Απόφαση 452 / 2026    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 452/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Απριλίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ. , για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ. Τ. του Σ. , κατοίκου ... , 2. Κ. Π. του Ν. , κατοίκου ... και 3. Μ. Π. του Ν. , κατοίκου ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου για αναίρεση της υπ' αριθ. 370/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1. Ι. Κ. του Β. , κάτοικο ... και 2. Δ. Ν. του Κ. , κάτοικο ... , οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στις από 20 Νοεμβρίου 2023 κρινόμενες τρεις (3) αιτήσεις, οι οποίες ασκήθηκαν με δήλωση, που επιδόθηκαν στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 21.11.2023 και έλαβαν, αντίστοιχα, αριθμούς πρωτοκόλλου .../2023, .../2023 και .../2023, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2023.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς την περί επιβολής ποινής στους αναιρεσείοντες, να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το ως άνω αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως. Να απορριφθούν οι αιτήσεις κατά τα λοιπά.
Να επεκταθεί το ως άνω αναιρετικό αποτέλεσμα των ενδίκων αναιρέσεων του 2ου και 3ου των αναιρεσειόντων στον συγκαταδικασθέντα-συγκατηγορούμενο Α. Λ. και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το ως άνω αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως, για τον Α. Λ. και την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες με αριθμ. πρωτ. ....2023, ....2023 και ....2023 αιτήσεις, αντίστοιχα, των α) Χ. Τ. του Σ. , κατοίκου ... , β) Κ. Π. του Ν. , κατοίκου ... και γ) Μ. Π. του Ν. , κατοίκου ... , για αναίρεση της με αριθμό 370/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης συνάφειας που υπάρχει μεταξύ τους.
ΙΙ. Η κρινόμενη με αριθμ. ....2023 αίτηση του Χ. Τ. του Σ. , για αναίρεση της με αριθμό 370/2023 καταδικαστικής απόφασης του δικάσαντος κατ' έφεση Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 1-11-2023, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εκβίασης από κοινού, ασκήθηκε από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, με δήλωση που επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ. εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη (την 1-11-2023) στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (άρθρα 466 παρ.1, 473 παρ.2,3), περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους, συνιστάμενους α) στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (1η και 4η περίπτωση του δικογράφου της αναιρέσεως) και έλλειψη νομίμου βάσεως, β) την υπέρβαση εξουσίας και γ) την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ,Ε,Α ΚΠΔ).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρα 462 περ. β, 464, 466, 474 παρ.2Α, 4, 501 παρ. 1, 504 παρ.1, 505 παρ.1α ΚΠΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή αναιρετικών λόγων.
Συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτήν αναιρετικών λόγων.
ΙΙΙ. Η κρινόμενη με αριθμ. ....2023 αίτηση του Κ. Π. του Ν. , για αναίρεση της με αριθμό 370/2023 καταδικαστικής απόφασης του δικάσαντος κατ' έφεση Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (άρθρα 466 παρ. 1, 473 παρ. 2,3), την 1-11-2023, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α, και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, για την πράξη της απόπειρας εκβίασης από κοινού, ασκήθηκε από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, με δήλωση που επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ. εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη (την 1-11-2023) στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (άρθρα 466 παρ. 1, 473 παρ. 2,3), περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους, συνιστάμενους α) στην έλλειψη αιτιολογίας και β) την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.Δ,Ε ΚΠΔ).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρα 462 περ. β, 464, 466, 474 παρ.2Α, 4, 501 παρ. 1, 504 παρ.1, 505 παρ.1α ΚΠΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή αναιρετικών λόγων.
Συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτήν αναιρετικών λόγων.
IV. Η κρινόμενη με αριθμ. ...2023 αίτηση του Μ. Π. του Ν. , για αναίρεση της με αριθμό 370/2023 καταδικαστικής απόφασης του δικάσαντος κατ' έφεση Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (άρθρα 466 παρ.1, 473 παρ.2,3), την 1-11-2023, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α, και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, για την πράξη της απόπειρας εκβίασης από κοινού, ασκήθηκε από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, με δήλωση που επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ. εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη (την 1-11-2023) στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (άρθρα 466 παρ.1, 473 παρ.2,3), περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους, συνιστάμενους α) στην έλλειψη αιτιολογίας και β) την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ,Ε ΚΠΔ).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρα 462 περ. β, 464, 466, 474 παρ.2Α, 4, 501 παρ. 1, 504 παρ.1, 505 παρ.1α ΚΠΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή αναιρετικών λόγων.
Συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτήν αναιρετικών λόγων.
Με την πρώτη από τις παραπάνω αναφερόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, ο αναιρεσείων Χ. Τ. αιτιάται, ειδικότερα, την προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους : Στο αιτιολογικό της απόφασης και στο διατακτικό αυτής δεν παρατίθενται τα συγκεκριμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, που αποδεικνύουν την ηθική αυτουργία του, αλλά αρκείται στη λεκτική διατύπωση των ορισμών του νόμου, χωρίς να παραθέτει συγκεκριμένα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συλλογισμούς και αποδείξεις, από τις οποίες πείσθηκε για την συμμετοχή του στην πράξη της εκβίασης, με την μορφή της ηθικής αυτουργίας. Δεν αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα μέσα και ο τρόπος που δέχθηκε το Δικαστήριο ότι χρησιμοποίησε για να πείσει τους φυσικούς αυτουργούς να διαπράξουν την συγκεκριμένη πράξη. Αντιθέτως στο μεν αιτιολογικό αναφέρονται ως τέτοια μέσα η "πειθώ", η "φορτικότητα" και αορίστως "άλλες παραινέσεις", χωρίς να εκτίθεται με τρόπο σαφή και πειστικό το περιεχόμενο των παραινέσεων αυτών, ενώ στο διατακτικό αναφέρονται ως τέτοια μέσα "οι συνεχείς προτροπές" (δεν αναφέρεται στο σκεπτικό) "η πειθώ", "η φορτικότητα" και "συμβουλές ως προς τον τρόπο δράσης" (επίσης δεν αναφέρεται στο σκεπτικό). Το Δικαστήριο, ενώ δέχεται ευθέως ότι υπήρξε νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας εταιρείας μέχρι τα τέλη του 2004 και ότι κατά την έκτακτη ΓΣ των μετόχων της 21/12/2004 εκλέχθηκε νέο ΔΣ (στο οποίο δεν συμμετείχε), στην συνέχεια εκτιμά ότι παρά την τυπική αποχώρησή του από την διοίκηση της εταιρείας, ουδέποτε αποξενώθηκα από αυτήν, ότι είχε ενεργό συμμετοχή παρασκηνιακώς στην διοίκησή της και προσπαθούσε παντοιοτρόπως να υπερασπισθεί τα συμφέροντά της. Στις παραδοχές αυτές εδράζει και την κρίση περί της ηθικής αυτουργίας του στην συγκεκριμένη πράξη. Ωστόσο, σε οποιοδήποτε σημείο του αιτιολογικού δεν παρατίθενται τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις που θεμελίωσαν την παραπάνω κρίση. Η αναιτιολόγητη παραδοχή ότι συμμετείχε "παρασκηνιακώς στην διοίκηση μίας κεφαλαιουχικής ανωνύμου εταιρείας" (η οποία εκπροσωπείται κατά νόμο αποκλειστικά και μόνο από το Διοικητικό της Συμβούλιο) σηματοδοτεί ότι το Δικαστήριο δεν συνεκτίμησε, ούτε συναξιολόγησε το σύνολο των τεθέντων υπόψη του αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα, παρά την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού ότι συνεκτιμήθηκαν οι "ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπερασπίσεως", από τις ως άνω παραδοχές του σκεπτικού της προσβαλλομένης απόφασης περί "τυπικής αποχώρησης και ενεργού παρασκηνιακής συμμετοχής του στην διοίκηση της εταιρίας" προκύπτει με βεβαιότητα ότι δεν λήφθηκε καθόλου υπόψιν η κατάθεση της μάρτυρα κατηγορίας Χ. Λ. (περιεχομένη στις σελ. 17-21 πρακτικών) και του μάρτυρα υπεράσπισης Σ. Τ. (περιεχομένη στις σελ.24-29 πρακτικών). Οι καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων δεν ελήφθησαν καθόλου υπ' όψει αφού το Δικαστήριο, καίτοι οδηγείται σε συμπέρασμα αντίθετο με τις καταθέσεις τους ουδόλως αιτιολογεί την κρίση του αυτή. Το Δικαστήριο δέχεται στο αιτιολογικό (σελ.52) ότι οι φερόμενοι ως φυσικοί αυτουργοί της πράξης της εκβίασης "καταστήσαν φανερό, απευθυνόμενοι προς τον Ι. Κ. , με τη φράση "Γιατί δε δίνεις τα λεφτά στον Τ." εννοώντας ότι ενεργούν για λογαριασμό του Χ. Τ. , ..." και στο διατακτικό (σελ.57) "αφού οι κατηγορούμενοι τους κατέστησαν φανερό με τη φράση "Γιατί δεν δίνεις τα λεφτά στον Τ." ότι ενεργούν για λογαριασμό δικό του". Η αιτιολογία αυτή δεν είναι ούτε ειδική, ούτε εμπεριστατωμένη, εφ' όσον το Δικαστήριο εκλαμβάνει ως δεδομένο το ζητούμενο, ερμηνεύει την φράση που φέρεται ότι απευθύνθηκε στον πολιτικώς ενάγοντα ("εννοώντας ότι"), και οδηγείται χωρίς παράθεση πραγματικών περιστατικών και αποδείξεων στο συμπέρασμα ότι η αναφορά του επωνύμου "Τ." αφορά αποκλειστικά και μόνο το πρόσωπό του (Χ. Τ.). Από τα παραπάνω προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι δεν ελήφθη καθόλου υπ' όψει το αναγνωσθέν με αριθμό 1 κατά την διαδικασία στο ακροατήριο (σελ.21 πρακτικών) έγγραφο και ειδικότερα "το υπ' αρ. πρωτ. .../04" και ημερομηνία .../2005 της Γενικής Διεύθυνσης Ποιότητας Ζωής-Διεύθυνση Εταιριών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης", όπου καταγράφεται η σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας "..." με Αντιπρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής τον Σ. Τ.
Περαιτέρω, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και νόμιμης βάσης, εφόσον το Δικαστήριο εσφαλμένως ερμήνευσε την διάταξη του άρθρου 385 ΠΚ ως προς το στοιχείο του "παρανόμου" οφέλους. Ειδικότερα, για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκβίασης απαιτείται το επιδιωκόμενο όφελος να είναι "παράνομο", δηλαδή να μην αποτελεί νόμιμη απαίτηση του δράστη ή του άλλου και να τελεί σε σχέση υλικής αντιστοιχίας με την επελθούσα περιουσιακή ζημία, έτσι ώστε να αποτελεί αυτό την αντίστροφη όψη της ζημίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, ενώ το Δικαστήριο δέχεται ότι υφίστατο νόμιμη απαίτηση της ανωνύμου εταιρείας "... Α.Β.Ε.Ε." προερχόμενη από την υπ' αριθ. 1311/2011 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτ/κείου Θεσ/νίκης, ποσού 9.585,47 ευρώ, η οποία κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προερχόταν από νόμιμη περιουσιακή συναλλαγή και ενσωμάτωνε οφειλόμενο τίμημα από την αγορά υγρών μπαταρίας- λιπαντικών εκ μέρους της λήπτριας των προϊόντων Δ. Ν. , στην συνέχεια καταλήγει ότι επρόκειτο για "παράνομο" περιουσιακό όφελος και ότι το ποσό αυτό "υπερέβαινε κατά 9.150 ευρώ την πραγματική οφειλή της". ότι από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το Δικαστήριο προσδιορίζει το "παράνομο όφελος", αφαιρώντας από το οφειλόμενο ποσό των 9.585,47 ευρώ (το οποίο επιδικάσθηκε νομίμως υπέρ της ανωνύμου εταιρείας με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτ/κείου Θεσ/νίκης) το ποσό των 435,47 ευρώ, που επιδικάσθηκε με την υπ' αριθ. 5017/2006 πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσ/νίκης, η οποία (πρωτόδικη απόφαση) δέχεται ανελέγκτως ότι εξαφανίσθηκε με την υπ' αριθ. 131/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτ/κείου Θεσ/νίκης. Ότι με τις ως άνω αντιφατικές παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση θεωρεί ως "παράνομο όφελος" το χρηματικό ποσό που επιδικάσθηκε νομίμως με τελεσίδικη δικαστική απόφαση υπέρ της δικαιούχου εταιρείας "... Α.Β.Ε.Ε.". Ότι οι παραδοχές αυτές δεν πληρούν το πραγματικό της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της εκβίασης, ειδικότερα δε δεν πληρούν το στοιχείο της επιδίωξης του "παρανόμου οφέλους" με την άσκηση βίας. Επομένως αφού δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκβίασης από τον φυσικό αυτουργό, ένεκα της έλλειψης του αναγκαίου στοιχείου της επιδίωξης παράνομου οφέλους, δεν νοείται και η συμμετοχή στην μη αξιόποινη αυτή πράξη με την μορφή της ηθικής αυτουργίας, για την οποία καταδικάσθηκε. Για τον λόγο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον, εξαιτίας των παραπάνω ελλείψεων και αντιφάσεων, παραβιάστηκαν εκ πλαγίου οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42 παρ.1, 46 παρ.1, 385 του ΠΚ. (σχ. αίτηση αναίρεσης).
Εξάλλου, οι δεύτερος και τρίτος αναιρεσείοντες (Κ. και Μ. Π.) αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση, με τις ομοίου περιεχομένου αναιρέσεις τους, για τους παρακάτω λόγους:
α) Το Πενταμελές Εφετείο Θεσ/νίκης υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, αφού, παρότι δέχεται (κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του) ότι το περιουσιακό όφελος στο οποίο αποσκοπούσε η απόπειρα εκβίασης του αναιρεσείοντος (κατά συναυτουργία) ήταν καθόλα νόμιμο (προέκυπτε μάλιστα από τελεσίδικη απόφαση Πολιτικού Δικαστηρίου, έχουσα δύναμη δεδικασμένου στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης), καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για απόπειρα εκβίασης. Κατέληξε δε στο συμπέρασμα αυτό με το σκεπτικό πως το παράνομο όφελος έγκειται στο ότι η ενέργεια των θυμάτων "δεν αποτελεί έκφραση του παρεχόμενου από το άρθρο 2 παρ.1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος και 361 του Α.Κ. δικαιώματος της βουλήσεώς τους και της ελευθερίας στις συναλλαγές και η επιδίωξη εισπράξεως αυτής με τον αναφερόμενο τρόπο ήτοι με βία και απειλή, που αποδοκιμάζεται από το δίκαιο ως αξία μομφής ήταν παράνομη". Εντούτοις, η ίδια η απόφαση παραπέμπει για την συγκεκριμένη νομολογία στις ΑΠ 31/2021, ΑΠ 38/2022. Μία τέτοια εφαρμογή της αποστροφής αυτής της νομολογίας του ΑΠ θα απέληγε στο άτοπο να καταφάσκει πάντα εκβίαση (αφού πάντοτε προϋποθέτει ως στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασής της το να μετέρχεται ο δράστης βία ή και απειλή), ακόμα και εάν το σκοπούμενο όφελος είναι απαίτηση ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, κάτι που θα έθετε εκ ποδών την επιλογή του νομοθέτη να αξιώσει την ύπαρξη σκοπού παράνομου περιουσιακού οφέλους και θα απέληγε σε ερμηνεία contra legem σε βάρος του κατ/νου, κατά παραβίαση του άρθρ.7 παρ.1 Συντ. Με άλλα λόγια, από το γράμμα της διάταξης είναι αποκλεισμένη η στοιχειοθέτηση του εγκλήματος όταν ο δράστης πλανάται ως προς το ότι υπάρχει νόμιμη ληξιπρόθεσμη απαίτηση κατά του εκβιαζομένου, κατά μείζονα δε λόγο, και όταν η απαίτηση είναι πράγματι νόμιμη. Επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά τους ισχυρισμούς του, εσφαλμένα εφάρμοσε την συναφή νομολογία του Αρείου Πάγου και, οδηγήθηκε σε εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρ.385 παρ.2 ΠΚ. β) Για τους ανωτέρω λόγους, δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος (σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους) και την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί επιτρεπτής μεταβολής κατηγορίας.
Άλλωστε, για την αιτιολογία του εν θέματι σκοπού, ανάγεται στην τυπολογία του εγκλήματος και στην πραγμάτωση των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης (ο παραπάνω "τρόπος εισπράξεως" οφειλόμενων χρημάτων αποτελεί "κλασική περίπτωση εκβίασης"), η οποία απλά ενισχύεται από το γεγονός ότι ο ηθικός αυτουργός δεν ανέμεινε τη νομότυπη είσπραξη των χρημάτων διά της δικαστικής οδού. Έτσι όμως, δεν αιτιολογείται, κατά τους ισχυρισμούς του, ειδικά η ύπαρξη σκοπού παράνομου περιουσιακού οφέλους στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος- συναυτουργού, δεδομένου μάλιστα ότι δεν κρισιολογείται προς τούτο το προταθέν, με τον αυτοτελή ισχυρισμό του, στοιχείο ότι η αξίωση καταβολής των 9.585,00 ευρώ αφορούσε σε νόμιμη και πραγματική οφειλή. Μετά ταύτα, η απόφαση, κατά τους ισχυρισμούς του, είναι αναιρετέα κατά το σκέλος της κήρυξης του αναιρεσείοντος ενόχου για την πράξη της απόπειρας εκβίασης κατά συναυτουργία, λόγω έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠΔ) και εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρ.385 παρ. 1-2 ΠΚ (άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Ε ΚΠΔ). (σχ. αιτήσεις αναίρεσης).
Κατά το άρθρο 385 ΠΚ, που φέρει τον τίτλο "Εκβίαση", όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, πριν δηλαδή από την αντικατάστασή του με τον Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019), "1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου τιμωρείται: α) σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380, παραγρ. 1 και 2 (δηλαδή με κάθειρξη (διαρκείας πέντε (5) ετών έως είκοσι (20) ετών κατ' άρθρο 52 παρ. 2 ΠΚ) ή ισόβια κάθειρξη), αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, β) αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματός του, ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και δεν επιτρέπεται μετατροπή ή αναστολή της ποινής. Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατά συνήθεια ή κατ' επάγγελμα (ή αν από τις περιστάσεις αποδεικνύεται ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος), τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, γ) σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", ενώ το αυτό ως άνω άρθρο 385 ΠΚ μετά την έναρξη ισχύος του προαναφερθέντος Ν. 4619/2019, δηλαδή από 1-7-2019, διαμορφώθηκε ως εξής: "1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή. 2. Αν η πράξη της προηγούμενης παραγράφου τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής επιβάλλεται κάθειρξη (δηλαδή διαρκείας πέντε (5) έως δέκα πέντε (15) ετών κατ' άρθρο 52 παρ. 2 ΠΚ) και χρηματική ποινή. Αν από την πράξη επήλθε ο θάνατος κάποιου προσώπου ή βαριά σωματική βλάβη ή αν η πράξη εκτελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου, επιβάλλεται κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή". Το ίδιο άρθρο (385) στην συνέχεια τροποποιήθηκε με το άρθρο 91 του Ν. 4855/2021 (ΦΕΚ Α' 215/12.11.2021) και έχει πλέον ως εξής: "1. Όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή τρίτος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει άλλον με βία ή απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή. 2. Αν η πράξη της προηγούμενης παραγράφου, τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής τιμωρείται σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 380 ΠΚ (δηλαδή με κάθειρξη (διαρκείας πέντε (5) έως δέκα πέντε (15) ετών κατ' άρθρο 52 παρ. 2 ΠΚ) και χρηματική ποινή και ισόβια κάθειρξη). 3. Η εκβίαση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) ετών και χρηματική ποινή αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματος ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον. Αν την παραπάνω πράξη τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή". Από την αντιπαραβολή των διατάξεων του άρθρου 385 του παλαιού ΠΚ με αυτές του νέου ΠΚ καθώς και της μεταγενέστερης τροποποίησης αυτού, προκύπτει ότι, παρά την διαφορετική από νομοτεχνικής φύσης διαμόρφωση της νέας διάταξης, τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, δηλαδή της εκβίασης, δεν έχουν μεταβληθεί, στην κρινομένη όμως υπόθεση, όπου η σχετική πράξη του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, η ηθική αυτουργία σε απόπειρα εκβίασης τελέσθηκε εκ μέρους του στις 14-6-2012, η τροποποιηθείσα διάταξη του νέου ΠΚ είναι επιεικέστερη εν σχέσει προς την ισχύουσα μέχρι 30-6-2019 διάταξη, ως προς την απειλούμενη ποινή κάθειρξης, αφού με αυτή προβλέπεται ποινή κάθειρξης διάρκειας από πέντε (5) ετών έως δέκα πέντε (15) ετών, έναντι της τροποποιηθείσας (παλιάς) διάταξης, με την οποία προβλέπεται ποινή κάθειρξης διαρκείας από πέντε (5) έως είκοσι (20) ετών (ΑΠ 561/2023, ΑΠ 38/2022). Από την διάταξη αυτή λοιπόν προκύπτει ότι για την συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της εκβίασης απαιτείται εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, βλαπτική για την περιουσία του, με βία ή με απειλή, ικανή να αποκλείσει την αυτοπροαίρετη απόφασή του και της υποκειμενικής του υπόστασης, γνώση του δράστη ότι με την ασκούμενη βία ή απειλή περιάγεται το παθητικό υποκείμενο σε καταναγκαστική κατάσταση, θέληση του δράστη να εξαναγκάσει τον παθόντα σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του ιδίου ή άλλου και επιπλέον σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Ο σκοπός αυτός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης, δηλαδή ότι δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος, καθώς επίσης και όταν στην συγκεκριμένη περίπτωση η προς πραγμάτωση νόμιμης απαίτησης εφαρμογή του μέσου της βίας ή της απειλής αποδοκιμάζεται από το δίκαιο εμφανιζόμενη ως άξια μομφής. Ο εξαναγκασμός, ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβίασης, έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής, δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο ή ανησυχία, ενώ η βία ή η απειλή στρέφεται κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διάθεσης, με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζόμενου και να οδηγηθεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και η απειλούμενη σε βάρος του εξαναγκαζόμενου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, διότι εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ' εαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή άσκησής τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 ΠΚ (ΑΠ 1132/2025). Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια συμπεριφορά, αλλιώς, αν δηλαδή δεν επέλθει η ζημία και εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι, το έγκλημα είναι σε απόπειρα. Για την κακουργηματική μορφή του άρθρου 385 ΠΚ, απαιτείται ο υπαίτιος να μεταχειρίσθηκε σωματική βία εναντίον προσώπου ή απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής (ΑΠ 561/2023, ΑΠ 500/2020, ΑΠ 1092/2020).
Εξάλλου, το έγκλημα της εκβίασης είναι δεκτικό απόπειρας όπως ήδη αναφέρθηκε, για την ύπαρξη της οποίας απαιτείται κατά το άρθρο 42 παρ. 1 ΠΚ, να επιχειρήσει ο δράστης πράξη, η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης αυτού, δηλαδή να προβεί σε ενέργεια, η οποία αποτελεί μέρος της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και οδηγεί κατ' ευθείαν στην πραγμάτωσή του ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται σαν τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο. Επομένως, αν η απειλή αυτή δεν προκάλεσε στον απειλούμενο φόβο και ο τελευταίος δεν ενέδωσε προβαίνοντας, εξαναγκαζόμενος, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή ή δεν επέφερε σ' αυτόν περιουσιακή ζημία, το έγκλημα της εκβίασης δεν είναι τελεσμένο και η βία ή η απειλή που ασκήθηκε συνιστούν απόπειρα του εγκλήματος αυτού, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 ΠΚ, εφόσον περιέχουν τουλάχιστον αρχή εκτέλεσής του, η οποία (απόπειρα εκβίασης) τιμωρείται κατά την ίδια διάταξη (άρθρο 42 παρ. 1 ΠΚ) με μειωμένη ποινή κατ' άρθρο 83 ΠΚ ( ΑΠ 1132/2025, ΑΠ 561/2023, ΑΠ 787/2020).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 ΠΚ, κατά την οποία "Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) Πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της απόφασης να διαπράξει ορισμένη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ απειλή κλπ , β) η τέλεση εκ μέρους του φυσικού αυτουργού τουλάχιστον απόπειρας του εγκλήματος η διάπραξη από τον άλλον της πράξης αυτής, δηλαδή η πράξη του φυσικού αυτουργού να πραγματώνει την αντικειμενική υπόσταση ενός εγκλήματος, έστω και σε απόπειρα και να μην αίρεται από κάποιο λόγο ο άδικος χαρακτήρας του τελευταίου και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης (ΑΠ 1132/2025, ΑΠ 1058/2022 ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 734/2021, ΑΠ 1292/2018).
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (Ολ. ΑΠ 1/2005, ΑΠ 360/2020, ΑΠ 397/2020). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 904/2022). Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά και ως προς τους προβαλλόμενους από τον κατ/νο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Προϋποτίθεται όμως ότι η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών έγινε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη νομική και πραγματική θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατ/νο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους (ΑΠ 355/2019, ΑΠ 635/2019, ΑΠ 61/2017). Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προτείνονται από τον κατ/νο ή τον συνήγορό του στο Δικαστήριο της ουσίας (άρθρ.170 και 333 παρ.2 ΚΠΔ) και συγκροτούνται από πραγματικά γεγονότα που ασκούν καταλυτική επίδραση από νομική άποψη στην στοιχειοθέτηση κάποιου ουσιαστικού στοιχείου της έννοιας του εγκλήματος (άρθρ.14 ΠΚ), δηλ. α) στην άρση του αδίκου, β) στον αποκλεισμό ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, γ) στην εξάλειψη του αξιοποίνου, δ) στον αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο, ε) στους λόγους που αυξομειώνουν την ποινή και στ) στους εξωτερικούς όρους του αξιόποινου.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Π.Δ. , για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ` αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται, ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1515/2025, ΑΠ 541/2025, ΑΠ 1293/2024, ΑΠ 1166/2023, ΑΠ 127/2022, ΑΠ 80/2020).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. ΑΠ 1/2020, ΑΠ 806/2023).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ του Κ.Π.Δ. , υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση (θετική υπέρβαση εξουσίας), ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι` αυτό κατά νόμο όροι, ή παραλείπει να αποφανθεί για ζήτημα που υπάγονταν στη δικαιοδοσία του (αρνητική υπέρβαση εξουσίας) (Ολ. ΑΠ 3/2005, ΑΠ 303/2020, ΑΠ 82/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, για τον σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης, το ως άνω δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων [ειδικότερα δε, από την ανωμοτί κατάθεση του πρωτοδίκως παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος επανέλαβε την σχετική δήλωση και ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπερασπίσεως στο ακροατήριο, που περιέχονται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, την επισκόπηση των δύο(2) φωτογραφιών, που βρίσκονται στην δικογραφία σε συνδυασμό με τις απολογίες των εκκαλούντων- κατηγορουμένων και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως (και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως)], δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά λέξη, τα εξής: "Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ" και τον διακριτικό τίτλο ... ΑΒΕΕ εδρεύει στο 16° χιλ. Π.Ε.Ο Θεσσαλονίκης - Κιλκίς και διατηρεί βιοτεχνία παρασκευής υγρών μπαταρίας και λιπαντικών τα οποία εμπορεύεται στην ως άνω διεύθυνση και προέρχεται από μετατροπή της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο ...
Η Δ. Ν. του Κ. , διατηρεί ατομική επιχείρηση εμπορίας λιπαντικών επί της οδού ... στα Γιαννιτσά. Στα πλαίσια των εν λόγω δραστηριοτήτων τους δυνάμει διαδοχικών ατύπων συμβάσεων πωλήσεως που κατάρτισαν μεταξύ τους η ανωτέρω εταιρία πώλησε προς την Δ. Ν. και της παρέδωσε κατά το χρονικό διάστημα από 22-1-1999 έως 8-10- 2003 προϊόντα και συγκεκριμένα υγρά μπαταρίας - λιπαντικά, αντί συνολικού τιμήματος 218.942,81 ευρώ μαζί με τον αναλογούντα ΦΠΑ, επί πιστώσει. Με την υπ' αριθμ. κατ. .../2005 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που άσκησε η ως άνω πωλήτρια εταιρία, κατά της προαναφερθείσης Δ. Ν. , διατεινόμενη ότι η εναγόμενη έναντι του ανωτέρω τιμήματος των 218,942,81 ευρώ, κατέβαλε μόνο το ποσό των 209.357,34 ευρώ και αρνείται την καταβολή του υπολοίπου, ύψους 9.585,47 ευρώ, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη στην καταβολή του εν λόγω υπολοίπου νομιμοτόκως. Το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθμ. 5017/2006 απόφασή του, αφού έκανε δεκτές εν μέρει τις προβληθείσες ενστάσεις εξοφλήσεως και συμψηφισμού της εναγομένης, ποσών συνολικού ύψους 9.150 ευρώ, υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ανωτέρω εταιρία το ποσό των 435,47 ευρώ νομιμοτόκως. Κατά της αποφάσεως αυτής η τότε ενάγουσα άσκησε έφεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την υπ' αριθμ. 1311/ 2011 απόφασή του, υπό την παραδοχή της ενστάσεως της ενάγουσας ότι απαραδέκτως είχαν ληφθεί υπόψη με την εκκαλουμένη, τα αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη των ως άνω προβληθέντων περί εξοφλήσεως και συμψηφισμού ισχυρισμών της εναγόμενης, καθόσον αυτά υποβλήθηκαν με την προσθήκη των προτάσεών αυτής, έκανε δεκτή την έφεση και ,αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως άνω απόφαση, υποχρέωσε την εναγόμενη, Δ. Ν. , να καταβάλει στην ενάγουσα εταιρία το αιτούμενο με την αγωγή της ποσό των 9.585,47 ευρώ. Κατά της άνω υπ' αριθμ. 1311/ 2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ασκήθηκαν από την Δ. Ν. : α) η με αριθμ. ...-2013 αίτηση Αναιρέσεως και β) Η υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. .../2015 αίτηση Αναψηλαφήσεως, επί της οποίας δεν προσκομίστηκε απόφαση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ. Τ. του Σ. ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας εταιρίας μέχρι τα τέλη του 2004.
Κατά την έκτακτη ΓΣ των μετόχων της 21-12-2004 της ως άνω εταιρίας εκλέχθηκε νέο ΔΣ αποτελούμενο από τους 1. Τ. Κ. , γεννηθείσα το έτος 1926, ως πρόεδρο , 2. Τ. Σ. ως αντιπρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο και 3. Λ. Φ. ως αντιπρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο. Η Τ. Κ. , γιαγιά του Χ. Τ. , τύποις φερόταν ως Πρόεδρος της ως άνω εταιρίας και δεν είχε καμμία ενεργό συμμετοχή στην διαχείριση των υποθέσεών της, ο δε Φ. Λ. ήταν αδελφός του πρώτου κατηγορουμένου. Ο ανωτέρω (Χ. Τ.) παρά την τυπική αποχώρησή του από την διοίκηση της εταιρίας ουδέποτε αποξενώθηκε απ' αυτήν. Η αλλαγή του ΔΣ κατά τα προεκτεθέντα υπαγορεύθηκε για άλλους λόγους και ειδικότερα λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η εταιρία την περίοδο εκείνη και οι πραγματικοί της μέτοχοι, μεταξύ των οποίων και ο X.Τ. , επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν "αχυρανθρώπους" στην διοίκηση της εταιρίας. Ο ανωτέρω (Χ.Τ.), ο οποίος είχε ενεργό συμμετοχή παρασκηνιακώς στη διοίκηση της ως άνω εταιρίας και προσπαθούσε παντοιοτρόπως να υπερασπισθεί τα συμφέροντά της, με πειθώ φορτικότητα και άλλες παραινέσεις για την είσπραξη του παραπάνω ποσού έπεισε τον υπάλληλο της εταιρίας Α. Λ. , πρώτο κατηγορούμενο, που είναι εξάδελφός του, καθώς και τους δεύτερο και τρίτο κατηγορούμενους, Κ. και Μ. Π. να εισπράξουν το ανωτέρω ποσό με τη βία. Για το λόγο αυτό τις μεσημβρινές ώρες της 15-2-2006, ο πρώτος κατηγορούμενος, αφού ειδοποίησε τηλεφωνικά τον Ι. Κ. του Β. , σύζυγο της ανωτέρω Δ. Ν. , (ο οποίος, βεβαίως γνώριζε τις οικονομικές διαφορές της συζύγου του με την προαναφερθείσα εταιρία), να τον περιμένει στο κατάστημα της συζύγου του, μετέβη μαζί σε αυτό με τους άλλους δύο κατηγορουμένους (τρίτο και τέταρτο), με το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής RENAULT τύπου CLIO. Στο κατάστημα εισήλθε αρχικά ο πρώτος κατηγορούμενος μαζί με τη Δ. Ν. και τον Ι. Κ. και λίγα λεπτά αργότερα οι τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων, και αφού καταστήσαν φανερό, απευθυνόμενοι προς τον Ι. Κ. , με τη φράση "Γιατί δε δίνεις τα λεφτά στον Τ." εννοώντας ότι ενεργούν για λογαριασμό του Χ. Τ. , ζήτησαν απ' αυτόν να τους καταβάλει αμέσως για λογαριασμό της συζύγου του το παραπάνω ποσό. Όταν ο τελευταίος αρνήθηκε, λέγοντας ότι η οφειλή της συζύγου του προς την εταιρία ... Α.Β.Ε.Ε. , δεν ανερχόταν στο αιτούμενο από αυτούς ποσό, οι προαναφερθέντες τρεις κατηγορούμενοι (πρώτος, τρίτος, τέταρτος) επετέθησαν εναντίον του τον έσπρωξαν βίαια και τον χτύπησαν με γροθιές στο πρόσωπο και όταν αυτός έπεσε στο πάτωμα άρχισαν να τον κλωτσούν σε διάφορα σημεία του σώματος του με αποτέλεσμα να του προκαλέσουν σωματικές κακώσεις, στη συνέχεια ,δε, οι τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων, τον απείλησαν με τη φράση "Ήρθαμε για να μας δώσεις τα λεφτά που χρωστάς, θα σε κανονίσουμε αν δεν τα δώσεις τα λεφτά στον Τ.", επιδεικνύοντας προς αυτόν (Κ.) ταυτόχρονα από ένα όπλο και ένα μαχαίρι ο καθένας, ώστε να αναγκασθεί η Δ. Ν. να καταβάλει το ως άνω χρηματικό ποσό. Οι παραπάνω όμως ενέργειες δεν ολοκληρώθηκαν και οι ως άνω κατηγορούμενοι δεν πέτυχαν τον σκοπό τους από αίτια εξωτερικά και για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση τους, καθόσον η Δ. Ν. , παρά το ότι τρομοκρατήθηκε από τη σωματική βία που άσκησαν εναντίον του συζύγου της και από τις ενωμένες με κίνδυνο σώματος και ζωής απειλές τους, δεν υπέκυψε και δεν κατέβαλε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό, αλλά συνόδευσε τον σύζυγο της στο Κεντρικό Νοσοκομείο Γιαννιτσών, όπου, αφού εξετάσθηκε αυτός, διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάκωση κεφαλής, θλαστικό τραύμα μετώπου και μικρή εκχύμωση στο (αρ) άνω βλέφαρο, ενώ οι δράστες ,αφού επιβιβάσθηκαν στο προαναφερόμενο ΙΧΕ αυτοκίνητο απομακρύνθηκαν. Στην συνέχεια η Δ. Ν. με τον σύζυγο της μετέβησαν στο Τμήμα Ασφαλείας Γιαννιτσών όπου ανέφεραν το ως άνω περιστατικό. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 19.00 ο Ι. Κ. μετέβη με δύο αστυνομικούς του Τ.Α. Γιαννιτσών στην οικία του Σ. Τ. στο χωριό Μεσαίο Θεσσαλονίκης, όπου βρήκαν σταθμευμένο ακριβώς πίσω από την οικία του το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας RENAULT τύπου CLIO χρώματος ασήμι, το οποίο με τα χαρακτηριστικά που έφερε στην οροφή του ήταν αυτό που έβλεπε σταθμευμένο στην εταιρία ... Α.Β.Ε.Ε. , κατά το χρονικό διάστημα που είχε συναλλαγές η σύζυγος του με την ως άνω εταιρία. Με το όχημα αυτό μετέβησαν οι δράστες στο κατάστημα της συζύγου του και στη συνέχεια επιβιβάσθηκαν σ' αυτό και έφυγαν με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη. Τα παραπάνω προκύπτουν από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, και κυρίως από τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, από τις οποίες αναμφίβολα προκύπτει η προπεριγραφείσα δράση των πρώτου, τρίτου και τετάρτου των κατηγορουμένων, ως και η πρόκληση της αποφάσεώς τους προς τούτο από τις προτροπές και παραινέσεις του δευτέρου κατηγορουμένου. Όσα δε κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας : Α. Π. , φίλη της (τότε μνηστής και ήδη) συζύγου του δευτέρου κατηγορουμένου, Σ. Σ. , φίλος του πρώτου κατηγορουμένου, και οι μάρτυρες υπερασπίσεως Χ. Λ. , που έχει κουνιάδο τον δεύτερο κατηγορούμενο, Σ. Τ. , αδελφός του πρώτου κατηγορουμένου, Ι. Γ. , θείος των τρίτου και τετάρτου των κατηγορουμένων, οι οποίοι, υπό τις παραπάνω σχέσεις τους με τους κατηγορούμενους, όπως οι ίδιοι τις δήλωσαν, επιχειρούν να εμφανίσουν άλλοθι για τους κατηγορουμένους, υποστηρίζοντας ότι τους συγκεκριμένους χρόνους οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος εξ αυτών δεν βρίσκονταν στο κατάστημα όπου έγινε το παραπάνω συμβάν, ο δε πρώτος δεν είχε λόγο να προκαλέσει την απόφαση γι' αυτό στους λοιπούς, είναι αβάσιμα, αποκρουόμενα, κυρίως από το γεγονός ότι ο πολιτικώς ενάγων και η δεύτερη μάρτυρας κατηγορίας αναγνώρισαν αυτούς ως τα άτομα που συμμετείχαν στην επίθεση στο κατάστημα αυτής, αλλά και ανέφεραν τις παραπάνω απειλητικές εκφράσεις για την είσπραξη της οφειλής. Η παραπάνω κρίση για τα όσα διαδραματίστηκαν δεν αναιρείται, ούτε κι από τις καταθέσεις των λοιπών εξετασθέντων μαρτύρων ούτε κι από άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ενισχύεται δε αντιθέτως, από το υπ' αριθμ. ...-2010 έγγραφο της Υποδιεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος/Τμήμα Εξερευνήσεων σύμφωνα με το οποίο προκύπτει ότι από τα αποτυπώματα που βρέθηκαν στο κατάστημα της συζύγου του Ι. Κ. , επί της οδού ... στα Γιαννιτσά, διαπιστώθηκε δακτυλοσκοπικά ότι τα αποτυπώματα που βρέθηκαν σε ποτήρι, με το οποίο κατανάλωσε νερό ένας εκ των δραστών ταυτίζονται με τα αποτυπώματα του δεξιού δείκτη (τρεις φορές) του σεσημασμένου στην ανωτέρω υπηρεσία, με Α.Φ. ... και στοιχεία: Π. Κ. του Ν. και της Α. γεν. ...-1980 Θεσσαλονίκη, κάτοικος ... (Α.Δ.Τ. ... Τ.Α. ...) και το αποτύπωμα που βρέθηκε σε μεταλλικό δοχείο λαδιού ταυτίζεται με το αποτύπωμα της δεξιάς παλάμης του σεσημασμένου στην ίδια ως άνω υπηρεσία με Α.Φ. ... και στοιχεία: Π. Μ. του Ν. και της Α. γεν. ...-1978 στη Θεσσαλονίκη, κάτοικος ... , ήτοι με αυτά που άφησαν κατά την παραμονή τους στο κατάστημα πριν το συμβάν οι τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων, οι οποίοι μέχρι τότε ήταν άγνωστοι δράστες σε σχέση με το επεισόδιο, κι αποκαλύφθηκαν λόγω της παρουσίας των αποτυπωμάτων, αλλά και της εν συνεχεία αναγνωρίσεώς τους από τους πολιτικώς ενάγοντες, όπως έχει εκτεθεί. Σημειωτέον δε ότι, ο παραπάνω "τρόπος εισπράξεως" οφειλομένων χρημάτων αποτελεί "κλασική περίπτωση εκβίασης", ο δε συγκεκριμένος τρόπος ενεργείας, εμπεριέχει με βάση τους κανόνες τις λογικής και της κοινής πείρας, το συμπέρασμα ότι συντρέχει στο πρόσωπο των κατηγορουμένων υποκειμενικό στοιχείο του δόλου τελέσεως του εγκλήματος της απόπειρας εκβίασης, όπως αναφέρεται το στοιχείο αυτό στην σκέψη στην αρχή της παρούσας, που αποδίδεται στους πρώτο, τρίτο και τέταρτο των κατηγορουμένων, στον δε δεύτερο εξ αυτών της ηθικής αυτουργίας στην εκβίαση που του αποδίδεται με την κατηγορία. Το γεγονός μάλιστα ότι είχε κατατεθεί η ανωτέρω υπ' αρ. εκθ. καταθ..../2005 σχετική αγωγή της ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΘΕΕ", χωρίς όμως, ο δεύτερος κατηγορούμενος, να αναμένει τη νομότυπη πορεία, και κατά συνέπεια την νομότυπη είσπραξη των χρημάτων του δια της δικαστικής οδού αυτής, από την πολιτικώς ενάγουσα, είτε κι από τον σύζυγό της, που, όπως προκύπτει είχε δικαίωμα να ενεργεί για λογαριασμό της στις συναλλαγές, ενισχύει το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου τόσο αυτού {β' κατηγορουμένου), ως ηθικού αυτουργού, όσο και των λοιπών κατηγορουμένων, που διέπραξαν σε απόπειρα την εκβίαση, αφού η πράξη των εξαναγκαζομένων πολιτικώς εναγόντων δεν αποτελεί έκφραση του παρεχομένου από το άρθρο 2 παρ.1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος και 361 του Α.Κ. δικαιώματος της βουλήσεώς τους και της ελευθερίας στις συναλλαγές και η επιδίωξη εισπράξεως αυτής με τον αναφερόμενο τρόπο ήτοι με βία και απειλή, που αποδοκιμάζεται από το δίκαιο ως αξία μομφής ήταν παράνομη (ΑΠ 1401/2003). Ο προβληθείς από τους κατηγορουμένους ισχυρισμός "περί σκευωρίας" του I. Κ. ελέγχεται ως αβάσιμος και δεν ενισχύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Αντιθέτως από την κατάθεση των I. Κ. και Κ. Κ. προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι τρίτο πρόσωπο (Π.) μεσολάβησε ώστε "να τα βρουν" για να μην δικαστούν και χάσουν την δουλειά τους οι τρίτος(δημοτικός υπάλληλος) και τέταρτος(στρατιωτικός) των κατηγορουμένων, γεγονός που επιβεβαιώνει αναμφίβολα την εμπλοκή των εν λόγω κατηγορουμένων στην πράξη που τους αποδίδεται. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων :α) της απόπειρας εκβίασης από κοινού, όσον αναφορά τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο των κατηγορουμένων, και της β) ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα της παραπάνω εκβίασης για τον πρώτο κατηγορούμενο, για τις οποίες κατηγορούνται, τις οποίες τέλεσαν κατά την νομοτυπική τους μορφή, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών των κατηγορουμένων περί μετατροπής της κατηγορίας, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό ,σε παράνομη βία κατ' άρθρο 330 ΠΚ και απειλή κατ' άρθρο 333 ΠΚ, και των λοιπών αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών".
Στη συνέχεια, το δικαστήριο, αφού απέρριψε τον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό των εκκαλούντων- κατηγορουμένων περί μεταβολής της κατηγορίας, κήρυξε τους αναιρεσείοντες ένοχους για την τέλεση των κατωτέρω αξιόποινων πράξεων, ως ακολούθως: ..."ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους κατηγορούμενους Α. Λ. του Ι. (σημ. μη ασκήσαντα αναίρεση), Κ. Π. του Ν. και Μ. Π. , ενόχους του ότι, στα Γιαννιτσά του Νομού Πέλλας στις 15-2-2006 ενεργώντας από κοινού, προκειμένου να εκτελέσουν το κακούργημα της εκβίασης κατόπιν συναπόφασης που τους προκάλεσε ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ. Τ. του Σ. , για λογαριασμό της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ" και διακριτικό τίτλο "... ΑΒΕΕ" και αντικείμενο την παρασκευή και εμπορία υγρών μπαταρίας και λιπαντικών, επιχείρησαν πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του άνω εγκλήματος, δηλαδή με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, αυτοί επιχείρησαν από κοινού, ενεργώντας κατά συναυτουργία, να εξαναγκάσουν κάποιον με σωματική βία εναντίον προσώπου και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής σε πράξη από την οποία επερχόταν ζημία στην περιουσία άλλου, η πράξη τους, όμως, αυτή δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση τους και από εμπόδια εξωτερικά. Ειδικότερα τις μεσημβρινές ώρες της 15-2-2006 με σκοπό να εισπράξει η ανώνυμη εταιρία " ... ΑΒΕΕ" στην οποία εργάζεται ως πωλητής ο πρώτος κατηγορούμενος Α. Λ. , αναγκαστικά από την Δ. Ν. του Ν. , ιδιοκτήτρια ατομικής επιχείρησης εμπορίας υγρών μπαταρίας και λιπαντικών το χρηματικό ποσό των 9.585 ευρώ, στο οποίο κατά τους ισχυρισμούς του εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας ανερχόταν η ενοχική απαίτηση της εταιρίας σε βάρος της Δ. Ν. από την πώληση υγρών μπαταρίας και λιπαντικών για τις ανάγκες της επιχείρησής της, αφού ο πρώτος κατηγορούμενος ειδοποίησε τηλεφωνικά το σύζυγο αυτής Ι. Κ. του Β. να τον περιμένει στο κατάστημα που διατηρεί στην οδό ... για να εισπράξει το παραπάνω χρηματικό ποσό, μετέβη μαζί με τους τρίτο κατηγορούμενο Κ. Π. και Μ. Π. , με το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής RENAUT, τύπου CLIO στο ως άνω κατάστημα στο οποίο μπήκε αρχικά ο πρώτος κατηγορούμενος μαζί με τη Δ. Ν. και τον Ι. Κ. και λίγα λεπτά αργότερα οι δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι, και αφού καταστήσανε φανερό με τη φράση "Γιατί δε δίνεις τα λεφτά στον Τ." ότι ενεργούν για λογαριασμό του δευτέρου κατηγορουμένου Χ. Τ. , ζήτησαν από τον Ι. Κ. να τους καταβάλει αμέσως για λογαριασμό της συζύγου του το παραπάνω ποσό και όταν ο τελευταίος αρνήθηκε, λέγοντας ότι η οφειλή της συζύγου του προς την εταιρία ... Α.Β.Ε.Ε. , δεν ανερχόταν στο ποσό αυτό, αυτοί επιτέθηκαν εναντίον του τον έσπρωξαν βίαια και τον χτύπησαν με γροθιές στο πρόσωπο και όταν αυτός έπεσε στο πάτωμα άρχισαν να τον κλωτσούν σε διάφορα σημεία του σώματός του με αποτέλεσμα να του προκαλέσουν κάκωση κεφαλής, θλαστικό τραύμα μετώπου, μικρή εκχύμωση στο αριστερό άνω βλέφαρο και άλγος στην επιφάνεια ίου κορμού και στα άνω άκρα, στη συνέχεια δε οι τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων, απείλησαν τον Ι. Κ. με την φράση "Ήρθαμε για να μας δώσεις τα λεφτά που χρωστάς, θα σε κανονίσουμε αν δεν τα δώσεις τα λεφτά στον Τ.", επιδεικνύοντάς του ταυτόχρονα από ένα όπλο και ένα μαχαίρι ο καθένας, ώστε να αναγκασθεί η Δ. Ν. να καταβάλει το ως άνω χρηματικό ποσό το οποίο υπερβαίνει κατά το ποσό των 9.150 ευρώ την πραγματική οφειλή της προς την ανώνυμη εταιρία, με ισόποση ζημία στην περιουσία της. Οι παραπάνω όμως ενέργειες δεν ολοκληρώθηκαν και δεν πέτυχαν τον σκοπό τους οι κατηγορούμενοί, από αίτια εξωτερικά και για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή τους , καθόσον η Δ. Ν. , παρά το ότι τρομοκρατήθηκε από τη σωματική βία που άσκησαν εναντίον του συζύγου της και από τις ενωμένες με κίνδυνο σώματος και ζωής απειλές τους, δεν υπέκυψε και δεν κατέβαλε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό, αλλά αντίθετα κατήγγειλε το παραπάνω περιστατικό στο Α.Τ. Γιαννιτσών". "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο Χ. Τ. του Σ. ένοχο του ότι, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να τελέσουν το κακούργημα της απόπειρας εκβίασης, το οποίο αυτοί τέλεσαν σε απόπειρα κατά συναυτουργία και ειδικότερα: Στο Μεσαίο νομού Θεσσαλονίκης στις 15-2-2006 προκάλεσε την απόφαση στους συγκατηγορουμένους του Α. Λ. του Ι. , (πρώτο), Π. Κ. του Ν. (τρίτο) και 3) Π. Μ. του Ν. ( τέταρτο), να τελέσουν το κακούργημα της εκβίασης κατά συναυτουργία δηλαδή, ενεργώντας από κοινού με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος να εξαναγκάσουν κάποιον με βία και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος και ζωής σε πράξη από την επερχόταν ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου, οι δράστες δε αυτοί πράγματι επιχείρησαν ενέργειες που περιείχαν αρχή εκτελέσεως του άνω κακουργήματος, η πράξη τους όμως δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή τους και από εμπόδια εξωτερικά. Ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και χρόνο, με συνεχείς προτροπές, πειθώ, φορτικότητα και συμβουλές ως προς τον τρόπο δράσης προκάλεσε την συναπόφαση στους παραπάνω συγκατηγορουμένους του να ενεργήσουν από κοινού και με σκοπό να εισπράξει αναγκαστικά η ανώνυμη εταιρία ... Α.Β.Ε.Ε, με έδρα το Μεσαίο Θεσσαλονίκης και αντικείμενο την παρασκευή και εμπορία υγρών μπαταρίας και λιπαντικών από την Δ. Ν. του Ν. , ιδιοκτήτρια ατομικής επιχείρησης εμπορίας υγρών μπαταρίας και λιπαντικών που βρίσκεται στην οδό ..., στα Γιαννιτσά, νομού Πέλλας, το χρηματικό ποσό των 9.585 ευρώ, στο οποίο κατά τους ισχυρισμούς του, ανερχόταν η ενοχική απαίτηση της ως άνω ανώνυμης εταιρίας σε βάρος της Δ. Ν. από την πώληση υγρών μπαταρίας και λιπαντικών και το οποίο όπως γνώριζε υπερβαίνει κατά το ποσό των 9.150 ευρώ την πραγματική οφειλή της προς την ανώνυμη εταιρία να ασκήσουν βία και να προβούν σε απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος και ζωής εναντίον του συζύγου της Ι. Κ. , ώστε να υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει το ανωτέρω χρηματικό ποσό, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου δεν του όφειλε, με ζημία στην περιουσία της ποσού 9.150 ευρώ και συγκεκριμένα μετά από τηλεφωνική επικοινωνία του συγκατηγορουμένου του Α. Λ. , ο οποίος εργαζόταν ως πωλητής στην ... Α.Β.Ε.Ε, με τον Ι. Κ. , μετέβη και αυτός μαζί με τους τρίτο και τον τέταρτο κατηγορούμενο, με το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο (εργοστασίου κατασκευής RENAULT, τύπου CLIO), ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρίας, στο κατάστημα της Δ. Ν. , στο οποίο μπήκε αρχικά αυτός μαζί με την Δ. Ν. και τον Ι. Κ. , λίγα λεπτά δε αργότερα οι τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι, και αφού οι κατηγορούμενοι τους κατέστησαν φανερό με τη φράση " Γιατί δεν δίνεις τα λεφτά στον Τ." ότι ενεργούν για λογαριασμό δικό του, ζήτησαν από τον Ι. Κ. να τους καταβάλει αμέσως για λογαριασμό της συζύγου του, το παραπάνω χρηματικό ποσό και όταν ο τελευταίος αρνήθηκε του επιτέθηκαν και οι τρεις, τον έσπρωξαν βίαια και τον χτύπησαν με γροθιές στο πρόσωπο και όταν αυτός έπεσε στο πάτωμα άρχισαν να κλωτσούν σε διάφορα σημεία του σώματος του, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν κάκωση κεφαλής, θλαστικό τραύμα μετώπου, μικρή εκχύμωση στο αριστερό άνω βλέφαρο και άλγος στην επιφάνεια του κορμού και στα άνω άκρα, στη συνέχεια δε, οι τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι τον απείλησαν με τη φράση " ήρθαμε για να μας δώσεις τα λεφτά που χρωστάς, θα σε κανονίσουμε αν δεν δώσεις τα λεφτά στον Τ." επιδεικνύοντάς του ταυτόχρονα από ένα όπλο και από ένα μαχαίρι ο καθένας, ώστε να αναγκασθεί η Δ. Ν. να καταβάλει το ως άνω χρηματικό ποσό, το οποίο υπερβαίνει κατά το ποσό των 9.150 ευρώ την πραγματική οφειλή της προς την ανώνυμη εταιρία με ισόποση ζημία στην περιουσία της. Οι παραπάνω όμως ενέργειες τους δεν ολοκληρώθηκαν και δεν πέτυχαν τον σκοπό τους από αίτια εξωτερικά και για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση των τριών δραστών, καθόσον η Δ. Ν. παρά το ότι τρομοκρατήθηκε από τη σωματική βία που άσκησαν εναντίον του συζύγου της και από τις ενωμένες με κίνδυνο σώματος και ζωής απειλές τους δεν υπέκυφε και δεν κατέβαλε οπουδήποτε χρηματικό ποσό αλλά αντίθετα κατήγγειλε το παραπάνω περιστατικό στο Τ.Α. ...".
Σε σχέση με τους λόγους αναιρέσεως του Χ. Τ. , σημειώνονται τα ακόλουθα: Α) Με τις ανωτέρω, κατά τον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού παραδοχές του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι σε αυτή περιέχονται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εκβίασης από κοινού σε βαθμό κακουργήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και συλλογισμοί, χωρίς να στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα δε, από τις ως ανωτέρω παραδοχές, προκύπτει ότι παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε στους φυσικούς αυτουργούς την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη που διέπραξε, έτσι η αντίθετη αιτίαση είναι απορριπτέα. Αρκεί και η αναφορά στην απόφαση των μέσων, του τρόπου δια των οποίων προκλήθηκε η απόφαση στους φυσικούς αυτουργούς να τελέσουν την αξιόποινη πράξη "... συνεχείς προτροπές, πειθώ, φορτικότητα και συμβουλές ως προς τον τρόπο δράσης..." (βλ. διατακτικό σελ.56 προσβαλλόμενης απόφασης), "... με πειθώ φορτικότητα και άλλες παραινέσεις για την είσπραξη του παραπάνω ποσού..." (σκεπτικό, σελ.51 προσβαλλόμενης απόφασης) και, επομένως, η αντίθετη αιτίαση είναι απορριπτέα. Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, μεταξύ των οποίων της Χ. Λ. , του Σ. Τ. , έγγραφα, απολογίες, για να καταλήξει στην περί ενοχής κρίση του για τον κατηγορούμενο-πρώτο αναιρεσείοντα (σελ.50 προσβαλλόμενης απόφασης) και η αντίθετη αιτίαση είναι απορριπτέα. Το υπ' αριθ. πρωτ. .../04" και ημερομηνία ...-2005 έγγραφο της Γενικής Δ/νσης Ποιότητας Ζωής - Δ/νση Εταιρειών της Νομαρχίας Θεσ/νίκης ελήφθη υπόψη ως αναγνωσθέν (έγγραφο) από το Δικαστήριο της ουσίας (σελ.21, 50 προσβαλλόμενης απόφασης), το δε Δικαστήριο διατύπωσε την κρίση ότι οι φυσικοί αυτουργοί της απόπειρας εκβίασης "και αφού κατέστησαν φανερό, απευθυνόμενοι προς τον Ι. Κ. , με τη φράση "Γιατί δε δίνεις τα λεφτά στον Τ." εννοώντας ότι ενεργούν για λογαριασμό του Χ. Τ." (σελ. 52 προσβαλλόμενης απόφασης). Η αντίθετη αιτίαση ότι η αιτιολογία δεν είναι ειδικώς εμπεριστατωμένη, εφόσον το Δικαστήριο εκλαμβάνει ως δεδομένο το ζητούμενο και ερμηνεύει την φράση που απευθύνθηκε στον πολιτικώς ενάγοντα, αναφέρεται στην ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, την εσφαλμένη εκτίμηση απόδειξης, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και έτσι απορριπτέα. Σχετικά με την αιτίαση ότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν πληρούν το στοιχείο της επιδίωξης του "παράνομου οφέλους" με την άσκηση βίας, μετά την υπ' αριθ. 131/2011 απόφαση του Πολυμ. Πρωτ/κείου Αθηνών. Το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι "... Το γεγονός μάλιστα ότι είχε κατατεθεί η ανωτέρω υπ' αρ. εκθ. καταθ. .../2005 σχετική αγωγή της ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", χωρίς όμως, ο δεύτερος κατηγορούμενος, να αναμένει τη νομότυπη πορεία, και κατά συνέπεια την νομότυπη είσπραξη των χρημάτων του δια της δικαστικής οδού αυτής, από την πολιτικώς ενάγουσα, είτε κι από τον σύζυγό της, που, όπως προκύπτει είχε δικαίωμα να ενεργεί για λογαριασμό της στις συναλλαγές, ενισχύει το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου τόσο αυτού (β' κατηγορουμένου), ως ηθικού αυτουργού, όσο και των λοιπών κατηγορουμένων, που διέπραξαν σε απόπειρα την εκβίαση, αφού η πράξη των εξαναγκαζομένων πολιτικώς εναγόντων δεν αποτελεί έκφραση του παρεχομένου από το άρθρο 2 παρ.1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος και 361 του Α.Κ. δικαιώματος της βουλήσεώς τους και της ελευθερίας στις συναλλαγές και η επιδίωξη εισπράξεως αυτής με τον αναφερόμενο τρόπο ήτοι με βία και απειλή, που αποδοκιμάζεται από το δίκαιο ως αξία μομφής ήταν παράνομη (ΑΠ 1401/2003)..." (σελ.54 προσβαλλόμενης απόφασης).
Εξάλλου, σχετικά με την αιτίαση ότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν πληρούν το στοιχείο της επιδίωξης του "παράνομου οφέλους" με την άσκηση βίας, μετά την υπ' αριθ. 131/2011 απόφαση του Πολυμ. Πρωτ/κείου Αθηνών, η πράξη στην οποία εξαναγκαζόταν ο παθών δεν αποτελούσε έκφραση του παρεχομένου από τα άρθρα 2 παρ.1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος και άρθρ.361 του ΑΚ στο πρόσωπο δικαιώματος της βούλησής του και της ελευθερίας στις συναλλαγές γνώριζε δε (ο υπαίτιος) στην συγκεκριμένη περίπτωση ότι η επιδίωξη της εξόφλησης νόμιμου χρέους, δηλαδή η προς πραγμάτωση νόμιμης απαίτησης, με εφαρμογή του μέσου της βίας, της απειλής αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, ως άξια μομφής και είναι παράνομη. Έτσι δεν μπορεί να γίνει αναφορά για μη πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απόπειρας εκβίασης και ως εκ τούτου της συμμετοχής ετέρου σ' αυτή με την μορφή της ηθικής αυτουργίας, ούτε ότι το Δικαστήριο εσφαλμένως ερμήνευσε την διάταξη του άρθρ.385 ΠΚ ως προς το στοιχείο του "παρανόμου οφέλους".
Συνεπώς είναι απορριπτέα η περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος.
Κατόπιν των προαναφερθέντων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος που προβλέπονται από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ,Ε του ΚΠΔ. Β) Ακολούθως, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το αναπτυχθέν στο σκεπτικό νομικό μέρος αναφέρεται το άρθρο "385 παρ.1 περ.γ' του ΠΠΚ" που πρόκειται περί πλημ/τος. Ειδικότερα "Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 385 παρ.1 περ.γ' του ισχύσαντος μέχρι την 30η- 6-2019 ΠΚ, οι οποίες είναι επιεικέστερες, ως προς τις ποινές, έναντι των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 385 του ισχύοντος από την 1η-7-2019 νέου ΠΚ, "Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου, ή άλλου, τιμωρείται: α)..., β)..., γ) σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης της εκβίασης απαιτείται εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή βλαπτική για την περιουσία του εξαναγκαζομένου ή τρίτου προσώπου, με βία ή με απειλή ικανή να αποκλείσει την αυτοπροαίρετη απόφαση αυτού. Ο εξαναγκασμός πρέπει να γίνεται με σωματική βία ή με απειλή, με την οποία περιάγεται ο άλλος σε τρόμο ή ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διάθεσης, με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζομένου και να οδηγηθεί αυτός σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως ή και εμμέσως να έχει μεταβιβαστεί και με άλλον, αρκεί να είναι ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης του εξαναγκαζόμενου. Δεν αποκλείεται δε και μια προειδοποίηση ή σύσταση να περιέχει υποκρυπτόμενη απειλή. Είναι αδιάφορο, αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν η απειλή ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι με την απειλή εξαναγκάσθηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος, κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτή, ενώ η επαπειλούμενη σε βάρος του εξαναγκαζομένου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, διότι εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθεαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή άσκησής τους προς επίτευξη του επιδιωκομένου με αυτή (εκβίαση) σκοπού του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή κάποιος άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Για την υποκειμενική υπόσταση της ίδιας αξιόποινης πράξης, απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική της υπόσταση και τη θέληση ή αποδοχή πραγμάτωσης αυτής (βασικός δόλος) και, επιπρόσθετα, σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος (υπερχειλής δόλος), ανεξάρτητα από την επίτευξη ή μη του οφέλους. Τέτοιος σκοπός υπάρχει, όταν ο δράστης γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης, δηλαδή δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος ή, όταν η πράξη ή παράλειψη του εξαναγκαζομένου δεν αποτελεί έκφραση του παρεχομένου, από τα άρθρα 2 παρ.1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος, 361 του ΑΚ, στο πρόσωπο δικαιώματος της βούλησής του και της ελευθερίας στις συναλλαγές (Α.Π. 38/2022, ΑΠ 1302/2022, ΑΠ 31/2021)." (σελ.49, 50 προσβαλλόμενης απόφασης). - Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται (σελ.54) ότι "Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων: α) της απόπειρας εκβίασης από κοινού, όσον αναφορά τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο των κατηγορουμένων, και της β) ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα της παραπάνω εκβίασης για τον πρώτο κατηγορούμενο, για τις οποίες κατηγορούνται, τις οποίες τέλεσαν κατά την νομοτυπική τους μορφή, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, ...". Στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο Χ. Τ. του Σ. ένοχο του ότι, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να τελέσουν το κακούργημα της απόπειρας εκβίασης, το οποίο αυτοί τέλεσαν σε απόπειρα κατά συναυτουργία και ειδικότερα: Στο Μεσαίο νομού Θεσσαλονίκης στις 15-2-2006 προκάλεσε την απόφαση στους συγκατηγορουμένους του Α. Λ. του Ι. , (πρώτο), Π. Κ. του Ν. (τρίτο) και 3) Π. Μ. του Ν. (τέταρτο), να τελέσουν το κακούργημα της εκβίασης κατά συναυτουργία δηλαδή, ενεργώντας από κοινού με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος να εξαναγκάσουν κάποιον με βία και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος και ζωής σε πράξη από την επερχόταν ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου, οι δράστες δε αυτοί πράγματι επιχείρησαν ενέργειες που περιείχαν αρχή εκτελέσεως του άνω κακουργήματος, η πράξη τους όμως δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή τους και από εμπόδια εξωτερικά" (σελ.56 προσβαλλόμενης απόφασης).. Δηλαδή, ο αναιρεσείων-κατ/νος κηρύχθηκε ένοχος για ηθική αυτουργία σε απόπειρα εκβίασης από κοινού σε βαθμό κακ/τος. Στην προσβαλλόμενη απόφαση παρατίθενται τα εξής άρθρα (σελ.58) "Οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων: 1, 12, 26 παρ.1α, 27, 42, 45, 46 παρ.1α, 51, 52, 53, 79, 83, 84 παρ.2 εδ.ε', 385 παρ.1α του ισχύοντος μέχρι την 30-6-2019 Π.Κ.". Στην προκειμένη περίπτωση δεν εφαρμόσθηκε, ως προς την ποινή, ο επιεικέστερος ποινικός νόμος (άρθρ.2 ΠΚ). Ο ΝΠΚ απειλεί την ίδια ποινή στερητική της ελευθερίας με τον προγενέστερο ΠΚ (ποινή κάθειρξης) και χρηματική ποινή, πλην όμως κατ' άρθρ.52 ΝΠΚ τα όρια της πρόσκαιρης κάθειρξης κυμαίνονται από 5-15 έτη και όχι από 5-20 έτη κατά τον ΠΠΚ, δηλ. το άρθρ.385 παρ.2 εδ.α-1 ΝΠΚ (Ν4619/19). Έτσι το Δικαστήριο δεν εφάρμοσε τις επιεικέστερες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προβλέπουν την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εκβίασης από κοινού δηλ. άρθρ.42 παρ.1, 45, 46 παρ.1, 385 παρ.2 εδ.α-1 ΝΠΚ. Εφαρμόζεται δε αυτεπαγγέλτως ο επιεικέστερος νόμος (άρθρ.2 ΠΚ, 511, 514 ΚΠΔ), δηλ. η διάταξη του άρθρ.385 παρ.2 εδ.α' ΝΠΚ, άρθρ.52 παρ.2 ΝΠΚ. Γ) Ως προς την υπέρβαση εξουσίας (άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Θ ΚΠΔ).
Ο αναιρεσείων αιτιάται τα πιο κάτω :
Στην προκειμένη περίπτωση στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης γίνονται δεκτά τα εξής: "...οι προαναφερθέντες τρεις κατηγορούμενοι (πρώτος, τρίτος, τέταρτος) επετέθησαν εναντίον του τον έσπρωξαν βίαια και τον χτύπησαν με γροθιές στο πρόσωπο και όταν αυτός έπεσε στο πάτωμα άρχισαν να τον κλωτσούν σε διάφορα σημεία του σώματος του με αποτέλεσμα να του προκαλέσουν σωματικές κακώσεις (σελ.52) ενώ στο διατακτικό επαναλαμβάνεται η παραπάνω περιγραφή με επιπλέον στοιχεία "με αποτέλεσμα να προκαλέσουν κάκωση κεφαλής, θλαστικό τραύμα μετώπου, μικρή εκχύμωση στο αριστερό άνω βλέφαρο και άλγος στην επιφάνεια του κορμού και στα άνω άκρα" (σελ.57). Ωστόσο με την υπ' αριθ. 1994/2016 πρωτόδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη σε βάρος του για τα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα διότι "στο Μεσαίο του νομού Θεσσαλονίκης στις 15-2-2006 με συνεχείς προτροπές, πειθώ, φορτικότητα και συμβουλές προκάλεσε στους συγκατηγορουμένους του Λ. Α. , Π. Κ. και Π. Μ. να τελέσουν το πλημμέλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, δηλαδή να επιτεθούν εναντίον του Ι. Κ. και να τον χτυπήσουν με γροθιές στο πρόσωπο και όταν αυτός έπεσε στο πάτωμα με κλωτσιές σε διάφορα σημεία του σώματος του με συνέπεια να του προξενήσουν κάκωση κεφαλής, θλαστικό τραύμα μετώπου, μικρή εκχύμωση στο αριστερό άνω βλέφαρο και άλγος στην επιφάνεια του κορμού και στα άνω άκρα" και, επομένως, αιτιάται το Πενταμελές Εφετείο Θεσ/νίκης ότι υπερέβη την εξουσία του, αφού προέβη στην εξέταση της ουσίας, αποφαινόμενο ότι "τέλεσε" την ηθική αυτουργία στην παραπάνω πράξη, παραθέτοντας πραγματικά περιστατικά, για τα οποία το πρωτοβάθμιο Τριμελές Εφετείο Κακ/των Θεσ/νίκης έπαυσε οριστικά την σε βάρος του ποινική δίωξη.
Από την επισκόπηση της υπ' αριθ. 1994/2016 πρωτόδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Θεσ/νίκης προκύπτει ότι έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη σε βάρος του Λ. Α. για επικίνδυνη σωματική βλάβη και σε βάρος του Χ. Τ. για ηθική αυτουργία σε επικίνδυνη σωματική βλάβη από κοινού που φέρεται να τελέστηκε στο Μεσαίο Θεσ/νίκης την 15/2/2006. Ακόμη "Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι στον πρώτο κατηγορούμενο είχε αποδοθεί και η πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού με δύο άλλα άγνωστα άτομα, στον δε δεύτερο κατηγορούμενο της ηθικής αυτουργίας στην ανωτέρω επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συναυτουργία, για τις παραπάνω σωματικές κακώσεις και βλάβη της υγείας εις βάρος του Ι. Κ. κατά το παραπάνω συμβάν της 15ης-2- 2006. Σε μεταγενέστερο χρόνο διαπιστώθηκε ότι τα ανωτέρω δύο άτομα ήταν οι τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενος (Π. Κ. και Μ.), για τους οποίους εκδικάσθηκε ήδη η υπόθεση, και με την υπ' αρ.324/2014 απόφαση του Αρείου έπαυσε οριστικώς η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής της. Επειδή, οι κατά άνω αποδιδόμενες στους πρώτο κατηγορούμενοι της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού με δύο άλλα άγνωστα άτομα (ήδη τρίτο και τέταρτο κατηγορούμενο), στον δε δεύτερο κατηγορούμενο της ηθικής αυτουργίας στην ανωτέρω επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συναυτουργία (άρθρα 309 σε συνδ. με 308 παρ.ια, 46 παρ.ια ΠΚ), απειλούνται με ποινή φυλάκισης, κι επομένως έχουν πλημμεληματικό χαρακτήρα. Λόγω δε του πλημμεληματικού τους χαρακτήρα, σε συνδυασμό με άρθρο 18β ΠΚ κατά το οποίο "κάθε πράξη που τιμωρείται με φυλάκιση είναι πλημμέλημα", εφόσον από την άνω ημερομηνία τελέσεώς τους (15-2-2006) παρήλθε 8ετία και πλέον, εξαλείφθηκε, σύμφωνα με τις προαπαρατεθείσες διατάξεις το αξιόποινο των πράξεων αυτών. Επομένως πρέπει να παύσει η ποινική δίωξη για τις εν λόγω πράξεις εις βάρος των ανωτέρω κατηγορουμένων." (σελ.26 πρωτοβάθμιας απόφασης). Από την επισκόπηση της πρωτοβάθμιας απόφασης προκύπτει ότι στην αξιόποινη πράξη της απόπειρας εκβίασης από κοινού, όπως και στην αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σ' αυτή προσδιορίζονται οι σωματικές κακώσεις που υπέστη ο παθών Ι. Κ. Ο ίδιος προσδιορισμός λαμβάνει χώρα και στην προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 56, 57) για τα ανωτέρω αδικήματα. Για να θεμελιωθεί η επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 385 ΠΚ πρέπει η παράνομη βία να ασκηθεί με τον υπαλλακτικό τρόπο και δη με σωματική βία κατά του θύματος, αποτελούσα στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης αυτού, γεγονός που έλαβε χώρα στην παρούσα υπόθεση.
Εξάλλου η αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εκβίασης από κοινού συρρέει αληθινά με την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού (ΑΠ 2321/2003, ΑΠ 849/98, ΑΠ 727/98 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με το άρθρο 385 ΠΚ προβλέπεται πράξη που στρέφεται κατά της περιουσίας και σε κάποιο μέτρο κατά του ελεύθερου σχηματισμού της βούλησης, ενώ με τα άρθρα 308, 309 ΠΚ προστατεύεται το έννομο αγαθό της σωματικής ακεραιότητας του ανθρώπου ως μορφική και λειτουργική παράλληλα ακεραιότητα του ανθρωπίνου οργανισμού, η οποία μπορεί να θίγει τόσο με την πρόκληση σωματικών κακώσεων, όσο και με την βλάβη της υγείας. Επομένως, το Πενταμελές Εφετείο Θεσ/νίκης δεν υπερέβη την εξουσία του ασκώντας δικαιοδοσία που του δίνει ο νόμος σχετικά με την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εκβίασης από κοινού, παραθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη αυτή. Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ του ΚΠΔ.
Δ) Ως προς την απόλυτη ακυρότητα που κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ). Ο αναιρεσείων αιτιάται τα πιο κάτω.
Το Δικαστήριο στήριξε την περί ενοχής του κατ/νου κρίση του σε έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, διότι έτσι ο τελευταίος στερείται του υπερασπιστικού δικαιώματος που του παρέχει ο νόμος να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις σχετικά με το έγγραφο αυτό και δη σχετικά με το υπ' αριθ. ...-2010 έγγραφο της Υποδ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος/Τμήμα Εξερευνήσεων (σελ.53 προσβαλλόμενης απόφασης). Το ανωτέρω έγγραφο δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου, αλλά ούτε και του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να στερηθεί του προβλεπομένου από το άρθρ. 358 ΚΠΔ υπερασπιστικού δικαιώματος, παραβιαζομένης της αρχής προφορικότητας.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 358, 362 και 369 του ισχύοντος από 1-7-2019 Κ.Ποιν.Δ. , που κυρώθηκε με το Ν. 4620/2019 (Φ.Ε.Κ. 96/11-6-2019, τεύχος πρώτο), σε συνδυασμό με εκείνην του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου ανωτέρω Κ.Ποιν.Δ. , συνάγεται ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριό του κατά την εκδίκαση της απόφασης, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου, που απορρέει από το άρθρο 358 του ίδιου ανωτέρω κώδικα, να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το ως άνω αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το κάθε έγγραφο ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, αρκεί δε μόνο να αναφέρονται τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του (εγγράφου), σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 του Κ.Ποιν.Δ. απορρέοντα δικαιώματά του, λαμβανομένου υπόψη ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση του εγγράφου αυτού, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνον από τον τρόπο, με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας του εγγράφου, που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης, ως προς το εάν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε, καθώς και αν στήριξε ή όχι σε αυτό την κρίση του, οπότε, όμως, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας (ΑΠ 681/2023). Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της απόφασης, όπως ήδη προαναφέρθηκε, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι, ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε, τα στοιχεία δε αυτά δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του. Ο προσδιορισμός, δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό, όχι δε κάποιο άλλο, αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, έτσι δε δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του (Α.Π. 375/2022, Α.Π. 1750/2018). Δεν δημιουργεί όμως ακυρότητα η ανάγνωση εγγράφων εκείνων που το περιεχόμενό τους προέκυψε από άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση (ΑΠ 1530/2011 ΑΠ 1184/2011) δηλαδή το περιεχόμενο μη αναγνωσθέντος εγγράφου προέκυψε από άλλο αναγνωσθέν έγγραφο (ΑΠ 1950/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των πρακτικών της υπ' αριθ. 1994/2016 πρωτοβάθμιας απόφασης του Τριμ. Εφετείου Κακ/των Θεσ/νίκης, προκύπτει ότι στο σκεπτικό της αναφέρεται το υπ' αριθ. .../2010 έγγραφο της Υποδ/νσης Εγλημ/κών Ερευνών Βορείου Ελλάδος - Τμήμα Εξερευνήσεων και δη στην σελ.24 αναφέρεται ότι "Η παραπάνω κρίση για τα όσα διαδραματίστηκαν δεν αναιρείται, ούτε κι από τις καταθέσεις των λοιπών εξετασθέντων μαρτύρων ούτε κι από άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ενισχύεται δε αντιθέτως, από το το υπ' αριθμ. ...-2010 έγγραφο της Υποδιεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος / Τμήμα Εξερευνήσεων σύμφωνα με το οποίο προκύπτει ότι από τα αποτυπώματα που βρέθηκαν στο κατάστημα της συζύγου του Ι. Κ. , επί της οδού ... στα Γιαννιτσά, διαπιστώθηκε δακτυλοσκοπικά ότι τα αποτυπώματα που βρέθηκαν σε ποτήρι, με το οποίο κατανάλωσε νερό ένας εκ των δραστών ταυτίζονται με τα αποτυπώματα του δεξιού δείκτη (τρεις φορές) του σεσημασμένου στην ανωτέρω υπηρεσία, με Α.Φ. ... και στοιχεία: Π. Κ. του Ν. και της Α. γεν. ...-1980 Θεσσαλονίκη, κάτοικος ... (Α.Δ.Τ. ... Τ.Α. ...) και το αποτύπωμα που βρέθηκε σε μεταλλικό δοχείο λαδιού ταυτίζεται με το αποτύπωμα της δεξιάς παλάμης του σεσημασμένου στην ίδια ως άνω υπηρεσία με Α.Φ. ... και στοιχεία: Π. Μ. του Ν. και της Α. γεν. ...-1978 στη Θεσσαλονίκη, κάτοικος ... , ήτοι με αυτά που άφησαν κατά την παραμονή τους στο κατάστημα πριν το συμβάν οι τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων, οι οποίοι μέχρι τότε ήταν άγνωστοι δράστες σε σχέση με το επεισόδιο, κι αποκαλύφθηκαν λόγω της παρουσίας των αποτυπωμάτων, αλλά και της εν συνεχεία αναγνωρίσεώς τους από τους πολιτικώς ενάγοντες, όπως έχει εκτεθεί." (σελ.24, 25 προσβαλλόμενης απόφασης). Το ανωτέρω έγγραφο και το περιεχόμενο του προκύπτει από τα πρακτικά της υπ' αριθ. 1994/2016 πρωτοβάθμιας απόφασης του Τριμ. Εφετείου Κακ/των Αθηνών, τα οποία έχουν αναγνωσθεί όπως βεβαιώνεται στην δευτεροβάθμια προσβαλλόμενη απόφαση (σελ.21, 50 προσβαλλόμενης απόφασης). Βεβαιώνεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και αρκεί αυτή η βεβαίωση, η οποία έχει την έννοια ότι αναγνώσθηκε το περιεχόμενο των μνημονευομένων στα πρακτικά εγγράφων (ΑΠ 370/15). Περί αποτυπωμάτων γίνεται λόγος και στις σελ.7, 8, 10, 11, 17, 27, 41, 43 της δευτεροβάθμιας απόφασης. Έτσι δεν παραβιάσθηκε το δικαίωμα του κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις κατ' άρθρ. 358 ΚΠΔ, ούτε η αρχή της προφορικότητας της δίκης. Μάλιστα ο Πρόεδρος ρώτησε τους συνηγόρους υπεράσπισης αν θέλουν να προβούν σε δηλώσεις, εξηγήσεις, παρατηρήσεις σχετικά με τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο και αυτοί απάντησαν αρνητικά (σελ.33 προσβαλλόμενης απόφασης).
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ.
Ε) Ως προς την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας - ασάφεια ληφθέντων υπ' όψει αποδεικτικών μέσων (άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ). Ο πρώτος αναιρεσείων αιτιάται τα πιο κάτω. Στο προοίμιο του αιτιολογικού, όπου παρατίθενται τα κατ' είδος ληφθέντα υπ' όψει του Δικαστηρίου αποδεικτικά μέσα, γίνεται λόγος για την επισκόπηση δύο φωτογραφιών που βρίσκονται στην δικογραφία. Όπως όμως προκύπτει από τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κατά την διαδικασία στο ακροατήριο του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης α) επισκοπήθηκαν δεκατρείς (13) φωτογραφίες (αναφέρονται με αριθμό 23 στον κατάλογο των εγγράφων, σελ.22 πρακτικών), β) επισκοπήθηκε μία έγχρωμη (1) φωτογραφία από κινητό τηλέφωνο με αριθμό κλήσης ... (αναφέρεται με αριθμό 34 στον κατάλογο των εγγράφων, σελ.22 πρακτικών) και γ) είκοσι πέντε (25) φωτογραφίες, εκτυπωμένες σε χαρτί Α4 (αναφέρονται με αριθμό 32 στον κατάλογο των εγγράφων, σελ.24 πρακτικών).
Συνεπώς, η αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού ότι συνεκτιμήθηκαν μόνο δύο (2) φωτογραφίες, δημιουργεί ασάφεια ως προς το ποιες τελικά από τις επισκοπηθείσες τριάντα εννέα (39) συνολικά φωτογραφίες αξιολογήθηκαν από το Δικαστήριο κατά την διαμόρφωση της κρίσης του. Ότι εξαιτίας της ασάφειας αυτής ως προς τον προσδιορισμό των συνεκτιμηθέντων αποδεικτικών μέσων, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον δεν δικαιολογεί την μη λήψη υπόψη των λοιπών από τις επισκοπηθείσες φωτογραφίες και την επιλεκτική αναφορά μόνο δύο (2) εξ αυτών, οι οποίες όμως και πάλι δεν προσδιορίζονται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο. Ότι από τις παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλομένης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό της είναι τουλάχιστον αμφίβολο εάν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος "τις περιλήψεις κατασχετηρίων εκθέσεων ακίνητης περιουσίας της πολιτικώς ενάγουσας Ν. Δ. με αριθμούς .../.../.../..." (που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο με αριθμό ... στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων- σελ.21 πρακτικών), όπως και "την περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου με αριθμό ..." (αναγνώσθηκε στο ακροατήριο με αριθμό ... στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων σελ.11 πρακτικών). Τα ίδια έγγραφα προσκομίστηκαν και από συγκατηγορούμενό του και αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο με αριθμό ... "Η με αριθμό ... περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας", με αριθμό ... "Η με αριθμό ... περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας", με αριθμό ... "Η με αριθμό ... περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας", με αριθμό ... "Η με αριθμό ... περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας και με αριθμό ... "Περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου-τιμή κατακύρωσης 18.250,00 ευρώ" (σελ.24 πρακτικών). Ότι τα κρίσιμα αυτά έγγραφα, που πιστοποιούν την αναγκαστική εκτέλεση που πραγματοποίησε η ανώνυμη εταιρεία "... ΑΒΕΕ" σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της οφειλέτιδος Δ. Ν. και την κατακύρωση ενός ακινήτου της προς εξόφληση της οφειλής της προς την εταιρεία, αποδεικνύουν, κατά λογική αναγκαιότητα, ότι δεν συνέτρεχε λόγος "εκβίασης" της οφειλέτιδος με τα μέσα που περιγράφονται στην απόφαση, εφόσον υπήρχε ακίνητη περιουσία αυτής, δεκτική αναγκαστικής εκτέλεσης (από την οποία τελικά και ικανοποιήθηκε η απαίτηση της δανείστριας εταιρείας). Ωστόσο τα ως άνω αναγνωσθέντα έγγραφα ούτε αναφέρονται, ούτε αξιολογούνται σε οποιοδήποτε σημείο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία και εκ του λόγου τούτου, στερείται ειδικής αιτιολογίας. Ότι από την παραδοχή του Δικαστηρίου ότι την ίδια ημέρα (15/2/2006) "εντοπίσθηκε σταθμευμένο ακριβώς πίσω από την οικία του Σ. Τ. το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας RENAULT τύπου CLIO χρώματος ασήμι, το οποίο χρησιμοποίησαν οι δράστες για να μεταβούν στο κατάστημα της Δ. Ν. και να διαφύγουν στη συνέχεια προς Θεσσαλονίκη" προκύπτει βασίμως ότι το Δικαστήριο δεν συνεκτίμησε την άδεια κυκλοφορίας του ως άνω οχήματος, από την οποία αποδεικνύεται ότι τούτο ανήκει στην ιδιοκτησία της εταιρείας "...", δηλαδή σε νομικό πρόσωπο απολύτως άσχετο με την οικονομική αντιδικία της ανωνύμου εταιρείας "... ΑΒΕΕ" με την Δ. Ν. , όπως και την δοθείσα ενώπιον της Ανακρίτριας Γιαννιτσών από 30/3/2007 ένορκη εξέταση του μάρτυρα Σ. Ε. , όπου βεβαιώνει ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο ανήκει στην ως άνω εταιρεία, όπου εργάζεται. Ότι το παραπάνω έγγραφο, όπως και η δοθείσα ένορκη κατάθεση, ενώ ευρίσκονται στην δικογραφία και επισημάνθησαν ιδιαιτέρως κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των εγγράφων, τα οποία σύμφωνα με τα πρακτικά αναγνώσθηκαν, ούτε άλλως πώς σχολιάζονται ή αξιολογούνται από την απόφαση, οπότε δεν μπορεί να συναχθεί εάν τελικά ελήφθησαν υπ' όψει και συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθησαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι ελήφθησαν υπ' όψει και εκτιμήθησαν στο σύνολό τους και όχι μερικά από αυτά, κατ' επιλογή, για τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε από καθένα. Δεν συγκροτούν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η εκτίμηση εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη χωριστής αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, αφού σ' αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1298/2024). Αν όμως το Δικαστήριο μνημόνευσε στην αρχή του σκεπτικού εντελώς τυπικά τα ληφθέντα υπ' όψει αποδεικτικά μέσα, χωρήσει ακολούθως, στην αξιολογική εκτίμηση ορισμένων και μόνον ειδικώς και επιλεκτικώς κατονομαζόμενων αποδεικτικών μέσων, στα οποία στηρίζει αποκλειστικώς την κρίση του, παραλείποντας έτσι κατά τα λοιπά πλήρως την επιβαλλόμενη (άρθρ.177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ) συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των λοιπών αποδεικτικών μέσων που δέχθηκε ότι έλαβε υπ' όψει του, δεν υπάρχει η απαιτούμενη κατά νόμον αιτιολογία. Τα έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την απόφασή του επί της τέλεσης ή μη εγκλήματος (ΑΠ 488/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της υπ' αριθ. 1994/2016 πρωτοβάθμιας απόφασης του Τριμ. Εφετείου Κακ/των Θεσ/νίκης, τα οποία είναι μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, στα οποία αναφέρονται οι δύο φωτογραφίες ως επισκοπηθείσες, όπως και οι πιο κάτω φωτογραφίες, ως αναγνωσθέντα έγγραφα και καταχωρήθησαν στα πρακτικά και δη χωρίς αντίρρηση από κάποιο εκ των διαδίκων, προκύπτει ότι "από τις ανωμοτί καταθέσεις, των πολιτικώς εναγόντων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα ανωτέρω αναφερόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως, από την ανάγνωση όλων ανεξαιρέτως των προαναφερομένων εγγράφων, που λεπτομερώς αναφέρονται στα ταυτάριθμα, με την παρούσα απόφαση, πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου και που βρίσκονται στην παρούσα δικογραφία, την επισκόπηση των δύο (2) φωτογραφιών, που βρίσκονται στην δικογραφία την απολογία του πρώτου, τρίτου και τετάρτου των κατηγορουμένων στο ακροατήριο καθώς και από την όλη, εν γένει, αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : " (σελ.21, 22 προσβαλλόμενης απόφασης). Επίσης, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι επισκοπήθησαν οι δύο φωτογραφίες, όπως και λοιπές φωτογραφίες και δη "από την ανωμοτί κατάθεση του πρωτοδίκως παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος επανέλαβε την σχετική δήλωση και ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπερασπίσεως στο ακροατήριο, που περιέχονται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, την επισκόπηση των δύο (2) φωτογραφιών, που βρίσκονται στην δικογραφία σε συνδυασμό με τις απολογίες των εκκαλούντων- κατηγορουμένων και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως (και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ.1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:" (σελ.50 προσβαλλόμενης απόφασης). Ειδικότερα, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο είναι "Στο σημείο αυτό, ύστερα από πρόταση της Εισαγγελέως, αναγνώσθηκαν από τον Πρόεδρο, δημόσια στο ακροατήριο η εκκαλούμενη υπ' αριθ. 1994/31-10-2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης (Α' Βαθμού), τα ταυτάριθμα, με την απόφαση αυτή πρακτικά της δημοσίας συνεδριάσεως του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως και τα αναφερόμενα σ' αυτήν (εκκαλούμενη απόφαση) έγγραφα, ειδικότερα δε :
1. Το υπ' αριθμ. πρωτ. .../04" και ημερομηνία .../2005 της Γενικής Διεύθυνσης Ποιότητας Ζωής- Διεύθυνση εταιριών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης.
2. Η από 16-02-2006 έκθεση σύλληψης του Λ. Α.
3. Η με αριθμ. πρωτ. ...-2006 βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου Γιαννιτσών.
4. Το υπ' αριθμ. ...-2000 καταστατικό σύστασης Α.Ε.
5. Η με αριθμ. πρωτ. ...-2006 βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου Γιαννιτσών.
6. Το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2007 έγγραφο του Πρωτοδικείου Γιαννιτσών- Ανάκριση.
7. Το με αριθμό πρωτ. .../2007 έγγραφο της Διεύθυνσης Εταιριών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης.
8. Το υπ' αριθμ. πρωτ. .../2005 της Γενικής Διεύθυνσης Ποιότητας Ζωής- Διεύθυνση εταιριών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης.
9. Η με αριθμό 1311/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (τακτική διαδικασία).
10. Περιλήψεις κατασχετηρίων εκθέσεων ακίνητης περιουσίας της πολιτικώς ενάγουσας Ν. Δ. με αριθμούς .../.../.../....
11. Περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου με αριθμό ....
12. Η απόφαση 324/2014 του Α.Π.
13. Η από 5-6-2011 υπεύθυνη δήλωση του Ν. Δ.
14. Ε. μνεία Μ. Π.
15. Το με αριθμό πρωτ. ...-2011 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Αμπελοκήπων-Μενεμένης.
16. Η με αριθμό πρωτ. ...-2010 βεβαίωση του Δήμου Νεαπόλεως.
17. Το με αριθμό πρωτ. ...-2010 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Αμπελοκήπων.
18. Η με αριθμό πρωτ. ...-2010 βεβαίωση του Δήμου Νεαπόλεως.
19. Η με αριθμό πρωτ. ...-2010 βεβαίωση του Δήμου Νεαπόλεως.
20. Ημερήσιο πρόγραμμα αποκομιδής της υπηρεσίας καθαριότητας του Δήμου Νεάπολης με ημερομηνία 15-02-2006.
21. Το με αριθμό πρωτ. ...-2010 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Αμπελοκήπων.
22. Απόγραφο από τη με αριθμό 1311/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (τακτική διαδικασία).
23. Καθώς και επισκοπήθηκαν δεκατρείς φωτογραφίες.
24. Η με αριθμό 5017/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.
25. Η υπ' αριθμ. 638/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης (Α' Τριμελούς).
26. Η με αριθμό ... περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας.
27. Η υπ' αριθμ. 637/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης (Β' Τριμελούς).
28. Η με ... περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου.
29. Χειρόγραφη σελίδα.
30. Η με αριθμό 614/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου (Ποιν. Νομολογία).
31. Η υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. .../2015 αίτηση Αναψηλαφήσεως της υπ' αριθ. 1311/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
32. Η με αριθμ. ...-2013 αίτηση Αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1311/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
33. Το υπ' αριθμ. πρωτ. .../2005 της Γενικής Διεύθυνσης Ποιότητας Ζωής- Διεύθυνση εταιριών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης.
34. Επισκόπηση μιας έγχρωμης (1) φωτογραφίας από κινητό τηλέφωνο με αριθμό κλήσης ...
Επίσης, αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο τα έγγραφα που προσκόμισαν και έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου οι συνήγοροι υπεράσπισης των δεύτερης και τέταρτου των εκκαλούντων- κατηγορουμένων, τα οποία είναι τα εξής :
Από τον 1° εκκαλούντα-κατηγορούμενο:
1. Η με αριθμό 1311/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
2. Η με αριθμό 5017/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.
3. Η με αριθμό ... περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου-τιμή κατακύρωσης 18.250,00 ευρώ.
Από τον τρίτο εκκαλούντα-κατηγορούμενο:
1. Το από ...-2018 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης.
2. Η από ...-2018 βεβαίωση καταχώρησης αιτήματος, με θέμα την βεβαίωση εργασίας για κάθε νόμιμη χρήση.
3. Η από 30-6-2017 βεβαίωση αιμοδοσίας του ΓΝΘ "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΟΥ".
4. Η από 13-3-2018 βεβαίωση του Δήμου Νεάπολης Θεσσαλονίκης-Συκεών.
5. Η από 23-8-2017 απόδειξη, χρηματικού ποσού 100,00 ευρώ.
6. Ευχαριστήριο κάλεσμα του Δ.Σ. ποντίων Διαβατών "ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ".
7. Η από ...-2018 βεβαίωση αποδοχών του Δήμου Νεάπολης-Συκεών.
8. Η από 13-4-2017 αίτηση αποδοχής δωρεάς προς τον Διευθυντή του Γ.Κ.Κ. Θεσσαλονίκης.
9. Η υπό στοιχεία .../2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου.
10. Η από 12-4-2017 απόδειξη παροχής υπηρεσιών με πιστωτική, της Κλινικής "ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ".
11. Η από 27-4-2017 απόδειξη είσπραξης των ΕΛΤΑ, με συνημμένη αίτηση πάγιας ρύθμισης.
12. Το με αρ. πρωτ. ...-2017 έγγραφο της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας- Θράκης, με θέμα την έγκριση κατ' εξαίρεση οδήγησης υπηρεσιακών οχημάτων από υπαλλήλους του Δήμου Νεάπολης-Συκεών, που δεν κατέχουν θέση οδηγού.
13. Φωτοτυπία ταυτότητας.
14. Η από 4-2-2023 αίτηση-υπεύθυνη δήλωση ακαδημαϊκού υποψηφίου ΑΣΕΙ, του Ν. Π. του Κ. , με συνημμένα α) φωτοτυπία ταυτότητας, β) φωτοτυπία βιβλιαρίου εργασίας, γ) η από 11-2-2023 βεβαίωσή της αξιωματικού υπηρεσίας του Α.Τ. ... , περί παραλαβής αίτησης, δ) πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, ε) ιατρική πιστοποίηση.
15. Το από 13-5-2021 έγγραφο του Δήμου Νεάπολης-Συκεών με θέμα την ανάθεση υπηρεσιακών καθηκόντων.
16. Το από 1-11-2019 έγγραφο του Δήμου Νεάπολης-Συκεών προς την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Μακεδονίας-Θράκης.
17. Η από 23-8-2021 απόφαση του Δήμου Νεάπολης-Συκεών, με θέμα την έγκριση κατ' εξαίρεση οδήγησης υπηρεσιακού οχήματος Δήμου Νεάπολης-Συκεών, από υπαλλήλους που δεν κατέχουν θέση οδηγού.
18. Η από 14-10-2020 απόδειξη είσπραξης, ποσού 800,00 ευρώ, με συνημμένη αφίσα του καταστήματος "...".
19. Φωτοτυπία δελτίου εθελοντή αιμοδότη.
20. Η από 7-2-2023 ευχαριστήρια αποστολή της Υποδιεύθυνσης Τροχαίας Θεσσαλονίκης Προς τον Π. Κ.
21. Η από 2-5-2020 ευχαριστήρια αποστολή της Υποδιεύθυνσης Τροχαίας Θεσσαλονίκης Προς τον Π. Κ.
22. Η από 14-6-2017 απόδειξη κατάθεση μετρητών της τράπεζας ΠΕΙΡΑΙΩΣ.
23. Η από 31-12-2020 απόδειξη είσπραξης της ActionAid Ελλάς.
24. Το με αρ. πρωτ. 2420/5-5-2022 έγγραφο του βρεφοκομείου Θεσσαλονίκης "ΑΓΙΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ".
25. Το από 30-8-2018 ευχαριστήριο του ΓΝΘ "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ".
26. Ευχαριστήριο έγγραφο της ActionAid Ελλάς.
27. Το με αρ. πρωτ. ...-2021 ευχαριστήριο της ορθόδοξης αδελφότητας "ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΛΠΙΣ".
28. Η από 6-10-2018 απόδειξη είσπραξής της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας "ΒΟΗΘΕΙΑ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ".
29. Φωτοτυπία ταυτότητας της Α. Π.
30. Φωτοτυπία ταυτότητας του Κ. Π.
31. Συστημένη επιστολή Δικαστικού Επιμελητή.
32. Είκοσι πέντε (25) φωτογραφίες εκτυπωμένες σε χαρτί Α4.
33. Η με αριθμό ... περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας.
34. Το από 27-1-2008 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης.
35. Εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2008.
36. Βεβαίωση αποδοχών ή συντάξεων από 1-1-2016 έως 31-12-2016.
37. Απόσπασμα ατομικού λογαριασμού ασφάλισης του β τρίμηνου 2004.
38. Υπεύθυνη δήλωση του Ι. Δ. του Ν.
39. Η με αριθμό ... περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας.
40. Η με αριθμό ... περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας.
41. Η με αριθμό ... περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας.
42. Η με αριθμό ... περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου-τιμή κατακύρωσης 18.250,00 ευρώ.
43. Το από 25-10-2010 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης.
44. Η με αρ. πρωτ. ...-2010 βεβαίωση του Δήμου Νεάπολης.
45. Η με αρ. πρωτ. ...-2010 βεβαίωση του Δήμου Νεάπολης.
46. Το από 15-2-2006 ημερήσιο πρόγραμμα αποκομιδής του Δήμου Νεάπολης.
47. Η με αρ. πρωτ. ...-2010 βεβαίωση του Δήμου Νεάπολης.
Από τον 4° εκκαλούντα-κατηγορούμενο:
1. Το από ...-2011 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης.
2. Το από 25-11-2006 έγγραφο της 184 μοίρας πολλαπλών εκτοξευτών πυραύλων (MLRS).
3. Πράξεις διοικητικού προσδιορισμού φόρου, ετών 2016 έως 2018.
4. Η από 17-3-2015 επετηρίδα μορίων.
5. Φωτοτυπία πολυασφαλιστηρίου συμβολαίου αυτοκινήτου, με συνημμένες δύο (2) αποδείξεις είσπραξης ασφαλίστρων.
6. Η με αρ. πρωτ. ...-2023 βεβαίωση περί μη οφειλής τελών κυκλοφορίας.
7. Δύο (2) αποδείξεις.
Σημειώνεται ότι, πριν από την ανάγνωση κάθε εγγράφου, ο Πρόεδρος ανακοίνωνε ποιο έγγραφο επρόκειτο να αναγνωσθεί και ρωτούσε τους Δικαστές, τη Εισαγγελέα, τους συνηγόρους υπερασπίσεως των εκκαλούντων-κατηγορουμένων, καθώς και τους ίδιους τους παρόντες πρώτο τρίτο και τέταρτο των εκκαλούντων-κατηγορουμένων, εάν είχαν αντίρρηση για την ανάγνωση, εκείνοι δε απαντούσαν αρνητικά." (σελ.21-24 προσβαλλόμενης απόφασης).
Οι με αριθμό 23, 34, 32 ανωτέρω φωτογραφίες αναγνώσθηκαν και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (σελ. 16 πρωτοβάθμιας απόφασης).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης για τον σχηματισμό της περί ενοχής κρίση ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, προσδιορισθέντα κατ' είδος και τα συνεκτίμησε όλα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή δύο φωτογραφίες, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι άλλες και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αφού δεν εξαιρέθησαν ρητά, μη δημιουργούμενης ασάφειας ως προς την επισκόπηση όλων των φωτογραφιών και εκτίμηση αυτών. Ειδικότερα: α) Δεν προέκυψε ότι στο δικαστήριο της ουσίας έλαβε χώρα εκτίμηση κατ' επιλογή, αλλά ότι ελήφθησαν υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία στο σύνολό τους. Η αναφορά στα πρακτικά ότι στα επισκοπηθέντα έγγραφα περιλαμβάνονται δύο φωτογραφίες είναι επαρκής, αφού αυτές κατέστησαν σε όλους τους παράγοντες της δίκης γνωστές από τον πρώτο βαθμό και μπορούσαν να εκφέρουν τις παρατηρήσεις τους κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ (ΑΠ 7/2005 ΠΧρ ΝΕ' 825) και το περιεχόμενό τους προκύπτει και από άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλ. από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης. Επίσης το Δικαστήριο δεν στηρίζει αποκλειστικά την κρίση του στα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία και, επομένως, οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες.
β) Από την επισκόπηση των πρακτικών της υπ' αριθ. 1994/2016 πρωτοβάθμιας απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης, προκύπτει ότι από το Δικαστήριο ελήφθησαν υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα "τις περιλήψεις κατασχετηρίων εκθέσεων ακίνητης περιουσίας της πολιτικώς ενάγουσας Ν. Δ. με αριθμούς .../.../.../...", "την περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου με αριθμό ...", αναφέρονται ως αναγνωσθέντα έγγραφα στην υπ' αριθ. 1994/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης (σελ. 15 πρωτοβάθμιας απόφασης) και αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση που πραγματοποίησε η εταιρεία "... ΑΒΕΕ" σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της Δ. Ν. και την κατακύρωση ακινήτου της προς εξόφληση οφειλής προς την εταιρεία. Τα ίδια έγγραφα αναγνώσθηκαν, όπως αναφέρεται ανωτέρω και από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (σελ.21 προσβαλλόμενης απόφασης), ελήφθησαν υπόψη και αξιολογήθησαν απ' αυτό μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέα. γ) Ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Δικαστήριο δεν συνεκτίμησε την άδεια κυκλοφορίας του ... ΙΧΕ αυτ/του μάρκας RENAULT τύπου CLIO, χρώματος ασημί και την από 30/3/2007 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Σ. Ε.
Όμως από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι τα παραπάνω έγγραφα είναι μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, ούτε ότι έχει ζητηθεί η ανάγνωση αυτών από το Δικαστήριο, ο δε διευθύνων την συζήτηση αρνήθηκε αυτή, ότι ο κατ/νος, ο συνήγορός του προσέφυγαν κατά της άρνησης ώστε να υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου να την αιτιολογήσει. Τα ως άνω έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν δεν μπορούν να ληφθούν υπ' όψει από το Δικαστήριο για την περί ενοχής κρίση του. Οι αντίθετες αιτιάσεις του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες.
Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας - ασάφεια ληφθέντων υπ' όψει αποδεικτικών μέσων (άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠΔ).
Κατ' ακολουθία, όμως, των προεκτεθέντων στο παρόν, επειδή συντρέχει νόμιμη περίπτωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής (άρθρ.511 ΚΠΔ ) των ως άνω επιεικέστερων για τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο διατάξεων (ειδικότερα δε των διατάξεων των άρθρ.385 παρ.2 εδ.α' ΝΠΚ, άρθρ.52 παρ.2 ΝΠΚ), ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, καταδικάστηκε για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εκβίασης από κοινού σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει, η προσβαλλόμενη απόφαση με αριθμό 370/2023 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης ως προς την διάταξή της περί επιβολής ποινής που αφορά τον αναιρεσείοντα Τ. Χ. και να παραπεμφθεί κατά τούτο για νέα συζήτηση στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης (Β' βαθμού), ενόψει της κατάργησης του Πενταμελούς Εφετείου (άρ. 7 παρ.1 δ', ε' ΚΠΔ -όπως τούτο ισχύει μετά τη τροποποίησή του με το άρ. 62 του ν. 5090/1-5-2024), συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρα 519 και 522 του Κ.Π.Δ.), καθώς και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αναίρεση.
Ως προς τις ομοίου περιεχομένου αναιρέσεις των Κ. και Μ. Π. :
Οι αναιρεσείοντες αιτιώνται τα πιο κάτω:
α) Το Πενταμελές Εφετείο Θεσ/νίκης υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, αφού, παρότι δέχεται (κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του) ότι το περιουσιακό όφελος στο οποίο αποσκοπούσε η απόπειρα εκβίασης του αναιρεσείοντος (κατά συναυτουργία) ήταν καθόλα νόμιμο (προέκυπτε μάλιστα από τελεσίδικη απόφαση Πολιτικού Δικαστηρίου, έχουσα δύναμη δεδικασμένου στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης), καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για απόπειρα εκβίασης. Κατέληξε δε στο συμπέρασμα αυτό με το σκεπτικό πως το παράνομο όφελος έγκειται στο ότι η ενέργεια των θυμάτων "δεν αποτελεί έκφραση του παρεχόμενου από το άρθρο 2 παρ.1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος και 361 του Α.Κ. δικαιώματος της βουλήσεώς τους και της ελευθερίας στις συναλλαγές και η επιδίωξη εισπράξεως αυτής με τον αναφερόμενο τρόπο ήτοι με βία και απειλή, που αποδοκιμάζεται από το δίκαιο ως αξία μομφής ήταν παράνομη". Εντούτοις, η ίδια η απόφαση παραπέμπει για την συγκεκριμένη νομολογία στις ΑΠ 31/2021, ΑΠ 38/2022. Μία τέτοια εφαρμογή της αποστροφής αυτής της νομολογίας του ΑΠ θα απέληγε στο άτοπο να καταφάσκει πάντα εκβίαση (αφού πάντοτε προϋποθέτει ως στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασής της το να μετέρχεται ο δράστης βία ή και απειλή), ακόμα και εάν το σκοπούμενο όφελος είναι απαίτηση ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, κάτι που θα έθετε εκ ποδών την επιλογή του νομοθέτη να αξιώσει την ύπαρξη σκοπού παράνομου περιουσιακού οφέλους και θα απέληγε σε ερμηνεία contra legem σε βάρος του κατ/νου, κατά παραβίαση του άρθρ.7 παρ.1 Συντ. Με άλλα λόγια, από το γράμμα της διάταξης είναι αποκλεισμένη η στοιχειοθέτηση του εγκλήματος όταν ο δράστης πλανάται ως προς το ότι υπάρχει νόμιμη ληξιπρόθεσμη απαίτηση κατά του εκβιαζομένου, κατά μείζονα δε λόγο, και όταν η απαίτηση είναι πράγματι νόμιμη. Επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα εφάρμοσε την συναφή νομολογία του Αρείου Πάγου και, οδηγήθηκε σε εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρ.385 παρ.2 ΠΚ. β) Για τους ανωτέρω λόγους, δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος (σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους) και την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί επιτρεπτής μεταβολής κατηγορίας. Άλλωστε, για την αιτιολογία του εν θέματι σκοπού, ανάγεται στην τυπολογία του εγκλήματος και στην πραγμάτωση των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης (ο παραπάνω "τρόπος εισπράξεως" οφειλόμενων χρημάτων αποτελεί "κλασική περίπτωση εκβίασης"), η οποία απλά ενισχύεται από το γεγονός ότι ο ηθικός αυτουργός δεν ανέμεινε τη νομότυπη είσπραξη των χρημάτων διά της δικαστικής οδού. Έτσι όμως, δεν αιτιολογείται ειδικά η ύπαρξη σκοπού παράνομου περιουσιακού οφέλους στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος- συναυτουργού, δεδομένου μάλιστα ότι δεν κρισιολογείται προς τούτο το προταθέν, με τον αυτοτελή ισχυρισμό του, στοιχείο ότι η αξίωση καταβολής των 9.585,00 ευρώ αφορούσε σε νόμιμη και πραγματική οφειλή. Μετά ταύτα, ότι η απόφαση είναι αναιρετέα κατά το σκέλος της κήρυξης του αναιρεσείοντος ενόχου για την πράξη της απόπειρας εκβίασης κατά συναυτουργία, λόγω έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠΔ) και εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρ.385 παρ. 1-2 ΠΚ (άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Ε ΚΠΔ). (σχ. αιτήσεις αναίρεσης).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της υπ' αριθ. 370/2023 προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Θεσ/νίκης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "......."(βλ. ανωτέρω σκεπτικό αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ).
Ακολούθως κήρυξε ενόχους για απόπειρα εκβίασης από κοινού τους αναιρεσείοντες με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρ.84 παρ.2 περ.α' ΠΚ και τους καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών τον καθένα, αναστελλόμενη επί τριετία. Ειδικότερα κήρυξε ενόχους για απόπειρα εκβίασης από κοινού τους αναιρεσείοντες με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρ.84 παρ.2 περ.α' ΠΚ (όπως και τον Α. Λ.) του ότι: "........"βλ. ανωτέρω διατακτικό αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Με αυτές, τις κατά τον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι σε αυτή περιέχονται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της κακ/κής απόπειρας εκβίασης από κοινού, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42 παρ.1, 45, 385 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε, χωρίς να τις παραβιάσεις ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή αιτιολογία. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται: 1) Ο χρόνος και τόπος τέλεσης της πράξης (Γιαννιτσά Πέλλας, την 15/2/2006). 2) Ο εξαναγκασμός με βία και με απειλή προς τον Ι. Κ. (βίαιη απώθηση, πλήγματα με γροθιές στο πρόσωπο, κλωτσιές στο σώμα όταν ο ανωτέρω ευρίσκετο στο πάτωμα, υποστάς σωματικές κακώσεις, απειλή "... Ήρθαμε για νας δώσεις τα λεφυτά που χρωστάς, θα σε κανονίσουμε αν δε τα δώσεις τα λεφτά στον Τ." με επίδειξη ταυτόχρονα ενός όπλου και ενός μαχαιριού. 3) Οι απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος και ζωής, προς σκοπό είσπραξης, αναγκαστικά από την Δ. Ν. (ιδιοκτήτρια ατομικής επιχείρησης εμπορίας υγρών μπαταρίας, λιπαντικών) για λογαριασμό της εταιρείας "... ΑΒΕΕ", το χρηματικό ποσό των 9.585 Ευρώ. 4) Η πρόκληση της συναπόφασης στους αυτουργούς να εκτελέσουν το κακ/μα της εκβίασης κατόπιν συναπόφασης από τον Χ. Τ. για λογαριασμό της εταιρείας "... ΑΒΕΕ". 5) Η επιχείρηση πράξης που περιείχε αρχή εκτέλεσης του ανωτέρω εγκλήματος της κακ/κής εκβίασης. 6) Η μη ολοκλήρωση της παραπάνω πράξης και μη επίτευξη του σκοπού αποκόμισης παράνομου περιουσιακού οφέλους από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα της θέλησης των αναιρεσειόντων- κατ/νων (η Δ. Ν. παρά την τρομοκράτησή της από την σωματική βία που ασκήθηκε εναντίον του συζύγου της Ι. Κ. και από τις ενωμένες με κίνδυνο σώματος και ζωής απειλές, δεν υπέκυψε και δεν κατέβαλε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό, αλλά αντίθετα κατήγγειλε το περιστατικό στο Α.Τ. ...). 7) Η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος "... ο δε συγκεκριμένος τρόπος ενεργείας, εμπεριέχει με βάση τους κανόνες τις λογικής και της κοινής πείρας, το συμπέρασμα ότι συντρέχει στο πρόσωπο των κατηγορουμένων υποκειμενικό στοιχείο του δόλου τελέσεως του εγκλήματος της απόπειρας εκβίασης, όπως αναφέρεται το στοιχείο αυτό στην σκέψη στην αρχή της παρούσας, που αποδίδεται στους πρώτο, τρίτο και τέταρτο των κατηγορουμένων, στον δε δεύτερο εξ αυτών της ηθικής αυτουργίας στην εκβίαση που του αποδίδεται με την κατηγορία. Το γεγονός μάλιστα ότι είχε κατατεθεί η ανωτέρω υπ' αρ. εκθ. καταθ. .../2005 σχετική αγωγή της ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", χωρίς όμως, ο δεύτερος κατηγορούμενος, να αναμένει τη νομότυπη πορεία, και κατά συνέπεια την νομότυπη είσπραξη των χρημάτων του δια της δικαστικής οδού αυτής, από την πολιτικώς ενάγουσα, είτε κι από τον σύζυγό της, που, όπως προκύπτει είχε δικαίωμα να ενεργεί για λογαριασμό της στις συναλλαγές, ενισχύει το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου τόσο αυτού (β' κατηγορουμένου), ως ηθικού αυτουργού, όσο και των λοιπών κατηγορουμένων, που διέπραξαν σε απόπειρα την εκβίαση, αφού η πράξη των εξαναγκαζομένων πολιτικώς εναγόντων δεν αποτελεί έκφραση του παρεχομένου από το άρθρο 2 παρ.1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος και 361 του Α.Κ. δικαιώματος της βουλήσεώς τους και της ελευθερίας στις συναλλαγές και η επιδίωξη εισπράξεως αυτής με τον αναφερόμενο τρόπο ήτοι με βία και απειλή, που αποδοκιμάζεται από το δίκαιο ως αξία μομφής ήταν παράνομη (ΑΠ 1401/2003)." (σελ.54 προσβαλλόμενης απόφασης).
Επομένως, αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν πληρούν το στοιχείο της επιδίωξης του "παράνομου οφέλους" με την άσκηση βίας, μετά την υπ' αριθ. 131/2011 απόφαση του Πολυμ. Πρωτ/κείου Αθηνών, αφού η πράξη στην οποία εξαναγκαζόταν ο παθών δεν αποτελούσε έκφραση του παρεχομένου από τα άρθρα 2 παρ.1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος και άρθρ.361 του ΑΚ στο πρόσωπο δικαιώματος της βούλησής του και της ελευθερίας στις συναλλαγές γνώριζε δε (ο υπαίτιος) στην συγκεκριμένη περίπτωση ότι η επιδίωξη της εξόφλησης νόμιμου χρέους, δηλαδή η προς πραγμάτωση νόμιμης απαίτησης, με εφαρμογή του μέσου της βίας, της απειλής αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, ως άξια μομφής και είναι παράνομη. Οι συνήγοροι των αναιρεσειόντων-κατ/νων προέβαλαν τον "αυτοτελή" ισχυρισμό περί μεταβολής της κατηγορίας στο αδίκημα της παράνομης βίας και απειλής, δηλώνοντας ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση του παράνομου περιουσιακού οφέλους, καθώς η αξίωση της καταβολής των 9.585,90 ευρώ, υπέρ της εταιρείας, αφορά νόμιμη και πραγματική οφειλή, όπως αποφάνθηκε και η υπ' αριθ. 1311/2011 απόφαση του Πολυμ. Πρωτ/κείου Θεσ/νίκης (σελ.4 προσβαλλόμενης απόφασης). Όμως δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αφού αναφέρεται σε αμφισβήτηση του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, όπως και η επίκληση διαφορετικού, ηπιότερου νομικού χαρακτηρισμού, αλλά αποτελεί άρνηση της κατηγορίας, όπως αυτή εξειδικεύεται στο κατηγορητήριο ως προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά της στοιχεία και επομένως το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, ούτε πολύ περισσότερο να διαλάβει ειδική αιτιολογία στην απόφασή του, καθόσον στην κύρια αιτιολογία αυτής για την ενοχή εμπεριέχεται και η αιτιολογία για τον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό (ΑΠ 1698/2022, ΑΠ 1669/2022, ΑΠ 1071/2022, ΑΠ 711/16, ΑΠ 1627/09, ΑΠ 1577/16). Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απάντησε επί του ανωτέρω ισχυρισμού περί μετατροπής της κατηγορίας, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό σε παράνομη βία κατ' άρθρο 330 ΠΚ και απειλή κατ' άρθρο 333 ΠΚ, απορρίπτοντάς τον (σελ.54 προσβαλλόμενης απόφασης). Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης που προβλέπονται από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ,Ε του ΚΠΔ.
Ως προς την έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (έλλειψη νόμιμης βάσης σχετικά με την εφαρμογή της κακ/κής ή της πλημ/κής μορφής της εκβίασης) (άρθρ.510 παρ.1 στοιχ. Δ,Ε του ΚΠΔ).
Οι (δεύτερος και τρίτος) αναιρεσείοντες αιτιώνται τα πιο κάτω.
Το Πενταμελές Εφετείο Κακ/των Θεσ/νίκης, καταδίκασε τους αναιρεσείοντες σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών τον καθένα για το έγκλημα της κατά συναυτουργία απόπειρας εκβίασης, δεχόμενο στο διατακτικό του περί ενοχής σκέλους της απόφασής του ότι
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους κατηγορούμενους Α. Λ. του Ι. , Κ. Π. του Ν. και Μ. Π. , ενόχους του ότι, στα Γιαννιτσά του Νομού Πέλλας στις 15- 2-2006 ενεργώντας από κοινού, προκειμένου να εκτελέσουν το κακούργημα της εκβίασης κατόπιν συναπόφασης που τους προκάλεσε ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ. Τ. του Σ. , για λογαριασμό της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ" και διακριτικό τίτλο "... ΑΒΕΕ" και αντικείμενο την παρασκευή και εμπορία υγρών μπαταρίας και λιπαντικών, επιχείρησαν πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του άνω εγκλήματος, δηλαδή με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, αυτοί επιχείρησαν από κοινού, ενεργώντας κατά συναυτουργία, να εξαναγκάσουν κάποιον με σωματική βία εναντίον προσώπου και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής σε πράξη από την οποία επερχόταν ζημία στην περιουσία άλλου, η πράξη τους, όμως, δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση τους και από εμπόδια εξωτερικά" (σελ. 55 της υπ' αριθ. 370/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακ/των Θεσ/νίκης). Εντούτοις, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και δη στην μείζονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού, όπου αναφέρεται η εφαρμοστέα διάταξη νόμου παρατίθενται τα εξής "Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 385 παρ.1 περ.γ' του ισχύσαντος μέχρι την 30η-6-2019 ΠΚ, οι οποίες είναι επιεικέστερες, ως προς τις ποινές, έναντι των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 385 του ισχύοντος από την 1η-7-2019 νέου ΠΚ, "Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου τιμωρείται: α)..., β)..., γ) σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών".". Ότι με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Δικαστήριο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εφόσον μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού του περί ενοχής σκέλους της αποφάσεις εντοπίζονται αντιφάσεις και λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με την ορθή ή εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρ.385 ΠΚ. Συγκεκριμένα στο μεν σκεπτικό της απόφασης κατά το σκέλος της ενοχής (και δη στην μείζονα προκειμένη αυτού), αναλύεται αποκλειστικά και μόνο η κατ' άρθρ.385 παρ.1 περ.γ' παλαιού ΠΚ πλημ/κή μορφή εκβίασης, στο δε διατακτικό οι αναιρεσείοντες καταδικάζονται για την κακ/κή μορφή του εγκλήματος. Μάλιστα, η αντίφαση αυτή επιτείνεται πρώτον, από το γεγονός ότι η τελικώς επιβληθείσα ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών κείται εντός των ορίων της νομοθετικά επαπειλούμενης ποινής όπως αυτή έχει αναδιαταχθεί κατ' άρθρ. 42 και 83 ΠΚ) και υπό τις δύο εκδοχές, δεύτερον, από το γεγονός ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, εφαρμόζονται ως επιεικέστερες οι διατάξεις του προϊσχύσαντος ΠΚ, κάτι που δεν ισχύει για την κακ/κή μορφή του εγκλήματος, αλλά μόνο για την πλημ/κή (φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών στον παλαιό ΠΚ - φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή στον νέο ΠΚ). Μετά ταύτα, ότι η απόφαση είναι αναιρετέα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης που άγει σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας θεμελιωμένων των κατ' άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγων αναίρεσης, (σχ. αιτήσεις αναίρεσης).
Οι παραπάνω αιτιάσεις αναφέρονται στα προπαρατεθέντα περί του άρθρου 385 του ΠΚ, πριν την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως προαναφέρθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της υπ' αριθ. 370/2023 προσβαλλόμενης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: (βλ. σκεπτικό, σελ.50-54 προσβαλλόμενης απόφασης και ανωτέρω). Ακολούθως κήρυξε ενόχους για απόπειρα εκβίασης από κοινού τους αναιρεσείοντες με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρ.84 παρ.2 περ.α' ΠΚ και τους καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών τον καθένα, αναστελλόμενη επί τριετία. Ειδικότερα κήρυξε ενόχους για απόπειρα εκβίασης από κοινού τους αναιρεσείοντες με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρ.84 παρ.2 περ.α' ΠΚ (όπως και τον Α. Λ.) του ότι: "........" (σχετικά ανωτέρω) Με αυτές, τις κατά τον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού παραδοχές, που αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι σε αυτή περιέχονται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της κακ/κής απόπειρας εκβίασης από κοινού, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42 παρ.1, 45, 385 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε, χωρίς να τις παραβιάσεις ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή αιτιολογία. Δεν υφίσταται εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων αυτών, αφού στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος της απόπειρας εκβίασης από κοινού σε βαθμό κακ/τος, δεν έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις, λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την εφαρμογή του νόμου μη στερούμενης της προσβαλλόμενης απόφασης νόμιμης βάσης.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης που προβλέπονται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ, Ε ΚΠΔ.
Ως προς την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ,Ε ΚΠΔ) (ως προς την ερμηνεία του άρθρ.2 παρ.1 ΠΚ, ως προς την εφαρμογή της δυσμενέστερης διάταξης του άρθρ.385 παρ. ια του ΠΠΚ, αντί της ευμενέστερης του άρθρ.385 παρ.2 εδ.α του ΝΠΚ).
Οι αναιρεσείοντες αιτιώνται τα παρακάτω.
Το Πενταμελές Εφετείο Κακ/των Θεσ/νίκης, καταδίκασε τους αναιρεσείοντες σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών τον καθένα για το έγκλημα της κατά συναυτουργία απόπειρας εκβίασης. Στο σκέλος της απόφασης όπου παρατίθενται οι εφαρμοστέες κατά την επιμέτρηση της ποινής διατάξεις αναφέρονται "Οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων: 1, 12, 26 παρ.ια, 27, 42, 45, 46 παρ.1α, 51, 52, 53, 79, 83, 84 παρ.2 εδ.ε', 385 παρ.ια του ισχύοντος μέχρι την 30-6-2019 Π.Κ." (σελ.62 της υπ' αριθ. 370/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακ/των Θεσ/νίκης). Άλλωστε, στο επί της ενοχής σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι "σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 385 παρ.1 περ.γ' του ισχύσαντος μέχρι την 30η-6-2019 ΠΚ, οι οποίες είναι επιεικέστερες, ως προς τις ποινές, έναντι των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 385 του ισχύοντος από την Γ'-7-2019 νέου ΠΚ, "Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου τιμωρείται: α)... , β)... , γ) σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" (σελ.49 της υπ' αριθ. 370/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακ/των Θεσ/νίκης). Ότι με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Δικαστήριο, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, αφού εφάρμοσε τη δυσμενέστερη διάταξη του άρθρ.385 παρ.1 εδ.α' του ΠΠΚ, αντί της ευμενέστερης του άρθρ.385 παρ.2 εδ.α' του ΝΠΚ. Δηλαδή, κινήθηκε κατά την επιμέτρηση σε πλαίσιο ποινής κάθειρξης πέντε έως είκοσι έτη, αντί για πλαίσιο ποινής κάθειρξης πέντε έως δεκαπέντε έτη. Μάλιστα, το έπραξε τούτο κατά εσφαλμένη ερμηνεία της διάταξης του άρθρ.2 παρ. 1 του ΠΚ, εφόσον εκκίνησε από την θέση ότι η σωρευτική επιβολή χρηματικής ποινής στην διάταξη του άρθρ.385 παρ.2 εδ.α' του νέου ΠΚ καθιστά την διάταξη του άρθρ.385 παρ.1 εδ.α' του ΠΠΚ, ευμενέστερη, παρότι αυτή προβλέπει υψηλότερο ανώτατο όριο στερητικής της ελευθερίας ποινής. Μετά ταύτα, η απόφαση είναι αναιρετέα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, θεμελιωμένου των κατ' άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε λόγων αναίρεσης, (σχ. αιτήσεις αναίρεσης)
α. Στην προκειμένη περίπτωση, όσον αφορά τον λόγο αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί αυτός ως αβάσιμος.
β. Ακολούθως από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το αναπτυχθέν στο σκεπτικό νομικό μέρος αναφέρεται το άρθρο "385 παρ.1 περ.γ' του ΠΠΚ" που πρόκειται περί πλημ/τος. Ειδικότερα "Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 385 παρ.1 περ.γ' του ισχύσαντος μέχρι την 30η- 6-2019 ΠΚ, οι οποίες είναι επιεικέστερες, ως προς τις ποινές, έναντι των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 385 του ισχύοντος από την 1η-7-2019 νέου ΠΚ, 'Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου, ή άλλου, τιμωρείται: α)..., β)..., γ) σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης της εκβίασης απαιτείται εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή βλαπτική για την περιουσία του εξαναγκαζομένου ή τρίτου προσώπου, με βία ή με απειλή ικανή να αποκλείσει την αυτοπροαίρετη απόφαση αυτού. Ο εξαναγκασμός πρέπει να γίνεται με σωματική βία ή με απειλή, με την οποία περιάγεται ο άλλος σε τρόμο ή ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διάθεσης, με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζομένου και να οδηγηθεί αυτός σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως ή και εμμέσως να έχει μεταβιβαστεί και με άλλον, αρκεί να είναι ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης του εξαναγκαζομένου. Δεν αποκλείεται δε και μια προειδοποίηση ή σύσταση να περιέχει υποκρυπτόμενη απειλή. Είναι αδιάφορο, αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν η απειλή ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι με την απειλή εξαναγκάσθηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος, κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτή, ενώ η επαπειλούμενη σε βάρος του εξαναγκαζομένου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, διότι εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθεαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή άσκησής τους προς επίτευξη του επιδιωκομένου με αυτή (εκβίαση) σκοπού του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή κάποιος άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Για την υποκειμενική υπόσταση της ίδιας αξιόποινης πράξης, απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική της υπόσταση και τη θέληση ή αποδοχή πραγμάτωσης αυτής (βασικός δόλος) και, επιπρόσθετα, σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος (υπερχειλής δόλος), ανεξάρτητα από την επίτευξη ή μη του οφέλους. Τέτοιος σκοπός υπάρχει, όταν ο δράστης γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης, δηλαδή δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος ή, όταν η πράξη ή παράλειψη του εξαναγκαζομένου δεν αποτελεί έκφραση του παρεχομένου, από τα άρθρα 2 παρ.1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος, 361 του ΑΚ, στο πρόσωπο δικαιώματος της βούλησής του και της ελευθερίας στις συναλλαγές (Α.Π. 38/2022, ΑΠ 1302/2022, ΑΠ 31/2021)." (σελ.49, 50 προσβαλλόμενης απόφασης).
Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται (σελ.54) ότι "Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων: α) της απόπειρας εκβίασης από κοινού, όσον αναφορά τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο των κατηγορουμένων, και της β) ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα της παραπάνω εκβίασης για τον πρώτο κατηγορούμενο, για τις οποίες κατηγορούνται, τις οποίες τέλεσαν κατά την νομοτυπική τους μορφή, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, ...".
Στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους κατηγορούμενους (Α. Λ. του Ι.) , Κ. Π. του Ν. και Μ. Π. , ενόχους του ότι, στα Γιαννιτσά του Νομού Πέλλας στις 15-2-2006 ενεργώντας από κοινού, προκειμένου να εκτελέσουν το κακούργημα της εκβίασης κατόπιν συναπόφασης που τους προκάλεσε ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ. Τ. του Σ. , για λογαριασμό της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ" και διακριτικό τίτλο "... ΑΒΕΕ" και αντικείμενο την παρασκευή κα υγρών μπαταρίας και λιπαντικών, επιχείρησαν πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του άνω εγκλήματος, δηλαδή με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, αυτοί επιχείρησαν από κοινού, ενεργώντας κατά συναυτουργία, να εξαναγκάσουν κάποιον με σωματική βία εναντίον προσώπου και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής σε πράξη από την οποία επερχόταν ζημία στην περιουσία άλλου, η πράξη τους, όμως, δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση τους και από εμπόδια εξωτερικά. Ειδικότερα τις μεσημβρινές ώρες της 15-2-2006 με σκοπό να εισπράξει η ανώνυμη εταιρία "... ΑΒΕΕ" στην οποία εργάζεται ως πωλητής ο πρώτος κατηγορούμενος Α. Λ. , αναγκαστικά από την Δ. Ν. του Ν. , ιδιοκτήτρια ατομικής επιχείρησης εμπορίας υγρών μπαταρίας και λιπαντικών το χρηματικό ποσό των 9.585 ευρώ, στο οποίο κατά τους ισχυρισμούς του εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας ανερχόταν η ενοχική απαίτηση της εταιρίας σε βάρος της Δ. Ν. από την πώληση υγρών μπαταρίας και λιπαντικών για τις ανάγκες της επιχείρησής της, αφού ο πρώτος κατηγορούμενος ειδοποίησε τηλεφωνικά το σύζυγο αυτής Ι. Κ. του Β. να τον περιμένει στο κατάστημα που διατηρεί στην οδό ... για να εισπράξει το παραπάνω χρηματικό ποσό, μετέβη μαζί με τους τρίτο κατηγορούμενο Κ. Π. και Μ. Π. , με το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής RENAULT, τύπου CLIO στο ως άνω κατάστημα στο οποίο μπήκε αρχικά ο πρώτος κατηγορούμενος μαζί με τη Δ. Ν. και τον Ι. Κ. και λίγα λεπτά αργότερα οι δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι, και αφού καταστήσανε φανερό με τη φράση "Γιατί δε δίνει τα λεφτά στον Τ." ότι ενεργούν για λογαριασμό του δευτέρου κατηγορουμένου Χ. Τ., ζήτησαν από τον Ι. Κ. να τους καταβάλει αμέσως για λογαριασμό της συζύγου του το παραπάνω ποσό και όταν ο τελευταίος αρνήθηκε, λέγοντας ότι η οφειλή της συζύγου του προς την εταιρία ... Α.Β.Ε.Ε, δεν ανερχόταν στο ποσό αυτό, αυτοί επιτέθηκαν εναντίον του τον έσπρωξαν βίαια και τον χτύπησαν με γροθιές στο πρόσωπο και όταν αυτός έπεσε στο πάτωμα άρχισαν να τον κλωτσούν σε διάφορα σημεία του σώματός του με αποτέλεσμα να του προκαλέσουν κάκωση κεφαλής, θλαστικό τραύμα μετώπου, μικρή εκχύμωση στο αριστερό άνω βλέφαρο και άλγος στην επιφάνεια του κορμού και στα άνω άκρα, στη συνέχεια δε οι τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων, απείλησαν τον Ι. Κ. με την φράση "Ήρθαμε για να μας δώσεις τα λεφτά που χρωστάς, θα σε κανονίσουμε αν δεν τα δώσεις τα λεφτά στον Τ.", επιδεικνύοντάς του ταυτόχρονα από ένα όπλο και ένα μαχαίρι ο καθένας, ώστε να αναγκασθεί η Δ. Ν. να καταβάλει το ως άνω χρηματικό ποσό το οποίο υπερβαίνει κατά το ποσό των 9.150 ευρώ την πραγματική οφειλή της προς την ανώνυμη εταιρία, με ισόποση ζημία στην περιουσία της. Οι παραπάνω όμως ενέργειες δεν ολοκληρώθηκαν και δεν πέτυχαν τον σκοπό τους οι κατηγορούμενοι, από αίτια εξωτερικά και για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή τους, καθόσον η Δ. Ν. , παρά το ότι τρομοκρατήθηκε από τη σωματική βία που άσκησαν εναντίον του συζύγου της και από τις ενωμένες με κίνδυνο σώματος και ζωής απειλές τους, δεν υπέκυψε και δεν κατέβαλε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό, αλλά αντίθετα κατήγγειλε το παραπάνω περιστατικό στο Α.Τ. Γιαννιτσών" (σελ.55, 56 προσβαλλόμενης απόφασης).
Δηλαδή, οι αναιρεσείοντες-κατ/νοι κηρύχθηκαν ένοχοι για απόπειρα εκβίασης από κοινού σε βαθμό κακ/τος.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση παρατίθενται τα εξής άρθρα (σελ.58) "Οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων: 1, 12, 26 παρ.Ια, 27, 42, 45, 46 παρ.1α, 51, 52, 53, 79, 83, 84 παρ.2 εδ.ε', 385 παρ. 1α του ισχύοντος μέχρι την 30-6-2019 Π.Κ.".
Στην προκειμένη περίπτωση δεν εφαρμόσθηκε ο επιεικέστερος ποινικός νόμος (άρθρ.2 ΠΚ). Ο ΝΠΚ απειλεί την ίδια ποινή στερητική της ελευθερίας με τον προγενέστερο ΠΚ (ποινή κάθειρξης) και χρηματική ποινή, πλην όμως κατ' άρθρ.52 ΝΠΚ τα όρια της πρόσκαιρης κάθειρξης κυμαίνονται από 5-15 έτη και όχι από 5-20 έτη κατά τον ΠΠΚ, δηλ. το άρθρ.385 παρ.2 εδ.α-1 ΝΠΚ (Ν.4619/19). Έτσι το Δικαστήριο δεν εφάρμοσε τις επιεικέστερες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προβλέπουν την αξιόποινη πράξη της απόπειρας εκβίασης από κοινού δηλ. άρθρ.42 παρ.1, 45, 385 παρ.2 εδ.α-1 ΝΠΚ, εφαρμοζομένου δε και αυτεπαγγέλτως του επιεικέστερου νόμου, της διάταξης του άρθρ.385 παρ.2 εδ.α' ΝΠΚ, άρθρ.52 παρ.2 ΝΠΚ.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε ΚΠΔ.
Ως προς την έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ,Ε ΚΠΔ) (ως προς την επιβολή της ποινής, καθώς το Δικαστήριο δεν εφάρμοσε το άρθρ.85 ΠΚ, παρότι ήταν υποχρεωμένο προς τούτο). Οι αναιρεσείοντες αιτιώνται τα πιο κάτω.
Το Πενταμελές Εφετείο Κακ/των Θεσ/νίκης, καταδίκασε τους αναιρεσείοντες σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών τον καθένα για το έγκλημα της κατά συναυτουργία απόπειρας εκβίασης, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό τους την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου σύννομου βίου (άρθρ.84 παρ.2 περ.α' ΠΚ).
Κατά το σκέλος της παράθεσης των εφαρμοστέων για την επιμέτρηση της ποινής διατάξεων, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρει: "Οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων: 1, 12, 26 παρ.ια, 27, 42, 45, 46 παρ.Ια, 51, 52, 53, 79, 83, 84 παρ.2 εδ.ε', 385 παρ.1α του ισχύοντος μέχρι την 30-6-2019 Π.Κ." (σελ.62 της υπ' αριθ.370/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακ/των Θεσ/νίκης).
Με αυτά που δέχθηκε όμως το Πενταμελές Εφετείο Κακ/των Θεσ/νίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του: i. Ότι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, αφού, παρότι αναγνώρισε δύο υποχρεωτικούς λόγους μείωσης της ποινής (την κατ' άρθρ.42 παρ.1 ΠΚ απόπειρα, η οποία υπό το καθεστώς του νέου ΠΚ οδηγεί πάντοτε σε εφαρμογή του άρθρ.83 ΠΚ, καταργηθέντος του άρθρ.42 παρ.2 ΠΠΚ και την κατ' άρθρ.84 παρ.2 περ.α' ΠΚ ελαφρυντική περίσταση) δεν εφάρμοσε, όπως ήταν υποχρεωμένο, το άρθρ.85 ΠΚ. Και τούτο διότι, το άρθρ.85 ΠΚ δεν αναφέρεται καθόλου, ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό της απόφασης, ενώ η ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών κείται εντός των ορίων της νομοθετικά επαπειλούμενης ποινής είτε αυτή αναδιατάχθηκε κατά το άρθρ.85 είτε όχι. Κατά συνέπεια, θεμελιώνεται ο κατ' άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Ε ΚΠΔ αναιρετικός λόγος της εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρ.42 παρ.1, 83, 84 παρ.2 περ.α', 85, 385 ΠΚ.
Σε κάθε δε περίπτωση, η έλλειψη οιασδήποτε μνείας στην απόφαση σχετικά με την εφαρμογή ή μη της διάταξης του άρθρ.85 ΠΚ, θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο της έλλειψης νόμιμης βάσης κατ' άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε ΚΠΔ, εφόσον έτσι καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το εάν το δικάσαν Δικαστήριο πράγματι εφάρμοσε, όπως κατά τον νόμο υποχρεούνταν, το άρθρ.85 ΠΚ. Δηλαδή, "ουδεμία σχετική περί τούτου σκέψη διαλαμβάνεται στο, επί της επιβλητέας ποινής, σκεπτικό του, ούτε και μνημονεύεται η διάταξη του άρθρου 85 ΠΚ, έτσι ώστε να καθίσταται ασαφές εάν αυτή (διάταξη) εφαρμόστηκε". ii. Ότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθότι στο μεν σκεπτικό της απόφασης σχετικά με την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων αναγνωρίζεται στο πρόσωπο του αναιρεσείοντoς η ελαφρυντική περίσταση του πρότερου σύννομου βίου (άρθρ.84 παρ.2 περ.α' ΠΚ), απορριπτομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού του για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (άρθρ.84 παρ.2 περ.ε' ΠΚ), στο δε σκεπτικό της περί την επιμέτρηση της ποινής απόφασής του αναφέρει την διάταξη του "άρθρ.84 παρ.2 εδ.ε' ΠΚ" και όχι εκείνη του άρθρ.84 παρ.2 εδ.α' ΠΚ. Η αντίφαση αυτή έχει ως συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το εάν αναγνωρίστηκε ορισμένη ελαφρυντική περίσταση στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος και, σε καταφατική περίπτωση, ποία είναι αυτή. Η αντίφαση επιτείνεται από το γεγονός πως η απόφαση δεν αναφέρει το άρθρ.85 ΠΚ, ενώ δεν προκύπτει εάν το Δικαστήριο προέβη σε διπλή μείωση, εφόσον η ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών κείται εντός των ορίων της νομοθετικά επαπειλούμενης ποινής είτε αυτή αναδιατάχθηκε κατά το άρθρ.85 είτε όχι. Ότι μετά ταύτα, καθίσταται σαφές ότι η απόφαση είναι αναιρετέα κατά το σκέλος της επιβολής ποινής φυλάκισης δύο (2) ετών για την πράξη της απόπειρας εκβίασης κατά συναυτουργία, λόγω έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠΔ) και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Ε ΚΠΔ). (σχ. αιτήσεις αναίρεσης) Κατά το άρθρο 42 παρ.1 ΠΚ "Όποιος έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα, αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στο νόμο αξιόποινη πράξη, τιμωρείται, αν το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε με μειωμένη ποινή (άρθρ.83)".
Κατά το άρθρο 83 ΠΚ "Όπου στον νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλο προσδιορισμό, το πλαίσιό της καθορίζεται ως εξής: α) αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, επιβάλλεται κάθειρξη, β) αντί για την ποινή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή κάθειρξη έως οκτώ έτη, γ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα έτη επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή κάθειρξη έως έξι έτη, δ) σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώνει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριό της. Αν ο νόμος προβλέπει σωρευτικά ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, μπορεί να επιβληθεί και μόνο η τελευταία.".
Κατά το άρθρο 84 ΠΚ "1. Η ποινή μειώνεται επίσης κατά το μέτρο που προβλέπει το προηγούμενο άρθρο και στις περιπτώσεις που συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις.
2. Ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται ιδίως: α) το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα β) , γ) , δ) , ε) το ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του.".
Κατά το άρθρο 85 ΠΚ "1. Όταν στο πρόσωπο του υπαιτίου συντρέχουν περισσότεροι λόγοι μείωσης της ποινής ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 ή περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, το δικαστήριο ελαττώνει περαιτέρω το κατώτατο όριο της μειωμένης κατά το άρθρο 83 ποινής ως εξής: α) τα πέντε έτη μειώνονται σε τρία, β) τα δύο έτη σε ένα, γ) το ένα έτος, σε έξι μήνες και δ) η μειωμένη ποινή της φυλάκισης, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή.".
Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, αναφορικά με το ζήτημα των ελαφρυντικών περιστάσεων, ότι "Ακολούθως, δόθηκε ο λόγος στον συνήγορο υπεράσπισης των τρίτου και τετάρτου των κατηγορουμένων, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπο των εντολέων του, οι ελαφρυντικές περιστάσεις α) του προτέρου εντίμου βίου και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς." (σελ.59 προσβαλλόμενης απόφασης). Στην συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρέθεσε το άρθρο 83, 84 παρ.1,2 ΠΚ και την σχετική νομολογία. Ειδικότερα "Κατά το άρθρο 83 ΠΚ όπου στον νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλο προσδιορισμό, το πλαίσιό της καθορίζεται ως εξής: α) αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, επιβάλλεται κάθειρξη, β) αντί για την ποινή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή κάθειρξη έως οκτώ έτη, γ) αντί για την ποινή της κάθειρξης επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως οκτώ (8) έτη, δ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα έτη επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή κάθειρξη έως έξι έτη, ε) σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώνει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριό της. Αν ο νόμος προβλέπει σωρευτικά ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, μπορεί να επιβληθεί και μόνο η τελευταία, κατά δε, το άρθρο 84 παρ.1 ΠΚ η ποινή μειώνεται επίσης κατά το μέτρο που προβλέπει το προηγούμενο άρθρο και στις περιπτώσεις που συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις.
Εξάλλου, ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 και η υπό στοιχείο α' που συνίσταται στο "ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα". Κριτήριο για τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής, του δικαστού δυνάμενου να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από το άρθρο 178 ΚΠΔ (ΑΠ 1466/2019). Σύννομη έτσι χαρακτηρίζεται η ζωή του ατόμου όταν το τελευταίο καθόλη τη διάρκεια της ζωής του και μέχρι την στιγμή της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, σέβεται τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιικών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά την τέλεση των πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο συμμορφώνεται μ' αυτόν ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση της ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη. Έτσι ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο αλλά με την από πεποίθηση - υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη. Άλλωστε το μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη το δε πολλάκις αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια. Συνακόλουθα αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται, αστικούς κανόνες η συνδρομή στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα το νόμο, το δε λευκό ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το Δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 Κ.Π.Δ. για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου προκειμένου ν' αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού. Από τον συνδυασμό όλων όσων προεκτέθηκαν είναι φανερό πως για την θεμελίωση του σύννομου βίου λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και επί πλέον προϋπόθεση της αποδοχής ή μη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού είναι η επιβλητέα σε εκατέρα των περιπτώσεων ποινή είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας (ΟλΑΠ 2/2022)" (σελ.59, 60 προσβαλλόμενης απόφασης).
"Περαιτέρω, ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ και η υπό στοιχείο ε' που συνίσταται στο το ότι ο υπαίτιος "συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η καλή συμπεριφορά του καταδικασθέντος πρέπει να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη λαμβανομένης προς τούτο υπόψη και της βαρύτητας της εγκληματικής δραστηριότητάς του και καλή συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητική καλή διαγωγή ή μόνο ως απουσία παραβατικότητας αλλά περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού. Συντρέχει δε στο πρόσωπο εκείνου του δράστη, ο οποίος, πραγματικά, μεταστράφηκε ηθικά και ψυχικά, έχοντας αντιληφθεί τις επιπτώσεις της αξιόποινης πράξεως του και απέχοντας, μετά ταύτα, για σχετικά μεγάλο διάστημα, από οποιοσδήποτε φύσεως επιλήψιμη, ενέργεια και συμπεριφορά (ΑΠ 174/2021). Για την κατάφαση της ως άνω ελαφρυντικής περιστάσεως ο κατηγορούμενος πρέπει να επικαλεσθεί πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης, από τα οποία να προκύπτει αλλαγή τρόπου ζωής και σαφής ηθική μεταστροφή του χαρακτήρα του με την εμφανή αποκήρυξη του παραβατικού παρελθόντος, περιστατικά, δηλαδή, που καθιστούν διακριτή την παρουσία του υπαιτίου στην κοινωνία η στη φυλακή εφόσον είναι κρατούμενος (ΑΠ 1569/2022)" (σελ.61 προσβαλλόμενης απόφασης).
Ακολουθεί η αιτιολογία με την οποία έγινε δεκτός ο αυτοτελής ισχυρισμός περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρ.84 παρ.2α ΠΚ για τους αναιρεσείοντες.
"Στην προκειμένη περίπτωση, από την ανάγνωση των ποινικών μητρώων των τρίτου και τετάρτου των ως άνω καταδικασθέντων κατηγορουμένων, ηλικίας σήμερα 43 και 45 ετών, αγάμων, αλλά και από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται παραπάνω, προέκυψε ότι οι τελευταίοι μέχρι την τέλεση της ανωτέρω πράξεως, για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι, έζησαν σύννομα, ήτοι δεν έχουν διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου. Οι τελευταίοι καθόλη τη διάρκεια της ζωής τους και μέχρι την στιγμή της τέλεσης της αξιόποινης πράξεως, σεβόταν τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιϊκών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο συμμορφώνονταν μ' αυτόν, ώστε το έγκλημα που έχουν τελέσει, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε, να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση της ζωής τους, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από τους συγκεκριμένους δράστες, η δε η επιβλητέα σ' αυτούς ποινή είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.
Επομένως, πρέπει να αναγνωρισθεί στο πρόσωπο των κατηγορουμένων, κατά παραδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού τους, η συνδρομή τη ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ, όπως ορίζεται στο διατακτικό." (σελ.60, 61 προσβαλλόμενης απόφασης).
Επίσης "Στην προκειμένη περίπτωση, από την αποδεικτική διαδικασία, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά τέτοια, εκ των οποίων να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή των κατηγορουμένων προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα και η στάση τους να παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους τους και της κοινωνικής προδιαθέσεώς τους και μάλιστα επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση των ως άνω πράξεων, ούτε προέκυψε αλλαγή του τρόπου ζωής τους και σαφής ηθική μεταστροφή του χαρακτήρα τους με την εμφανή αποκήρυξη του παραβατικού παρελθόντος, περιστατικά, δηλαδή που καθιστούν διακριτή την παρουσία του υπαιτίου στην κοινωνία. Επομένως ο σχετικός παραδεκτώς προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός από τους συνηγόρους αυτών, περί συνδρομής στο πρόσωπό τους της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος." (σελ.61 προσβαλλόμενης απόφασης).
Η προβολή των ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών δεν έγινε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη νομική και πραγματική θεμελίωσή τους, ώστε να υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη του ενός (ισχυρισμού). Παρ' όλα αυτά το Δικαστήριο της ουσίας απάντησε επί των ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών, υφιστάμενης της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, χωρίς ασάφειες, αντιφάσεις, λογικά κενά ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, μη στερούμενης της προσβαλλόμενης απόφασης νόμιμης βάσης και εφαρμοζομένων ορθά των διατάξεων του άρθρ.84 παρ.2 περ.α',ε' ΠΚ.
Στην σελ.61 της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο "ΔΕΧΕΤΑΙ ότι οι κατηγορούμενοι Κ. Π. του Ν. και Μ. Π. του Ν. , έζησαν σύννομα έως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα (άρθρ.84 παρ.2 εδ.α' ΠΚ)."
Στην σελ.62 της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι "ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τον αυτοτελή ισχυρισμό απάντων των κατηγορουμένων, περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό τους, της ελαφρυντικής περίστασης του ότι συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις πράξεις τους (άρθρο 84 παρ.2 εδ.ε' Π.Κ.).". Στην συνέχεια και στην ίδια σελίδα κατά την παράθεση των άρθρων που προβλέπουν την αξιόποινη πράξη της απόπειρας εκβίασης από κοινού, αναφέρεται εκ προφανούς παραδρομής το άρθρο 84 παρ.2 εδ.ε' αντί του εδ.α' του ΠΚ, χωρίς τούτο να προβλέπει την ανωτέρω πράξη, αλλά και να δημιουργεί αντίφαση στην απόφαση.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ,Ε του ΚΠΔ.
2) Στους αναιρεσείοντες-κατ/νους αναγνωρίστηκε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 περ.α' ΠΚ και με δεδομένη την κήρυξη ως ενόχων για απόπειρα εκβίασης από κοινού συνέτρεχαν περισσότεροι του ενός λόγοι μείωσης της ποινής τους και ως εκ τούτου το Δικαστήριο έπρεπε να μειώσει περαιτέρω το κατώτατο όριο της ήδη μειωμένης κατά το μέτρο του άρθρου 83 ΠΚ ποινής του, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 85 ΠΚ, πλην όμως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση της επιβληθείσης στους ως άνω αναιρεσείοντες ποινής των δύο (2) ετών για την ανωτέρω πράξη, για την οποία η απειλούμενη ποινή είναι ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών ή κάθειρξης έως οκτώ (8) ετών (άρθρ.42 παρ.1, 45, 385 παρ.2α-1 ΠΚ) έλαβε υπ' όψει του και εφάρμοσε την εφαρμοστέα εν προκειμένω, ως ευμενέστερη γι' αυτούς διάταξη του άρθρου 85 παρ. 1 ΠΚ, ώστε να μειώσει περαιτέρω την ήδη μειωμένη, κατά το άρθρο 83 περ.β' ΠΚ (Σταμάτης ΣυστΕρμΠΚ άρθρ.83, ΑΠ 322/18 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 30/97 ΠΧρ ΔΑ' 1047), ποινή τους και τούτο διότι ουδεμία σχετική περί τούτου σκέψη διαλαμβάνεται στο, επί της επιβλητέας ποινής, σκεπτικό του, ούτε και μνημονεύεται η διάταξη του άρθρου 85 ΠΚ, έτσι ώστε να καθίσταται ασαφές εάν αυτή (διάταξη) εφαρμόστηκε.
Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεων των δύο αναιρεσειόντων που προβλέπονται από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ,Ε του ΚΠΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 85 ΠΚ είναι βάσιμοι.
Ως προς την έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ,Ε ΚΠΔ) (ως προς την επιβολή της ποινής, καθώς δεν εφαρμόζεται η ευμενέστερη διάταξη του άρθρ.79 ΝΠΚ σε συνδ. με άρθρ.2 παρ.1 ΠΚ). Ότι με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Θεσ/νίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρ.79 ΠΚ (σε συνδυασμό με το άρθρ.2 παρ.1 ΠΚ), αφού δεν εφάρμοσε αυτήν ως ίσχυε υπό την ευμενέστερη εκδοχή της, δηλαδή μετά τον Ν4619/2019 και πριν την τροποποίησή του με το Ν4637/2019 (ΦΕΚ A 180/18.11.2019), αλλά αντιθέτως εφήρμοσε το άρθρο 79 ΠΚ, όπως ισχύει σήμερα, μετά τον Ν4855/2021. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο ρητά αναφέρει κατά το σκέλος της επιμέτρησης της ποινής ότι την πραγματοποιεί "κατά τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 79 του ΠΚ", άνευ ετέρου προσδιορισμού -ενώ, παραθέτει τη διάταξη του άρθρ.79 παρ.7 ΠΚ, όπως αυτή ισχύει κατά τη δυσμενέστερη εκδοχή της, μετά τον Ν4637/2019 ("Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε (παρ.7)"), όπου δεν προβλέπεται ούτε η υποχρέωση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά την επιμέτρηση, ούτε το πώς η απλή μνεία ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγουμένων παραγράφων δεν συνιστά αιτιολογία. Άλλωστε, το συμπέρασμα αυτό επιρρωνύεται από το γεγονός ότι κατά την παράθεση των εφαρμοζόμενων διατάξεων κατά το σκέλος της επιμέτρησης της ποινής δεν αναφέρεται το άρθρ.2 παρ. 1 ΠΚ. Ότι δεν διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην απόφασή του, κατά το σκέλος της επιμέτρησης της ποινής και, εντεύθεν, εφάρμοσε εσφαλμένα την διάταξη του άρθρ.79 παρ.7 ΠΚ (ως ίσχυε κατά την ευμενέστερη εκδοχή της μετά τον Ν4619/2019 και πριν την τροποποίησή του με τον Ν4637/2019). Και τούτο διότι, το Δικαστήριο απλώς επανέλαβε τις διατυπώσεις του Νόμου (άρθρ.79 ΠΚ), χωρίς να προβεί σε καμία ανάλυση και στάθμιση των κριτηρίων αυτών, αφού δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η βαρύτητα της πράξης των κατ/νων καθώς και η προσωπικότητα τους (κατ/νων) κατά τέτοιο βαθμό ώστε να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα η επιβολή των εις βάρος του ποινών, καθισταμένου βάσιμου του λόγου περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων των άρθρ.2 παρ.1, 79 (ως ίσχυε με τον Ν. 4619/2019). Μάλιστα, τα ως άνω συμπεράσματα ισχύουν κατά μείζονα λόγο στην προκειμένη περίπτωση, καθότι το Δικαστήριο παραθέτει μία κοινή αιτιολογία επιμέτρησης για όλους τους συγκατηγορουμένους (τόσο για τον ηθικό αυτουργό, όσο και για τους συναυτουργούς), χωρίς να εξατομικεύεται κανένα από τα κριτήρια του άρθρ.79 ΠΚ, αφού μάλιστα η απόφαση χρησιμοποιεί γ' πληθυντικό αριθμό για την αιτιολόγηση αμιγώς εξατομικευμένων στοιχείων, όπως οι συνέπειες των συγκεκριμένων ποινών για τους κατηγορουμένους και τους οικείους τους. (σχ. αιτήσεις αναίρεσης).
Σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ.4 του προϊσχύσαντος ΠΚ "Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε", ενώ με το άρθρο 79 παρ.7 του ισχύοντος από 1/7/2019 ΠΚ (Ν4619/19) ορίζεται ότι "η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Η απλή μνεία ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγουμένων παραγράφων δεν συνιστά αιτιολογία".
Η διάταξη του άρθρου 79 παρ.7 του νέου ΠΚ, όπως ισχύει μετά το Ν4637/18-11-2019 ορίζει "Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε".
Η διάταξη του άρθρου 79 παρ.7 του νέου ΠΚ, όπως ισχύει μετά το Ν4855/2021 "Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ.1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης καν το βαθμό του υπαιτίου γι' αυτή. Το Δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του.
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπ' όψει του το Δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας της πράξης και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπ' όψει του την βαρύτητα της πράξης και την προσωπικότητα του κατ/νου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά με την προηγηθείσα απόφαση για την ενοχή του. Υποχρέωση επανάληψης των περιστατικών αυτών στην περί της ποινής απόφαση δεν υφίσταται. Η τελευταία αποκτά την κατά νόμο αιτιολογία με την απλή επανάληψη του περιεχομένου των διατάξεων του άρθρου 79 ΠΚ και την δια μέσου αυτών, σιωπηρή έστω, επίκληση των όσων ήδη έγιναν δεκτά με την απόφαση επί της ενοχής, χωρίς να έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του ειδικότερη αιτιολογία για τα στοιχεία αυτά (ΑΠ 676/2022, ΑΠ 1229/2019, ΑΠ 2064/2019, ΑΠ 984/2019, ΑΠ 66/2017, ΑΠ 181/2016).
Στις λοιπές διατάξεις του άρθρου 79 του προϊσχύσαντος, αλλά και του ισχύοντος από 1/7/2019 ΠΚ, περιλαμβάνονται γενικοί κανόνες για τον τρόπο επιμέτρησης της ποινής, η συγκεκριμενοποίηση της οποίας ανήκει στον δικαστή, στον οποίο παρέχονται τα κριτήρια του in concreto καθορισμού, εντός των ορίων των ως άνω διατάξεων, οπότε δεν τίθεται θέμα εφαρμογής επιεικέστερων για τον κατηγορούμενο διατάξεων για την επιμέτρηση της ποινής. Άλλωστε, η αιτιολογία της επιμέτρησης της ποινής συνδέεται με την αιτιολογία περί ενοχής, αφού τα στοιχεία βάσει των οποίων καθορίζεται, ενυπάρχουν στην υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, στις οποίες εμπεριέχονται και τα ενδεικτικώς αναφερόμενα στοιχεία της νέας διάταξης, η ρύθμιση δε περί εκτενούς αναφοράς αιτιολογίας για την επιμέτρηση της ποινής θα μπορούσε να προκαλέσει άσκοπη επανάληψη του σκεπτικού περί ενοχής στην απόφαση περί της ποινής.
Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται στον κατ/νο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, κατά δε το άρθρο 25 παρ.1 εδ.β' του Συντάγματος, αναγνωρίζεται, ότι οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν, κατά το Σύνταγμα, να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από τα Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση σε συνδυασμό, αναφορά και συνάρτηση με το ύψος της επιβληθείσας ποινής και το μέγεθος της απαξίας της αξιόποινης πράξης, εφόσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια, των οποίων η συνεκτίμηση διαμορφώνει την κρίση του Δικαστηρίου για την υπέρβαση ή μη της αρχής της αναλογικότητας (ΑΠ 13/2022, ΑΠ 676/2022, ΑΠ 64/2023, ΑΠ 953/2022, ΑΠ 726/2022).
Το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του ειδικότερη αιτιολογία για κριτήρια επιμέτρησης, όπως η βαρύτητα και οι ειδικότερες περιστάσεις του εγκλήματος (ΑΠ 726/2022, ΑΠ 1229/2019, ΑΠ 2064/2019), αφού αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ΑΠ 767/2022, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 534/2019). Οι όροι που λειτουργούν υπέρ ή κατά του υπαιτίου κατά την επιμέτρηση της ποινής μνημονεύονται ενδεικτικά στη διάταξη του άρθρου 79 ΠΚ, ενώ η σχετική αιτιολογία προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της απόφασης για την ενοχή του κατηγορουμένου (ΑΠ 953/2022).
Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι :
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.3 του Ν.4239/2014 και 79 του ΠΚ, το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής που θα εφαρμόσει σύμφωνα με το διατακτικό, μέσα στα όρια που διαγράφονται με τα παραπάνω άρθρα, αξιολογεί ευεργετικώς τη μέχρι την έκδοση της παρούσας απόφασης διάρκεια της ποινικής διαδικασίας και τις εξ αυτής επιπτώσεις σε βάρος του κατηγορουμένου, που δεν οφείλονται σε υπαιτιότητά του και λαμβάνει περαιτέρω υπόψη του τις επί μέρους διατάξεις του ως άνω άρθρου 79 του ΠΚ. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 79 του ΠΚ, με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι' αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. Για την εκτίμηση της βαρύτητας της πράξης το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που αυτή προξένησε ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνοδέυσε την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του (παρ.2). Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειάς του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του (παρ.3). Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος (παρ.4). Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών (παρ.5). Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από το νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της (παρ.6). Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε (παρ.7).
Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, όπως όλα αυτά προκύπτουν από τα κατά τα άνω αποδεικτικά μέσα, πρέπει, σύμφωνα και με όσα εκτενώς αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, με βάση τη βαρύτητα των προπεριγραφομένων πράξεων που τέλεσαν οι καταδικασθέντες κατηγορούμενοι και το βαθμό της ενοχής τους, να επιβληθούν σε βάρος τους, οι αναφερόμενες ειδικότερα στο διατακτικό ποινές φυλάκισης, οι οποίες αποτελούν την ανάλογη και δίκαιη τιμωρία τους γι' αυτές, ύστερα από συνεκτίμηση των συνεπειών των συγκεκριμένων ποινών για τον ίδιους και τους οικείους τους και αφού λήφθηκαν, ιδίως, υπόψη μεταξύ των άλλων, η βλάβη που προξένησαν οι ανωτέρω αξιόποινες πράξεις τους η φύση και το είδος τους, τα αίτια που τους ώθησαν στην εκτέλεση των εγκλημάτων, καθώς επίσης και όλες τις προπεριγραφόμενες περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την εκτέλεσή τους, σε συνδυασμό με την όλη στάση και διαγωγή τους κατά τη διάρκεια και μετά από αυτές", στη συνέχεια δε καταδίκασε τον καθένα από τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων, που κηρύχθηκαν ένοχοι, σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών.
Από όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στο περί ενοχής σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας για την επιμέτρηση της ποινής, που επέβαλε σε καθέναν από τους αναιρεσείοντες για την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη, έλαβε υπόψη του την βαρύτητα του εγκλήματος, που αυτοί διέπραξαν και τον βαθμό της ενοχής τους, για την εκτίμηση δε των σχετικών στοιχείων αξιολόγησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 5 του ως άνω άρθρου, τα οποία ειδικά και εμπεριστατωμένα μνημονεύει στην απόφασή του, χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετη αιτιολογία και αναφορά άλλων περιστατικών ενόψει και της περαιτέρω αναφοράς "όπως όλα αυτά προκύπτουν από τα κατά τα άνω αποδεικτικά μέσα" (με την οποία είναι σαφές ότι αναφέρεται στο περί ενοχής των αναιρεσειόντων σκέλος της απόφασης). Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές προκύπτει, ότι το Δικαστήριο καθόρισε την ποινή που επέβαλε σε καθέναν από τους αναιρεσείοντες με βάση την βαρύτητα της πράξης τους και τον βαθμό της ενοχής του γι' αυτή, έλαβε δε υπ' όψει και εκτίμησε όλους τους προαναφερθέντες κανόνες, που ορίζονται από το άρθρο 79 του ΠΚ, όπως τούτο προκύπτει από το σύνολο των αιτιολογιών της απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό της, χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετη αιτιολογία και αναφορά άλλων περιστατικών με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 79 του ΝΠΚ, τις οποίες και εφάρμοσε ορθά το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο της ουσίας για την επιβολή της ως άνω ποινής διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη αιτιολογία, αφού εκθέτει με αιτιολογική επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και την συνεκτίμηση των κατά τα άνω αποδεικτικών μέσων, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην διάταξη του άρθρου 79 του ΠΚ, η δε επιβληθείσα ποινή, ενόψει της βαρύτητας και του βαθμού ενοχής για την αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάστηκαν οι ανωτέρω αναιρεσείοντες, την απαξία αυτής, δεν κρίνεται δυσανάλογη.
Από το σκεπτικό που αναφέρεται στην επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στους αναιρεσείοντες έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα της προπεριγραφόμενης πράξης που τέλεσαν οι κατ/νοι και τον βαθμό της ενοχής τους, για δε την εκτίμηση των στοιχείων αυτών έλαβε υπ' όψει του και τα κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ, τα οποία εμπεριστατωμένα μνημονεύει στην απόφασή του. Όσον αφορά την βαρύτητα του εγκλήματος, εκτίμησε την βλάβη, που προξένησε η ως άνω αξιόποινη πράξη, τα αίτια που τους ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, καθώς επίσης και όλες τις προπεριγραφόμενες περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την εκτέλεση σε συνδυασμό με την όλη στάση και διαγωγή τους κατά την διάρκεια και μετά απ' αυτή όπως όλα αυτά προκύπτουν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και εκτίθενται ειδικότερα στην προηγούμενη περί ενοχής απόφαση, η οποία αποτελεί ενιαίο σύνολο με εκείνο περί ποινής, και από την οποία αντλεί στοιχεία, είτε υπό το πρίσμα της διάταξης του άρθρου 79 του παλαιού ΠΚ, είτε υπό το πρίσμα του νέου ΠΚ (Ν4619/2019) ή του νέου ΠΚ, όπως ισχύει μετά το Ν4637/2019, είτε υπό το πρίσμα του Ν4855/2021 (ΑΠ 676/2022).
Συνεπώς, πρέπει, κατά τα λοιπά, να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί με το ζήτημα αυτό λόγοι αναίρεσης που προβλέπονται από το άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ,Ε του ΚΠΔ.
Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση (όπως, αντιστοίχως, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα και για τον πρώτο αναιρεσείοντα, που κατηγορείται για ηθική αυτουργία στην παρακάτω πράξη) για τον λόγο αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Ε ΚΠΔ (εφαρμογή των επιεικέστερων διατάξεων του άρθρου 385 παρ.2 εδ.α' νέου ΠΚ, άρθρ.52 παρ.2 νέου ΠΚ, δηλαδή υπό το καθεστώς του ν. 4619/19, πριν την επί το αυστηρότερο τροποποίησή του με το ν.5090/2024 ) ως προς την διάταξη της περί επιβολής ποινής για την πράξη της απόπειρας εκβίασης από κοινού με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος και ζωής, δεν αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων Κ. Π. και Μ. Π. , αλλά και στο πρόσωπο του συγκατηγορουμένου τους Α. Λ. του Ι. που καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, επίσης, για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας εκβίασης από κοινού, με σωματική βία, με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος, ζωής και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών για την πράξη αυτή. Επομένως, το ευεργετικό αποτέλεσμα των ενδίκων αναιρέσεων των ως άνω αναιρεσειόντων, πρέπει, κατ' άρθρο 469 του ΚΠΔ, να επεκταθεί (ΑΠ 952/2022, ΑΠ 807/2020) και στον εν λόγω ωφελούμενο συγκατηγορούμενο τους και συγκαταδικασθέντα με αυτούς στην δευτεροβάθμια δίκη, ο οποίος δεν άσκησε αίτηση αναίρεσης.
Κατ' ακολουθία δε των ανωτέρω, να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς την επιβληθείσα σ' αυτούς ποινή για νέα συζήτηση στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης (Β' βαθμού), ενόψει της κατάργησης του Πενταμελούς Εφετείου (άρ. 7 παρ.1 δ', ε' ΚΠΔ -όπως τούτο ισχύει μετά τη τροποποίησή του με το άρ. 62 του ν. 5090/1-5-2024), συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρα 519 και 522 του Κ.Π.Δ.) και να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι κρινόμενες αναιρέσεις.
Τέλος, επισημαίνεται ότι αν αναιρεθεί η καταδικαστική απόφαση, μόνο κατά τη διάταξή της περί επιβολής ποινής, έχει κριθεί πλέον αμετάκλητα η ενοχή ως προς την τέλεση του εγκλήματος. Ο Ποινικός Κώδικας ρυθμίζει χωριστά την παραγραφή που εξαλείφει το αξιόποινο των εγκλημάτων στα άρθρα 111, 112, 113 αυτού και χωριστά την παραγραφή των αμετάκλητων ποινών στα άρθρα 118, 119, 120 αυτού. Έτσι, είναι δυνατόν η απόφαση περί κήρυξης της ενοχής να γίνει αμετάκλητη λόγω απόρριψης της αίτησης αναίρεσης και, κατά συνέπεια, έχει παύσει να τρέχει ο χρόνος παραγραφής του εγκλήματος ακόμη και αν έχει αναιρεθεί η αυτοτελής απόφαση περί επιβολής των ποινών. Το δικαστήριο της ουσίας, στο οποίο παραπέμπεται κατά το άρθρο 519 του ΚΠΔ η υπόθεση, περιορίζεται στην επιβολή νέας ποινής και δεν έχει εξουσία να ερευνήσει εκ νέου την ενοχή του κατηγορουμένου, ως προς την τέλεση του εγκλήματος, ούτε και την εξάλειψη του αξιόποινου λόγω τυχόν παραγραφής, αφού η παραγραφή αφορά την πράξη, η τέλεση της οποίας έχει κριθεί αμετάκλητα (ΑΠ 1094/2023, ΑΠ 504/2023).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 370/2023 καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τους αναιρεσείοντες α) Χ. Τ. του Σ. , κατοίκου ... , β) Κ. Π. του Ν. , κατοίκου ... και γ) Μ. Π. του Ν. , κατοίκου ... , μόνον ως προς την διάταξή της περί επιβολής σε αυτούς ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναιρούμενα μέρη, που αφορούν: στις ποινές που επιβλήθηκαν στους αναιρεσείοντες, στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης (Β' βαθμού), συγκροτούμενο από άλλους δικαστές από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως
και
Επεκτείνει το ως άνω αναιρετικό αποτέλεσμα της αναιρέσεως των Κ. και Μ. Π. και στον συγκαταδικασθέντα στην δευτεροβάθμια δίκη συγκατηγορούμενο των αναιρεσειόντων Α. Λ. του Ι. , κατοίκου ...
Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις με αριθμ. πρωτ. ....2023 , ....2023 και ....2023 αιτήσεις, αντίστοιχα, των α) Χ. Τ. του Σ. , β) Κ. Π. του Ν. και γ) Μ. Π. του Ν. , για αναίρεση της με αριθμό 370/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ioυνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ