται και τιμωρούνται, αφενός η υπό στοιχείο α' , δηλαδή της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, από τις διατάξεις των άρθρων 570 επ. του Ισπανικού ΠΚ, αφετέρου η υπό στοιχείο β' , δηλαδή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, από τις διατάξεις του άρθρου 301 του Ισπανικού ΠΚ, με ποινή στερητική της ελευθερίας διάρκειας από τρία έως έξι έτη (εγκληματική οργάνωση) και με ποινή στέρησης της ελευθερίας από έξι μήνες έως έξι έτη (νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα). Οι εν λόγω αξιόποινες πράξεις είναι αξιόποινες και κατά την Ελληνική Ποινική Νομοθεσία, ποινικά χαρακτηριζόμενες ως ένταξη σε εγκληματική οργάνωση και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες αντίστοιχα και τιμωρούνται στο Ελληνικό Κράτος από τις διατάξεις των άρθρων 187 Π.Κ. και 39 του Ν. 4557/2018.
Συνεπώς, αμφότερες εμπίπτουν σε εκείνες τις πράξεις για τις οποίες επιτρέπεται η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. Ια και 2 του ν. 3251/2004. Σημειώνεται πάντως ότι για τις πράξεις αυτές [συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες] δεν απαιτείται έλεγχος του διττού αξιοποίνου, καθόσον εμπίπτουν στην παρ. 2 περ. α' και ι' του άρθρου 10 Ν. 3251/2004 (ΑΠ 1060/2023) και κατά το ισπανικό δίκαιο αυτές τιμωρούνται στην Ισπανία με στερητική της ελευθερίας ποινή, το ανώτατο όριο της οποίας υπερβαίνει το όριο των τριών ετών που τίθεται από το άρθρο 10 παρ. 2. Με τα δεδομένα αυτά, το ως άνω Ένταλμα περιέχει όλα τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του Ν. 3251/2004 στοιχεία τυπικής νομιμότητας αυτού αναφορικά με τις πράξεις της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση και της νομιμοποίησης εσόδων, που αποδίδονται στην εκζητουμενη. Ειδικότερα, αναγράφονται σ' αυτό το Ένταλμα, κατά τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 2 του N. 3251/2004, η φύση και ο νομικός χαρακτηρισμός των αποδιδόμενων στην εκζητούμενη εγκλημάτων, καθώς και η περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης αυτών, στις οποίες περιλαμβάνεται ο χρόνος και o τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής της εκζητουμένης στις αξιόποινες πράξεις, χωρίς να είναι αναγκαία και η περαιτέρω αναλυτική και λεπτομερειακή εξειδίκευση αυτών, η οποία μπορεί να γίνει από την αιτούσα αρχή κατά την περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης, ενόψει του ότι η σχετική ποινική διαδικασία βρίσκεται ακόμη στο στάδιο των ερευνών (ΑΠ 1060/2023).
Επομένως, οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από το κράτος της Ισπανίας και οι οποίες περιέχονται στο παραπάνω Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης είναι αρκετές, ώστε να αποφασιστεί η προσαγωγή της εκζητούμενης στην Ισπανία για την άσκηση σε βάρος της ποινικής δίωξης. Επιπλέον, δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση κάποια από τις περιπτώσεις υποχρεωτικής ή δυνητικής μη εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του Ν. 3251/2004. Επίσης, το με αριθμό 36/2025 Ε.Ε.Σ. έχει μεταφραστεί στην ελληνική, κατ' αίτημα δε της εκζητουμένης και σε βελτιωμένη μετάφραση (βλ. την 163/2025 παρεμπίπτουσα απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών). Παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις της εκζητουμένης, δεν έχει ελλιπές περιεχόμενο και δεν υπολείπεται στα στοιχεία του νόμιμου τύπου, αλλά αντίθετα σ' αυτό υπάρχει πλήρης, ορισμένη και επαρκής καταγραφή όλων των στοιχείων που απαιτούνται από το άρθρο 2 Ν. 3251/2004. Ειδικότερα σ' αυτό περιγράφονται οι αποδιδόμενες στην εκζητούμενη αξιόποινες πράξεις, της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση και της νομιμοποίησης εσόδων, οι οποίες αφορούν στο ρόλο της να "νομιμοποιεί" τα έσοδα των μελών της εγκληματικής οργάνωσης, στην οποία είχε ενταχθεί και συμμετείχε (και η οποία αποτελείτο από τους συγκατηγορουμένους της, Δ. Κ. , Α. Κ. , Δ. Φ. Π. Κ. και Ι. S.). Περιγράφεται ότι η ίδια έχει πλήρη γνώση των ποινικών (περιουσιακών) αδικημάτων (με αντικείμενο κυρίως παράνομη διακίνηση οχημάτων) που διαπράττονται από τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, με τα οποία είναι συνδεδεμένη ώστε να αποτελούν δίκτυο και η ίδια διαδραματίζει βασικό ρόλο εντός της οργάνωσης, ιδρύοντας και διαχειριζόμενη εταιρείες στις ΗΠΑ και την Ισπανία και αποκομίζοντας μεγάλα χρηματικά ποσά για την οργάνωση. Ακόμη πιο συγκεκριμένα αναφέρεται ότι η εκζητούμενη και o Δ. Κ. ίδρυσαν, τον Οκτώβριο του 2024, την εταιρεία OPHELIA SERVICES LLC. Στη συνέχεια, τόσο η ίδια όσο και ο Δ. Κ. , την 17-12-2024, στην πολιτεία Μασαχουσέτη των ΗΠΑ, άνοιξαν τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομα αυτής της εταιρείας σε δύο Τράπεζες: HARBOR ΟΝΕ ΒΑΝΚ & ROCKLAND ΒΑΝΚ TRlJST. Μέσω δε της προαναφερθείσας αμερικανικής εταιρείας, η εγκληματική οργάνωση απέκτησε μία σειρά οχημάτων, τόσο στην Ισπανία όσο και στη Γερμανία, τα οποία πληρώθηκαν με αμερικανικές τραπεζικές κάρτες, που τελούν υπό έρευνα.
Περαιτέρω, στο ΕΕΣ αναφέρονται οι περιπτώσεις δύο συγκεκριμένων οχημάτων (με λεπτομερή αναφορά σε όλα τα στοιχεία τους), τα οποία φέρονται να αγοράστηκαν με τον πιο πάνω παράνομο τρόπο από την πιο πάνω αμερικανική εταιρεία, στην οποία συμμετέχει και η εκζητουμένη, κατά το διάστημα από 7-11-2025 έως 8-4-2025.
Εξάλλου, αποδίδεται στην εκζητουμένη παράνομη δραστηριότητα "ξεπλύματος" χρήματος από εγκληματικές δραστηριότητες και μέσω της ελληνικής εταιρείας με την επωνυμία LUXURY CONCIERGE P.C. και τον διακριτικό τίτλο EXCLUSlVE TRAVEL SERVICES, με έδρα την οδό ... στον Πειραιά, της οποίας μοναδική διαχειρίστρια είναι η Α. Τ. (εκζητούμενη). Έτσι, σαφώς αναφέρεται τόσο ο τόπος (κυρίως Η.Π.Α. αλλά και Ισπανία, Γερμανία και όχι η Ελλάδα), όσο και o χρόνος (10/2024 - 4/2025) τέλεσης των πράξεων, καθώς και τα αναγκαία περιστατικά για την αντικειμενική και υποκειμενική στοιχειοθέτηση αυτών.
Εξάλλου, δεν είναι αναγκαία η λεπτομερής και αναλυτική εξειδίκευση της αξιόποινης πράξης, όταν μάλιστα η σχετική ποινική διαδικασία βρίσκεται στο στάδιο ερευνών, όπως εν προκειμένω, ενώ από την αναφορά περισσότερων τόπων και χρόνων τέλεσης του εγκλήματος δεν καθίσταται αόριστη η κατηγορία, αφού τόσο ο ακριβής τόπος τέλεσης όσο και ο ακριβής χρόνος τέλεσης μπορεί να προσδιοριστεί ακριβέστερα μετά τη δίωξη και την ανάκριση που θα ακολουθήσει (ΑΠ 275/2022).
Επομένως το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του διέταξε την εκτέλεση του ανωτέρω Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία - εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνακόλουθα, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη και να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσης τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε τετρακόσια (400) ευρώ (άρθρο 578 παρ.1, σε συνδυασμό με άρθρο 577 παρ. 2α ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με άρθρα 115 και 114 Ν. 5090/2024, αντίστοιχα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τύποις και απορρίπτει κατ' ουσίαν τη με αριθμό ΕΜ ...-2025 έφεση της Α. Τ. Γ. , κατοίκου ... , κατά της με αριθμό 262/2025 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε: α) η εκτέλεση του με αριθμό φακέλου ...2025 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης των Αρχών της Ισπανίας, που εκδόθηκε δυνάμει της από 31-07-2025 Διάταξης του 6ου Ανακριτικού Τμήματος του Εθνικού Δικαστηρίου της Μαδρίτης και β) η σύλληψη και η κράτησή της εκζητούμενης, μέχρι την οριστική παράδοσή της στις αρμόδιες Αρχές της Ισπανίας
Καταδικάζει την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε τετρακόσια (400) ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2026.
ΕΚΔΟΘΗΚΕ στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ