Απόφαση 389 / 2026    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 389/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Παρασκευή Γρίβα και Γεώργιο Μικρούδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2026, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Ράικου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ. , για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Α. Π. του Β. , κατοίκου ... , 2. Σ. Δ. του Γ. , κατοίκου ... , 3. Ν. Κ. του Β. , κατοίκου ... , 4. Γ. Φ. του Φ. , κατοίκου ... , οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Μηλίτση, για αναίρεση της υπ' αριθ. 164, 251, 345, 514/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά.
Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Χ. - Γ. Κ. του Ν. , κάτοικο ... ο οποίος παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Γεωργίου Καραγιαννίδη και Αγγελικής Ψαράκη.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 10-7-2025 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος, και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 10-7-2025 [αρ. πρωτ. ...-2025] αίτηση των αναιρεσειόντων Α. Π. , Σ. Δ. , Ν. Κ. και Γ. Φ. για την αναίρεση της 514/2025 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς (δυνάμει της οποίας καταδικάστηκαν οι τρεις πρώτοι για την αξιόποινη πράξεις της ψευδούς καταθέσεως, ο δε 4ος για ηθική αυτουργία σε ψευδή κατάθεση κατ' εξακολούθηση και απόπειρα απάτης επί δικαστηρίω), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ), δοθέντος ότι η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 24-6-2025 και περιέχει τουλάχιστον έναν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
1) Σύμφωνα με το άρθρο 63 εδ. β' και γ' του προϊσχ. ΚΠΔ, όπως το β' εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 34§3 ν. 3346/2005 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 69§2 ν. 3659/2008: "Ως τέλος πολιτικής αγωγής, με ποινή το απαράδεκτο αυτής, ορίζεται το ποσό των δέκα (10) ευρώ, που καταβάλλεται εφάπαξ με παράβολο υπέρ του Δημοσίου είτε κατά την προδικασία είτε κατά την κύρια διαδικασία και καλύπτει την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντα μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης. Το ύψος του ανωτέρω τέλους αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης". Ήδη, σύμφωνα με την παρ. 3 της ΥΑ ...-2010 (ΦΕΚ ...-2010), η οποία άρχισε να ισχύει ένα μήνα μετά τη δημοσίευσή της, το τέλος πολιτικής αγωγής αναπροσαρμόστηκε από δέκα (10) σε πενήντα (50) ευρώ.
Περαιτέρω με το άρ. 40§5 ν. 4446/ 2016 το άνω τέλος πολιτικής αγωγής αναπροσαρμόστηκε εκ νέου από πενήντα (50) σε σαράντα (40) ευρώ και παρέμεινε ως τέλος παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας στο ίδιο ύψος των 40 € στο άρ. 63 εδ. β' του ισχύοντος από 1-7-19 νέου ΚΠΔ (ν. 4620/19). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 171 §2 του προϊσχ. ΚΠΔ και την ταυτόσημη του άρ. 171 §3 νέου ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510§1 Α' ν. ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει επίσης η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει μόνον, όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του προϊσχ. ΚΠΔ, (ήδη 63 και 66 νέου ΚΠΔ), καθώς και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία, που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και τον χρόνο άσκησης και υποβολής αυτής (πολιτικής αγωγής) κατά το άρθρο 68 του προϊσχ. ΚΠΔ και ήδη 67 νέου ΚΠΔ , ο οποίος εξικνείται κατ' απώτατο όριο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου ποινικού δικαστηρίου, η οποία δηλ. αποτελεί τον ύστατο χρόνο καταβολής του νομίμου παραβόλου προς νομότυπη παράσταση πολιτικής αγωγής και ήδη υποστήριξη της κατηγορίας.
Ειδικότερα, από το άρ. 68§2 του προϊσχ. ΚΠΔ, με το οποίο ορίζεται : "Κατ' εξαίρεση, εκείνος που κατά τον αστικό κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης μπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία" (ήδη βλ. άρ. 67§1 του νέου ΚΠΔ), σε συνδυασμό με τα προεκτεθέντα, προκύπτει ότι η παράσταση πολιτικής αγωγής πρέπει το αργότερο να δηλωθεί νομοτύπως πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (και βεβαίως όχι για πρώτη φορά στο Εφετείο), άλλως υπάρχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Έτσι το καθιερωθέν από 8-6-2008 απαράδεκτο της πολιτικής αγωγής, λόγω μη καταβολής του ανωτέρω παραβόλου, που προβλέπεται στο άρθρ. 63 εδ. β' ΚΠΔ ως τέλος παράστασης πολιτικής αγωγής (ήδη υποστήριξης της κατηγορίας) στην προδικασία ή το αργότερο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθιστά παράνομη την παράσταση της πολιτικής αγωγής (ήδη υποστήριξης της κατηγορίας), επερχομένης εντεύθεν απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, που συνιστά τον προεκτεθέντα λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510§1 Α' ΚΠΔ (ΑΠ 542/2023). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, άπαντες οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 Α' ΚΠοινΔ (σε συνδυασμό με 171 παρ. 2 ιδίου Κώδικα), διότι για το παραδεκτό της ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας δήλωσης του μηνυτή για παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας (σε συνέχεια της αντίστοιχης δήλωσης για παράσταση πολιτικής αγωγής, κατά την υποβολή της εγκλήσεως), έπρεπε να προσκομιστούν τέσσερα παράβολα του Ελληνικού Δημοσίου, δηλαδή ένα για κάθε κατηγορούμενο ξεχωριστά, και όχι ένα κοινό για τους τέσσερις κατηγορουμένους.
Από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης και των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι ο εγκαλών, κατά την υποβολή στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς της από 5-11-2018 εγκλήσεώς του κατά των αναιρεσειόντων δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τα πιο πάνω αδικήματα για ποσό 44 ευρώ για καθένα από αυτούς με επιφύλαξη, συνυπέβαλε δε τα υπ' αρ. ... και ... παράβολα δημοσίου, ποσού 40 ευρώ για την υποβολή της μήνυσης του και τα υπ' αρ. ... και ... παράβολα Δημοσίου και ΤΑΧΔΙΚ, ποσού 70 ευρώ για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής.
Ακολούθως ενώπιον του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς στη δικάσιμο της 29ης Μαΐου 2023 δήλωσε ότι παρίσταται στη δίκη αυτή κατά των ανωτέρω κατηγορουμένων (αναιρεσειόντων) προς υποστήριξη της κατηγορίας, δικαιούμενος κατά τον ΑΚ χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη. Ενώπιον δε του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς στη δικάσιμο της 17ης Φεβρουαρίου 2025 δήλωσε ότι παρίσταται, ως και πρωτοδίκως για την υποστήριξη της κατηγορίας. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την προβληθείσα ένσταση αποβολής του υποστηρίζοντος την κατηγορία, που προέβαλαν οι νυν αναιρεσείοντες, ως εξής: "Ο φερόμενος ως αμέσως παθών από τις επίδικες αξιόποινες πράξεις και αδικοπραξίες της ψευδούς κατάθεσης, της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή κατάθεση κατ' εξακολούθηση και της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο δήλωσε παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας εις βάρος των κατηγορουμένων με βάση τις νέες διατάξεις των άρθρων 63 έως και 68 και 82 έως και 88 του νέου ΚΠοινΔ, όπως τούτος ισχύει μετά από το Ν. 4620/2019 και εφεξής - οι οποίες αποσυνδέουν την πολιτική αγωγή από την ανάγκη εισαγωγής αστικής αξίωσης στο ποινικό δικαστήριο [Αιτιολογική Έκθεση νέου ΚΠΔ (Ν. 4620/2019]- και δεν ζήτησε από τον κάθε έναν από τους 4 κατηγορούμενους την καταβολή του ποσού των 44 ευρώ για την ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης. Ενόψει αυτών δεν υφίστατο υποχρέωση του δηλούντος να καταβάλει ένα παράβολο για τον κάθε έναν από τους 4 κατηγορούμενους χωριστά (δηλαδή 4 παράβολα) και η μη καταβολή εκ μέρους του τέτοιου χωριστού παραβόλου (δηλαδή 4 παραβόλων) δεν επέφερε κανένα απαράδεκτο της δηλώσεως του παραστάσεως προς υποστήριξη της κατηγορίας" Με τις προπαρατεθείσες παραδοχές που διέλαβε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, νομίμως και με ειδική αιτιολογία απέρριψε την προβληθείσα από τους νυν αναιρεσείοντες ένσταση αποβολής του υποστηρίζοντος την κατηγορία, διότι σύμφωνα με την προεκτεθείσα υπ' αρ. 1 νομική σκέψη η παράσταση πολιτικής αγωγής [ήδη υποστήριξη κατηγορίας] μπορεί -το αργότερο- να δηλωθεί νομοτύπως πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώ περαιτέρω με βάση τις διατάξεις των άρθρων 63 έως 68 και 82 έως 88 του νέου ΚΠοινΔ (Ν. 4620/2019) έχει πλέον αποσυνδεθεί η υποστήριξη της κατηγορίας από την ανάγκη εισαγωγής αστικής αξίωσης στο ποινικό δικαστήριο. Ακολούθως ορθώς κατετέθη ένα και μόνο παράβολο για τη δήλωση υποστήριξης κατηγορίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ανεξαρτήτως ότι αφορούσε την υποστήριξη της κατηγορίας έναντι των τεσσάρων κατηγορουμένων, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αβάσιμες τυγχάνουν. 2) Από το συνδυασμό των άρθρων 329, 331, 333, 358, 362 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του κατηγορουμένου εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώστηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχείο Α του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος του να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ.), ενώ επίσης παραβιάζονται και οι αρχές περί προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και κατ' αντιμωλία διεξαγωγή της δίκης, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, οπότε συνάμα ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στ. Γ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως, εκτός αν τα έγγραφα αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα ή τα επικαλέστηκε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη δίκη, οπότε ο τελευταίος έχει τη ευχέρεια γνωρίζοντας την ταυτότητα του εγγράφου να ασκήσει τα εκ του άρθρου 358 Κ.Ποιν.Δ. δικαιώματα του ( ΑΠ 1179/2022).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, προβάλλεται η περαιτέρω αιτίαση (εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α', Γ' ΚΠοινΔ) ότι για την κατάγνωση της ενοχής του τετάρτου αναιρεσείοντος ελήφθησαν υπ' όψιν οι υπ' αρ. ... και .../2023 ένορκες βεβαιώσεις της συμβολαιογράφου Γ. Χ. , που δεν αναφέρονται στα αναγνωστέα έγγραφα και έτσι δεν εδόθη στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να εκθέσει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό τους (αρθ. 358 ΚΠοινΔ). Από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης και των εγγράφων της δικογραφίας, συμπεριλαμβανομένου του από 4-7-2019 κατηγορητηρίου, προκύπτει ότι στον τέταρτο κατηγορούμενο αποδόθηκε εξ αρχής η εξής κατηγορία: Στον Πειραιά την 24-9-2018 .... κατά τη συζήτηση της με ΓΑΚ .../2014 αγωγής του εγκαλούντος Χ. - Γ. Κ. , με εναγόμενο τον πέμπτο κατηγορούμενο, Γ. Φ. , στη δικάσιμο της 24-9-2018 ενώπιων του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, προσκόμισε τις με αρ. ... [...] και .../2018 ένορκες καταθέσεις της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Γ. Χ. , οι οποίες ήταν εξ ολοκλήρου ψευδείς". Ωστόσο στο σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλομένης [σελ. 45, 48] διαλαμβάνεται ότι ο 4ος αναιρεσείων κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο "προσκόμισε τις με αρ. ... και .../2023 ένορκες καταθέσεις της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Γ. Χ.". Ήτοι εν προκειμένω έχει εμφιλοχωρήσει στην προσβαλλομένη τυπογραφικό λάθος και αντί του ορθού αριθμού ... και .../2018 ενόρκων βεβαιώσεων, ανεγράφη "... και .../2023", εκ προφανούς παραδρομής όμως, αφού δεν είναι δυνατόν ο 4ος αναιρεσείων να προσκομίζει το έτος 2018 ένορκες βεβαιώσεως του έτους 2023. Επομένως τα έγγραφα αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου, γνωστά στον κατηγορούμενο, που είχε πλήρη ευχέρεια να ασκήσει τα εκ του άρθρου 358 ΚΠοινΔ. δικαιώματα του, και ακολούθως η προαναφερόμενη αιτίαση τυγχάνει αβάσιμη και απορριπτέα, σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στην προαναφερόμενη 2η νομική σκέψη. 3) α) Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ν. Π.Κ. (Ν. 4619/2019): "1. Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή". Η διάταξη αυτή (ψευδής κατάθεση) του νέου Π.Κ., στην οποία έχουν ενωθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 (ψευδορκία) και 225 (ψευδής ανωμοτί κατάθεση) του προηγούμενου Π.Κ. , είναι ευμενέστερη ως προς την ποινική μεταχείριση του κατηγορούμενου, έναντι της αντίστοιχης διάταξης (224 παρ. 2-1) του προηγούμενου Π.Κ. , καθόσον για την πράξη αυτή της ψευδούς κατάθεσης προβλέπεται ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο και ανώτατο όριο και συγκεκριμένα φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τριών ετών, ενώ με την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2-1 Π.Κ. προβλεπόταν φυλάκιση με ελάχιστο όριο 1 έτος και ανώτερο 5 έτη (ΑΠ 1121/2022). Για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται: α) ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας για την εξέτασή του αρχής, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι είχε γνώση των αληθινών, αλλά σκόπιμα τα απέκρυψε ή αρνήθηκε να τα καταθέσει (ΑΠ 267/2023). Δεν αρκεί δε ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος (ΑΠ 1503/2023). Προϋπόθεση για την τέλεση του εγκλήματος αποτελεί και το ότι τα κατατεθέντα περιστατικά πρέπει να αναφέρονται σε γεγονότα, ήτοι σε συγκεκριμένα και ειδικώς προσδιορισμένα κατά χρόνο και τόπο και αναγόμενα στο παρελθόν ή το παρόν συμβάντα ή καταστάσεις, που έχουν σχέση με την υπόθεση και αναφέρονται, προκειμένου για ποινική δίκη στα στοιχεία του εγκλήματος, που αποτελεί το αντικείμενο αυτής, ή σε άλλα περιστατικά συνδεόμενα αναποσπάστως με τα γεγονότα αυτά, στερείται σημασίας όμως το αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη για την έκβαση της δίκης και ανεξάρτητα από το αν επηρέασαν το αποτέλεσμα στη συγκεκριμένη υπόθεση [ΑΠ 230/2020] β) Από την ίδια διάταξη [224 ΠΚ] προκύπτει επίσης, ότι η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίδεται η κατάθεση, αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδορκίας (ή ψευδούς καταθέσεως), θεωρείται δε και ως αρμόδια αρχή εκείνη, ενώπιον της οποίας είναι δυνατό κατά διάταξη νόμου, να γίνει ένορκη κατάθεση κάποιου, η οποία να μπορεί στη συνέχεια να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από Αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια για τη διάγνωση κάποιας διαφοράς. Οι συμβολαιογράφοι είναι αρμόδιοι για τη λήψη ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων, κατά τον Κώδικα συμβολαιογράφων (άρθρο 1 παρ. 1 εδ. ε' του Ν. 2830/2000), εφόσον αυτές πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, σε αστική δίκη κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚπολΔ, οπότε, αν τα βεβαιούμενα σε αυτές είναι ψευδή, πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος.
Πρέπει όμως για να μπορούν οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων να ληφθούν υπόψη ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, να έχει προηγηθεί, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που είχε την επιμέλεια της κατάθεσης, διότι διαφορετικά δεν αποτελούν νόμιμο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα για όσα περιστατικά περιέχονται σ` αυτές, εκτός εάν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν σε διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, όπου δεν απαιτείται κλήτευση του αντιδίκου του επιμελουμένου τη σύνταξη της ένορκης βεβαιώσεως [ΑΠ 454/2019, 1157/2024] ή αν έχουν συνταχθεί και προσκομισθεί στο πλαίσιο προηγουμένης αστικής δίκης, οπότε λαμβάνονται υπ' όψιν ως δικαστικά τεκμήρια κατ' άρθρον 339 ΚΠολΔ.
4) Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (ΟλΑΠ 1/2005). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (Ολ ΑΠ 1/2020, ΑΠ 29/2021).
Mε τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠοινΔ. άπαντες οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση για την πράξη της ψευδούς κατάθεσης και της ηθικής αυτουργίας σε αυτή, για την οποία καταδικάστηκαν. Επίσης με τον συναφή τρίτο λόγο αναιρέσεως οι [2ος, 3ος και 4ος] αναιρεσείοντες αιτώνται έλλειψη από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας [άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠοινΔ], διότι δεν γίνεται μνεία αν οι επίμαχες ... και .../2018 ένορκες βεβαιώσεις της συμβολαιογράφου Γ. Χ. , που προσκομίστηκαν από τον νυν 4ο αναιρεσείοντα κατά τη συζήτηση της ΓΑΚ .../2014 αγωγής στη δικάσιμο της 24-9-2018 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς [οι οποίες κρίθηκαν ψευδείς κατά το περιεχόμενο], ελήφθησαν μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντίδικης πλευράς [εν προκειμένω του νυν υποστηρίζοντος την κατηγορία].
Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως (που συνάπτονται με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους), το ανωτέρω Δικαστήριο ουσίας δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι τέλεσαν όλες τις επίδικες αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες κατηγορούνται και καταδικάσθηκαν πρωτοδίκως, και συγκεκριμένα 1/ ο κάθε ένας από τους 1° , 2° και 3° των εκκαλούντων κατηγορουμένων το προβλεπόμενο από το άρθρο 224 § 1 Π Κ πλημμέλημα της ψευδούς κατάθεσης κατά φυσική αυτουργία και 2/ ο 4ος των εκκαλούντων κατηγορουμένων α) το προβλεπόμενο από τα άρθρα 46 § ϊ συνδ. 224 § 1 Π Κ πλημμέλημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή κατάθεση κατ’ εξακολούθηση.... Σαφείς, κατηγορηματικές και μετά λόγου γνώσεως υπήρξαν σχετικά οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίες συμπορεύονται σε μεγάλο βαθμό με τo περιεχόμενο των αναγνωσθέντων εγγράφων της κατηγορίας και οι οποίες δεν αναιρούνται ούτε αποδυναμώνονται από το περιεχόμενο των αναγνωσθέντων εγγράφων που προσκόμισαν οι κατηγορούμενοι διά των συνηγόρων υπερασπίσεως τους. Πρέπει, επομένως, οι 1ος , 2ος και 3ος των εκκαλούντων κατηγορουμένων να κηρυχθούν ένοχοι του ότι, εξεταζόμενοι ως μάρτυρες σε δικαστήριο ή ενώπιων αρχής να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει τους κατέθεσαν ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή.
Πλέον συγκεκριμένα:
ΑΙ. Ο πρώτος κατηγορούμενος, Α. Π. , κατά την εκδίκαση της με ΓΑΚ .../2014 αγωγής του εγκαλούντος Χ. - Γ. Κ. , με εναγόμενο τον πέμπτο κατηγορούμενο, Γ. Φ. , στη δικάσιμο της 24-9-2018 εξεταζόμενος από τον Ειρηνοδίκη Πειραιώς κατέθεσε εν γνώσει του ψευδή στοιχεία και συγκεκριμένα ότι ήταν παρών στο ένδικο συμβάν της 25-4-2013 μεταξύ των διαδίκων κι ότι αυτό έλαβε χώρα πριν τις 15.00 το μεσημέρι. Όλα τα παραπάνω ήταν ψευδή και ο πρώτος κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθεια αυτών καθώς δεν εργαζόταν εκείνη τη μέρα στο ναυπηγείο (ούτε παρίστατο για άλλο λόγο, ενώ τo ένδικο συμβάν έλαβε χώρα περί ώρα 16.00 όταν και είχαν αποχωρήσει /σχολάσει όλοι οι εργαζόμενοι.
Α2. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Σ. Δ. , κατά τη σύνταξη της με αρ. ...-2018 ένορκης κατάθεσης της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Γ. Χ. εξετασθείς από την ίδια, εν γνώσει του ψεύδους κατέθεσε ότι την 25-4-2013 βρισκόταν πάνω στο ρυμουλκό ... που ήταν δεμένο στην άκρη της προβλήτας του ναυπηγείου ... και συζητούσε με τον Η. Γ. και Α. Π. , ότι κάποια στιγμή είδε τον ... να βγαίνει από το ... και να απευθύνεται σε έναν νεαρό που κατευθυνόταν προς τα πάνω του λέγοντας του να φύγει από το ναυπηγείο και τότε ο νεαρός επιτέθηκε στον ... , τον κράτησε από το θώρακα και ο νεαρός του έριξε 3-4 μπουνιές στα πλευρά, τον άρπαξε από το χέρι, τον τράβηξε και τον πέταξε κάτω και μετά γύρισε και έφυγε τρέχοντας. Όλα τα παραπάνω ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση του ψεύδους καθώς τη στιγμή του ένδικου συμβάντος δεν ήταν παρών στο συμβάν και όλα όσα εξιστόρησε δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια.
A3. Ο τρίτος κατηγορούμενος Ν. Κ. , κατά τη σύνταξη της με αρ. ...-2018 ένορκης κατάθεσης της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Γ. Χ. εξετασθείς από την ίδια, εν γνώσει του ψεύδους κατέθεσε ότι την ... ήταν χειριστής γερανού και βρισκόταν στο κατάστρωμα του πλωτού γερανού ... με τον Β. και Β. , το οποίο ήταν δεμένο στο πλάι της προβλήτας του ναυπηγείου ... καν ότι εκεί βρισκόταν το ρυμουλκό ... , Επιπλέον κατέθεσε ότι το μεσημέρι της ίδιας μέρας αντιλήφθηκε τον ... να φωνάζει σε κάποιο νεαρό "Τί θέλεις εδώ, δεν σου είπα να φύγεις από το ναυπηγείο;" και ο νεαρός να του επιτίθεται, να τον χτυπάει με τα δυο του χέρια ενώ ο ... τον κράτησε, και ο νεαρός τελικά τράβηξε τον τελευταίο από το χέρι και τον έριξε κάτω που υπήρχαν σίδερα, ξύλα κλπ. Εν συνεχεία ο νεαρός έφυγε τρέχοντας. Όλα τα παραπάνω ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση του ψεύδους καθώς τη στιγμή του ένδικου συμβάντος δεν ήταν παρών στο συμβάν και όλα όσα εξιστόρησε δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. Πρέπει, επίσης, ο 40ς των εκκαλούντων κατηγορουμένων να κηρυχθεί ένοχος του ότι : Α) Στον Πειραιά κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 21ης και 24ης Σεπτεμβρίου 2018 με περισσότερες πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου αδικήματος, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να τελέσουν το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης και ειδικότερα, με πειθώ, φορτικότητα, συνεχείς παραινέσεις και προτροπές προκάλεσε στους πρώτο, δεύτερο, τρίτο των κατηγορουμένων να καταθέσουν τα ως άνω ψευδή, όπως αυτά αναλυτικά περιγράφοντας στα ως υπό στοιχεία ΑΙ, Α2 & A3 χωρία της παρούσας απόφασης με σκοπό την ευνοϊκή έκβαση της ένδικης αγωγής στην οποία ήταν εναγόμενος Εν συνεχεία δε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους του ότι: Οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος των κατηγορουμένων, εξεταζόμενοι ως μάρτυρες σε δικαστήριο ή ενώπιων αρχής να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει τους κατέθεσαν ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή.
Πλέον συγκεκριμένα:
Α1. Ο πρώτος κατηγορούμενος, Α. Π. , κατά την εκδίκαση της με ΓΑΚ .../2014 αγωγής του εγκαλούντος Χ. - Γ. Κ. , με εναγόμενο τον πέμπτο κατηγορούμενο, Γ. Φ. , στη δικάσιμο της 24-9-2018 εξεταζόμενος από τον Ειρηνοδίκη Πειραιώς κατέθεσε εν γνώσει του ψευδή στοιχεία και συγκεκριμένα ότι ήταν παρών στο ένδικο συμβάν της 25-4-2013 μεταξύ των διαδίκων κι ότι αυτό έλαβε χώρα πριν τις 15.00 το μεσημέρι. Όλα τα παραπάνω ήταν ψευδή και ο πρώτος κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθεια αυτών καθώς δεν εργαζόταν εκείνη τη μέρα στο ναυπηγείο (ούτε παρίστατο για άλλο λόγο, ενώ το ένδικο συμβάν έλαβε χώρα περί ώρα 16.00 όταν και είχαν αποχωρήσει /σχολάσει όλοι οι εργαζόμενοι.
Α2. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Σ. Δ. , κατά τη σύνταξη της με αρ. ...-2018 ένορκης κατάθεσης της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Γ. Χ. εξετασθείς από την ίδια, εν γνώσει του ψεύδους κατέθεσε ότι την 25-4-2013 βρισκόταν πάνω στο ρυμουλκό ... που ήταν δεμένο στην άκρη της προβλήτας του ναυπηγείου [... και συζητούσε με τον Η. Γ. και Α. Π. , ότι κάποια στιγμή είδε τον ... να βγαίνει από το ... και να απευθύνεται σε έναν νεαρό που κατευθυνόταν προς τα πάνω του λέγοντας του να φύγει από το ναυπηγείο και τότε ο νεαρός επιτέθηκε στον ... , τον κράτησε από το θώρακα και ο νεαρός του έριξε 3-4 μπουνιές στα πλευρά, τον άρπαξε από το χέρι, τον τράβηξε και τον πέταξε κάτω και μετά γύρισε και έφυγε τρέχοντας. Όλα τα παραπάνω ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση του ψεύδους καθώς τη στιγμή του ένδικου συμβάντος δεν ήταν παρών στο συμβάν και όλα όσα εξιστόρησε δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια, A3. Ο τρίτος κατηγορούμενος Ν. Κ. , κατά τη σύνταξη της με αρ. ...-2018 ένορκης κατάθεσης της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Γ Χ. εξετασθείς από την ίδια, εν γνώσει του ψεύδους κατέθεσε ότι την ... ήταν χειριστής γερανού και βρισκόταν στο κατάστρωμα του πλωτού γερανού ... με τον Β. και Β. , το οποίο ήταν δεμένο στο πλάι της προβλήτας του ναυπηγείου ... καν ότι εκεί βρισκόταν το ρυμουλκό ... Επιπλέον κατέθεσε ότι το μεσημέρι της ίδιας μέρας αντιλήφθηκε τον ... να φωνάζει σε κάποιο νεαρό "Τί θέλεις εδώ, δεν σου είπα να φύγεις από το ναυπηγείο;" και ο νεαρός να του επιτίθεται, να τον χτυπάει με τα δυο του χέρια ενώ ο ... τον κράτησε, και ο νεαρός τελικά τράβηξε τον τελευταίο από το χέρι και τον έριξε κάτω που υπήρχαν σίδερα, ξύλα κλπ. Εν συνεχεία ο νεαρός έφυγε τρέχοντας. Όλα τα παραπάνω ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση του ψεύδους καθώς τη στιγμή του ένδικου συμβάντος δεν ήταν παρών στο συμβάν και όλα όσα εξιστόρησε δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια.
Ο 4ος κατηγορούμενος: Στον Πειραιά κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 21ης και 24ης Σεπτεμβρίου 2018 με περισσότερες πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου αδικήματος, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να τελέσουν το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης και ειδικότερα, με πειθώ, φορτικότητα, συνεχείς παραινέσεις και προτροπές προκάλεσε στους πρώτο, δεύτερο, τρίτο των κατηγορουμένων να καταθέσουν τα ως άνω ψευδή, όπως αυτά αναλυτικά περιγράφοντας στα ως υπό στοιχεία ΑΙ , Α2 & A3 χωρία της παρούσας απόφασης με σκοπό την ευνοϊκή έκβαση της ένδικης αγωγής στην οποία ήταν εναγόμενος".
Με αυτά όμως που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (κατά το συνδυασμό αιτιολογικού με το διατακτικό), δεν διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με την υπό στοιχείο Α1 πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο νυν πρώτος αναιρεσείων και κατά λογική ακολουθία και ο τέταρτος για την ηθική αυτουργία στην παραπάνω πράξη, αφού δεν εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, ούτε τις σκέψεις που οδήγησαν το Δικαστήριο στην περί ενοχής κρίση του και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 224 συνδ. με 46 παρ. 1α ΠΚ, στερώντας έτσι, σε κάθε περίπτωση, την απόφασή του της νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση η προπαρατεθείσα αιτιολογία δεν είναι επαρκής, αλλά εντελώς γενική και τυπική. Δεν γίνεται παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που προϋποθέτει παράθεση περιστατικών της πράξεως στο σκεπτικό, αλλά εν προκειμένω οι παραδοχές της αποφάσεως στηρίζονται εξ ολοκλήρου στο διατακτικό, το οποίο όμως δεν είναι πλήρες (ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού), διότι δεν αναφέρεται καν ποιο ήταν το επίδικο βιοτικό συμβάν της 25-4-2013 μεταξύ εγκαλούντος και 4ου αναιρεσείοντος επί του οποίου φέρεται ότι κατέθεσε ψευδώς ο 1ος αναιρεσείων ότι ήταν παρών και πως αυτό σχετίζετο με την ένδικη πολιτική υπόθεση. Ως εκ τούτου η προσβαλλομένη δεν παραθέτει συγκεκριμένα και ειδικώς προσδιορισμένα συμβάντα ή καταστάσεις, που έχουν σχέση με την ένδική υπόθεση (ΑΠ 230/2020).
Πέραν τούτου στην απόφαση δεν μνημονεύονται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά και οι συλλογισμοί από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός [4ος αναιρεσείων] παρήγαγε στον φυσικό αυτουργό [1ο αναιρεσείοντα] την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε [ΑΠ 1744/2009].
Επίσης ούτε ως προς τις υπό στοιχείο Α2 και Α3 πράξεις, που τέλεσαν οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, τόσο στο διατακτικό, όσο και στο σκεπτικό (που αποτελεί απλή επανάληψη του πρώτου) υπάρχει ασάφεια, αφού δεν αναφέρεται αν οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις ελήφθησαν μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντίδικης πλευράς (εν προκειμένω του υποστηρίζοντος την κατηγορία), ή αν πρόκειται για ένορκες βεβαιώσεις που ελήφθησαν στο πλαίσιο προηγουμένων αστικών δικών, όποτε λαμβάνονται υπ' όψιν ως δικαστικά τεκμήρια, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην 3η νομική σκέψη της παρούσης όπως επίσης δεν αναφέρεται εάν τα φερόμενα ως ψευδή κατατεθέντα από τους ως άνω αναιρεσείοντες (2ο, 3ο) σχετίζονταν με την ένδικη αστική δίκη και εάν ήταν ως εκ τούτου, ικανά να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου. Σημειώνεται για την πληρότητα της αποφάσεως ότι εν προκειμένω με βάση και το ίδιο το από 4-7-2019 κατηγορητήριο [Β' πράξη], οι παραπάνω ένορκες βεβαιώσεως χρησιμοποιήθηκαν στο πλαίσιο αστικής δίκης (εκδίκαση της με ΓΑΚ .../2014 αγωγής του εγκαλούντος) και επομένως δεν πρόκειται για ένορκες βεβαιώσεις, που προσκομίζονταν κατά την υποβολή εγκλήσεως κατά το προϊσχύσαν άρθρο 46 παρ. 4 ΚΠοινΔ, χωρίς κλήτευση του μηνυομένου (στοιχείο που σε κάθε περίπτωση δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ως θα οφειλετο, αν συνέτρεχε τέτοια περίπτωση). Ομοίως, δεν μνημονεύονται πραγματικά περιστατικά και συλλογισμοί, από τα οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνήγαγε ότι ο τέταρτος (4ος) αναιρεσείων προκάλεσε στους δεύτερο (2ο) και τρίτο (3ο) των αναιρεσειόντων, την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη της ψευδούς κατάθεσης για την οποία τους καταδίκασε.
Επομένως, είναι βάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινομένης αιτήσεως και πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση κατά το μέρος που αφορά την κατάγνωση της ενοχής των τριών πρώτων αναιρεσειόντων για το αδίκημα της ψευδούς τους καταθέσεως και της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή, για την οποία καταδικάστηκε ο τέταρτος αναιρεσείων. Ακολούθως παρέλκει η εξέταση του πέμπτου αναιρετικού λόγου, διότι καταλαμβάνεται από την αναιρετική εμβέλεια των παραπάνω λόγων που έγιναν δεκτοί.
Κατά το άρθρο 386 παρ.1 εδ.α' νΠΚ. "Όποιος, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή." Έτσι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος, η πραγματοποίηση του οποίου εντεύθεν και δεν απαιτείται, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία (και) υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος... Εντεύθεν απάτη είναι δυνατόν να τελεσθεί και δια παραπλανήσεως του δικαστού σε πολιτική δίκη, δια της προβολής ψευδούς ισχυρισμού, ο οποίος (να) υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσκομιδή ψευδών αποδεικτικών μέσων από τα οποία ο δικαστής παραπλανήθηκε και εξέδωσε απόφαση, συνεπεία της οποίας επήλθε βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου... Το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεσθεί και με την μορφή απόπειρας, τόσον όταν ο δράστης επιχειρήσει πράξη που κατευθύνεται στην παραπλάνηση του άλλου και κατά την πρόθεσή του οδηγεί στην περιουσιακή διάθεση, πλην όμως δεν ολοκληρώθηκε ή ολοκληρώθηκε μεν, αλλά δεν προκάλεσε πλάνη ή περιουσιακή ζημία.... Και στην απάτη στο δικαστήριο είναι νοητή η απόπειρα, αν δεν παραπλανήθηκε το δικαστήριο, παρά την επιχειρηθείσα απάτη υπό του διαδίκου, και εκδίδει απορριπτική απόφαση για τον προβληθέντα ισχυρισμό ή δεν εκδίδει οριστική απόφαση υπέρ του δράστη. (ΑΠ 1224/2020).
Mε τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στ. Δ, Ε' ΚΠοινΔ. ο τέταρτος αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης, άλλως για εκφορά ελλιπούς και ασαφούς αιτιολογίας, ως προς την περί ενοχής κρίση της για την πράξη της απόπειρας απάτης επί δικαστηρίω, για την οποία καταδικάστηκε. Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως (που συνάπτονται με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο), το ανωτέρω Δικαστήριο ουσίας δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι ο 4ος των κατηγορουμένων ήδη αναιρεσειόντων : Β) Στον Πειραιά την 24-9-2018 ενεργώντας με πρόθεση, έχοντας αποφασίσει να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας ξένη περιουσία και πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει της παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, επιχείρησε την πράξη της απάτης ενώπιων Δικαστηρίου, πλην όμως η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους της βούλησης τον. Ειδικότερα, κατά τη συζήτηση της με ΓΑΚ .../2014 αγωγής τον εγκαλούντος Χ.-Γ. Κ. , με εναγόμενο τον πέμπτο κατηγορούμενο, Γ. Φ. , στη δικάσιμο της 24-9-2018 ενώπιων του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, προσκόμισε τις με αρ. ... και .../2023 ένορκες καταθέσεις της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Γ. Χ. , οι οποίες ήταν εξ ολοκλήρου ψευδείς και το ψεύδος αυτών γνώριζε ο κατηγορούμενος, ενώ πρότεινε την εξέταση ως μάρτυρα του Α. Π. , ο οποίος κατόπιν προτροπής του πέμπτου κατηγορουμένου κατέθεσε εν γνώσει του ψευδή πραγματικά περιστατικά, με σκοπό να πείσει τον δικαστή με την εν γνώσει του παράσταση των ως άνω ψευδών γεγονότων ως αληθινών να απορρίψει την ως άνω ένδικη αγωγή του εγκαλούντος, πράξη την οποία δεν έχει ολοκληρώσει ακόμη ενόψει του ότι η αγωγή συζητήθηκε αλλά δεν έχει εκδοθεί η απόφαση Δικαστηρίου.
Εν συνεχεία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε τον νυν τέταρτο αναιρεσείοντα ένοχο του ότι: "Β) Στον Πειραιά την 24-9-2018 ενεργώντας με πρόθεση, έχοντας αποφασίσει να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας ξένη περιουσία και πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει της παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, επιχείρησε την πράξη της απάτης ενώπιων Δικαστηρίου, πλην όμως η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους της βούλησης τον. Ειδικότερα, κατά τη συζήτηση της με ΓΑΚ .../2014 αγωγής τον εγκαλούντος Χ.-Γ. Κ. , με εναγόμενο τον πέμπτο κατηγορούμενο, Γ. Φ. , στη δικάσιμο της 24-9-2018 ενώπιων του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, προσκόμισε τις με αρ. ... και .../2023 ένορκες καταθέσεις της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Γ. Χ. , οι οποίες ήταν εξ ολοκλήρου ψευδείς και το ψεύδος αυτών γνώριζε ο κατηγορούμενος, ενώ πρότεινε την εξέταση ως μάρτυρα του Α. Π. , ο οποίος κατόπιν προτροπής του πέμπτου κατηγορουμένου κατέθεσε εν γνώσει του ψευδή πραγματικά περιστατικά, με σκοπό να πείσει τον δικαστή με την εν γνώσει του παράσταση των ως άνω ψευδών γεγονότων ως αληθινών να απορρίψει την ως άνω ένδικη αγωγή του εγκαλούντος, πράξη την οποία δεν έχει ολοκληρώσει ακόμη ενόψει του ότι η αγωγή συζητήθηκε αλλά δεν έχει εκδοθεί η απόφαση Δικαστηρίου".
Με αυτά που δέχθηκε εν προκειμένω το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στο σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης του (που εν προκειμένω ταυτίζονται) δεν διαλαμβάνει την απαιτούμενη (κατά τα αναφερόμενα στις παραπάνω υπ' αρ. 4 και 5 νομικές σκέψεις) αιτιολογία, αφού δεν αναφέρει σε τι συνίσταται α) το παράνομο περιουσιακό όφελος στο οποίο αποσκοπούσε ο 4ος αναιρεσείων, β) η περιουσιακή ζημία, που θα επηρχετο στον εγκαλούντα, σε περίπτωση που τα διαλαμβανόμενα στις άνω ένορκες βεβαιώσεις εγένοντο δεκτά από το αστικό δικαστήριο, και γ) πως αυτά (όφελος - ζημία) τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες του αναιρεσείοντος. Η παραπάνω πλημμέλεια σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπ' όψιν (αρθ. 511, συνδ. με 510 παρ. 1 Δ' ΚΠοινΔ). Επίσης στην προσβαλλομένη απόφαση δεν μνημονεύεται αν οι προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις ελήφθησαν κατόπιν νομίμου κλητεύσεως του αντιδίκου (ή συντρέχει νόμιμη περίπτωση να τυγχάνουν υποστατές χωρίς προηγουμένη κλήτευση), σύμφωνα με τα όσα αναλυτικά εξετέθησαν κατά την εξέταση του τρίτου αναιρετικού λόγου, αλλά ούτε έστω διαλαμβάνεται εάν τελικά οι ένορκες βεβαιώσεις ελήφθησαν τελικώς υπ' όψιν και συναξιολογήθηκαν από το επιληφθέν αστικό δικαστήριο. Ως εκ τούτου, λόγω της ελλιπούς ως άνω αιτιολογίας, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 42 και 386 παρ. 1α ΠΚ. Τούτο δε διότι δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της απάτης στο δικαστήριο, ούτε σε απόπειρα, στην περίπτωση που ο δικαστής δεν ελέγχει και δεν αξιολογεί την ουσιαστική αλήθεια των ισχυρισμών του δράστη ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του νόμου (ΑΠ 1224/2020) ή όταν τα προσκομισθέντα ψευδή αποδεικτικά μέσα δεν πληρούν τους όρους του νόμου, ώστε να ληφθούν υπόψη και αξιολογηθούν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου είναι απρόσφορα για τον επηρρεασμό της κρίσης του Δικαστηρίου, όπως οι ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου του επισπεύδοντος τη λήψη τους διαδίκου. Επομένως και ο παραπάνω πέμπτος λόγος πρέπει να γίνει δεκτός.
Ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί εν συνόλω η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς όλους τους αναιρεσείοντες και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519, 522 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 514/2025 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως την υπόθεση.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ