Απόφαση 474 / 2026    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 474/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη (η οποία ορίστηκε με την υπ'αριθμ. .../2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου, Φώτιο Μουζάκη-Εισηγητής και Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασίλειου Παππαδά (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ. , για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 335/2023 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας.
Με κατηγορούμενο τον Γ. Π. του Χ. , κάτοικο ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε και με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Κ. Κ. του Λ. , κάτοικο ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδημητρίου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Έδεσσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Οκτωβρίου 2023 έκθεση αναίρεσης της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευδοκίας Πούλου, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, Δ. Χ. και έλαβε αριθμό .../2023 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2023.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του υποστηρίζοντος την κατηγορία, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α` ΚΠΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε τελεσίδικης ή ανέκκλητης απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 507 ΚΠΔ, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες, από την καταχώριση της απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και αυτός της έλλειψης της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ - ΑΠ 325/2023, ΑΠ 49/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, εισάγεται προς κρίση η, με αριθ. έκθεσης κατάθ. ...-2023, αίτηση της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, για αναίρεση, της, με αριθ. 335/2023, απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, η οποία καταχωρήθηκε στο Ειδικό Βιβλίο του άρθ. 473 παρ. 3 ΚΠΔ στις 4-9-2023 και με την οποία ο κατηγορούμενος Γ. Π. του Χ. κηρύχθηκε αθώος για τις άδικες πράξεις της πλαστογραφίας εγγράφων μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και της απάτης ενώπιον του Δικαστηρίου (άρθρ.98, 216 παρ.1, 386 παρ.1 ΠΚ). Η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 504 παρ. 1, 505 παρ. 2 εδ. α`, 507, 474 παρ. 4 του ΚΠΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, [ερήμην του κατηγορουμένου ο οποίος θα δικαστεί σαν να ήταν παρών, εφόσον έχει νομίμως κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο της 17-01-2024, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη στην αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο και έχει ενημερωθεί ότι σε περίπτωση μη εμφάνισης ή μη εκπροσώπησής του θα δικαστεί ερήμην (από .../2023 αποδεικτικά επίδοσης του Αρχ/κα του ΑΤ ... Κ. Γ. προς τον κατηγορούμενο και τον αντίκλητο δικηγόρο του Αργύρη Μπογιά], ως προς το βάσιμο του περιεχομένου σ' αυτήν λόγου που αφορά την έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του νυν ισχύοντος ΠΚ, "1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υλικής πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο πλαστού εγγράφου, δηλαδή εγγράφου που εμφανίζεται ότι εκδόθηκε από πρόσωπο άλλο από εκείνο που πράγματι είναι ο εκδότης του είτε η νόθευση γνησίου εγγράφου δηλαδή αλλοίωση του περιεχομένου ενός καταρχήν γνησίου εγγράφου, χωρίς τη συναίνεση του εκδότη αυτού. Από τη διάταξη αυτή με την οποία καταργήθηκε η χρήση του πλαστού εγγράφου ως επιβαρυντική περίσταση και αποτελεί πλέον αυτοτελή πράξη, που συρρέει φαινομενικά όταν ακολουθεί την πλαστοποιητική ενέργεια και απορροφάται από αυτήν (Αιτιολογική έκθεση Ν. 4619/2019), προκύπτει ότι χρήση πλαστού εγγράφου συνιστά κάθε ενέργεια, η οποία, εντασσόμενη στον σκοπό σύνταξης ή τον προορισμό του εγγράφου και κατευθυνόμενη σε παραπλάνηση άλλου, καθιστά προσιτό το έγγραφο και παρέχει τη δυνατότητα στον άλλον (εκείνον που επιδιώκεται να παραπλανηθεί) να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται ο τελευταίος να έλαβε πράγματι γνώση του εγγράφου ή να παραπλανήθηκε (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 1063/2023, ΑΠ 220/2019). Για την στοιχειοθέτηση δε της υποκειμενικής υπόστασης του συγκεκριμένου αυτοτελούς πλέον, εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, απαιτείται η συνδρομή στο πρόσωπο του δράστη, κατά το χρόνο της χρήσης, των ακόλουθων στοιχείων: α) γνώση ότι το έγγραφο είναι πλαστό, β) συνείδηση (επίγνωση) ότι η ενέργειά του συνιστά χρήση του εγγράφου με την παραπάνω έννοια και γ) σκοπός του δράστη (υπερχειλής δόλος) να προκαλέσει ή να ενισχύσει σε άλλον την πλάνη ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου και μέσω αυτής να πετύχει συμπεριφορά του τελευταίου που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, χωρίς να απαιτείται να έχει ή όχι επιτευχθεί η παραπλάνηση (ΑΠ 1063/2023). Έτσι, εκτός από το σκοπό παραπλάνησης, που πρέπει να έχει ο δράστης, απαιτείται επί πλέον το πλαστό έγγραφο να μπορεί αντικειμενικά με τη χρήση του να παραπλανήσει άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να είναι πρόσφορο να παράγει έννομες συνέπειες, ενώ η επέλευση βλάβης στην περιουσία άλλου δεν αποτελεί στοιχείο του εγκλήματος. Υπέρ των ανωτέρω, συνηγορεί και το γεγονός ότι η πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου ή χρήση πλαστού εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάθεται στον νόμο, ως έγκλημα σκοπού και με τη συστηματική ένταξή της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του ΠΚ σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 §1 εδ. α του προϊσχύσαντος ΠΚ, απάτη διαπράττει "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων". Σύμφωνα, δε με τη διάταξη του άρθρου 386§1εδ. α` του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ (Ν. 4619/2019):" 1. Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, το οποίο ως προς τη νομοτυπική του μορφή δεν μεταβλήθηκε με το νέο Ποινικό Κώδικα, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει, με την έννοια του άμεσου δόλου, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, συνιστώσα επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, υπάρχει δε τέτοια βλάβη (ζημία) σε περίπτωση μείωσης ή χειροτέρευσης της αξίας της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της, ενώ εκείνος που εξαπατήθηκε δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με αυτόν που ζημιώθηκε. Ως γεγονότα, κατά την έννοια του άνω άρθρου, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά τα οποία ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο, όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος, ο δε αξιούμενος για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος τούτου σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου (έγκλημα με "υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση").
Τέλος, η περιουσιακή βλάβη που υπάρχει σε περίπτωση μείωσης ή χειροτέρευσης της περιουσίας του παθόντος, πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διάθεσης, δηλαδή, της πράξης, παράλειψης ή ανοχής, στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης, που προκλήθηκε από αυτήν, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της λόγω αυτής πράξης, παράλειψης ή ανοχής του πλανηθέντος. Συνεπεία δε της κατά τα ως άνω μη αναγκαίας ταύτισης του απατηθέντος και του υποστάντος τη βλάβη είναι, ότι η απάτη μπορεί να τελεσθεί και με παραπλάνηση του Δικαστή που δικάζει κάθε φορά που υποβάλλεται σ` αυτόν ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος με την εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν, αλλά με ανακριβές περιεχόμενο ή με άλλα αποδεικτικά μέσα. Θεωρείται τετελεσμένη η απάτη επί Δικαστηρίου, όταν δια των ψευδών ισχυρισμών και της επικλήσεως και προσκομίσεως πλαστών ή ανακριβών αποδεικτικών στοιχείων εκδίδεται από το Δικαστήριο οριστική απόφαση και γίνονται δεκτά τα προβαλλόμενα και συνιστώντα το περιεχόμενο του ισχυρισμού του δράστη της απάτης εις βάρος του αντιδίκου του εφόσον πείσθηκε το Δικαστήριο για την αλήθεια αυτήν των ισχυρισμών με ψευδή αποδεικτικά στοιχεία και με την εκδοθείσα οριστική απόφαση επήλθε βλάβη στον διάδικο που είναι αντίδικος του δράστη (ΑΠ 1063/2023, ΑΠ 2048/2019).
Εξάλλου, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. (Ν.Δ. 53/1974), έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. , λόγο αναίρεσης, υπάρχει είτε, όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά είτε, όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο, με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα, που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσης του (ΟλΑΠ 2/2017, ΟλΑΠ 3/2010, ΑΠ 484/2020). Δεν απαιτείται, για την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης, να εκθέτει το δικαστήριο σ' αυτήν περιστατικά, από τα οποία πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου. Γίνεται όμως δεκτό ότι, όταν πρόκειται για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το Δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορούμενου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά ή όταν δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του στο σύνολο τους κάποια έγγραφα ή το συνολικό περιεχόμενο μαρτυρικών καταθέσεων ή ότι δεν πραγματοποίησε τον επιβαλλόμενο από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 ΚΠΔ λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, (ΑΠ 626/2019, ΑΠ 131/2018). Ειδικά, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, για να είναι η δικαστική απόφαση αιτιολογημένη πρέπει να προκύπτει από αυτήν, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και έτσι η αιτιολογία δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Ούτε αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης μόνη η σκέψη, ότι προέκυψαν αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορουμένου ή ότι δεν πείσθηκε το δικαστήριο, εκτός αν δεν προσκομίσθηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ούτε εξετάσθηκε μάρτυρας (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 1/2018, ΟλΑΠ 3/2012, ΑΠ 1065/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 335/3-5-2023 απόφασή του, συνεκδικάστηκαν τρεις υποθέσεις του πινακίου (10,11 και 12) με τα ακόλουθα κατηγορητήρια: "Κατηγορητήριο της υπ' αρ. πινακίου ...
(I) Ο Π. Γ. του Χ. κατηγορείται ως υπαίτιος για το ότι στην Έδεσσα σε απροσδιόριστο χρονικό σημείο εντός του χρονικού διαστήματος από αρχές Απριλίου του 2020 έως την 09.04.2020 με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος κατήρτισε πλαστά έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονότα που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες και εν συνεχεία την 09.04.2020 με τον ίδιο σκοπό έκανε εν γνώσει του χρήση των πλαστών εγγράφων. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος επί του σώματος συναλλαγματικής έθεσε στη θέση όπου προορίζεται να υπογράφει ο αποδέκτης αυτής ανάλογη υπογραφή κατ' απομίμηση της υπογραφής της Α. , συζύγου Λ. Κ. , μητέρας του εγκαλούντος, Κ. Κ. του Λ. , καθώς και ανάλογη αποτύπωση επαγγελματικής σφραγίδας κατ' απομίμηση της επαγγελματικής σφραγίδας που χρησιμοποιούσε η Α. , σύζυγος Λ. Κ. , χωρίς τη συναίνεση και παρά την αντίθετη βούληση αυτής, η οποία κατά τον ανωτέρω χρόνο είχε προαποβιώσει, ενώ στο κάτωθι αριστερό μέρος της συναλλαγματικής ανέγραψε τα στοιχεία της μητέρας του εγκαλούντος (Α. Κ. , σύζυγος Λ. , κάτοικος ... , οδός ... , ΤΚ ... , ΑΦΜ ... , ΑΔΤ ...), ως τόπο έκδοσης και αποδοχής έθεσε την Έδεσσα, ως χρόνο έκδοσης και αποδοχής την 30.05.2013, ως χρόνο λήξης του αξιογράφου έθεσε την 30.06.2017, ως πληρωτέο ποσό έθεσε αυτό των 7.000 ευρώ και τέλος ανέγραψε ότι η συναλλαγματική είναι πληρωτέα εις διαταγήν του Π. Γ. του Χ. , ο οποίος ήταν και ο εκδότης του αξιογράφου, ώστε να διαλαμβάνεται ότι η ως άνω συναλλαγματική εξεδόθη από τον κατηγορούμενο την 30.05.2013 και έγινε αποδεκτή την 30.05.2013 καθ' όλα νόμιμα με τα ως άνω στοιχεία από την Α. , σύζυγο Λ. Κ. , μητέρα του εγκαλούντος, Κ. Κ. του Λ. εις διαταγήν του Π. Γ. του Χ. , ενώ στην πραγματικότητα η συναλλαγματική συμπληρώθηκε καθ' όλα τα στοιχεία της από τον κατηγορούμενο χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή της φερόμενης αποδέκτριας, Α. , συζύγου Λ. Κ. , μάλιστα δε παρά τη βούληση αυτής και χωρίς άλλο νόμιμο δικαίωμα για τη θέση της υπογραφής της τελευταίας και με μοναδικό σκοπό να παραπλανήσει τους μεταγενέστερους κομιστές της συναλλαγματικής, αλλά και κάθε πρόσωπο ως προς τη γνησιότητα του αξιογράφου παριστάνοντας ότι δήθεν το αξιόγραφο που εξεδόθη από τον κατηγορούμενο έγινε αποδεκτό καθ' όλα νόμιμα από την Α. , σύζυγο Λ. Κ. και ότι δήθεν τα δικαιώματα εξ αυτού (αξιόγραφου) ήταν ισχυρά.
Περαιτέρω, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος επί του σώματος έτερης συναλλαγματικής έθεσε στη θέση όπου προορίζεται να υπογράφει ο αποδέκτης αυτής ανάλογη υπογραφή κατ' απομίμηση της υπογραφής της Α. , συζύγου Λ. Κ. , μητέρας του εγκαλούντος, Κ. Κ. του Λ. , καθώς και ανάλογη αποτύπωση επαγγελματικής σφραγίδας κατ' απομίμηση της επαγγελματικής σφραγίδας που χρησιμοποιούσε η Α. , σύζυγος Λ. Κ. , χωρίς τη συναίνεση και παρά την αντίθετη βούληση αυτής, η οποία κατά τον ανωτέρω χρόνο είχε προαποβιώσει, ενώ στο κάτωθι αριστερό μέρος της συναλλαγματικής ανέγραψε τα στοιχεία της μητέρας του εγκαλούντος (Α. Κ. , σύζυγος Λ. , κάτοικος ... , οδός ... , ΤΚ ... , ΑΦΜ ... , ΑΔΤ ...), ως τόπο έκδοσης και αποδοχής έθεσε την Έδεσσα, ως χρόνο έκδοσης και αποδοχής την 30.05.2013, ως χρόνο λήξης του αξιογράφου έθεσε την 30.12.2017, ως πληρωτέο ποσό έθεσε αυτό των 6.600 ευρώ και τέλος ανέγραψε ότι η συναλλαγματική είναι πληρωτέα εις διαταγήν του Π. Γ. του Χ. , ο οποίος ήταν και ο εκδότης του αξιογράφου, ώστε να διαλαμβάνεται ότι η ως άνω συναλλαγματική εξεδόθη από τον κατηγορούμενο την 30.05.2013 και έγινε αποδεκτή την 30.05.2013 καθ' όλα νόμιμα με τα ως άνω στοιχεία από την Α. , σύζυγο Λ. Κ. , μητέρα του εγκαλούντος, Κ. Κ. του Λ. εις διαταγήν του Π. Γ. του Χ. , ενώ στην πραγματικότητα η συναλλαγματική συμπληρώθηκε καθ' όλα τα στοιχεία της από τον κατηγορούμενο χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή της φερόμενης αποδέκτριας, Α. , συζύγου Λ. Κ. , μάλιστα δε παρά τη βούληση αυτής και χωρίς άλλο νόμιμο δικαίωμα για τη θέση της υπογραφής της τελευταίας και με μοναδικό σκοπό να παραπλανήσει τους μεταγενέστερους κομιστές της συναλλαγματικής, αλλά και κάθε πρόσωπο ως προς τη γνησιότητα του αξιογράφου παριστάνοντας ότι δήθεν το αξιόγραφο που εξεδόθη από τον κατηγορούμενο έγινε αποδεκτό καθ' όλα νόμιμα από την Α. , σύζυγο Λ. Κ. και ότι δήθεν τα δικαιώματα εξ αυτού (αξιογράφου) ήταν ισχυρά. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος στην Έδεσσα την 09.04.2020 έχοντας στην κατοχή του τις προπεριγραφόμενες πλαστές συναλλαγματικές έκανε εν γνώσει του χρήση αυτών, καθόσον τις προσκόμισε μετ' επικλήσεως ενώπιον του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Έδεσσας κατά την κατάθεση αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής που υπέβαλε κατά του εγκαλούντος, Κ. Κ. του Λ. , μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Α. , συζύγου Λ. Κ. , επικαλούμενος τις έννομες συνέπειες των πλαστών εγγράφων, ήτοι ότι δήθεν οι συναλλαγματικές, οι οποίες εξεδόθησαν από τον κατηγορούμενο και εις διαταγήν του κατηγορουμένου, έγιναν αποδεκτές από την Α. , σύζυγο Λ. Κ. , ενώ στην πραγματικότητα οι συναλλαγματικές συμπληρώθηκαν καθ' όλα τα στοιχεία τους από τον κατηγορούμενο χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή της Α. , συζύγου Λ. Κ. , μάλιστα δε παρά τη βούληση αυτής και χωρίς άλλο νόμιμο δικαίωμα, με μοναδικό σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστή του Ειρηνοδικείου Έδεσσας ως προς τη γνησιότητα των προσκομισθεισών μετ' επικλήσεως συναλλαγματικών και ο Δικαστής να δεχτεί την από 09.04.2020 αίτηση του κατηγορουμένου, να εκδώσει τον αιτούμενο εκτελεστό τίτλο-διαταγή πληρωμής και να διατάξει τον καθ' ου η αίτηση και ήδη εγκαλούντα, Κ. Κ. του Λ. , μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της Α. , συζύγου Λ. Κ. να καταβάλει στον κατηγορούμενο το ποσό των 7.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της λήξης της πρώτης προπεριγραφόμενης συναλλαγματικής, ήτοι από 01.07.2017 , το ποσό των 6.600 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της λήξης της δεύτερης προπεριγραφόμενης συναλλαγματικής, ήτοι από 31.12.2017, καθώς και τα δικαστικά έξοδα. (II) Ο Π. Γ. του Χ. κατηγορείται ως υπαίτιος για το ότι στην Έδεσσα την 09.04.2020 ενεργώντας με πρόθεση με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος από τη βλάβη της ξένης περιουσίας. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος στην Έδεσσα την 09.04.2020 έχοντας στην κατοχή του τις προπεριγραφόμενες υπό στοιχείο (I) του παρόντος πλαστές συναλλαγματικές τις προσκόμισε μετ' επικλήσεως ενώπιον του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Έδεσσας κατά την κατάθεση της αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής που υπέβαλε κατά του εγκαλούντος, Κ. Κ. του Λ. , μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Α. , συζύγου Λ.- Κ. , ισχυριζόμενος και προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι οι συναλλαγματικές εξεδόθησαν από τον κατηγορούμενο, έγιναν αποδεκτές και κυκλοφόρησαν καθ' όλα νόμιμα από την Α. , σύζυγο Λ. Κ. , ότι δήθεν τα δικαιώματα εξ αυτών (αξιογράφων) ήταν ισχυρά, ότι ο ίδιος είναι νόμιμος λήπτης των συναλλαγματικών και ότι είναι φορέας αληθών και ισχυρών απαιτήσεων σε βάρος του εγκαλούντος, Κ. Κ. του Λ. , μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Α. , συζύγου Λ. Κ. , ζήτησε δε να του επιδικαστούν τα χρηματικά ποσά των συναλλαγματικών, ήτοι το ποσό των 7.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της λήξης της πρώτης προπεριγραφόμενης υπό στοιχείο (I) του παρόντος συναλλαγματικής, ήτοι από 01.07.2017 , το ποσό των 6.600 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της λήξης της δεύτερης προπεριγραφόμενης υπό στοιχείο (I) του παρόντος συναλλαγματικής, ήτοι από 31.12.2017, καθώς και τα δικαστικά έξοδα. Τα ανωτέρω όμως ήταν ψευδή κι ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας, καθόσον στην πραγματικότητα ουδέποτε η Α. , σύζυγος Λ. Κ. , μητέρα του εγκαλούντος, Κ. Κ. του Λ. ανέλαβε νόμιμη υποχρέωση για την πληρωμή των προπεριγραφόμενων υπό στοιχείο (I) του παρόντος πλαστών συναλλαγματικών, οι οποίες συμπληρώθηκαν καθ' όλα τα στοιχεία τους από τον κατηγορούμενο χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή της φερόμενης αποδέκτριας Α. , συζύγου Λ. Κ. , μάλιστα δε παρά τη βούληση αυτής και χωρίς άλλο νόμιμο δικαίωμα για τη θέση της υπογραφής της τελευταίας, εφόσον οι υπογραφές που υπήρχαν στις συναλλαγματικές στη θέση του αποδέκτη αυτών δεν ετέθησαν από την Α. , σύζυγο Λ. Κ. , αλλά πλαστογραφήθηκαν από τον κατηγορούμενο κατ' απομίμηση της υπογραφής της Α. , συζύγου Λ. Κ. και χωρίς τη συναίνεση και τη βούλησή της. Στην πράξη του αυτή ο κατηγορούμενος προέβη με μοναδικό σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, ήτοι να επιτύχει να του επιδικαστεί το χρηματικό ποσό των 7.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της λήξης της πρώτης προπεριγραφόμενης υπό στοιχείο (I) του παρόντος συναλλαγματικής, ήτοι από 01.07.2017 , το ποσό των 6.600 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της λήξης της δεύτερης προπεριγραφόμενης υπό στοιχείο (I) του παρόντος συναλλαγματικής, ήτοι από 31.12.2017, καθώς και τα δικαστικά έξοδα, χωρίς νόμιμο προς τούτο δικαίωμα (αφού η Α. , σύζυγος Λ. Κ. δεν είχε αναλάβει νόμιμη και αληθή υποχρέωση για την πληρωμή των συναλλαγματικών), με τον τρόπο δε αυτό παραπλάνησε το Δικαστή του ανωτέρω Δικαστηρίου, ο οποίος, πεισθείς στη γνησιότητα των εγγράφων, εξέδωσε την υπ' αρ. 7/2020 διαταγή πληρωμής, δυνάμει της οποίας δέχθηκε την αίτηση του κατηγορουμένου και διέταξε τον καθ' ου η αίτηση, μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της Α. , συζύγου Λ. Κ. και ήδη εγκαλούντα, Κ. Κ. του Λ. να καταβάλει στον κατηγορούμενο το ποσό των 7.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της λήξης της πρώτης προπεριγραφόμενης υπό στοιχείο (I) του παρόντος συναλλαγματικής, ήτοι από 01.07.2017, το ποσό των 6.600 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της λήξης της δεύτερης προπεριγραφόμενης υπό στοιχείο (I) του παρόντος συναλλαγματικής, ήτοι από 31.12.2017, καθώς και τα δικαστικά έξοδα και έβλαψε την περιουσία του εγκαλούντος στο μέτρο που η περιουσία του εγκαλούντος απειλήθηκε με μείωσή της βάσει του ως άνω εκτελεστού τίτλου, ενώ , εάν ο προαναφερθείς Δικαστής γνώριζε την πλαστότητα των εγγράφων , θα απέρριπτε την αίτηση του κατηγορουμένου και δε θα εξέδιδε την υπ' αρ. .../2020 διαταγή πληρωμής.
Κατηγορητήριο της υπ' αρ. πινακίου ... (I) Ο Π. Γ. του Χ. κατηγορείται ως υπαίτιος για το ότι στην Έδεσσα σε απροσδιόριστο χρονικό σημείο εντός του χρονικού διαστήματος από αρχές Μαρτίου του 2021 έως την 19.03.2021 με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθησή του ίδιου εγκλήματος κατήρτισε πλαστά έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονότα που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες και εν συνεχεία την 19.03.2021 με τον ίδιο σκοπό έκανε εν γνώσει του χρήση των πλαστών εγγράφων. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος επί του σώματος συναλλαγματικής έθεσε στη θέση όπου προορίζεται να υπογράφει ο αποδέκτης αυτής ανάλογη υπογραφή κατ' απομίμηση της υπογραφής της Α. , συζύγου Λ. Κ. , μητέρας του εγκαλούντος, Κ. Κ. του Λ. , καθώς και ανάλογη αποτύπωση επαγγελματικής σφραγίδας κατ' απομίμηση της επαγγελματικής σφραγίδας που χρησιμοποιούσε η Α. , σύζυγος Λ. Κ. , χωρίς τη συναίνεση και παρά την αντίθετη βούληση αυτής, η οποία κατά τον ανωτέρω χρόνο είχε προαποβιώσει, ενώ στο κάτωθι αριστερό μέρος της συναλλαγματικής ανέγραψε τα στοιχεία της μητέρας του εγκαλούντος (Α. Κ. , σύζυγος Λ. , κάτοικος ... , οδός ... , ΤΚ ... , ΑΦΜ ... , ΑΔΤ ...), ως τόπο έκδοσης και αποδοχής έθεσε την Έδεσσα, ως χρόνο έκδοσης και αποδοχής την 30.05.2013, ως χρόνο λήξης του αξιογράφου έθεσε την 30.06.2018, ως πληρωτέο ποσό έθεσε αυτό των 10.000 ευρώ και τέλος ανέγραψε ότι η συναλλαγματική είναι πληρωτέα εις διαταγήν του Π. Γ. του Χ. , ο οποίος ήταν και ο εκδότης του αξιογράφου, ώστε να διαλαμβάνεται ότι η ως άνω συναλλαγματική εξεδόθη από τον κατηγορούμενο την 30.05.2013 και έγινε αποδεκτή την 30.05.2013 καθ' όλα νόμιμα με τα ως άνω στοιχεία από την Α. , σύζυγο Λ. Κ. , μητέρα του εγκαλούντος, Κ. Κ. του Λ. εις διαταγήν του Π. Γ. του Χ. , ενώ στην πραγματικότητα η συναλλαγματική συμπληρώθηκε καθ' όλα τα στοιχεία της από τον κατηγορούμενο χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή της φερόμενης αποδέκτριας, Α. , συζύγου Λ. Κ. , μάλιστα δε παρά τη βούληση αυτής και χωρίς άλλο νόμιμο δικαίωμα για τη θέση της υπογραφής της τελευταίας και με μοναδικό σκοπό να παραπλανήσει τους μεταγενέστερους κομιστές της συναλλαγματικής, αλλά και κάθε πρόσωπο ως προς τη γνησιότητα του αξιογράφου παριστάνοντας ότι δήθεν το αξιόγραφο που εξεδόθη από τον κατηγορούμενο έγινε αποδεκτό καθ' όλα νόμιμα από την Α. , σύζυγο Λ. Κ. και ότι δήθεν τα δικαιώματα εξ αυτού (αξιογράφου) ήταν ισχυρά. Περαιτέρω, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος επί του σώματος έτερης συναλλαγματικής έθεσε στη θέση όπου προορίζεται να υπογράφει ο αποδέκτης αυτής ανάλογη υπογραφή κατ' απομίμηση της υπογραφής της Α. , συζύγου Λ. Κ. , μητέρας του εγκαλούντος, Κ. Κ. του Λ. , καθώς και ανάλογη αποτύπωση επαγγελματικής σφραγίδας κατ' απομίμηση της επαγγελματικής σφραγίδας που χρησιμοποιούσε η Α. , σύζυγος Λ. Κ. , χωρίς τη συναίνεση και παρά την αντίθετη βούληση αυτής, η οποία κατά τον ανωτέρω χρόνο είχε προαποβιώσει, ενώ στο κάτωθι αριστερό μέρος της συναλλαγματικής ανέγραψε τα στοιχεία της μητέρας του εγκαλούντος (Α. Κ., σύζυγος Λ., κάτοικος ..., οδός ... , ΤΚ ... , ΑΦΜ ... , ΑΔΤ ...), ως τόπο έκδοσης και αποδοχής έθεσε την Έδεσσα, ως χρόνο έκδοσης και αποδοχής την 30.05.2013, ως χρόνο λήξης του αξιογράφου έθεσε την 30.12.2018, ως πληρωτέο ποσό έθεσε αυτό των 7.400 ευρώ και τέλος ανέγραψε ότι η συναλλαγματική είναι πληρωτέα εις διαταγήν του Π. Γ. του Χ. , ο οποίος ήταν και ο εκδότης του αξιογράφου, ώστε να διαλαμβάνεται ότι η ως άνω συναλλαγματική εξεδόθη από τον κατηγορούμενο την 30.05.2013 και έγινε αποδεκτή την 30.05.2013 καθ' όλα νόμιμα με τα ως άνω στοιχεία από την Α. , σύζυγο Λ. Κ. , μητέρα του εγκαλούντος, Κ. Κ. του Λ. εις διαταγήν του Π. Γ. του Χ. , ενώ στην πραγματικότητα η συναλλαγματική συμπληρώθηκε καθ' όλα τα στοιχεία της από τον κατηγορούμενο χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή της φερόμενης αποδέκτριας, Α. , συζύγου Λ. Κ. , μάλιστα δε παρά τη βούληση αυτής και χωρίς άλλο νόμιμο δικαίωμα για τη θέση της υπογραφής της τελευταίας και με μοναδικό σκοπό να παραπλανήσει τους μεταγενέστερους κομιστές της συναλλαγματικής, αλλά και κάθε πρόσωπο ως προς τη γνησιότητα του αξιογράφου παριστάνοντας ότι δήθεν το αξιόγραφο που εξεδόθη από τον κατηγορούμενο έγινε αποδεκτό καθ' όλα νόμιμα από την Α. , σύζυγο Λ. Κ. και ότι δήθεν τα δικαιώματα εξ αυτού (αξιογράφου) ήταν ισχυρά. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος στην Έδεσσα την 19.03.2021 έχοντας στην κατοχή του τις προπεριγραφόμενες πλαστές συναλλαγματικές έκανε εν γνώσει του χρήση αυτών, καθόσον τις προσκόμισε μετ' επικλήσεως ενώπιον του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Έδεσσας κατά την κατάθεση αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής που υπέβαλε κατά του εγκαλούντος, Κ. Κ. του Λ. , μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Α. , συζύγου Λ. Κ. , επικαλούμενος τις έννομες συνέπειες των πλαστών εγγράφων, ήτοι ότι δήθεν οι συναλλαγματικές, οι οποίες εξεδόθησαν από τον κατηγορούμενο και εις διαταγήν του κατηγορουμένου, έγιναν αποδεκτές από την Α. , σύζυγο Λ. Κ. , ενώ στην πραγματικότητα οι συναλλαγματικές συμπληρώθηκαν καθ' όλα τα στοιχεία τους από τον κατηγορούμενο χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή της Α. , συζύγου Λ. Κ. , μάλιστα δε παρά τη βούληση αυτής και χωρίς άλλο νόμιμο δικαίωμα, με μοναδικό σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστή του Ειρηνοδικείου Έδεσσας ως προς τη γνησιότητα των προσκομισθεισών μετ' επικλήσεως συναλλαγματικών και ο Δικαστής να δεχτεί την από 19.03.2021 αίτηση του κατηγορουμένου, να εκδώσει τον αιτούμενο εκτελεστό τίτλο-διαταγή πληρωμής και να διατάξει τον καθ' ου η αίτηση και ήδη εγκαλούντα, Κ. Κ. του Λ. , μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της Α. , συζύγου Λ. Κ. να καταβάλει στον κατηγορούμενο το ποσό των 10.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της λήξης της πρώτης προπεριγραφόμενης συναλλαγματικής, ήτοι από 01.07.2018 , το ποσό των 7.400 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της λήξης της δεύτερης προπεριγραφόμενης συναλλαγματικής, ήτοι από 31.12.2018, καθώς και τα δικαστικά έξοδα.
(II) Ο Π. Γ. του Χ. κατηγορείται ως υπαίτιος για το ότι στην Έδεσσα την 19.03.2021 ενεργώντας με πρόθεση με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος από τη βλάβη της ξένης περιουσίας. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος στην Έδεσσα την 19.03.2021 έχοντας στην κατοχή του τις προπεριγραφόμενες υπό στοιχείο (I) του παρόντος πλαστές συναλλαγματικές τις προσκόμισε μετ' επικλήσεως ενώπιον του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Έδεσσας κατά την κατάθεση της αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής που υπέβαλε κατά του εγκαλούντος, Κ. Κ. του Λ. , μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Α. , συζύγου Λ. Κ. , ισχυριζόμενος και προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι οι συναλλαγματικές εξεδόθησαν από τον κατηγορούμενο, έγιναν αποδεκτές και κυκλοφόρησαν καθ' όλα νόμιμα από την Α. , σύζυγο Λ. Κ. , ότι δήθεν τα δικαιώματα εξ αυτών (αξιογράφων) ήταν ισχυρά, ότι ο ίδιος είναι νόμιμος λήπτης των συναλλαγματικών και ότι είναι φορέας αληθών και ισχυρών απαιτήσεων σε βάρος του εγκαλούντος, Κ. Κ. του Λ. , μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Α. , συζύγου Λ. Κ. , ζήτησε δε να του επιδικαστούν τα χρηματικά ποσά των συναλλαγματικών, ήτοι το ποσό των 10.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της λήξης της πρώτης προπεριγραφόμενης υπό στοιχείο (I) του παρόντος συναλλαγματικής, ήτοι από 01.07.2018 , το ποσό των 7.400 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της λήξης της δεύτερης προπεριγραφόμενης υπό στοιχείο (I) του παρόντος συναλλαγματικής, ήτοι από 31.12.2018, καθώς και τα δικαστικά έξοδα. Τα ανωτέρω όμως ήταν ψευδή κι ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας, καθόσον στην πραγματικότητα ουδέποτε η Α. , σύζυγος Λ. Κ. , μητέρα του εγκαλούντος, Κ. Κ. του Λ. ανέλαβε νόμιμη υποχρέωση για την πληρωμή των προπεριγραφόμενων υπό στοιχείο (I) του παρόντος πλαστών συναλλαγματικών, οι οποίες συμπληρώθηκαν καθ' όλα τα στοιχεία τους από τον κατηγορούμενο χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή της φερόμενης αποδέκτριας Α. , συζύγου Λ. Κ. , μάλιστα δε παρά τη βούληση αυτής και χωρίς άλλο νόμιμο δικαίωμα για τη θέση της υπογραφής της τελευταίας, εφόσον οι υπογραφές που υπήρχαν στις συναλλαγματικές στη θέση του αποδέκτη αυτών δεν ετέθησαν από την Α. , σύζυγο Λ. Κ. , αλλά πλαστογραφήθηκαν από τον κατηγορούμενο κατ' απομίμηση της υπογραφής της Α. , συζύγου Λ. Κ. και χωρίς τη συναίνεση και τη βούλησή της. Στην πράξη του αυτή ο κατηγορούμενος προέβη με μοναδικό σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, ήτοι να επιτύχει να του επιδικαστεί το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της λήξης της πρώτης προπεριγραφόμενης υπό στοιχείο (I) του παρόντος συναλλαγματικής, ήτοι από 01.07.2018 , το ποσό των 7.400 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της λήξης της δεύτερης προπεριγραφόμενης υπό στοιχείο (I) του παρόντος συναλλαγματικής, ήτοι από 31.12.2018, καθώς και τα δικαστικά έξοδα, χωρίς νόμιμο προς τούτο δικαίωμα (αφού η Α. , σύζυγος Λ. Κ. δεν είχε αναλάβει νόμιμη και αληθή υποχρέωση για την πληρωμή των συναλλαγματικών), με τον τρόπο δε αυτό παραπλάνησε το Δικαστή του ανωτέρω Δικαστηρίου, ο οποίος, πεισθείς στη γνησιότητα των εγγράφων , εξέδωσε την υπ' αρ. 4/2021 διαταγή πληρωμής, δυνάμει της οποίας δέχθηκε την αίτηση του κατηγορουμένου και διέταξε τον καθ' ου η αίτηση, μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της Α. , συζύγου Λ. Κ. και ήδη εγκαλούντα, Κ. Κ. του Λ. να καταβάλει στον κατηγορούμενο το ποσό των 10.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της λήξης της πρώτης προπεριγραφόμενης υπό στοιχείο (I) του παρόντος συναλλαγματικής, ήτοι από 01.07.2018 , το ποσό των 7.400 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της λήξης της δεύτερης προπεριγραφόμενης υπό στοιχείο (I) του παρόντος συναλλαγματικής, ήτοι από 31.12.2018, καθώς και τα δικαστικά έξοδα και έβλαψε την περιουσία του εγκαλούντος στο μέτρο που η περιουσία του εγκαλούντος απειλήθηκε με μείωσή της βάσει του ως άνω εκτελεστού τίτλου, ενώ , εάν ο προαναφερθείς Δικαστής γνώριζε την πλαστότητα των εγγράφων , θα απέρριπτε την αίτηση του κατηγορουμένου και δε θα εξέδιδε την υπ' αρ. .../2021 διαταγή πληρωμής.
Κατηγορητήριο της υπ' αρ. πινακίου ... (I) Ο Π. Γ. του Χ. κατηγορείται ως υπαίτιος για το ότι στην Έδεσσα σε απροσδιόριστο χρονικό σημείο εντός του χρονικού διαστήματος από αρχές Δεκεμβρίου τoυ 2019 έως την 17.12.2019 κατήρτισε πλαστό έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλους σχετικά με γεγονότα που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες και εν συνεχεία την 17.12.2019 με τον ίδιο σκοπό έκανε εν γνώσει του χρήση του πλαστού εγγράφου. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος επί του σώματος συναλλαγματικής έθεσε στις θέσεις όπου προορίζεται να υπογράφει ο εκδότης και ο αποδέκτης αυτής ανάλογες υπογραφές κατ' απομίμηση της υπογραφής της Α. , συζύγου Λ. Κ. , μητέρας του εγκαλούντος, Κ. Κ. του Λ. , καθώς και ανάλογες αποτυπώσεις επαγγελματικής σφραγίδας κατ' απομίμηση της επαγγελματικής σφραγίδας που χρησιμοποιούσε η Α. , σύζυγος Λ. Κ. , χωρίς τη συναίνεση και παρά την αντίθετη βούληση αυτής, η οποία κατά τον ανωτέρω χρόνο είχε προαποβιώσει, ενώ στο κάτωθι αριστερό μέρος της συναλλαγματικής ανέγραψε τα στοιχεία της μητέρας του εγκαλούντος (Α. Κ. , σύζυγος Λ. , κάτοικος ..., ... , ΤΚ ... , ΑΦΜ ... , ΑΔΤ ...), ως τόπο έκδοσης και αποδοχής έθεσε την Έδεσσα, ως χρόνο έκδοσης και αποδοχής την 30.05.2013, ως χρόνο λήξης του αξιογράφου έθεσε την 30.12.2016, ως πληρωτέο ποσό έθεσε αυτό των 9.000 ευρώ και τέλος ανέγραψε ότι η συναλλαγματική είναι πληρωτέα εις διαταγήν του Π. Γ. του Χ. , ώστε να διαλαμβάνεται ότι η ως άνω συναλλαγματική εξεδόθη και έγινε αποδεκτή την 30.05.2013 καθ' όλα νόμιμα με τα ως άνω στοιχεία από την Α. , σύζυγο Λ. Κ. , μητέρα του εγκαλούντος, Κ. Κ. του Λ. εις διαταγήν του Π. Γ. του Χ. , ενώ στην πραγματικότητα η συναλλαγματική συμπληρώθηκε καθ' όλα τα στοιχεία της από τον κατηγορούμενο χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή της φερόμενης εκδότριας και αποδέκτριας, Α. , συζύγου Λ. Κ. , μάλιστα δε παρά τη βούληση αυτής και χωρίς άλλο νόμιμο δικαίωμα για τη θέση της υπογραφής της τελευταίας και με μοναδικό σκοπό να παραπλανήσει τους μεταγενέστερους κομιστές της συναλλαγματικής, αλλά και κάθε πρόσωπο ως προς τη γνησιότητα του αξιογράφου παριστάνοντας ότι δήθεν το αξιόγραφο εξεδόθη και έγινε αποδεκτό καθ' όλα νόμιμα από την Α. , σύζυγο Λ. Κ. και ότι δήθεν τα δικαιώματα εξ αυτού (αξιογράφου) ήταν ισχυρά. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος στην Έδεσσα την 17.12.2019 έχοντας στην κατοχή του την προπεριγραφόμενη πλαστή συναλλαγματική έκανε εν γνώσει του χρήση αυτής, καθόσον την προσκόμισε μετ' επικλήσεως ενώπιον του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Έδεσσας κατά την κατάθεση της αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής που υπέβαλε κατά του εγκαλούντος, Κ. Κ. του Λ. , μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Α. , συζύγου Λ. Κ. , επικαλούμενος τις έννομες συνέπειες του πλαστού εγγράφου, ήτοι ότι δήθεν η συναλλαγματική εξεδόθη από την Α. , σύζυγο Λ. Κ. , εις διαταγήν του κατηγορουμένου, ενώ στην πραγματικότητα η συναλλαγματική συμπληρώθηκε καθ' όλα τα στοιχεία της από τον κατηγορούμενο χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή της Α. , συζύγου Λ. Κ. , μάλιστα δε παρά τη βούληση αυτής και χωρίς άλλο νόμιμο δικαίωμα, με μοναδικό σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστή του Ειρηνοδικείου Έδεσσας ως προς τη γνησιότητα της προσκομισθείσας μετ' επικλήσεως συναλλαγματικής και να δεχτεί την από 17.12.2019 αίτηση του κατηγορουμένου, να εκδώσει τον αιτούμενο εκτελεστό τίτλο-διαταγή πληρωμής και να διατάξει τον καθ' ου η αίτηση και ήδη εγκαλούντα, Κ. Κ. του Λ. , μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της Α. , συζύγου Λ. Κ. να καταβάλει στον κατηγορούμενο το ποσό των 9.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της λήξης της συναλλαγματικής, καθώς και τα δικαστικά έξοδα.
(II) Ο Π. Γ. του Χ. κατηγορείται ως υπαίτιος για το ότι στην Έδεσσα την 17.12.2019 ενεργώντας με πρόθεση με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος από τη βλάβη της ξένης περιουσίας. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος στην Έδεσσα την 17.12.2019 έχοντας στην κατοχή του την προπεριγραφόμενη υπό στοιχείο (I) του παρόντος πλαστή συναλλαγματική την προσκόμισε μετ' επικλήσεως ενώπιον του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Έδεσσας κατά την κατάθεση της αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής που υπέβαλε κατά του εγκαλούντος, Κ. Κ. του Λ. , μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Α. , συζύγου Λ. Κ. ισχυριζόμενος και προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι η συναλλαγματική εξεδόθη, έγινε αποδεκτή και κυκλοφόρησε καθ' όλα νόμιμα από την Α. , σύζυγο Λ. Κ. , ότι δήθεν τα δικαιώματα εξ αυτού (αξιογράφου) ήταν ισχυρά, ότι ο ίδιος είναι νόμιμος λήπτης της συναλλαγματικής και ότι έχει αληθή και ισχυρή απαίτηση σε βάρος του εγκαλούντος, Κ. Κ. του Λ. , μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Α. , συζύγου Λ. Κ. , ζήτησε δε να του επιδικαστεί το χρηματικό ποσό της συναλλαγματικής, ήτοι το ποσό των 9.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της λήξης της συναλλαγματικής, καθώς και τα δικαστικά έξοδα. Τα ανωτέρω όμως ήταν ψευδή κι ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας, καθόσον στην πραγματικότητα ουδέποτε η Α. , σύζυγος Λ. Κ. , μητέρα του εγκαλούντος, Κ. Κ. του Λ. ανέλαβε νόμιμη υποχρέωση για την πληρωμή της προπεριγραφόμενης υπό στοιχείο (I) του παρόντος πλαστής συναλλαγματικής, η οποία συμπληρώθηκε καθ' όλα τα στοιχεία της από τον κατηγορούμενο χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή της φερόμενης εκδότριας και αποδέκτριας Α. , συζύγου Λ. Κ. , μάλιστα δε παρά τη βούληση αυτής και χωρίς άλλο νόμιμο δικαίωμα για τη θέση της υπογραφής της τελευταίας, εφόσον οι υπογραφές που υπήρχαν σε αυτήν δεν ετέθησαν από την Α. , σύζυγο Λ. Κ. , αλλά πλαστογραφήθηκαν από τον κατηγορούμενο κατ' απομίμηση της υπογραφής της Α. , συζύγου Λ. Κ. και χωρίς τη συναίνεση και τη βούλησή της. Στην πράξη του αυτή ο κατηγορούμενος προέβη με μοναδικό σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, ήτοι να επιτύχει να του επιδικαστεί το χρηματικό ποσό των 9.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της λήξης της συναλλαγματικής, καθώς και τα δικαστικά έξοδα, χωρίς νόμιμο προς τούτο δικαίωμα (αφού η Α. , σύζυγος Λ. Κ. δεν είχε αναλάβει νόμιμη και αληθή υποχρέωση για την πληρωμή της συναλλαγματικής), με τον τρόπο δε αυτό παραπλάνησε το Δικαστή του ανωτέρω Δικαστηρίου, ο οποίος, πεισθείς στη γνησιότητα του εγγράφου, εξέδωσε την υπ' αρ. 31/2019 διαταγή πληρωμής, δυνάμει της οποίας δέχθηκε την αίτηση του κατηγορουμένου και διέταξε τον καθ' ου η αίτηση, μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της Α. , συζύγου Λ. Κ. και ήδη εγκαλούντα, Κ. Κ. του Λ. να καταβάλει στον κατηγορούμενο το ποσό των 9.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της λήξης της συναλλαγματικής, καθώς και τα δικαστικά έξοδα και έβλαψε την περιουσία του εγκαλούντος στο μέτρο που η περιουσία του εγκαλούντος απειλήθηκε με μείωσή της βάσει του ως άνω εκτελεστού τίτλου, ενώ , εάν ο προαναφερθείς Δικαστής γνώριζε την πλαστότητα του εγγράφου , θα απέρριπτε την αίτηση του κατηγορουμένου και δε θα εξέδιδε την υπ' αρ. .../2019 διαταγή πληρωμής".
Το ως άνω Δικαστήριο, κήρυξε αθώο τον Γ. Π. του Χ. για πλαστογραφία εγγράφων μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, πράξη που φέρεται να τελέσθηκε στην Έδεσσα, σε απροσδιόριστο χρονικό σημείο εντός του χρονικού διαστήματος από αρχές Απριλίου 2020 έως 9/4/2020, από αρχές Μαρτίου του 2021 έως 19/3/2021, από αρχές Δεκεμβρίου 2019 έως την 17/12/2019, για απάτη ενώπιον του Δικαστηρίου, πράξη που φέρεται να έλαβε χώρα στην Έδεσσα, την 9/4/2020, την 19/3/2021, την 17/12/2019, με την εξής, επί λέξει, αιτιολογία: "Από την ανωμοτί κατάθεση του 1ου μάρτυρα κατηγορίας και ήδη παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας και από τις ένορκες καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης στο ακροατήριο, που περιέχονται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, από τα έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορούμενου και από όλη την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος άρχισε να συναλλάσσεται με την Α. Κ. το έτος 1997 και ειδικότερα, της δάνεισε χρήματα, προκειμένου η τελευταία να διευθετήσει τις οικονομικές της εκκρεμότητες. Εν συνεχεία, παρενέβη ως πρωτοφειλέτης σε δανειακή σύμβαση, για λογαριασμό της Α. Κ. , με σκοπό αυτή να λάβει δάνειο από την τράπεζα Eurobank, ενώ ταυτόχρονα είχε επιταγές αξίας 6.000.000 δραχμών, τι οποίες και σφράγισε. Το έτος 2013, εξέδωσε συναλλαγματικές, τις οποίες συμπλήρωσε με τη συναίνεση της Α. Κ. , συνεπώς το αδίκημα της πλαστογραφίας δεν διαπράχθηκε και ως εκ τούτου ούτε και το αδίκημα της απάτης. Κατόπιν αυτών, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Έδεσσας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας εγγράφων μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, απάτη ενώπιον Δικαστηρίου, δεν διέλαβε σ' αυτήν την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία εξαντλούμενη στα ως άνω μοναδικά σημεία αναφοράς στα πρόσωπα αυτά, παρίσταται ελλιπής, με λογικά κενά, αφού δεν παρατίθενται σκέψεις και συλλογισμοί, αλλά ούτε προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και συνεκτίμησε το συνολικό περιεχόμενο ενός εκάστου εκ των εισφερθέντων αποδεικτικών μέσων και όλων των πραγματικών δεδομένων της προδικασίας και ακροαματικής διαδικασίας και όχι μόνον ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή. Ειδικότερα, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε, το περιεχόμενο των παρακάτω αναφερόμενων κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων, με βάση τα οποία καταφάσκονταν, τα συγκροτητικά στοιχεία των ανωτέρω πράξεων της πλαστογραφίας εγγράφων μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και της απάτης ενώπιον Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση αναφέρονται γενικά τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το Δικαστήριο πείσθηκε για την αθωότητα του κατ/νου Γ. Π. , η δε αναφορά στις οικονομικές συναλλαγές του Γ. Π. με την Α. Κ. (χορήγηση δανείου προς αυτή, παρέμβαση ως πρωτοφειλέτης σε δανειακή σύμβαση για λογαριασμό της Α. Κ. στην Eurobank, κατοχή επιταγών 6.000.000 δρχ. που σφράγισε ο Γ. Π.), οι οποίες, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, έλαβαν χώρα το έτος 1997, δεν συνιστά πραγματικό περιστατικό, το οποίο δύναται να συσχετισθεί με την κατηγορία για πλαστογραφία των επίδικων συναλλαγματικών, η οποία φέρεται να έλαβε χώρα το έτος 2019, 2020, 2021, δηλ. πολύ αργότερα. Ούτε άλλωστε το δικάσαν Δικαστήριο συσχετίζει στο αιτιολογικό της απόφασης τις προαναφερόμενες συναλλαγές, οι οποίες κατά την κρίση του έλαβαν χώρα το έτος 1997, με το ζήτημα της πλαστογράφησης ή μη των συναλλαγματικών ως εκδοθεισών το έτος 2013, ήτοι μεταξύ της αναφοράς στο αιτιολογικό για τις παλαιότερες ως άνω συναλλαγές και του συμπεράσματος του αιτιολογικού ότι το έτος 2013 ο Γ. Π. εξέδωσε τις επίδικες συναλλαγματικές, τις οποίες συμπλήρωσε με την συναίνεση της Α. Κ. , συνεπώς το αδίκημα της πλαστογραφίας δεν διαπράχθηκε και ως εκ τούτου ούτε και το αδίκημα της απάτης, δεν υπάρχει λογική και χρονική ακολουθία, ούτε και υποστηρίζεται τέτοια στην απόφαση. Δεν γίνεται η ελάχιστη αναφορά στην απόφαση ότι η έκδοση των επίδικων συναλλαγματικών που φέρεται να έγινε το έτος 2013, τελούσε σε οποιαδήποτε σχέση με τις συναλλαγές που μνημονεύονται ότι έγιναν το έτος 1997. Δεν εκτίθενται ποια πραγματικά περιστατικά αποδείχτηκαν, ως αληθινά, από τις αναφερόμενες στην απόφαση αυτή αποδείξεις, σε σχέση με τις πράξεις που αποδίδονται στον κατ/νο. Το Δικαστήριο στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αναφέρει τα χρηματικά ποσά που δάνεισε ο Γ. Π. στην Α. Κ. , την αιτία του δανεισμού, τον τρόπο κάλυψης αυτού, τον λόγο παρέμβασης του τελευταίου ως πρωτοφειλέτη σε δανειακή σύμβαση για λογαριασμό της Α. Κ. , με σκοπό να λάβει αυτή δάνειο από την Eurobank και πότε έλαβε χώρα αυτή (σύμβαση), από πότε κατείχε ο Γ. Π. επιταγές 6.000.000 δρχ. τις οποίες σφράγισε και εάν όλα τα προαναφερόμενα έχουν άμεση σχέση με την πλαστογραφία των επιδίκων συν/κών και την απάτη ενώπιον Δικαστηρίου με βάση τις συν/κές αυτές. Μνημονεύεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο ανωτέρω εξέδωσε τις επίδικες συν/κές, αλλά κατά την κατηγορία τις συμπλήρωσε κατά τα έτη 2019, 2020, 2021, με την συναίνεση της Α. Κ. , χωρίς να αναφέρεται πότε έλαβε χώρα αυτή (η συναίνεση) και υπό ποιες συνθήκες, λαμβανομένου ότι η Α. Κ. απεβίωσε το έτος 2016 (σελ.5 προσβαλλόμενης απόφασης). Δεν γίνεται καμία αναφορά και αξιολόγηση στα αναγνωσθέντα έγγραφα, καθώς και στην παραδοχή ή αντίκρουση των ισχυρισμών του κατ/νου. Στο αιτιολογικό της υπ' αριθ. 335/2023 αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Έδεσσας περιέχεται η διατύπωση ότι ελήφθησαν υπόψη άπαντα τα αποδεικτικά μέσα, πλην όμως σε κανένα σημείο του αιτιολογικού δεν αναφέρεται γιατί δεν πείστηκε το Δικαστήριο από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρεται να έλαβε υπόψη του ως προς την ενοχή του Γ. Π.
Η μνημόνευση στο αιτιολογικό σχετικά με τις κατά πολύ προγενέστερες συναλλαγές μεταξύ του Γ. Π. και της Α. Κ. , δεν θεμελιώνεται με αναφορά σε αποδεικτικά μέσα. Δεν εκτίθενται στην απόφαση οι σκέψεις με τις οποίες κατέληξε το Δικαστήριο στο συγκεκριμένο πόρισμα και απέκλεισε όλες τις άλλες εκδοχές, ώστε να προκύπτει η λογική σύνδεση των γεγονότων που αποδείχθηκαν με το συμπέρασμα, όπως και η λογική σύνδεση του τελευταίου με τα στοιχεία της ειδικής υπόστασης των εγκλημάτων. Η συλλογιστική με βάση την οποία κατέληξε το Δικαστήριο στην απαλλακτική κρίση του, δεν καταγράφεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση.
Εν προκειμένω προκύπτει, ότι στο αιτιολογικό αναφέρεται απλώς, ως προς την επίδικη κατηγορία, το συμπέρασμα ότι "Το έτος 2013, εξέδωσε συναλλαγματικές, τις οποίες συμπλήρωσε με τη συναίνεση της Α. Κ. , συνεπώς το αδίκημα της πλαστογραφίας δεν διαπράχθηκε και ως εκ τούτου ούτε και το αδίκημα της απάτης.". Στο αιτιολογικό αναφέρεται ότι ο Γ. Π. ήταν αυτός που συμπλήρωσε τις συναλλαγματικές με τη συναίνεση της Α. Κ. , ενώ ο ίδιος ο Γ. Π. στην απολογία του και συγκεκριμένα (σελ.36 της απόφασης) δήλωσε ότι έδωσε τις συναλλαγματικές στην Α. Κ. για να τις συμπληρώσει η ίδια. Μάλιστα και στην από 29/11/2021 έκθεση γραφολογικής εξέτασης της γραφολόγου Μ. Φ. - Ξ. , την οποία προσκόμισε ο Γ. Π. προς υπεράσπισή του στην ποινική δίκη και κατέστη αναγνωστέο έγγραφο, αναφέρεται ότι οι υπογραφές και η εγγραφή του ονοματεπωνύμου "Α. Κ." τέθηκαν από την ίδια. Τούτο αμφισβητείται με τρεις εκθέσεις γραφολογικής εξέτασης τις οποίες συνέταξε ο ειδικός δικαστικός γραφολόγος Δ. Σ. , οι οποίες επίσης είναι αναγνωστέα έγγραφα στην υπόθεση.
Πρόκριμα εν προκειμένω, είναι η διαπίστωση ότι, στο αιτιολογικό της υπ' αριθ. 335/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Έδεσσας, εκφέρεται κρίση, η οποία, καταρχήν είναι ασαφής, ούτε επιστηρίζεται από τα αποδεικτικά μέσα που φέρεται να έλαβε υπόψη το Δικαστήριο, αλλά και από την ίδια την απολογία του Γ. Π. , διότι, εφόσον ο Γ. Π. ομολόγησε ότι έδωσε τις επίδικες συναλλαγματικές για να τις συμπληρώσει η Α. Κ. , δεν επεξηγείται πώς στο αιτιολογικό της απόφασης κρίνεται ότι τελικά τις συμπλήρωσε ο ίδιος με τη συναίνεσή της.
Επίσης στο σκεπτικό σχετική ειδικότερη αιτιολογία ως προς την απαλλαγή για το αδίκημα της απάτης ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αναφέρεται. Δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένη αστική διαφορά μεταξύ Π. Γ. και του Κ. Κ. , εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Α. Κ. (μητέρας αυτού), τα χρησιμοποιηθέντα μέσα ενώπιον συγκεκριμένου Δικαστηρίου που μπορούσαν να προκαλέσουν πλάνη, εκδοθεισών σε βάρος του ανωτέρω από τον Δικαστή του Ειρηνοδικείου Έδεσσας οι υπ' αριθ. .../2020 , .../2021 , .../2019 Δ/γών Πληρωμής. Με βάση αυτές τις παραδοχές, το Τριμελές Πλημ/κείο Έδεσσας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κήρυξε αθώο τον Π. Γ. για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας εγγράφων μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, απάτη ενώπιον Δικαστηρίου, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 98, 216 παρ.1, 386 παρ.1 του ΠΚ, δεν διέλαβε σ' αυτή την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία εξαντλούμενη στα ως άνω μοναδικά σημεία αναφοράς στο πρόσωπο τούτου, παρίσταται ελλιπής, με λογικά κενά και αντιφάσεις, αφού δεν παρατίθενται σκέψεις και συλλογισμοί, αλλά ούτε εξηγούνται και οι λόγοι για τους οποίους τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά δεν επαρκούν για την κατάφαση της ενοχής του κατ/νου, αλλά ούτε, προσέτι, προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και συνεκτίμησε το συνολικό περιεχόμενο ενός εκάστου εκ των εισφερθέντων αποδεικτικών μέσων και όλων των πραγματικών δεδομένων της ακροαματικής διαδικασίας και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή δεν έχει την απαιτούμενη, κατά τα προεκτεθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως εκ τούτου, συντρέχει ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ.519, 522 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθ. 335/2023 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2024.
Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου