ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 451/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 451/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 451/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 451 / 2026    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 451/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Κοντακτσή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ. , για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Ι. Φ. του Γ. και 2. Α. Π. του Α. , κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μαρμαρινό, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1194/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται:

α) στην από 24 Οκτωβρίου 2023 κρινόμενη αίτηση του 1ου αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον της Γραμματέα του Εφετείου … , Ζ. Χ. και έλαβε αριθμό .../2023

και

β) στην από 24 Οκτωβρίου 2023 κρινόμενη αίτηση της 2ης αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου … , Κ. Α. και έλαβε αριθμό .../2023 και στους από 15.03.2024 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2023.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι, να επιβληθούν τα έξοδα στους αναιρεσείοντες και τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι κρινόμενες με αριθμ. πρωτ. ....2023 και ....2023 και αιτήσεις, αντίστοιχα, των α) Ι. Φ. του Γ. , κατοίκου ... και β) Α. Π. του Α. , κατοίκου ... , για αναίρεση της με αριθμό 1194/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης συνάφειας που υπάρχει μεταξύ τους.

ΙΙ. Η κρινόμενη με αριθμ. ....2023 αίτηση του Ι. Φ. του Γ. , για αναίρεση της με αριθμό 1194/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, για τις άδικες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, συκοφαντικής δυσφήμισης, ψευδούς καταθέσεως και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος Σοφία Κίλια ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος (ενδίκων μέσων) του πιο πάνω Δικαστηρίου, εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ. εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη (την 5-10-2023) στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης (άρθρα 466 παρ.1, 473 παρ.2,3, 474 παρ.1 ΚΠΔ) και περιέχει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 περ. Δ).

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρα 462 περ. β, 464, 466, 474 παρ.1, 4, 501 παρ. 1, 504 παρ.1, 505 παρ.1α ΚΠΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα του προβαλλόμενου με αυτή αναιρετικού λόγου.

ΙΙΙ. Η κρινόμενη με αριθμ. ....2023 αίτηση της Α. Π. του Α. , για αναίρεση της με αριθμό 1194/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, για τις άδικες πράξεις της ψευδούς καταθέσεως και της συκοφαντικής δυσφήμισης, και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος Σοφία Κίλια ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος (ενδίκων μέσων) του πιο πάνω Δικαστηρίου, εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ. εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη (την 5-10-2023) στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης (άρθρα 466 παρ.1, 473 παρ.2,3, 474 παρ.1 ΚΠΔ) και περιέχει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 περ. Δ).

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρα 462 περ. β, 464, 466, 473 παρ. 2,3, 474 παρ.1, 4, 501 παρ. 1, 504 παρ.1, 505 παρ.1α ΚΠΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα του προβαλλόμενου με αυτή αναιρετικού λόγου.

ΙΙΙ. Εξάλλου, με το από 15-3-2024 κοινό δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, που κατατέθηκε στις 15-3-2024 νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά το άρθρο 509 ΚΠΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ως πρώτο, τρίτο και τέταρτο (με αρίθμηση 1Α, 2 και 3 στο δικόγραφο) πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι συνεξετάζονται γιατί εδράζονται στην ίδια αιτιολογική βάση, την εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ), έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα (άρθρ. 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ) και την υπέρβαση εξουσίας (αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ) ισχυριζόμενοι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε σε αντιφάσεις και λογικά κενά τόσο ως προς την αντικειμενική όσο και ως προς την υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων. Με την πρώτη από τις παραπάνω αναφερόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αιτιάται, ειδικότερα, την προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με την έλλειψη από αυτήν ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 περ. Δ), ως προς ότι, η προσβαλλομένη τον κήρυξε ένοχο, ενώ (κατά λέξη) "... έπρεπε να με κηρύξει αθώο απάντων των κατηγοριών καθώς από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και από τα προσκομισθέντα και αναγνωστέα έγγραφα και ιδίως από την τεχνική έκθεση της ... Α.Ε προέκυψε ότι προφανώς και τα δέντρα δεν καταστράφηκαν μόνα τους αλλά με την 'παρέμβαση' των μηνυτών, από τις φωτογραφίες δε τέσσερις (4) προέκυψε ότι, προφανώς και τα αντικείμενα που τοποθετούσαν οι μηνυτές στο διάδρομο εμπόδιζαν και παρενοχλούσαν (βλ. τα αντικείμενα να επικρέμονται εντός του χώρου μας), ενώ επίσης αποδείχθηκε το άνοιγμα της τεράστια οπής για τα βρόχινα νερά που πλημμυρίζουν ακόμη και σήμερα τον κήπο μας (γεγονός το οποίο και ομολόγησε ο μηνυτής στην ένορκη κατάθεσή του)".
Η δεύτερη αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με την έλλειψη από αυτήν ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 περ. Δ), ως προς ότι, η προσβαλλομένη τον κήρυξε ένοχο, ενώ (κατά λέξη) "... έπρεπε να με κηρύξει αθώα απάντων των κατηγοριών καθώς από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και από τα προσκομισθέντα και αναγνωστέα έγγραφα και ιδίως από την τεχνική έκθεση της ... Α.Ε προέκυψε ότι προφανώς και τα δέντρα δεν καταστράφηκαν μόνα τους αλλά με την 'παρέμβαση' των μηνυτών, από τις φωτογραφίες δε τέσσερις (4) προέκυψε ότι, προφανώς και τα αντικείμενα που τοποθετούσαν οι μηνυτές στο διάδρομο εμπόδιζαν και παρενοχλούσαν (βλ. τα αντικείμενα να επικρέμονται εντός του χώρου μας), ενώ επίσης αποδείχθηκε το άνοιγμα της τεράστια οπής για τα βρόχινα νερά που πλημμυρίζουν ακόμη και σήμερα τον κήπο μας (γεγονός το οποίο και ομολόγησε ο μηνυτής στην ένορκη κατάθεσή του)" και ομολόγησε ο μηνυτής στην ένορκη κατάθεσή του) ".
Μετά την ισχύ του νέου Π.Κ. (Ν .4619/2019) από 1-7-2019, ορίζεται στο άρθρο 224 παρ. 1 αυτού (όπου γίνεται συγχώνευση των άρθρων 224 και 225 του προϊσχύσαντος Π.Κ.), με τίτλο "ψευδής κατάθεση", ότι : Όποιος ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία, σχετικά με την υπόθεση αυτή, ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταθέσεως, απαιτείται ο μάρτυρας να καταθέσει, ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέτασή του, τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδή κατάθεση πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται σ' αυτή τα αληθινά γεγονότα, τα οποία γνώριζε ο μάρτυρας που εξετάσθηκε και αντί αυτών εν γνώσει του κατέθεσε τα ψευδή, δηλαδή να αναφέρονται ποια ήταν τα αληθινά γεγονότα, κατ' αντιπαράθεση προς εκείνα που το δικαστήριο δέχθηκε ότι ήταν ψευδή και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη αυτή. Από την ίδια διάταξη προκύπτει, επίσης, ότι η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίδεται η κατάθεση, αποτελεί συστατικό στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του αδικήματος της ψευδούς καταθέσεως, θεωρείται δε ως αρμόδια αρχή και εκείνη ενώπιον της οποίας είναι δυνατόν, κατά διάταξη νόμου, να γίνει κατάθεση κάποιου, η οποία μπορεί στη συνέχεια να χρησιμοποιηθεί και να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια προς διάγνωση κάποιας διαφοράς. Η διάταξη αυτή είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης του προϊσχύσαντος ποινικού κώδικα, η οποία προέβλεπε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους (Α.Π 177/2022, Α.Π. 1044/2021, Α.Π. 509/2021, Α.Π. 509/2021). Θεωρείται αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό που κατατίθεται όταν είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα αλλά και προς εκείνο που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε (ΑΠ 316/2011). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (Ολ. ΑΠ 1/2005, ΑΠ 360/2020, ΑΠ 397/2020). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 904/2022). Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά και ως προς τους προβαλλόμενους από τον κατ/νο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Προϋποτίθεται όμως ότι η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών έγινε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη νομική και πραγματική θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατ/νο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους (ΑΠ 355/2019, ΑΠ 635/2019, ΑΠ 61/2017). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Π.Δ. , για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ` αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται, ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1515/2025, ΑΠ 541/2025, ΑΠ 1293/2024, ΑΠ 1166/2023, ΑΠ 127/2022, ΑΠ 80/2020).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. ΑΠ 1/2020, ΑΠ 806/2023).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ του Κ.Π.Δ. , υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση (θετική υπέρβαση εξουσίας), ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι` αυτό κατά νόμο όροι, ή παραλείπει να αποφανθεί για ζήτημα που υπάγονταν στη δικαιοδοσία του (αρνητική υπέρβαση εξουσίας) (Ολ. ΑΠ 3/2005, ΑΠ 303/2020, ΑΠ 82/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής, το δικαστήριο που δίκασε σε δεύτερο βαθμό τους ήδη αναιρεσείοντες, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, και ειδικότερα ".. από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και που περιέχονται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως, από την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, την ανάγνωση όλων ανεξαιρέτως των κατά τα άνω εγγράφων που βρίσκονται στην παρούσα δικογραφία, την επισκόπηση των φωτογραφιών, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων πάντων εκτιμωμένων κατά την αρχή της ηθικής αποδείξεως (άρθρο 177 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), καθώς και απ' όλη εν γένει τη διαδικασία αποδείχθηκαν τα εξής:

Οι εκκαλούντες- κατηγορούμενοι Ι. Φ. του Γ. και Α. Π. του Α. , οι οποίοι είναι σύζυγοι μεταξύ τους, διαμένουν σε ιδιόκτητη μεζονέτα που βρίσκεται σε συγκρότημα κατοικιών στον Τρίλοφο Θεσσαλονίκης. Σε όμορη μεζονέτα, συγκυριότητάς τους, διαμένουν, από το έτος 2004 και η εγκαλούσα Ε. Δ. του Ι. , με τον σύζυγό της, Δ. Κ. του Ν. , το κοινό τους τέκνο και τους γονείς του δεύτερου. Κάθε μία από τις ως άνω κατοικίες, οι οποίες δεν εφάπτονται μεταξύ τους, διαθέτει δικό της εξωτερικό αύλειο χώρο, την αποκλειστική χρήση του οποίου κάνουν οι ένοικοι της αντίστοιχης κατοικίας, ενώ μεταξύ των παραπάνω ιδιοκτησιών υφίσταται χαμηλό διαχωριστικό τοιχίο. Το έτος 2005, ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος, φύτεψε εντός της δικής του ιδιοκτησίας και σε απόσταση τριάντα περίπου εκατοστών από το τοιχίο που αναφέρθηκε λεμονοκυπάρισσα, τα οποία, καταστράφηκαν, εντός λίγων μηνών. Το έτος 2006, ο ίδιος εκκαλών ξαναφύτεψε στο ως άνω σημείο είκοσι (20) περίπου τέτοια δέντρα, τα οποία, μεγαλώνοντας και φτάνοντας σε ύψος περί τα πέντε μέτρα, απέκοψαν την οπτική επαφή μεταξύ των ιδιοκτησιών, ενώ και η κατά πλάτος ανάπτυξή τους δεν κατέλειπε ακάλυπτο σημείο, με συνέπεια η σειρά των δέντρων αυτών να λειτουργεί ως ένας συνεχής φυτικός φράκτης. Την φροντίδα των δέντρων αυτών, είχε αναλάβει ο ίδιος ως άνω εκκαλών, προβαίνοντας στην κλάδευσή τους το μήνα Σεπτέμβριο κάθε έτους, με αποτέλεσμα το καλοκαίρι τα δέντρα αυτά να βρίσκονται σε πλήρη άνθιση. Ενόψει δε του ότι η ανάπτυξη των κλαδιών τους ξεκινά πολύ κοντά στο έδαφος, κλαδιά αυτών, εισέρχονταν εντός της ιδιοκτησίας της εγκαλούσας και του συζύγου της, δυσχεραίνοντας τη διέλευσή τους από το συγκεκριμένο σημείο και ειδικότερα σε όλο το μήκος που καταλαμβάνει ο φυτικός φράκτης, όπου, αντίστοιχα, υφίσταται διάδρομος πλάτους περίπου ενός μέτρου, που εξυπηρετεί την επικοινωνία του ισόγειου και πρώτου ορόφου της μονοκατοικίας τους μέσω εξωτερικού κλιμακοστασίου, δεδομένου ότι, εξαιτίας των κακών σχέσεων των διαδίκων, η κλάδευση των δέντρων από τον πρώτο κατηγορούμενο λάμβανε κάθε φορά χώρα από την πλευρά της δικής του ιδιοκτησίας.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 14-7-2015 και περί ώρα 12.00 μ.μ. , και ενώ απούσιαζαν από την οικία τους η εγκαλούσα και ο σύζυγός της, άγνωστος στο δικαστήριο εργάτης, κατ' εντολή του πεθερού της εγκαλούσας και με πρωτοβουλία αυτού, προέβη, στην κλάδευση των ως άνω δέντρων και δη των κλαδιών αυτών, που εισέρχονταν εντός της ιδιοκτησίας της εγκαλούσας και δυσχέραιναν τη διέλευσή τους από του προαναφερόμενο διάδρομο, λόγω της ανάπτυξής τους, χωρίς, όμως, να προκληθεί οποιαδήποτε βλάβη στα δέντρα. Το γεγονός αυτό, αποτέλεσε την αφορμή για την πρόκληση έντονου επεισοδίου μεταξύ των διαδίκων, που εκτυλίχθηκε τις απογευματινές ώρες, μετά την επιστροφή του εκκαλούντος- πρώτου κατηγορούμενου, καθώς και της εγκαλούσας και του συζύγου της, στις οικίες τους. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εκκαλών- κατηγορούμενος, τελώντας σε ιδιαίτερη ένταση, εισήλθε μαζί με τον ανήλικο υιό του στον αύλειο χώρο της κατοικίας της εγκαλούσας και με τη χρήση αλυσοπρίονου προέβη στην κοπή ενός δέντρου, που βρισκόταν στην ιδιοκτησία της τελευταίας, καθώς θεώρησε ότι αυτή είχε καταστρέψει τα δέντρα του. Η τελευταία, μόλις αντιλήφθηκε την ενέργεια του, προσπάθησε να τον πλησιάσει και να τον σταματήσει, επιπλήττοντας τον με έντονες φράσεις, με συνέπεια να ξεκινήσει δριμύς μεταξύ τους διαπληκτισμός, κατά τη διάρκεια του οποίου αμφότεροι οι διάδικοι απηύθυναν ο ένας στον άλλο εξυβριστικές και απειλητικές φράσεις, ο δε σύζυγος της εγκαλούσας, μόλις αντιλήφθηκε τη φασαρία, προσήλθε στο σημείο, χωρίς, ωστόσο, να καταστεί εφικτό να διευθετηθεί με ήρεμο τρόπο η διαφορά τους, η οποία έληξε ξαφνικά με την αποχώρηση του πρώτου εκκαλούντος- κατηγορούμενου από την ιδιοκτησία της εγκαλούσας και, αφού προηγουμένως ο σύζυγος αυτής, κάλεσε την αστυνομία. Το βράδυ της ίδιας ημέρας, η εγκαλούσα μετέβη στο Α.Τ. Επανομής, όπου στην από 14-7-2015 ένορκη εξέτασή της ως μάρτυρας, που επέχει θέση έγκλησης, περιέγραψε τα περιστατικά, που έλαβαν χώρα τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας, όπως αυτή θεωρούσε ότι είχαν συμβεί, αιτούμενη την ποινική δίωξη του πρώτου εκκαλούντος - κατηγορούμενου, η οποία πράγματι ασκήθηκε σε βάρος του για τις πράξεις της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, που αφορούσε στην κοπή του δέντρου, ιδιοκτησίας της εγκαλούσας, και της απειλής σε βάρος της τελευταίας. Αντίστοιχα, ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος υπέβαλε σε βάρος της εγκαλούσας την από 30-9- 2015 έγκλησή του, που έλαβε Α.Β.Μ. ... , δυνάμει της οποίας ασκήθηκε σε βάρος της εγκαλούσας ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε αυτή για να δικαστεί αφενός στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης για τις πράξεις της παράβασης της αυθαίρετης κατασκευής τεσσάρων ξύλινων στεγάστρων και ενός τοιχίου διαμόρφωσης στον περιβάλλοντα χώρο της ιδιοκτησίας τους, της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, που αφορούσε στο κλάδεμα των λεμονοκυπάρισσων, ιδιοκτησίας του, της εξύβρισης και της απειλής, διότι κατά το κατηγορητήριο του απηύθυνε τις φράσεις "αλήτη, κάθαρμα, ψυχοπαθή δολοφόνε με το πριόνι, έχεις κάνει παιδιά σαν τα μούτρα σου", προσβάλλοντας την τιμή του, και ότι θα του κάνει κακό στον ίδιο και στην οικογένειά του στο μέλλον, προκαλώντας σ' αυτόν τρόμο και ανησυχία, αντίστοιχα, ήτοι για πράξεις που φέρονταν τελεσθείσες στις 14-7-2015, αφετέρου στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης αυτού, που φέρονταν να έλαβαν χώρα με την προαναφερόμενη ένορκη εξέτασή της, επέχουσα θέση έγκλησης.

Η δεύτερη εκκαλούσα- κατηγορούμενη, εξάλλου, με την από 19-11-2015 ένορκη εξέτασή της ενώπιον της Πταισματοδίκου Θεσσαλονίκης, επιβεβαίωσε τα καταγγελθέντα από τον πρώτο κατηγορούμενο σύζυγό της περιστατικά. Κατά την προσδιορισθείσα δικάσιμο της 19ης-7-2018 το Α' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με τη με αριθμό 10603/2018 απόφασή του έπαυσε υφ' όρον την ασκηθείσα σε βάρος της εγκαλούσας ποινική δίωξη για τις πράξεις της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, της εξύβρισης και της απειλής, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 1 Ν. 4411/2016, χωρίς να ελέγξει τη βασιμότητα των καταγγελθέντων περιστατικών, όπως, επίσης, έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη για την πράξη της παράβασης του άρθρου 17 παρ. 8 Ν. 1337/1983, δεχόμενο ότι οι αποδιδόμενες στην εγκαλούσα αυθαίρετες κατασκευές είχαν λάβει χώρα το έτος 2003. Επίσης, το Γ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με τη με αριθμό 2432/3-3-2020 απόφασή του απάλλαξε την εγκαλούσα από τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Περαιτέρω και σχετικά με όσα ισχυρίστηκε στην προαναφερόμενη έγκληση του ο πρώτος εκκαλών- κατηγορούμενος καταγγέλλοντας ότι η εγκαλούσα το έτος 2006, επιχείρησε με τη βοήθεια της πεθεράς της να ξεριζώσουν τα δέντρα του, δηλώνοντας απερίφραστα την πρόθεση τους να το πράξουν, όπως και πράγματι έπραξε εκ των υστέρων η εγκαλούσα, η οποία ράντισε το έδαφος με τοξική ουσία, καταστρέφοντάς τα, ενώ μετά την αντικατάστασή τους από τον ίδιο, κατέστρεφε και τα νέα λεμονοκυπάρισσα με τη χρήση αλατόνερου, ζημιώνοντας αυτόν κατά το ποσό των 2.000,00 ευρώ, καθώς, επίσης, και ότι η εγκαλούσα εμποδίζει την ακώλυτη εκ μέρους αυτού και της οικογένειάς του χρήση του ακινήτου τους με διάφορους τρόπους και, ειδικότερα, α) κατασκεύασε παράνομο σκέπαστρο που προεξέχει πάνω από τον κήπο του, β) έχει μετατοπίσει το διαχωριστικό τοιχίο των δύο ιδιοκτησιών τουλάχιστον κατά τριάντα εκατοστά σε βάρος του ακινήτου του, σύμφωνα με το πολεοδομικό σχέδιο του συγκροτήματος, στο οποίο ανήκουν οι ιδιοκτησίες τους, γ) τοποθετεί δικά της αντικείμενα εντός του οικοπέδου του, όπως είδη καθαριότητας, ρούχα για στράγγισμα κ.λ.π. , δ) έχει τοποθετήσει δύο σωλήνες όμβριων υδάτων εκ των οποίων ο ένας διέρχεται από τον κήπο του και ο άλλος καταλήγει σ' αυτόν, με αποτέλεσμα να πλημμυρίζει ο κήπος του από τα δικά της όμβρια ύδατα, και ε) επί έντεκα συνεχή έτη χρησιμοποιούσε λόγω λάθους καλωδίωσης, από τον εργολάβο το ρεύμα της δικής του ιδιοκτησίας, με αποτέλεσμα να αναγκάζεται να πληρώνει υπέρογκα ποσά για υπερβολικούς λογαριασμούς της Δ.Ε.Η. , οπότε και κάλεσε ηλεκτρολόγο, διαπιστώνοντας την κλοπή του ρεύματός του από αυτήν καθώς και όσα αντίστοιχα, η δεύτερη κατηγορούμενη στην από 19-11-2015 προανακριτική κατάθεσή της ανέφερε ότι α) η εγκαλούσα παραβιάζει το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της αυλής του ακινήτου τους, απλώνοντας ρούχα και πατάκια, β) τα νερά της ιδιοκτησίας της τρέχουν στο δικό τους κήπο, το σκέπαστρο και οι σωλήνες βρίσκονται εντός του χώρου της αποκλειστικής τους χρήσης, γ) το διαχωριστικό τοιχίο των κατοικιών τους έχει μετατοπιστεί σε βάρος τους από το έτος 2004 από τον εργολάβο σε συνεννόηση με το σύζυγο της εγκαλούσας, και δ) κατέστρεφε τα δέντρα τους για τρίτη συνεχόμενη φορά, η δε καταστροφή τις προηγούμενες δύο φορές ήταν ολική και αναγκάστηκαν να αλλάξουν και το υπέδαφος, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα. Η καταγγελθείσα καταστροφή των δέντρων των εκκαλούντων - κατηγορουμένων από την εγκαλούσα κατά το έτος 2006, ουδόλως αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο. Αντίθετη, άλλωστε, κρίση δεν δύναται να συναχθεί από την ενώπιον τόσο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όσο και του παρόντος δικαστηρίου κατάθεση της εγκαλούσας, σύμφωνα με την οποία η ίδια, όταν πότιζε τα λουλούδια της, πότιζε και τα δέντρα των κατηγορούμενων, καθώς θεωρεί ότι οι τελευταίοι δεν τα φροντίζουν, δοθέντος ότι αυτό καθ' εαυτό το πότισμα δεν δύναται να προκαλέσει βλάβη στα εν λόγω δέντρα.

Ο πρώτος εκκαλών κατηγορούμενος, εξάλλου, υποστήριξε με την έγκλησή του ότι τα δέντρα του καταστράφηκαν λόγω ραντίσματος του υπεδάφους τους με τοξική ουσία, την οποία, πάντως, δεν προσδιόρισε, και με τη χρήση αλατόνερου, χωρίς, ωστόσο, να προσκομίσει οποιοδήποτε αποδεικτικό έγγραφο περί της συγκεκριμένης βλάβης που τυχόν υπέστησαν αυτά κατά τον ως άνω προγενέστερο χρόνο.

Όπως δε και ο ίδιος ο ως άνω εκκαλών ανέφερε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, η ανάπτυξη των συγκεκριμένων δένδρων στο παραπάνω σημείο κατέστη δυνατή μόνο μετά την παρέμβαση που επιχείρησε στο έδαφος και υπέδαφος, και την αντικατάσταση του υπάρχοντας χώματος, στο συγκεκριμένο σημείο.

Περαιτέρω, ως προς το σκέπαστρο που ανέφερε επίσης στην ίδια έγκλησή ο πρώτος εκκαλών- κατηγορούμενος αποδείχθηκε ότι αυτό κατασκευάστηκε το έτος 2004 από τον ίδιο με έξοδα της εγκαλούσας και του συζύγου της, δοθέντος ότι κατά τον παραπάνω χρόνο οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν καλές και δεν είχαν ακόμη διαταραχθεί, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι η εγκαλούσα τοποθετεί εντός της ιδιοκτησίας των κατηγορουμένων δικά της αντικείμενα, από δε την προσκομισθείσα από τους τελευταίους υπ' αριθμ. 4 φωτογραφία αποδεικνύεται ότι η εμφαινόμενη σφουγγαρίστρα κείται εντός της δικής της ιδιοκτησίας. Προσθέτως, οι λοιπές αιτιάσεις των εκκαλούντων- κατηγορουμένων περί παρεμπόδισης της ακώλυτης χρήσης της ιδιοκτησίας τους από την εγκαλούσα ελέγχονται ως αβάσιμες, καθόσον δεν ενισχύονται από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η εγκαλούσα εγκαταστάθηκε στην προαναφερόμενη κατοικία το έτος 2004, μετά την αποπεράτωση της κατασκευής της και του περιβάλλοντος χώρου αυτής, καθώς και ολόκληρου του συγκροτήματος, όπου βρίσκεται, και, μάλιστα, μετά την εγκατάσταση των κατηγορουμένων στη δική τους ιδιοκτησία. Τυχόν δε μετατόπιση του διαχωριστικού τοιχίου των ιδιοκτησιών των διαδίκων σε βάρος της ιδιοκτησίας των κατηγορουμένων και διέλευση των σωλήνων όμβριων υδάτων της ιδιοκτησίας της εγκαλούσας εντός της ιδιοκτησίας των εκκαλούντων- κατηγορουμένων δεν δύναται να αποδοθεί στην εγκαλούσα, η οποία παρέλαβε το ακίνητό της αποπερατωμένο, όπως ακριβώς είχε κατασκευαστεί από τον εργολάβο, ουδόλως δε αποδείχθηκε οποιαδήποτε προηγούμενη συνεννόηση της ίδιας ή του συζύγου της με τον κατασκευαστή του συγκροτήματος, προκειμένου να επιβαρυνθεί με τις εν λόγω κατασκευές η όμορη ιδιοκτησία των κατηγορουμένων. Τέλος, δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, ούτε αυτή καθ' εαυτή η ισχυριζόμενη από τον πρώτο εκκαλούντα - κατηγορούμενο παρέμβαση στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος της ιδιοκτησίας του, πολύ δε περισσότερο η εκ μέρους της εγκαλούσας κλοπή ηλεκτρικού ρεύματος από την παροχή του, την οποία όπως ο ίδιος ανέφερε ενώπιον του ακροατηρίου τούτου ανακάλυψε μόνο μετά την τοποθέτηση φωτοβολταϊκών στην κατοικία του και την αμετάβλητη κατάσταση στους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η εγκαλούσα με το σύζυγό της προέβησαν, από το χρόνο της εγκατάστασής τους στην παραπάνω οικία τους, σε ανεξάρτητη σύνδεση παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, καταβάλλοντας ανελλιπώς μέχρι σήμερα τα οφειλόμενα για την εκ μέρους τους κατανάλωση ποσά, τυχόν δε σφάλμα ως προς την σύνδεση δεν οφείλεται σε εσκεμμένη ενέργεια τους αλλά σε λάθος του εγκαταστάτη ηλεκτρολόγου, γεγονός το οποίο μπορούσε εύκολα να αντιληφθεί ο πρώτος εκκαλών κατηγορούμενος πριν την κατάθεση της συγκεκριμένης εγκλήσεως. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι οι προαναφερόμενες αναφορές των κατηγορουμένων ήταν ψευδείς, οι ίδιοι δε τελούσαν σε γνώση του ψευδούς των εν λόγω περιστατικών που ισχυρίστηκαν σε βάρος της εγκαλούσας ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και της Πταισματοδίκου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, οι ψευδείς ισχυρισμοί τους, που περιήλθαν σε γνώση τρίτων προσώπων και δη δικαστικών υπαλλήλων και δικαστικών λειτουργών, ήταν πρόσφοροι να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, αφού την εμφάνιζαν ως άνθρωπο χωρίς ηθικό υπόβαθρο και ηθικές αναστολές, που θίγει και προσβάλλει τα έννομα αγαθά και την περιουσία τους.

Ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος, εξάλλου, με την υποβολή της παραπάνω έγκλησής του αποσκοπούσε στην άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της εγκαλούσας για τα εν λόγω αδικήματα, ενώ το γεγονός ότι τελικά δεν ασκήθηκε σε βάρος της ποινική δίωξη για τις προαναφερόμενες, καταγγελθείσες από αυτόν, αξιόποινες πράξεις, δεν ασκεί οποιαδήποτε έννομη επιρροή στην ποινική αξιολόγησή του, δοθέντος ότι το έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης είναι τυπικό και, συνεπώς, τετελεσμένο με την περιέλευση στην αρχή της μήνυσης έγκλησης, αναφοράς κ.λ.π. , ανεξαρτήτως αν επήλθε το επιβλαβές αποτέλεσμα της δίωξης ή αν ο καταμηνυθείς τελικώς απαλλάχθηκε (βλ. σχετ. ΑΠ 77/2021 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), εκτός αν από τα εκτιθέμενα στην έγκληση, κατά τρόπο που να μην παρίσταται ανάγκη να διαπιστωθεί με οποιαδήποτε ανακριτική έρευνα, ούτε με προκαταρκτική εξέταση, προκύπτει το ακαταδίωκτο των με αυτή καταγγελλόμενων πράξεων (βλ. σχετ. ΑΠ 1023/2019 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1595/2016 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), περίπτωση, η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω. Επισημαίνεται δε ότι η διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της αποδιδόμενης στον πρώτο κατηγορούμενο αξιόποινης πράξης της ψευδούς καταμήνυσης είναι ευμενέστερη από την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 νέου ΠΚ, που ισχύει από 1-7- 2019, καθόσον για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω αδικήματος απαιτούνταν κατά την πρώτη διάταξη άμεσος και υπερχειλής δόλος, ήτοι επιπλέον σκοπός του δράστη να προκαλέσει καταδίωξη του άλλου (βλ. σχετ. ΑΠ 34/2022 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα Αρείου Πάγου, ΑΠ 43/2021 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1316/2020 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).

Συνακόλουθα, των ανωτέρω, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των λοιπών αποδιδόμενων σε καθέναν από αυτούς αξιόποινων πράξεων, εκτός των αναφερόμενων από αυτούς περιστατικών που συνδέονται με το επεισόδιο που έλαβε χώρα στις 14-7-2015, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό" Στη συνέχεια δε, το δικαστήριο κήρυξε ενόχους, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, τους ήδη αναιρεσείοντες κατηγορούμενους, ως ακολούθως: Τον πρώτο αναιρεσείοντα, για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδούς κατάθεσης και ειδικότερα του ότι: ".... στη Θεσσαλονίκη σε περισσότερους χρόνους τέλεσε περισσότερα του ενός αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα: Α) Στον παραπάνω τόπο στις 8-10-2015 καταμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του. Ειδικότερα, υπέβαλε ενώπιον του κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την από 30-9-2015 έγκλησή του σε βάρος της εγκαλούσας, Ε. Δ. του Ι. , κάτοικο ... , η οποία έλαβε Α.Β.Μ. ... , με την οποία την καταμήνυε ψευδώς ότι τέλεσε σε βάρος του τις άδικες πράξεις της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, της απειλής, της εξύβρισης, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδούς καταμήνυσης, διαλαμβάνοντας σ' αυτήν ψευδώς, εν γνώσει της αναλήθειας, μεταξύ άλλων, και τα κάτωθι: "...Τότε (ενν. έτος 2006), και χωρίς να έχουν κανένα απολύτως δικαίωμα, η κ. Κ. Λ. και η εγκαλούσα, εισέβαλαν χωρίς άδεια στο οικόπεδο μου, και επιχείρησαν με τα χέρια τους να ξεριζώσουν τα δέντρα, δηλώνοντας απερίφραστα την πρόθεση τους για αυτό και απειλώντας εμένα και την σύζυγό μου ότι κάποια στιγμή θα το αράξουν. Πράγματι εν τη απουσία μας η εγκαλούσα ράντισε το έδαφος με τοξική ουσία, καταστρέφοντας τα. Τότε αναγκαστήκαμε να αγοράσουμε και να αντικαταστήσουμε τα εν λόγω δέντρα με άλλα 22 λεμονοκυπάρισσα. Κι αυτά όμως καταστράφηκαν από την εγκαλούσα με τη χρήση αλατόνερου (...) Και τις δύο φορές μετά την ολική καταστροφή που προξένησε στα δέντρα μας η κ. Δ. , τα αντικατέστησα με δικά μου έξοδα, που κάθε φορά έφτασαν περίπου τα 1.000,00 ευρώ. Επομένως ήδη με τις πράξεις της αυτές ζημίωσε την περιουσία μου κατά 2.000,00 ευρώ. Εκτός των ανωτέρω, υπάρχουν και άλλες αιτίες προστριβών με την εγκαλούσα, καθώς μέχρι σήμερα αυτή και οικείοι της μας εμποδίζουν με ποικίλους τρόπους να κάνω εγώ και η οικογένεια μου ακώλυτη χρήση του ακινήτου μας διότι: 1. Έχουν κατασκευάσει παράνομο σκέπαστρο που προεξέχει πάνω από τον κήπο μας, 2. Έχουν μετατοπίσει το διαχωριστικό τοιχίο των δύο ιδιοκτησιών τουλάχιστον κατά τριάντα (30) εκατοστά εις βάρος του ακινήτου μας, σύμφωνα με το πολεοδομικό σχέδιο του συγκροτήματος όπου ανήκουμε, 3. Τοποθετούν δικά τους αντικείμενα εντός του οικοπέδου μας (π.χ είδη καθαριότητας, ρούχα για στράγγισμα κλπ) και 4. Έχουν τοποθετήσει δύο σωλήνες όμβριων υδάτων εκ των οποίων ο ένας διέρχεται από τον κήπο μας και ο άλλος καταλήγει σε αυτόν, με αποτέλεσμα να πλημμυρίζει ο κήπος μου από τα δικά τους όμβρια ύδατα. Εκτός των ανωτέρω για 11 συνεχή χρόνια χρησιμοποιούσαν το ρεύμα της δικής μας ιδιοκτησίας, λόγω λάθους καλωδίωσης από τον εργολάβο, με αποτέλεσμα να έρχονται σ' εμάς υπερβολικοί λογαριασμοί Δ.Ε.Η. και να αναγκαζόμαστε να πληρώνουμε υπέρογκα ποσά. (...) Τότε καλέσαμε ηλεκτρολόγο και διαπιστώσαμε το κλέψιμο του ρεύματος από την εγκαλουμένη (...)". Όλα, όμως, τα ανωτέρω ήταν ψευδή, ο δε πρώτος κατηγορούμενος υπέβαλε την παραπάνω μήνυση, με σκοπό να προκαλέσει την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της εγκαλούσας. Β) Στον ανωτέρω τόπο στις 8-10-2015 εν γνώσει της αναλήθειας ισχυρίστηκε ψευδώς ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του.

Ειδικότερα, με την προαναφερόμενη έγκλησή του, εν γνώσει της αναλήθειας, ισχυρίσθηκε ψευδώς για την εγκαλούσα, ενώπιον του κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, όσα διαλαμβάνονται ως ψευδή και αναλυτικά και περιγράφονται αμέσως ανωτέρω υπό στοιχεία "ΙΙ,Α" του παρόντος, αυτά δε έλαβε γνώση μεγάλος αριθμός προσώπων και δη δικαστικοί υπάλληλοι, πταισματοδίκης και οικείοι αυτού, με τον τρόπο δε αυτόν μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, εμφανίζοντας την ως άνθρωπο βίαιο, χωρίς ηθικό υπόβαθρο, χωρίς ηθικές αναστολές, που θίγει και προσβάλει έννομα αγαθά τρίτων. Γ) Στον ανωτέρω τόπο στις 24-11-2015 ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση, εν γνώσει του κατέθεσε ψέματα. Ειδικότερα, εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον της κ. Πταισματοδίκου Θεσσαλονίκης, ως μάρτυρας κατέθεσε ευ γνώσει του ψέματα, αναφερόμενος στην ανωτέρω έγκλησή του, το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσε ρητά, ως προς όσα διαλαμβάνονται ως ψευδή και αναλυτικά και περιγράφονται αμέσως ανωτέρω υπό στοιχεία "II, Α" του παρόντος ". Και τη δεύτερη αναιρεσείουσα, ότι: : Α) Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση, εν γνώσει της κατέθεσε ψέματα. Ειδικότερα, εξεταζόμενη ενόρκως, ενώπιον της κ. Πταισματοδίκου Θεσσαλονίκης, ως μάρτυρας του τότε εγκαλούντος συζύγου της και νυν πρώτου κατηγορουμένου, κατόπιν της ως άνω φερομένης ως ψευδούς μήνυσης αυτού, κατέθεσε ενόρκως, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "... παραβιάζοντας τον χώρο, τον οποίο οικειοποιούνται, απλώνοντας τα ρούχα τους και τα πατάκια τους. Τα νερά τους τρέχουν στο δικό μας κήπο, το σκέπαστρό τους και οι σωλήνες είναι εντός της αποκλειστικής χρήσης μας. Το διαχωριστικό τοιχίο που συνδέει τις δύο κατοικίες (της εγκαλούσας και των εγκαλουμένων) έχει μετατοπιστεί εις βάρος μας, από το 2004, από εργολάβο σε συνεννόηση με την οικογένεια Κ.....Τα δέντρα τα κατέστρεψε για τρίτη συνεχή φορά. Τις άλλες δύο φορές η καταστροφή ήταν ολική και αναγκαστήκαμε να αλλάξουμε και το υπέδαφος". Β)Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο εν γνώσει της αναλήθειας ισχυρίστηκε ψευδώς ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του. Ειδικότερα, με την προαναφερόμενη ένορκη κατάθεσή της, εν γνώσει της αναλήθειας, ισχυρίσθηκε ψευδώς για την εγκαλούσα, ενώπιον του κ. Πταισματοδίκη, όσα διαλαμβάνονται ως ψευδή και αναλυτικά και περιγράφονται αμέσως ανωτέρω υπό στοιχεία "II,Α" του παρόντος, αυτά δε έλαβε γνώση μεγάλος αριθμός προσώπων και δη δικαστικοί υπάλληλοι, πταισματοδίκης και οικείοι αυτής, με τον τρόπο δε αυτόν μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, εμφανίζοντάς την ως άνθρωπο βίαιο, χωρίς ηθικό υπόβαθρο, χωρίς ηθικές αναστολές, που θίγει και προσβάλει έννομα αγαθά τρίτων". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την ενοχή και των δύο κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδούς κατάθεσης, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των συγκεκριμένων εγκλημάτων. Παρατίθενται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2, 14, 26α, 27 παρ. 1, 51, 53, 57, 79, 84 παρ. 2α, 94 παρ. 1 και 224 παρ. 1 ΠΚ, όπως το τελευταίο άρθρο ισχύει μετά την κύρωση του ΝΠΚ με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019, και 229 παρ. 1 και 363 ΠΚ, όπως τα τελευταία άρθρα ίσχυαν πριν την κύρωση του ΝΠΚ με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019, τις οποίες (ουσιαστικές διατάξεις) ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι, δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, και όσον αφορά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων: α) Παρατίθενται τα ψευδή περιστατικά για το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης, β)προσέτι, προσδιορίζεται με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια και η υποκειμενική δόλια προαίρεση του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος και δη η γνώση αυτού, ως προς την αναλήθεια των όσων κατέθεσε, θεμελιούμενη (η αναλήθεια των όσων κατέθεσε), όπως συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης και τη φύση της συγκεκριμένης υπόθεσης, σε προσωπική και άμεση αντίληψη του ιδίου και επομένως, δεν χρειαζόταν παράθεση και άλλων σχετικά με τη γνώση αυτή περιστατικών.

Όσον αφορά δε την επιμέρους αιτίαση των αναιρεσειόντων, που συνίσταται στο ότι (κατά λέξη) το δικαστήριο "... με καταδίκασε ... , ενώ έπρεπε να με κηρύξει αθώο απάντων των κατηγοριών ..." σημειώνεται ότι: Η εν λόγω αιτίαση αναφέρεται στην (δήθεν) εσφαλμένη εκτίμηση των στοιχείων της υπόθεσης. Κατά πάγια δε νομολογία, κατά το μέρος που η αίτηση αναίρεσης περιέχει την αιτίαση της εσφαλμένης εκτίμησης των πραγματικών στοιχείων της υπόθεσης, αυτή είναι απαράδεκτη, καθόσον και η εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αυτή είναι εσφαλμένη, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως, αλλά ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 1/2018, 1/2005, ΑΠ 900/2024, ΑΠ 1081/2023, Α.Π. 373/2015, Α.Π. 395/2015).

Κατά συνέπεια όσων προεκτέθηκαν παραπάνω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ προβαλλόμενοι λόγοι των αναιρέσεων, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Εξάλλου, ως προς τους κοινούς, ως ανωτέρω, πρόσθετους λόγους των δύο αναιρέσεων σημειώνονται τα ακόλουθα: Σε σχέση με τον πρώτο από αυτούς, στην προκειμένη περίπτωση, από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, που συνθέτουν τη σύνολη αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα αναφερόμενα στο ως άνω σκεπτικό πραγματικά περιστατικά και με βάση τα περιστατικά αυτά κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες ως στο διατακτικό της απόφασης αναφέρεται Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των ανωτέρω εγκλημάτων, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν, καθώς και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας υπήγαγε τα γενόμενα δεκτά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2, 14, 26α, 27 παρ. 1,51,53, 57, 79, 84 παρ. 2α, 94 παρ. 1, 224 παρ.1, 229 παρ. 1 και 363 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Συγκεκριμένα, στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά τί προκύπτει από καθένα τούτων, ενώ από το όλο περιεχόμενο αυτής καθίσταται βέβαιο, ότι αυτά λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν στο σύνολο τους.

Περαιτέρω, αναφορικά με τον δόλο αυτός υπάρχει και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών (ΑΠ 1419/2024, ΑΠ 1490/2022, ΑΠ 44/2021, ΑΠ 104/2021). Ειδικότερα, με τις σαφείς παραδοχές του σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, αιτιολογείται πλήρως ο τρόπος τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων από τους αναιρεσείοντες, και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, παρατηρείται δε, ότι οι αναιρεσείοντες, αληθώς, "μάχονται" την από το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την γνώμη τους, εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, την εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, την εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και την παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ τους. Όμως, τα ανωτέρω δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης και στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της έλλειψης νόμιμης βάσης πλήττεται, ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε' και Θ' ΚΠΔ οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος πρόσθετοι λόγοι είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Με τον δεύτερο (1Β στο δικόγραφο) κοινό πρόσθετο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλομένη κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, κατά την επιμέτρηση της ποινής.
Κατά το άρθρο 470 ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του. Η παράβαση της θεσπιζόμενης με τη διάταξη αυτή απαγόρευσης συνιστά υπέρβαση εξουσίας, η οποία αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ. Με την ως άνω διάταξη του άρθρου 470 ΚΠΔ καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου καθ' οιονδήποτε τρόπο, είτε αμέσως (πραγματική χειροτέρευση) είτε εμμέσως (νομική χειροτέρευση), δηλαδή είτε με την επιβολή βαρύτερων, άλλως αυξημένων ποινικών κυρώσεων, είτε με τον επί το δυσμενέστερο γι' αυτόν χαρακτηρισμό της πράξεως, άλλως την παραδοχή βαρύτερης ενοχής του, αντιστοίχως (ΑΠ 24/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1422/18). Χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου επέρχεται και όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο κατηγορούμενος, παρότι αναγνώρισε σε σχέση με την πρωτόδικη απόφαση ελαφρυντικό στον κατηγορούμενο, δεν επιβάλλει σ'αυτόν ποινή μικρότερης διάρκειας από την πρωτόδικη. Με την διάταξη του άρθρου 83 περ.ε' ΠΚ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 7 του ν. 4855/2022, ορίζεται ότι σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώνει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριό της. Με τη διάταξη του άρθρου 84 παρ.1 ΠΚ ορίζεται ότι η ποινή μειώνεται επίσης κατά το μέτρο που προβλέπει το προηγούμενο άρθρο και στις περιπτώσεις που συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις, τέτοιες δε ελαφρυντικές περιστάσεις αναφέρονται ενδεικτικώς στη διάταξη της παρ.2 του ίδιου άρθρου.

Περαιτέρω, στο άρθρο 94 παρ. 1 του ΠΚ, το οποίο εφαρμόζεται και στα ανωτέρω αδικήματα κατά συρροή ορίζεται ότι: "Κατά του υπαιτίου δύο ή περισσότερων εγκλημάτων που τελέστηκαν με περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται μετά την επιμέτρησή τους, συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από την βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη. Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ίδιου είδους και ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας από αυτές. Η επαύξηση της βαρύτερης ποινής για κάθε μία από τις συντρέχουσες ποινές δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από το ένα δεύτερο κάθε συντρέχουσας ποινής, ούτε μπορεί η συνολική ποινή να ξεπεράσει τα είκοσι έτη, όταν η βαρύτερη ποινή είναι κάθειρξη και τα οκτώ έτη, όταν πρόκειται για φυλάκιση" (ΑΠ 346/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης με αρ. 1194/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης καθώς και της πρωτόδικης με αρ. 8500/2022 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο πρώτος αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος σε πρώτο βαθμό, για ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμιση και ψευδή κατάθεση και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης και ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών και χρηματική ποινή (100) ημερήσιων μονάδων, καθοριζόμενου του ύψους κάθε ημερήσιας μονάδας σε πέντε (5) ευρώ, ήτοι σύνολο χρηματικής ποινής πεντακοσίων (500) ευρώ και συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών και η δεύτερη αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη σε πρώτο βαθμό, για ψευδή κατάθεση και συκοφαντική δυσφήμιση και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης και ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών και χρηματική ποινή (100) ημερήσιων μονάδων, καθοριζόμενου του ύψους κάθε ημερήσιας μονάδας σε πέντε (5) ευρώ, ήτοι σύνολο χρηματικής ποινής πεντακοσίων (500) ευρώ και συνολική ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών (ποινή βάσης 5 μηνών προσαυξανόμενη κατά 1 μήνα από την δεύτερη ποινή των 5 μηνών= 6 μηνών και όχι όπως εκ παραδρομής αναγράφεται 3+3=6 μηνών). Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη τις μνημονευόμενες στο σκεπτικό του διατάξεις των άρθρων 1, 5 παρ.1, 12, 14, 17, 18α, 26 παρ.1α, 27,51,53, 57,84 παρ.2α', 94 παρ.1 και 224 παρ.1 του ισχύοντος ΠΚ και 229 παρ.1 και 363 ΠΚ, όπως τα τελευταία άρθρα ίσχυαν πριν την κύρωση του ΝΠΚ καθώς και του άρθρου 79 του ίδιου Κώδικα, τα κριτήρια του οποίου, κατά τα ρητώς διαλαμβανόμενα σ'αυτό, στάθμισε και εκτίμησε, σύμφωνα με τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της ενοχής τους, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους για τις ένδικες πράξεις, με την αναγνώριση και του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2α' ΠΚ, και επέβαλε στον πρώτο αναιρεσείοντα ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης και ποινή φυλάκισης πέντε (3) μηνών και συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών και στη δεύτερη αναιρεσείουσα επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης και ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών και συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών. Οι ως άνω ποινές φυλακίσεως στους αναιρεσείοντες μετά την αναγνώριση και του ελαφρυντικού, η επιλογή της οποίας ανήκε στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, κείται εντός του προβλεπόμενου από το νόμο πλαισίου ποινής, και των διατάξεων των άρθρων 83 β', 84 παρ.2α' και 85 περ.β' του ισχύοντος ΠΚ, πλαισίου ποινής, που είναι από φυλάκιση, τις οποίες -διατάξεις- το ως άνω Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Είναι δε οι ως άνω ποινές φυλακίσεως, μετά την αναγνώριση και του ελαφρυντικού (αρθρ. 84 παρ.2α'ΠΚ), περαιτέρω μειωμένη, κατ' άρθρο 85 περ.β' ΠΚ, από τις επιβληθείσες, στους αναιρεσείοντες, με την πρωτόδικη απόφαση ποινή φυλακίσεως.

Περαιτέρω, κατ'ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 94 παρ.1 ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της συνολικής ποινής φυλακίσεως των οκτώ (8) μηνών που επέβαλε στον πρώτο αναιρεσείοντα και των τεσσάρων (4) μηνών που επέβαλε στη δεύτερη αναιρεσείουσα, προέβη, σε επαύξηση μικρότερη του ενός δευτέρου της κάθε συντρέχουσας ποινής. Είναι δε η επαύξηση αυτή μικρότερη σε σχέση με την επαύξηση για κάθε μια από τις συντρέχουσες ποινές, στην οποία προέβη το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Συνεπώς, τόσο με την επιβληθείσα για κάθε συρρέουσα πράξη ποινή, όσο και με την επιβληθείσα, κατόπιν συνεπιμέτρησης των συντρεχουσών ποινών συνολική ποινή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν χειροτέρευσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τη θέση των κατηγορουμένων, σε σχέση με την ποινή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ως εκ τούτου ενήργησε εντός των ορίων της δικαιοδοσίας του μη υπερβαίνοντας την εξουσία του. Συνακόλουθα, ο πρόσθετος αυτός 2ος κοινός λόγος της κοινής αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Θ' του ΚΠΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που αφορούν την επιβολή ποινής για την ένδικη πράξη, καθώς και για υπέρβαση εξουσίας του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, λόγω χειροτέρευσης της θέσης των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, με την επιβολή της ποινής αυτής, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, όμως, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, με την οποία ορίζεται ότι "Αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου", προκύπτει ότι καθιερώνεται με αυτήν η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, είναι δε επιεικέστερος ο νόμος που - στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα - οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου. Ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται όχι μόνο αυτός που προσδιορίζει το είδος και το ύψος της ποινής, αλλά και κάθε διάταξη, που μπορεί να επηρεάσει την τύχη του κατηγορουμένου. Προδήλως, είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο μεταγενέστερος του χρόνου τέλεσης της πράξης νόμος, όταν καθιστά την πράξη ανέγκλητη.

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 και 511 εδ. τελευταίο του ΚΠΔ (όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 156 του ν. 4855/2021), προκύπτει ότι, στην περίπτωση που μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά στα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει και αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 2 του ΠΚ, τον νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως τη δημοσίευση της απόφασης του Αρείου Πάγου και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας (Ολ. ΑΠ 3/1995, ΑΠ 959/2024, ΑΠ 1350/2022, ΑΠ 436/2020, ΑΠ 258/2020).

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 εδ. α` και 363 εδ. α` του ΠΚ, όπως ίσχυαν πριν τον ν. 5090/2024, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη ότι ο ισχυρισμός ή η διάδοση του γεγονότος ενώπιον τρίτου δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη εκείνου, στον οποίο αποδίδεται, καθώς και τη γνώση ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε τη θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Όπως δε γινόταν δεκτό από τη νομολογία, ο ισχυρισμός για το δυσφημιστικό γεγονός μπορούσε να γίνει και με κατάθεση δικογράφου ή με επίδοση εξωδίκου μέσω δικαστικού επιμελητή, οπότε γνώση των ισχυρισμών, που περιέχονταν σ` αυτό, λάμβαναν οι δικαστές, ο εισαγγελέας, οι υπάλληλοι της γραμματείας, ο δικαστικός επιμελητής και γενικά όλα τα πρόσωπα, τα οποία, από καθήκον, λάμβαναν γνώση του περιεχομένου του. Δηλαδή, στην έννοια του τρίτου, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, περιλαμβανόταν οποιοδήποτε, πλην του δυσφημούμενου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς κ.λ.π., που έλαβαν γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, αρκεί το γεγονός να ήταν επιλήψιμο γι` αυτόν, στον οποίο αποδιδόταν (Ολ. ΑΠ 3/2021, ΑΠ 174/2023, ΑΠ 1489/2022). Ήδη, δυνάμει των άρθρων 54 και 138 παρ. 1 του ν. 5090/2024, από 1-5-2024 το άρθρο 363 του ΠΚ τροποποιήθηκε ως ακολούθως: "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον εν γνώσει του ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή. Στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης". Με τη νέα αυτή διάταξη, πέραν της κατάργησης της απλής δυσφήμησης, ορίζεται για τη συκοφαντική δυσφήμηση ότι, από την έννοια του τρίτου, αποδέκτη της διάδοσης, εξαιρούνται τα πρόσωπα που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Αυτό ισχύει για τους δημόσιους λειτουργούς ή υπαλλήλους που συμπράττουν στην ποινική διαδικασία ή πολιτική ή διοικητική δίκη, όπως είναι ο εισαγγελέας, ο δικαστής, ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συμπράττει στη διαδικασία της καταχώρισης της μήνυσης ή της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, οι ανακριτικοί υπάλληλοι, που ορίζονται από τον εισαγγελέα για τη διενέργεια προανακριτικών πράξεων, ο δικαστικός επιμελητής, ο οποίος ως άμισθος δημόσιος λειτουργός είναι αρμόδιος για την επίδοση δικογράφων και εξωδίκων εγγράφων ενόψει ή στο πλαίσιο πολιτικής δίκης (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 5090/2024). Η ως άνω ρύθμιση, που αποδεσμεύει την έκφραση των απόψεων και ισχυρισμών των διάδικων μερών, ενόψει δίκης ή κατά τη διάρκεια της δίκης, γραπτώς ή προφορικώς, από το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, ασφαλώς έχει εφαρμογή και στους δικηγόρους, οι οποίοι, στο πλαίσιο των καθηκόντων τους, λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών των διαδίκων, που αφορούν είτε τις υποθέσεις, που χειρίζονται οι ίδιοι, είτε άλλες υποθέσεις, που παρακολουθούν στο ακροατήριο του δικαστηρίου, αναμένοντας την εκδίκαση των υποθέσεων, στις οποίες παρίστανται οι ίδιοι. Όπως δε ορίζεται στον Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013), " Ο δικηγόρος είναι δημόσιος λειτουργός. Το λειτούργημα του αποτελεί θεμέλιο του κράτους δικαίου" (άρθρ. 1 παρ. 1), "Ο δικηγόρος είναι συλλειτουργός της δικαιοσύνης. Η θέση του είναι θεμελιώδης, ισότιμη, ανεξάρτητη και αναγκαία για την απονομή της" (άρθρ. 2), επιπλέον δε, κατά το άρθρο 38 του ίδιου Κώδικα, "Ο δικηγόρος οφείλει να τηρεί αυστηρά εχεμύθεια για όσα του εμπιστεύεται ο εντολέας του κατά την ανάθεση και εκτέλεση της εντολής ή πληροφορείται κατά τη διάρκεια του χειρισμού της". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, οι κριθέντες ως ψευδείς ισχυρισμοί των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων "...περιήλθαν σε γνώση τρίτων προσώπων και δη δικαστικών υπαλλήλων και δικαστικών λειτουργών, ήταν πρόσφοροι να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη...".

Ενόψει αυτών και εφόσον οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης είναι παραδεκτές, το παρόν Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, να αναιρέσει εν μέρει την προσβαλλόμενη απόφαση και να κηρύξει αθώους (άρθρο 518 ΚΠΔ) τους αναιρεσείοντες για την ανωτέρω πράξη (συκοφαντική δυσφήμιση 362-363 νέου ΠΚ, υπό την ισχύ του ν. 5090/2024), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, καθώς και να απαλείψει την ποινή που επιβλήθηκε σε βάρος εκάστου των αναιρεσειόντων για την άδικη αυτή πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης που κηρύχθηκαν ένοχοι, όπως και περί συνολικής ποινής, ενώ περαιτέρω να παραπέμψει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση προκειμένου να επιβάλλει στον πρώτο αναιρεσείοντα συνολική ποινή φυλακίσεως για τις λοιπές πράξεις που κηρύχθηκε ένοχος, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρα 519 και 522 του Κ.Π.Δ.) και να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι κρινόμενες αναιρέσεις.

Τέλος, επισημαίνεται ότι αν αναιρεθεί η καταδικαστική απόφαση, μόνο κατά τη διάταξή της περί επιβολής ποινής, έχει κριθεί πλέον αμετάκλητα η ενοχή ως προς την τέλεση του εγκλήματος. Ο Ποινικός Κώδικας ρυθμίζει χωριστά την παραγραφή που εξαλείφει το αξιόποινο των εγκλημάτων στα άρθρα 111, 112, 113 αυτού και χωριστά την παραγραφή των αμετάκλητων ποινών στα άρθρα 118, 119, 120 αυτού. Έτσι, είναι δυνατόν η απόφαση περί κήρυξης της ενοχής να γίνει αμετάκλητη λόγω απόρριψης της αίτησης αναίρεσης και, κατά συνέπεια, έχει παύσει να τρέχει ο χρόνος παραγραφής του εγκλήματος ακόμη και αν έχει αναιρεθεί η αυτοτελής απόφαση περί επιβολής των ποινών. Το δικαστήριο της ουσίας, στο οποίο παραπέμπεται κατά το άρθρο 519 του ΚΠΔ η υπόθεση, περιορίζεται στην επιβολή νέας ποινής και δεν έχει εξουσία να ερευνήσει εκ νέου την ενοχή του κατηγορουμένου, ως προς την τέλεση εγκλημάτων για τα οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης, ούτε και την εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω τυχόν παραγραφής, αφού η παραγραφή αφορά την πράξη η τέλεση της οποίας έχει κριθεί αμετάκλητα (ΑΠ 1094/2023, ΑΠ 504/2023).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την με αριθ. 1194/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης α) ως προς την ενοχή των κατηγορουμένων για την άδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης και συνακόλουθα ως προς την επιβληθείσα για την πράξη αυτή ποινή και β) ως προς τη διάταξή της περί καθορισμού σ' αυτούς συνολικής ποινής.

Κηρύσσει αθώους τους αναιρεσείοντες - κατηγορούμενους α) Ι. Φ. του Γ. και β) Α. Π. του Α. , ως προς ότι :

- Ο πρώτος κατηγορούμενος, Ι. Φ. , " στον ανωτέρω τόπο (σημ.Θεσσαλονίκη), στις 8-10-2015, εν γνώσει της αναλήθειας ισχυρίστηκε ψευδώς ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του. Ειδικότερα, με την προαναφερόμενη έγκλησή του, εν γνώσει της αναλήθειας, ισχυρίσθηκε ψευδώς για την εγκαλούσα, ενώπιον του κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, όσα διαλαμβάνονται ως ψευδή και αναλυτικά και περιγράφονται αμέσως ανωτέρω υπό στοιχεία "ΙΙ,Α" του παρόντος, αυτά δε έλαβε γνώση μεγάλος αριθμός προσώπων και δη δικαστικοί υπάλληλοι, πταισματοδίκης και οικείοι αυτού, με τον τρόπο δε αυτόν μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, εμφανίζοντας την ως άνθρωπο βίαιο, χωρίς ηθικό υπόβαθρο, χωρίς ηθικές αναστολές, που θίγει και προσβάλει έννομα αγαθά τρίτων" και - η δεύτερη κατηγορούμενη, Α. Π. , "Στον ανωτέρω τόπο (Θεσσαλονίκη) και χρόνο (19-11-2015) εν γνώσει της αναλήθειας ισχυρίστηκε ψευδώς ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του. Ειδικότερα, με την προαναφερόμενη ένορκη κατάθεσή της, εν γνώσει της αναλήθειας, ισχυρίσθηκε ψευδώς για την εγκαλούσα, ενώπιον του κ. Πταισματοδίκη, όσα διαλαμβάνονται ως ψευδή και αναλυτικά και περιγράφονται αμέσως ανωτέρω υπό στοιχεία "II,Α" του παρόντος, αυτά δε έλαβε γνώση μεγάλος αριθμός προσώπων και δη δικαστικοί υπάλληλοι, πταισματοδίκης και οικείοι αυτής, με τον τρόπο δε αυτόν μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, εμφανίζοντάς την ως άνθρωπο βίαιο, χωρίς ηθικό υπόβαθρο, χωρίς ηθικές αναστολές, που θίγει και προσβάλει έννομα αγαθά τρίτων".

Απαλείφει την ποινή των τριών (3) μηνών, που επιβλήθηκε εις βάρος εκάστου των αναιρεσειόντων για την άδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης.

Απαλείφει από τις διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως την επιβληθείσα στους ανωτέρω κατηγορουμένους συνολική ποινή.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της, που αφορά στις διατάξεις περί επιβολής συνολικής ποινής σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδούς καταθέσεως, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις με αριθμ. πρωτ. ....2023 και ....2023 αιτήσεις, αντίστοιχα, των α) Ι. Φ. του Γ. και β) Α. Π. του Α. , καθώς και τους από 15-3-2024 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αρ. 1194/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή