Υπόθεση T-564/24, G?rok Turizm ve Madencilik A? κατά Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 19ης Νοεμβρίου 2025
print
Τίτλος:
Υπόθεση T-564/24, G?rok Turizm ve Madencilik A? κατά Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 19ης Νοεμβρίου 2025
Υπόθεση T-564/24, G?rok Turizm ve Madencilik A? κατά Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 19ης Νοεμβρίου 2025

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 19ης Νοεμβρίου 2025 (*)

« Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Διαδικασία για την κήρυξη έκπτωσης – Εικονιστικό σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης Lav – Άρθρο 18, παράγραφος 1, και άρθρο 58, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001 – Απόδειξη της ουσιαστικής χρήσης του σήματος – Εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων – Μη εύλογο ή υπέρμετρο βάρος απόδειξης – Αρχή της χρηστής διοίκησης – Άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων »

Στην υπόθεση T-564/24,

G?rok Turizm ve Madencilik A?, με έδρα την Κιουτάχεια (Τουρκία), εκπροσωπούμενη από τον J. Erdozain L?pez, τον J. Vicente Mart?nez και την M. L?pez Camba, δικηγόρους,

προσφεύγουσα,

κατά

Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενου από την D. Stoyanova-Valchanova,

καθού,

αντίδικος ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO:

Olav GmbH, με έδρα την Κολωνία (Γερμανία),

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο, κατά τις διασκέψεις, από τους P. ?kva?ilov?-Pelzl (εισηγήτρια), πρόεδρο, I. N?mm και D. Kukovec, δικαστές,

γραμματέας: J. ?ubo?, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 7ης Ιουλίου 2025,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την προσφυγή που άσκησε δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, η προσφεύγουσα G?rok Turizm ve Madencilik A? ζητεί την ακύρωση της απόφασης του τετάρτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) της 22ας Αυγούστου 2024 (υπόθεση R 215/2024-4) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

 Ιστορικό της διαφοράς

2        Η προσφεύγουσα είναι δικαιούχος του υπ’ αριθ. 011224771 σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο καταχωρίστηκε στις 25 Μαρτίου 2013, κατόπιν αιτήσεως που είχε υποβάλει στις 28 Σεπτεμβρίου 2012 η δικαιοπάροχος της προσφεύγουσας, G?rallar Yapi Malzemeleri Ve Kimya Sanayii Anonim Sirketi, για το ακόλουθο εικονιστικό σημείο:

Image not found

3        Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες για τις οποίες ζητήθηκε η καταχώριση του σήματος για το οποίο έγινε λόγος στη σκέψη 2 υπάγονται στις κλάσεις 8, 11, 19, 21, 35, 37, 39, 41 και 43 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών όσον αφορά την καταχώριση των σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν, για καθεμία από τις κλάσεις αυτές, στην ακόλουθη περιγραφή:

–        κλάση 8: «Εργαλεία και συσκευές (χειροκίνητες) Όργανα κοπής, Μαχαιροπίρουνα Αιχμηρά όπλα Ξυράφια Μαχαιροπίρουνα κατασκευασμένα ή επιστρωμένα με πολύτιμα μέταλλα, συγκεκριμένα, Μαχαίρια, Κουτάλια και πιρούνια Μη ηλεκτρικά εργαλεία κοπής αυγών ή τυριών, Μη ηλεκτρικά όργανα κοπής πίτσας, Μη ηλεκτρικοί αποφλοιωτές φρούτων και λαχανικών»

–        κλάση 11: «Συσκευές και συστήματα φωτισμού, θέρμανσης, παραγωγής ατμού, μαγειρέματος, ψύξης, αποξήρανσης, αερισμού, υδροδότησης και εγκαταστάσεις υγιεινής Μπανιέρες Μπιντέδες Λουτρού (Εγκαταστάσεις -) Περιβάλλοντα στοιχεία για ντουζιέρες Ουρητήρια (εξαρτήματα υγιεινής) Αποχωρητήρια Τουαλέτες φορητές Αποχωρητήρια, Νεροχύτες»

–        κλάση 19: «Υλικά κατασκευών, μη μεταλλικά Μη μεταλλικοί άκαμπτοι σωλήνες οικοδομών Άσφαλτος, πισσάσφαλτος και ορυκτή άσφαλτος Λυόμενες μη μεταλλικές κατασκευές Μνημεία μη μεταλλικά Διαμορφωμένα υλικά οικοδομών, κατασκευών και οδοποιίας από σκυρόδεμα, γύψο, χώμα, πηλό, άμμο, φυσικούς λίθους, τεχνητούς λίθους, ξύλο, πλαστικό ή συνθετικά υλικά Οικοδομικές κατασκευές, Κοντάρια, Φράγματα Φυσικές ή συνθετικές μη μεταλλικές επιστρώσεις επιφανειών για οικοδομική χρήση με τη μορφή πλακών ή λωρίδων (θερμικής επικόλλησης) Γυάλινοι κυβόλιθοι για κτίρια, Γυάλινοι κατασκευαστικοί πλίνθοι, Γυάλινα πλακίδια, Υαλοπίνακες, Γυάλινα φατνώματα για οικοδομικές κατασκευαστικές εργασίες»

–        κλάση 21: «Μικρά σκεύη και δοχεία οικιακής και μαγειρικής χρήσης Χτένια και σφουγγάρια Βούρτσες (εκτός πινέλων) Υλικά ψηκτροποιίας Είδη καθαρισμού Σύρμα καθαρισμού Ακατέργαστο ή ημικατεργασμένο γυαλί (εκτός της οικοδομικής υάλου) Είδη υαλουργίας, πορσελάνη και φαγεντιανά μη περιλαμβανόμενα σε άλλες κλάσεις Πιάτα, Βάζα, Κουτιά για μπισκότα, Ποτήρια, Κύπελλα (όχι από πολύτιμα μέταλλα), Δίσκοι, Αυγοθήκες, Κούπες του καφέ, Δοχείο μαγειρέματος, Καράφες, Φόρμες για κέικ, Τσαγιέρες, Επιτραπέζια σκεύη (εκτός από μαχαίρια, πιρούνια και κουτάλια) από γυαλί και πορσελάνη, συγκεκριμένα, Γαβάθες, Κούπες, Πλάκες, Αλατιέρες και πιπεριέρες, Οβάλ σκεύη για σάλτσες κρέατος, Κανάτες, καράφες και Βάζα Αγαλματίδια, Αγάλματα και Έργα τέχνης από γυαλί και Πορσελάνη»

–        κλάση 35: «Διαφήμιση Διοίκηση επιχειρήσεων Διαχείριση επιχειρήσεων Εργασίες γραφείου Συγκέντρωση, προς εξυπηρέτηση τρίτων, ειδών όπου περιλαμβάνονται χειροκίνητα εργαλεία και σύνεργα χειρός, συσκευές φωτισμού, θέρμανσης, παραγωγής ατμού, μαγειρέματος, ψύξης, αποξήρανσης, αερισμού, υδροδότησης και εγκαταστάσεις υγιεινής, υλικά οικοδομών, μη μεταλλικοί άκαμπτοι σωλήνες οικοδομών, λυόμενες μη μεταλλικές κατασκευές, μνημεία, μη μεταλλικά, μικρά σκεύη και δοχεία οικιακής ή μαγειρικής χρήσης, είδη υαλουργίας, πορσελάνη και φαγεντιανά (εξαιρουμένης της μεταφοράς αυτών), γεγονός που παρέχει στους πελάτες τη δυνατότητα να βλέπουν και να αγοράζουν με άνεση τα είδη αυτά Στο σύνολό τους οι προαναφερόμενες υπηρεσίες μπορούν να παρέχονται από καταστήματα λιανικής πώλησης, πρατήρια χονδρικής πώλησης, μέσω καταλόγου ταχυδρομικής παραγγελίας ή με ηλεκτρονικά μέσα, για παράδειγμα, μέσω ιστοθέσεων ή τηλεοπτικών προγραμμάτων αγορών»

–        κλάση 37: «Οικοδομικές εργασίες Επισκευές Υπηρεσίες εγκαταστάσεων Υπηρεσίες κατασκευής Οικοδομικές εργασίες, Επισκευές και Αναπαλαίωση»

–        κλάση 39: «Μεταφορές Συσκευασία και αποθήκευση εμπορευμάτων Οργάνωση ταξιδίων Υπηρεσίες μεταφορικών εταιρειών υπό μορφή διοργάνωσης εκδρομών για τουρίστες, υπηρεσίες εταιρειών μεταφοράς φορτίων υπό μορφή ναυλομεσιτείας, υπηρεσίες ναυτιλιακής εταιρείας υπό μορφή θαλάσσιας μεταφοράς φορτίων, υπηρεσίες γραφείου τουρισμού υπό μορφή υπηρεσιών τουριστικού πρακτορείου και υπηρεσιών ξενάγησης, υπηρεσίες κράτησης εισιτηρίων σε μεταφορικά μέσα, σε ταξίδια και περιηγήσεις, υπηρεσίες οργάνωσης περιηγήσεων»

–        κλάση 41: «Εκπαίδευση Επιμόρφωση (επαγγελματική κατάρτιση) Ψυχαγωγία Αθλητικές και πολιτιστικές δραστηριότητες Οργάνωση συνεδρίων, συμποσίων, διασκέψεων και σεμιναρίων»

–        κλάση 43: «Υπηρεσίες παροχής διατροφής και ποτών Υπηρεσίες προσωρινής κατάλυσης Οργάνωση προσωρινής κατάλυσης, συγκεκριμένα, Ξενοδοχειακές υπηρεσίες, Μοτέλ (Υπηρεσίες -), Παραθεριστικών κατασκηνώσεων, Χώροι προσωρινής διαμονής (πανσιόν)».

4        Στις 8 Δεκεμβρίου 2022 η Olav GmbH, ήτοι η αντίδικος ενώπιον του τμήματος προσφυγών, υπέβαλε, βάσει του άρθρου 58, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1), αίτηση έκπτωσης της δικαιούχου από τα δικαιώματά της επί του σήματος για το οποίο έγινε λόγος στη σκέψη 2 ανωτέρω όσον αφορά όλα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τις οποίες αυτό είχε καταχωριστεί, για τον λόγο ότι δεν είχε γίνει ουσιαστική χρήση του επί διάστημα πέντε συναπτών ετών.

5        Με απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2023, το τμήμα ακυρώσεων δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και κήρυξε την έκπτωση της δικαιούχου από τα δικαιώματα στο επίμαχο σήμα όσον αφορά το σύνολο των προϊόντων που μνημονεύονται στη σκέψη 3 ανωτέρω, με εξαίρεση τα «δοχεία οικιακής και μαγειρικής χρήσης Είδη υαλουργίας μη περιλαμβανόμενα σε άλλες κλάσεις Πιάτα, Βάζα, Κουτιά για μπισκότα, Ποτήρια, Κύπελλα, Κούπες του καφέ, Καράφες, Επιτραπέζια σκεύη (εκτός από μαχαίρια, πιρούνια και κουτάλια) από γυαλί, συγκεκριμένα, Γαβάθες, Κούπες, Πλάκες, Αλατιέρες και πιπεριέρες», που εμπίπτουν στην κλάση 21.

6        Στις 28 Ιανουαρίου 2024 η Olav GmbH άσκησε, ενώπιον του EUIPO, προσφυγή, δυνάμει των άρθρων 66 έως 71 του κανονισμού 2017/1001, κατά της απόφασης του τμήματος ακυρώσεων και κατά το μέρος που δεν κήρυξε την έκπτωση από τα δικαιώματα στο επίμαχο σήμα για τα προϊόντα που μνημονεύονται στη σκέψη 5 ανωτέρω.

7        Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το τμήμα προσφυγών ακύρωσε την απόφαση του τμήματος ακυρώσεων, κρίνοντας, εν συνόψει, ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα δεν είχαν την απαιτούμενη αποδεικτική ισχύ προς απόδειξη την έκτασης της χρήσης του επίμαχου σήματος και ότι τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία δεν μπορούσαν να θεωρηθούν στέρεα, αντικειμενικά και επαρκή, λόγω του ότι η προσφεύγουσα δεν είχε παράσχει συμπληρωματικές εξηγήσεις ούτε τα είχε συσχετίσει μεταξύ τους.

 Αιτήματα των διαδίκων

8        Η προσφεύγουσα ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέτρο που δέχθηκε την αίτηση για την κήρυξη της έκπτωσης από τα δικαιώματα στο επίμαχο σήμα όσον αφορά όλα τα προϊόντα της κλάσης 21 για τα οποία αυτό είχε καταχωριστεί

–        να καταδικάσει το EUIPO στα δικαστικά έξοδα

–        να καταδικάσει την Olav GmbH στα δικαστικά έξοδα.

9        Το EUIPO ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.

10      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα συμπλήρωσε τα αιτήματά της ζητώντας από το Γενικό Δικαστήριο, επικουρικώς, να μεταρρυθμίσει την προσβαλλόμενη απόφαση.

11      Εξάλλου, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα δήλωσε ότι παραιτείται από το αίτημά της να καταδικαστεί η Olav GmbH στα δικαστικά έξοδα, δεδομένου ότι η τελευταία δεν ήταν διάδικος στη δίκη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η δε δήλωσή της αυτή καταχωρίστηκε στα πρακτικά της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

 Σκεπτικό

 Επί του παραδεκτού ορισμένων αιτημάτων

 Επί του παραδεκτού του αιτήματος της προσφεύγουσας περί μεταρρυθμίσεως της προσβαλλόμενης απόφασης

12      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα υπέβαλε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου πρόσθετο επικουρικό αίτημα μεταρρύθμισης της προσβαλλόμενης απόφασης. Η προσφεύγουσα ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Γενικό Δικαστήριο να κρίνει, όπως και το τμήμα ακυρώσεων, ότι, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν κατά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο, είχε γίνει ουσιαστική χρήση του επίμαχου σήματος.

13      Κατά το άρθρο 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 53, πρώτο εδάφιο, του ίδιου Οργανισμού, καθώς και το άρθρο 76 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, εφαρμόζεται και στη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να περιέχει το αντικείμενο της διαφοράς και τα αιτήματα του προσφεύγοντος. Τα αιτήματα πρέπει να εκτίθενται κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο, καθόσον, σε αντίθετη περίπτωση, υπάρχει κίνδυνος το Γενικό Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με περιεχόμενο μείζον ή έλασσον του ζητηθέντος θίγοντας, κατ’ αποτέλεσμα, τα δικαιώματα του καθού [πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2015, Petco Animal Supplies Stores κατά ΓΕΕΑ – Guti?rrez Ariza (PETCO), T-664/13, EU:T:2015:791, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Εξάλλου, νέο αίτημα που υποβάλλεται για πρώτη φορά κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση δεν μπορεί να γίνει δεκτό, διότι άλλως ο καθού θα στερούνταν τη δυνατότητα να ετοιμάσει την απάντησή του και, επομένως, θα συνέτρεχε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας (πρβλ. αποφάσεις της 17ης Μαρτίου 2005, Επιτροπή κατά AMI Semiconductor Belgium κ.λπ., C-294/02, EU:C:2005:172, σκέψη 75, και της 15ης Σεπτεμβρίου 2021, ADR Center κατά Επιτροπής, T-364/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2021:593, σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

14      Επομένως, μόνον τα αιτήματα που περιλαμβάνονται στο εισαγωγικό δικόγραφο μπορούν να ληφθούν υπόψη και το βάσιμο της προσφυγής πρέπει να εξεταστεί αποκλειστικώς βάσει των αιτημάτων που περιλαμβάνονται σε αυτό. Το άρθρο 84, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας επιτρέπει την προβολή νέων ισχυρισμών υπό την προϋπόθεση ότι στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, ο όρος αυτός διέπει a fortiori οποιαδήποτε τροποποίηση των αιτημάτων και, ελλείψει πραγματικών και νομικών στοιχείων που ανέκυψαν κατά την έγγραφη διαδικασία, μπορούν να ληφθούν υπόψη μόνον τα περιλαμβανόμενα στο εισαγωγικό δικόγραφο αιτήματα (πρβλ. απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2015, PETCO, T-664/13, EU:T:2015:791, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

15      Εν προκειμένω, όμως, το αίτημα μεταρρύθμισης της προσβαλλόμενης απόφασης δεν στηρίζεται σε κανένα νέο στοιχείο, κατά την έννοια του άρθρου 84, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, και, επομένως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η προσφεύγουσα επιδίωξε να προσαρμόσει τα αιτήματά της κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, μια τέτοια τροποποίηση δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή λαμβανομένης υπόψη της έλλειψης οποιουδήποτε νέου νομικού ή πραγματικού στοιχείου που να ανέκυψε κατά τη διαδικασία.

16      Επομένως, το επικουρικό αίτημα της προσφεύγουσας περί μεταρρυθμίσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο υποβλήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου το πρώτον κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, είναι απαράδεκτο.

 Επί του παραδεκτού του αιτήματος με το οποίο το EUIPO συντάσσεται με το αίτημα της προσφεύγουσας

17      Με το μοναδικό αίτημά του, το EUIPO συντάσσεται με το αίτημα της προσφεύγουσας περί ακυρώσεως της προσβαλλόμενης απόφασης.

18      Μολονότι το EUIPO δεν διαθέτει την απαιτούμενη ενεργητική νομιμοποίηση για να ασκήσει προσφυγή κατά αποφάσεως τμήματος προσφυγών, δεν υποχρεούται, εντούτοις, να υπερασπίζεται συστηματικώς κάθε προσβαλλόμενη απόφαση των τμημάτων προσφυγών ή να ζητεί υποχρεωτικώς την απόρριψη κάθε προσφυγής στρεφόμενης κατά τέτοιας αποφάσεως. Τίποτε δεν εμποδίζει το EUIPO να συντάσσεται με αίτημα του προσφεύγοντος ή ακόμη να επαφίεται απλώς στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου, εκθέτοντας συγχρόνως όλα τα επιχειρήματα που θεωρεί πρόσφορα, για να διαφωτίσει το Γενικό Δικαστήριο. Αντιθέτως, το EUIPO δεν μπορεί να ζητήσει την ακύρωση ή τη μεταρρύθμιση της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών ως προς ζήτημα που δεν έχει προβληθεί με το δικόγραφο της προσφυγής ή να προβάλει ισχυρισμούς που δεν έχουν προβληθεί με το δικόγραφο της προσφυγής [βλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2005, Peek & Cloppenburg κατά ΓΕΕΑ (Cloppenburg), T-379/03, EU:T:2005:373, σκέψη 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

19      Εν προκειμένω, παρατηρείται ότι η προσφεύγουσα προσάπτει στο τμήμα προσφυγών ότι, κατ’ ουσίαν, επέβαλε, στο πλαίσιο διαδικασίας για την κήρυξη έκπτωσης, απαίτηση ποιότητας των αποδεικτικών στοιχείων τόσο υψηλή ώστε να καθιστά την απόδειξη της ουσιαστικής χρήσης του επίμαχου σήματος ιδιαιτέρως επαχθή και δυσχερή στην πράξη. Επιπλέον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως κρίνοντας ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που συνδέονταν με την έκταση της χρήσης του επίμαχου σήματος ήταν ανεπαρκή προκειμένου η χρήση να θεωρηθεί ως ουσιαστική.

20      Το EUIPO υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας και προσάπτει στο τμήμα προσφυγών ότι, υπό τις συγκεκριμένες πραγματικές περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, επέβαλε μη εύλογη απαίτηση ποιότητας των αποδεικτικών στοιχείων, με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση να πρέπει να ακυρωθεί.

21      Συνεπώς, το αίτημα με το οποίο το EUIPO συντάσσεται με το ακυρωτικό αίτημα της προσφεύγουσας πρέπει να κριθεί παραδεκτό, κατά το μέτρο που το αίτημα και τα επιχειρήματα που εκτίθενται προς στήριξή του δεν εκφεύγουν του πλαισίου του αιτήματος και των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας.

 Επί της ουσίας

22      Η προσφεύγουσα προβάλλει έναν μόνο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 58, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2017/1001. Εν συνόψει, υποστηρίζει ότι κακώς το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι η έκταση της χρήσης του επίμαχου σήματος δεν μπορούσε να αποδειχθεί λαμβανομένης υπόψη της μικρής αποδεικτικής αξίας των υποβληθέντων αποδεικτικών στοιχείων και ότι κακώς της προσήψε ότι δεν παρέσχε συμπληρωματικές εξηγήσεις και δεν συσχέτισε επαρκώς μεταξύ τους τα στοιχεία που υπέβαλε προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της.

23      Το EUIPO υποστηρίζει επίσης ότι το τμήμα προσφυγών επέβαλε μη εύλογο βάρος απόδειξης στην προσφεύγουσα.

24      Εντούτοις, το EUIPO προβάλλει ένσταση απαραδέκτου των στοιχείων που προσκόμισε και των επιχειρημάτων που προέβαλε η προσφεύγουσα στα σημεία 41 και 42 του δικογράφου της προσφυγής, τα οποία, όπως υποστηρίζει, προσκομίζονται ή προβάλλονται το πρώτον ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

25      Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα υπέβαλε προς απόδειξη της ουσιαστικής χρήσης του επίμαχου σήματος τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία:

–        στιγμιότυπο οθόνης που απεικονίζει σελίδα του ιστοτόπου «company.lav.com.tr», με ημερομηνία Απριλίου 2023 (παράρτημα 1)

–        μια επιλογή από μη χρονολογημένες φωτογραφίες οι οποίες απεικονίζουν διαθέσιμες προς πώληση συσκευασίες των μνημονευόμενων στη σκέψη 5 ανωτέρω προϊόντων (παράρτημα 2)

–        στιγμιότυπο οθόνης που απεικονίζει σελίδα του ιστοτόπου «company.lav.com.tr», με ημερομηνία 2023, στην οποία γίνεται παραπομπή σε πολλές δημοσιεύσεις σε διάφορα μέσα ενημέρωσης (παράρτημα 3)

–        μια επιλογή από τιμολόγια, δελτία αποστολής και άλλα εμπορικά έγγραφα, χρονολογημένα από το 2017 έως το 2022 (παραρτήματα 4 έως 9)

–        δύο καταλόγους προϊόντων που περιλαμβάνουν το στοιχείο «lav» και χρονολογούνται το 2014 και το 2023 (παραρτήματα 10 και 11)

–        απόσπασμα του δελτίου του τουρκικού εμπορικού μητρώου της 10ης Απριλίου 2014 σχετικά με τη συγχώνευση του νομικού προσώπου της προσφεύγουσας στην υπό κρίση υπόθεση και της G?rallar YAPI Malzemeleri Ve Kimya Sanayii Anonim Sirketi (παράρτημα 12).

26      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, πρώτον, ότι τα σημεία 70 και 71 της προσβαλλόμενης απόφασης εμπεριέχουν αντιφατική αιτιολογία, επειδή το τμήμα προσφυγών, αφενός, αναφέρεται στη δραστηριότητα της προσφεύγουσας και της δικαιοπαρόχου της, δικαιούχου του επίμαχου σήματος, στον κλάδο της υαλουργίας και στην εξαγωγή ορισμένων από τα επίμαχα προϊόντα προς 140 χώρες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η Ισπανία και η Γαλλία, καθώς και στην ύπαρξη γραφείου εμπορικής προώθησης και πωλήσεων στην Ιταλία, και, αφετέρου, καταλήγει στο συμπέρασμα, στο σημείο 72 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η μοναδική σαφής αναφορά σχετικά με την κρίσιμη εδαφική περιοχή αφορούσε την Τουρκία. Επιπλέον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι επίμαχοι κατάλογοι, που περιλαμβάνονταν στα παραρτήματα 10 και 11, περιέχουν μνείες διατυπωμένες στην ισπανική και τη γαλλική γλώσσα, και ότι η αποκλειστική χρήση της αγγλικής γλώσσας για τους καταλόγους δικαιολογείται από την ύπαρξη μίας και μοναδικής έκδοσης που προορίζεται για διεθνή διανομή.

27      Δεύτερον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι τα έγγραφα που υποβλήθηκαν με τα παραρτήματα 4 έως 9 είναι σειρά τελωνειακών εγγράφων τα οποία παρέχουν ένδειξη της χρήσης του επίμαχου σήματος, δεδομένου ότι το στοιχείο «lav» αναγράφεται στα έγγραφα αυτά που απευθύνονται σε εταιρίες εγκατεστημένες σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Προβάλλει εξάλλου ότι στο σύνολο των τιμολογίων χρησιμοποιείται ενιαίο σύστημα αναφοράς για τα καλυπτόμενα από το επίμαχο σήμα προϊόντα, τα οποία προσδιορίζονται από το ίδιο στοιχείο κείμενου που αποτελείται από τα κεφαλαία γράμματα «LV» ακολουθούμενα από παύλα και στη συνέχεια από τα ειδικά στοιχεία αναφοράς του εκάστοτε προϊόντος.

28      Τρίτον, η προσφεύγουσα επικαλείται 2 919 γραμμές που περιλαμβάνουν τη μνεία LV στα τιμολόγια πώλησης προϊόντων καλυπτόμενων από το επίμαχο σήμα, τα οποία είναι κατανεμημένα στο σύνολο του κρίσιμου χρονικού διαστήματος και αντιπροσωπεύουν συνολικό ποσό άνω των 6,485 εκατομμυρίων ευρώ.

29      Τέταρτον, η προσφεύγουσα προσάπτει στο τμήμα προσφυγών ότι υπέπεσε, κατ’ ουσίαν, σε πλάνη εκτιμήσεως κρίνοντας, στο σημείο 76 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι τα προσκομισθέντα τιμολόγια δεν αποδείκνυαν ότι προϊόντα που έφεραν, κατά τους ισχυρισμούς της, το επίμαχο σήμα είχαν διατεθεί ποτέ προς πώληση σε σημείο πώλησης εντός της Ένωσης, ούτε, κατά μείζονα λόγο, ότι τα προϊόντα αυτά είχαν αγορασθεί από τελικό καταναλωτή, και ότι, επιπλέον, ήταν δυσχερές να διαπιστωθεί πότε τα προϊόντα που φέρεται ότι απεστάλησαν «προς την Ευρώπη» είχαν πράγματι πωληθεί σε οποιοδήποτε σημείο λιανικής πώλησης. Επιπλέον, κατά την προσφεύγουσα, το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε νομικό σφάλμα κρίνοντας, για πρώτη φορά στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, ότι η ίδια ήταν υποχρεωμένη να αποδείξει την απευθείας πώληση των επίμαχων προϊόντων σε τελικούς καταναλωτές.

30      Πέμπτον, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τις εκτιμήσεις του τμήματος προσφυγών, στα σημεία 82 έως 84 της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τις οποίες, εν συνόψει, είναι μεν αληθές ότι οι κωδικοί προϊόντων και οι περιγραφές που αναγράφονται σε τιμολόγιο μπορούν να παραπέμπουν σε προϊόντα περιλαμβανόμενα σε κατάλογο και διατιθέμενα στο εμπόριο υπό το σήμα του οποίου η ουσιαστική χρήση πρέπει να αποδειχθεί, αλλά η κατάσταση αυτή είναι υποθετική και προφανώς δεν αποτελεί στέρεη και αντικειμενική απόδειξη της πραγματικής και επαρκούς χρήσης που απαιτείται για την απόδειξη της ουσιαστικής χρήσης.

31      Κατά την προσφεύγουσα, δεν ήταν εύλογο να της επιβληθεί η υποχρέωση να συσχετίσει τις καταχωρίσεις και φωτογραφίες των καταλόγων με καθεμιά από τις 2 919 γραμμές που προσδιορίζονται στα τιμολόγια και στις οποίες γίνεται αναφορά στα καλυπτόμενα από το επίμαχο σήμα προϊόντα. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, εξάλλου, ότι υπάρχουν περιγραφές προϊόντων που συνδέονται με τα στοιχεία αναφοράς που είναι καταχωρισμένα στα δελτία αποστολής των παραρτημάτων 4 έως 9. Μια τέτοια υποχρέωση συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθή και δυσχερή στην πράξη επιβάρυνση. Επιπλέον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το τμήμα προσφυγών δεν είχε κανένα λόγο να μην ελέγξει τις συσχετίσεις που έγιναν από το τμήμα ακυρώσεων ούτε να μην κάνει το ίδιο τέτοιες συσχετίσεις στο πλαίσιο της εξέτασης στην οποία προέβη.

32      Έκτον, όσον αφορά την έκταση της χρήσης του επίμαχου σήματος, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν με τα παραρτήματα 4 έως 9 περιείχαν μεγάλο αριθμό τιμολογίων, ο οποίος ήταν αφ’ εαυτού επαρκής για να αποδειχθεί η σημαντική ποσότητα των πωληθέντων προϊόντων και, ως εκ τούτου, η έκταση της χρήσης του επίμαχου σήματος.

33      Ειδικότερα, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι τα συνολικά ποσά των πραγματοποιηθεισών πωλήσεων προκύπτουν από τα τιμολόγια που εκδόθηκαν προς αποδέκτες εγκατεστημένους στην κρίσιμη εδαφική περιοχή, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνεται άλλωστε από τα δελτία αποστολής και τα τελωνειακά έγγραφα που προσκομίστηκαν προς τεκμηρίωσή τους. Επιπλέον, κατά την προσφεύγουσα, τα ποσά που χρεώνονταν σε ευρώ αφορούσαν τα προϊόντα που έφεραν το στοιχείο «lav».

34      Το EUIPO υποστηρίζει, κατά πρώτον, ότι το τμήμα προσφυγών δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, όσον αφορά τους αποδέκτες των τιμολογίων και ότι, κατ’ ουσίαν, το τμήμα προσφυγών δεν ανέφερε ότι η χρήση έπρεπε να απευθύνεται στους τελικούς καταναλωτές προκειμένου να αναγνωριστεί ως εξωτερική.

35      Κατά δεύτερον, όσον αφορά το βάρος και τον βαθμό απόδειξης, το EUIPO επισημαίνει ότι το τμήμα προσφυγών αναγνώρισε, πρώτον, στα σημεία 35 και 36 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι τα έγγραφα των παραρτημάτων 4 έως 9 ήταν κατά μεγάλο μέρος σαφή και περιείχαν κωδικούς προϊόντων καθώς και αναφορές στο επίμαχο σήμα, δεύτερον, στα σημεία 49 και 50 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι τα τιμολόγια και τα εμπορικά έγγραφα έδειχναν ότι τα προϊόντα πωλούνταν από τη δικαιούχο του επίμαχου σήματος ή, με τη συγκατάθεσή της, σε διάφορες οντότητες σε πολλά κράτη μέλη της Ένωσης και, επομένως, τα αποδεικτικά στοιχεία παρείχαν επαρκείς ενδείξεις σχετικά με το εδαφικό εύρος της προβαλλόμενης χρήσης, τρίτον, στο σημείο 53 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το επίμαχο σήμα εμφανιζόταν στις καταχωρίσεις του προϊόντος στα τιμολόγια και στα εμπορικά έγγραφα, στους καταλόγους και στα στιγμιότυπα οθόνης σελίδων του ιστοτόπου της προσφεύγουσας και ότι η χρήση του επίμαχου σήματος ήταν δημόσια, εξωτερική και πρόδηλη για τους υφιστάμενους ή δυνητικούς αγοραστές των προϊόντων και, τέταρτον, στο σημείο 64 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι από τους προσκομισθέντες καταλόγους προέκυπτε η χρήση του επίμαχου σήματος για πλειάδα προϊόντων τα οποία αυτό προσδιόριζε.

36      Κατά τρίτον, το EUIPO διαπίστωσε ότι το τμήμα προσφυγών κατέληξε, αντιθέτως, στα σημεία 83, 84 και 87 της προσβαλλόμενης απόφασης, στο συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα δεν είχε αποδείξει την έκταση της χρήσης του επίμαχου σήματος, διότι δεν είχε παράσχει εξηγήσεις ή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να μπορεί να συναχθεί σαφής σχέση μεταξύ των συγκεκριμένων προϊόντων που ήταν καταχωρισμένα στα διάφορα τιμολόγια και των λοιπών εγγράφων, συμπεριλαμβανομένων των διαφόρων κωδικών προϊόντων. Επιπλέον, το EUIPO παρατηρεί ότι το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι στις παρατηρήσεις της προσφεύγουσας δεν είχαν γίνει οι συσχετίσεις που θα μπορούσαν να προσδώσουν στα τιμολόγια την αναγκαία αποδεικτική ισχύ και ότι το τμήμα ακυρώσεων είχε αποφανθεί βάσει απλών πιθανολογήσεων ή τεκμηρίων.

37      Ως προς το ζήτημα αυτό, το EUIPO προβάλλει, όπως και η προσφεύγουσα με το δικόγραφο της προσφυγής, ότι το Γενικό Δικαστήριο έχει επιβεβαιώσει ότι μια επιμελής σύγκριση των κωδικών των προϊόντων επί των φωτογραφικών απεικονίσεών τους και στους καταλόγους, αφενός, και στα τιμολόγια, αφετέρου, δεν αποτελεί απλή εκτίμηση πιθανότητας ή απλή υπόθεση, αλλά προϋποθέτει ορθολογική και λογική διεργασία στο πλαίσιο της εκτίμησης της ουσιαστικής χρήσης [πρβλ. απόφαση της 17ης Ιουλίου 2024, W. B. Studio κατά EUIPO – E.Land Italy (BF BELFE), T-54/23, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:481, σκέψεις 60 και 61]. Περαιτέρω, το EUIPO παρατηρεί ότι το τμήμα προσφυγών αναγνώρισε, στα σημεία 79, 80, 82 και 83 της προσβαλλόμενης απόφασης, το έργο του τμήματος ακυρώσεων και επικύρωσε τις περιγραφές των προϊόντων που περιλαμβάνονταν στα έγγραφα που περιείχαν αναφορές στο επίμαχο σήμα. Οι εν λόγω αναφορές περιελάμβαναν επίσης σύντομη περιγραφή των προϊόντων που καθιστούσε δυνατό τον εντοπισμό στα τιμολόγια επτά παραδειγμάτων κωδικών προϊόντων που μπορούσαν να συσχετισθούν με τους καταλόγους, σύμφωνα με τις εξηγήσεις που παρέσχε η προσφεύγουσα ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων και του τμήματος προσφυγών. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα είχε εξηγήσει, με τις από 14 Απριλίου 2023 παρατηρήσεις της σχετικά με την απόδειξη της χρήσης και με την από 22 Μαΐου 2024 αντίκρουση της προσφυγής, ότι οι αριθμοί αναφοράς που περιλαμβάνονται στις σελίδες 122 έως 127 του προσκομισθέντος με το παράρτημα 10 καταλόγου μπορούσαν να συσχετισθούν με τα τιμολόγια. Η προσφεύγουσα είχε επίσης παράσχει κατάλογο των καταχωρισμένων προϊόντων που απεικονίζονται στις φωτογραφίες.

38      Κατά τέταρτον, υπό τις συνθήκες αυτές, το EUIPO υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα δεν είχε κανένα λόγο να παράσχει συμπληρωματικές εξηγήσεις για να συσχετίσει κάθε ένα από τα αντικείμενα στα οποία γίνεται αναφορά στα τιμολόγια και στους καταλόγους προϊόντων και ότι, επομένως, το τμήμα προσφυγών επέβαλε, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, μη εύλογο αποδεικτικό βάρος κατά την έννοια του κανονισμού 2017/1001 και της σκέψης 31 της απόφασης της 19ης Οκτωβρίου 2022, Louis Vuitton Malletier κατά EUIPO – Wisniewski (Απεικόνιση μοτίβου σκακιέρας II) (T-275/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2022:654).

39      Κατά συνέπεια, το EUIPO δεν διατύπωσε παρατηρήσεις όσον αφορά τα λοιπά επιχειρήματα της προσφεύγουσας και ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.

40      Κατά το άρθρο 18, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και το άρθρο 58, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 2017/1001, ο δικαιούχος σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης κηρύσσεται έκπτωτος των δικαιωμάτων του, μετά από αίτηση που υποβάλλεται στο EUIPO, εάν, επί διάστημα πέντε συνεχών ετών, δεν έχει γίνει ουσιαστική χρήση του σήματος στην Ένωση για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει καταχωρισθεί και δεν υπάρχει εύλογη αιτία για τη μη χρήση.

41      Όσον αφορά τα κριτήρια εκτιμήσεως της ουσιαστικής χρήσης, το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2018/625 της Επιτροπής, της 5ης Μαρτίου 2018, για τη συμπλήρωση του κανονισμού 2017/1001 και για την κατάργηση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2017/1430 (ΕΕ 2018, L 104, σ. 1), εφαρμόζεται κατ’ αναλογίαν στις διαδικασίες για την κήρυξη έκπτωσης, δυνάμει του άρθρου 19, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού. Το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2018/625 προβλέπει ότι η απόδειξη της χρήσης πρέπει να αφορά τον τόπο, τον χρόνο, την έκταση και τη φύση της χρήσης του επίμαχου σήματος.

42      Εξάλλου, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 4, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2018/625 για την απόδειξη της ουσιαστικής χρήσης υποβάλλονται μόνο δικαιολογητικά ή απτά τεκμήρια, όπως π.χ. συσκευασίες, ετικέτες, τιμοκατάλογοι, κατάλογοι, τιμολόγια, φωτογραφίες, διαφημιστικές καταχωρίσεις σε εφημερίδες, καθώς και γραπτές βεβαιώσεις και δηλώσεις κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 97, παράγραφος 1, στοιχείο στ', του κανονισμού 2017/1001.

43      Στο πλαίσιο διαδικασίας για την κήρυξη έκπτωσης από το δικαίωμα στο σήμα, εναπόκειται, κατ’ αρχήν, στον δικαιούχο να αποδείξει την ουσιαστική χρήση του σήματός του (βλ. απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2019, Klement κατά EUIPO, C-698/17 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2019:48, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

44      Η απόδειξη της ουσιαστικής χρήσεως σήματος δεν πρέπει να στηρίζεται σε πιθανολογήσεις ή τεκμήρια, αλλά σε συγκεκριμένα και αντικειμενικά στοιχεία που να αποδεικνύουν την πραγματική και επαρκή χρήση του σήματος στην οικεία αγορά. Ως εκ τούτου, πρέπει να διενεργείται σφαιρική εκτίμηση που να λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση και η οποία συνεπάγεται έναν βαθμό αλληλεξάρτησης μεταξύ των λαμβανόμενων υπόψη στοιχείων [βλ. απόφαση της 8ης Ιουλίου 2020, Euroapotheca κατά EUIPO – General Nutrition Investment (GNC LIVE WELL), T-686/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:320, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

45      Δεν απαιτείται κάθε αποδεικτικό στοιχείο να περιέχει πληροφορίες για καθένα από τα τέσσερα στοιχεία τα οποία πρέπει να αφορά η απόδειξη της ουσιαστικής χρήσης, ήτοι τον τόπο, τον χρόνο, τη φύση και την έκταση της χρήσης. Ένα σύνολο αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να καθιστά δυνατή την απόδειξη των υπό εξέταση πραγματικών περιστατικών, παρά το γεγονός ότι καθένα από τα στοιχεία αυτά, μεμονωμένως εξεταζόμενο, δεν θα μπορούσε να αποδείξει την ακρίβεια των πραγματικών αυτών περιστατικών [βλ. απόφαση της 5ης Μαρτίου 2019, Meblo Trade κατά EUIPO – MEBLO Int (MEBLO), T-263/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:134, σκέψη 84 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Επιπλέον, το ζήτημα κατά πόσον σήμα χρησιμοποιήθηκε ουσιαστικώς πρέπει να εκτιμάται σφαιρικώς υπό το πρίσμα του συνόλου των διαθέσιμων στοιχείων. Ως εκ τούτου, τα αποδεικτικά στοιχεία δεν πρέπει να αναλύονται κατά τρόπο μεμονωμένο, αλλά ως σύνολο, ώστε από την ανάλυση να προκύψει η πλέον πιθανή και λογικά συνεπής σημασία τους [βλ. απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2013, Recaro κατά ΓΕΕΑ – Certino Mode (RECARO), T-524/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:604, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

46      Κατ’ αρχάς, όπως επιβεβαιώθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, καθόσον ο χρόνος, ο τόπος και η φύση της χρήσης του επίμαχου σήματος δεν αμφισβητούνται στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, τα στοιχεία που προσκόμισαν οι διάδικοι και τα επιχειρήματα που προέβαλαν πρέπει να εξεταστούν κατά το μέτρο που αφορούν την έκταση της ουσιαστικής χρήσης και το βάρος αποδείξεως της χρήσης αυτής που φέρει η δικαιούχος του επίμαχου σήματος.

47      Υπό τις συνθήκες αυτές, υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων και προκύπτει από τα σημεία 6 και 40 της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η κρίσιμη περίοδος για τον χρόνο χρήσης του επίμαχου σήματος καλύπτει το χρονικό διάστημα από τις 8 Δεκεμβρίου 2017 έως τις 7 Δεκεμβρίου 2022.

48      Δεύτερον, από τα σημεία 49 και 50 της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα, η οποία είναι οντότητα εγκατεστημένη εκτός της Ένωσης και συγκεκριμένα στην Τουρκία, αποδείκνυαν ότι τα προϊόντα της πωλούνταν από την ίδια ή, με τη συγκατάθεσή της, από άλλους διανομείς σε διάφορες οντότητες σε πολλά κράτη μέλη της Ένωσης, στα οποία συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, η Γερμανία, η Αυστρία, το Βέλγιο, η Βουλγαρία, η Κροατία, η Δανία, η Ισπανία, η Ιρλανδία, η Ιταλία, η Ελλάδα, η Ουγγαρία, η Λιθουανία, η Μάλτα, οι Κάτω Χώρες, η Πολωνία, η Τσεχική Δημοκρατία, η Ρουμανία, η Σλοβακία και η Σουηδία, και ότι το νόμισμα που αναγραφόταν στα διάφορα τιμολόγια και εμπορικά έγγραφα ήταν κυρίως το ευρώ.

49      Τρίτον, όσον αφορά τη φύση της χρήσης του επίμαχου σήματος, από τα σημεία 51 έως 64 της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι τα αποδεικτικά στοιχεία περιείχαν επαρκή παραδείγματα χρήσης του επίμαχου σήματος ώστε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αυτό χρησιμοποιούνταν για προϊόντα, ως ένδειξη της εμπορικής προέλευσής τους.

50      Τέταρτον, το τμήμα προσφυγών έκρινε, στα σημεία 51 έως 53 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το επίμαχο σήμα είχε χρησιμοποιηθεί ως σήμα στις συναλλαγές, ιδίως δεδομένου ότι η χρήση του ήταν δημόσια, εξωτερική και πρόδηλη για τους υφιστάμενους ή δυνητικούς αγοραστές των επίμαχων προϊόντων στο έδαφος της Ένωσης. Ειδικότερα, το τμήμα προσφυγών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχε αποδειχθεί επαρκώς η ύπαρξη πρόδηλου συνδέσμου μεταξύ, αφενός, της χρήσης του επίμαχου σήματος ως ένδειξης της εμπορικής προέλευσης και ως μέσου διαφήμισης και, αφετέρου, των συγκεκριμένων προϊόντων της κλάσης 21 που αποτελούσαν το αντικείμενο της προσφυγής.

51      Επιπλέον, πέμπτον, στα σημεία 54 έως 62 της προσβαλλόμενης απόφασης, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα αποδείκνυαν, κατ’ ουσίαν, τη χρήση του σημείου όπως αυτό είχε καταχωριστεί.

52      Εντούτοις, όσον αφορά την έκταση της χρήσης του επίμαχου σήματος, το τμήμα προσφυγών έκρινε, αντιθέτως προς το τμήμα ακυρώσεων, ότι δεν μπορούσε να συναγάγει, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων στο σύνολό τους, ότι η ουσιαστική χρήση του επίμαχου σήματος είχε αποδειχθεί σε επαρκή βαθμό για τα συγκεκριμένα προϊόντα που αποτελούσαν το αντικείμενο της προσφυγής και ότι, επιπλέον, η ουσιαστική χρήση δεν μπορούσε, υπό την έννοια αυτή, να αποδειχθεί βάσει απλών πιθανολογήσεων ή τεκμηρίων.

53      Ως προς το ζήτημα αυτό, πρώτον, όσον αφορά τους καταλόγους που περιλαμβάνονταν στα παραρτήματα 10 και 11, το τμήμα προσφυγών έκρινε, στα σημεία 71 έως 73 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι επρόκειτο για καταλόγους στην αγγλική και την τουρκική γλώσσα, ότι αυτοί αφορούσαν τα έτη 2014 και 2023 και ότι παρουσίαζαν σαφώς το επίμαχο σήμα υπό μορφή λεκτικού σήματος ή εικονιστικού σημείου σε σχέση με διάφορα προϊόντα υαλουργίας, αλλά και ότι δεν μπορούσε να συναχθεί κανένα συμπέρασμα ως προς την έκταση της χρήσης δεδομένου ότι ήταν δυσχερές να διαπιστωθεί ο τόπος εκτύπωσης ή έκδοσης των καταλόγων ή να αποδειχθούν οι τόποι διανομής τους και η φύση της διανομής αυτής. Επιπλέον, το τμήμα προσφυγών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι κατάλογοι δεν αποδείκνυαν ότι τα επίμαχα προϊόντα προσφέρονταν πράγματι υπό το επίμαχο σήμα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και εντός της κρίσιμης εδαφικής περιοχής. Επί του σημείου αυτού, το τμήμα προσφυγών προσήψε επίσης στην προσφεύγουσα ότι δεν υπέβαλε συμπληρωματικές πληροφορίες.

54      Δεύτερον, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα στηρίζονταν όντως σε μεγάλο βαθμό στα προσκομισθέντα με τα παραρτήματα 4 έως 9 τιμολόγια και εμπορικά έγγραφα από τα οποία προέκυπταν οι πραγματικές πωλήσεις των επίμαχων προϊόντων. Εκτίμησε εντούτοις ότι τα έγγραφα αυτά δεν είχαν την αναγκαία αποδεικτική ισχύ στο μέτρο που, αφενός, ήταν αδύνατο, κατ’ ουσίαν, να προσδιοριστούν τα συγκεκριμένα προϊόντα τα οποία αντιστοιχούσαν στους διάφορους κωδικούς προϊόντων καθώς και η εμπορική αξία τους, η συχνότητα και ο χρόνος των πωλήσεων και, αφετέρου, τα τιμολόγια δεν αποδείκνυαν ότι προϊόντα που έφεραν, κατά τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, το επίμαχο σήμα είχαν διατεθεί ποτέ προς πώληση σε σημείο πώλησης εντός της Ένωσης ούτε, κατά μείζονα λόγο, ότι τα προϊόντα αυτά είχαν αγορασθεί από τελικό καταναλωτή. Επιπλέον, το τμήμα προσφυγών προσήψε στην προσφεύγουσα ότι δεν προσκόμισε τιμολόγια πωλήσεων προς τοπικούς διανομείς ή τελικούς καταναλωτές, καλής ποιότητας φωτογραφίες προϊόντων από καταστήματα εμπόρου λιανικής εντός του εδάφους της Ένωσης ή ακόμη καταλόγους ή οποιουδήποτε άλλου είδους διαφημιστικό υλικό που να αποδεικνύει τη χρήση του σήματος έναντι του καταναλωτή της Ένωσης.

55      Υπό την έννοια αυτή, τρίτον, το τμήμα προσφυγών προσήψε, κατ’ ουσίαν, στο σημείο 83 της προσβαλλόμενης απόφασης, στην προσφεύγουσα ότι δεν παρέσχε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με το περιεχόμενο των τιμολογίων και τα συγκεκριμένα προϊόντα που είναι καταχωρισμένα σε αυτά, αδιαφορώντας για τις συσχετίσεις που είχαν γίνει από το τμήμα ακυρώσεων. Ως εκ τούτου, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι η προσφεύγουσα δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει την ύπαρξη σαφούς, εκπεφρασμένου και αποδεδειγμένου συνδέσμου βάσει του οποίου να προκύπτει σε ποια προϊόντα των καταλόγων αναφέρονταν οι κωδικοί και ότι ήταν αδύνατον να συναχθούν από τους κωδικούς αυτούς τα συγκεκριμένα προϊόντα για τα οποία επρόκειτο και ποια ήταν η έκταση της χρήσης τους. Κατά το τμήμα προσφυγών, η έλλειψη τέτοιων εξηγήσεων αλλοίωνε και αποδυνάμωνε την αποδεικτική ισχύ των τιμολογίων. Το τμήμα προσφυγών έκρινε επίσης, στο σημείο 84 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το σύνολο των υποβληθέντων αποδεικτικών στοιχείων δεν αρκούσε για να αποτελέσει ένα σύνολο στέρεων και αντικειμενικών αποδεικτικών στοιχείων της ουσιαστικής χρήσης. Επιπλέον, κατά το τμήμα προσφυγών, το σύνολο των υποβληθέντων αποδεικτικών στοιχείων δεν πληρούσε τις αναγκαίες απαιτήσεις για την απόδειξη της ουσιαστικής χρήσης του επίμαχου σήματος. Κατά συνέπεια, το τμήμα προσφυγών έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι ήταν υποχρεωμένο να περιορίσει την εξέτασή του, καθόσον, λόγω της έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων, δεν μπορούσε να τη στηρίξει σε τεκμήρια ή πιθανολογήσεις.

56      Τέλος, τέταρτον, στο σημείο 85 της προσβαλλόμενης απόφασης, το τμήμα προσφυγών προσήψε στην προσφεύγουσα ότι προσκόμισε έγγραφα εξαιρετικά χαμηλής ποιότητας, τα οποία ήταν δυσανάγνωστα και δυσνόητα, και, στο σημείο 86 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι προσκόμισε τιμολόγια τα οποία περιείχαν κωδικούς προϊόντων χωρίς τη μνεία «lv-» η οποία παραπέμπει στο επίμαχο σήμα. Κατά συνέπεια, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι τα συνολικά ποσά που είχαν τιμολογηθεί δεν αντιστοιχούσαν αποκλειστικά σε πωλήσεις προϊόντων τα οποία καλύπτονται από το επίμαχο σήμα.

57      Κατά τη νομολογία, και όπως προκύπτει από τις σκέψεις 43 έως 45 ανωτέρω, ακόμη και αν η αποδεικτική αξία ενός αποδεικτικού στοιχείου είναι περιορισμένη καθόσον, όταν εξετάζεται μεμονωμένα, δεν αποδεικνύει μετά βεβαιότητος αν και πώς τα επίμαχα προϊόντα διατέθηκαν στην αγορά και, επομένως, δεν είναι καθοριστικό αυτό και μόνο, εντούτοις ένα τέτοιο στοιχείο δύναται να ληφθεί υπόψη κατά τη συνολική εκτίμηση του ουσιαστικού χαρακτήρα της χρήσης του επίμαχου σήματος. Το αυτό ισχύει, για παράδειγμα, όταν το αποδεικτικό στοιχείο επιβεβαιώνει τα λοιπά στοιχεία που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση [πρβλ. διάταξη της 6ης Μαρτίου 2014, Anapurna κατά ΓΕΕΑ – Annapurna (ANNAPURNA), T-71/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:105, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

58      Εν προκειμένω, κατά πρώτον, παρατηρείται ότι το τμήμα προσφυγών μπόρεσε ευχερώς να εξετάσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε η προσφεύγουσα και διαπίστωσε, επί της βάσης αυτής και αιτιολογημένα, τον χρόνο, τον τόπο και τη χρήση του επίμαχου σήματος. Ειδικότερα, στα σημεία 35 και 36 της προσβαλλόμενης απόφασης, το τμήμα προσφυγών εκτίμησε ότι τα έγγραφα των παραρτημάτων 4 έως 9 ήταν κατά μεγάλο μέρος σαφή και περιείχαν κωδικούς προϊόντων καθώς και αναφορές στο επίμαχο σήμα. Επιπλέον, το τμήμα προσφυγών εκτίμησε επίσης ότι οι βασικές πληροφορίες που περιλαμβάνονταν στα προσκομισθέντα έγγραφα ήταν σαφείς και κατανοητές και ότι, συνεπώς, ήταν σε μεγάλο βαθμό αυτονόητες και επαρκείς για τους σκοπούς της διαδικασίας.

59      Ως εκ τούτου, το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε αντίφαση στην αιτιολογία του προσάπτοντας στην προσφεύγουσα, στα σημεία 84 έως 86 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι είχε προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία κακής ποιότητας τα οποία δεν αποτελούσαν στέρεες και αντικειμενικές αποδείξεις της χρήσης του επίμαχου σήματος.

60      Κατά δεύτερον, το τμήμα προσφυγών παρέθεσε επίσης αντιφατική αιτιολογία, κρίνοντας, στα σημεία 72 και 73 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι οι κατάλογοι που προσκομίστηκαν με τα παραρτήματα 10 και 11 δεν αποδείκνυαν ότι τα επίμαχα προϊόντα είχαν πράγματι διατεθεί προς πώληση στην κρίσιμη εδαφική περιοχή, ενώ είχε προηγουμένως διαπιστώσει, στα σημεία 70 και 71 της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των ίδιων καταλόγων, ότι η προσφεύγουσα δραστηριοποιούνταν στον κλάδο της υαλουργίας και εξήγε τα προϊόντα της σε 140 χώρες, μεταξύ των οποίων και σε κράτη μέλη της Ένωσης, και ότι, επιπλέον, υπήρχε στην Ιταλία γραφείο εμπορικής προώθησης και πωλήσεων όσον αφορά μέρος των εν λόγω προϊόντων.

61      Κατά τρίτον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει το EUIPO, από το σημείο 76 της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών σκόπευε να απαιτήσει, προς απόδειξη της χρήσης του επίμαχου σήματος, οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να αποδείξει ότι τα επίμαχα προϊόντα πωλούνταν σε τελικούς καταναλωτές στο έδαφος της Ένωσης. Πλην όμως, αν γινόταν δεκτό ότι η εξωτερική χρήση ενός σήματος, κατά την έννοια της νομολογίας, είναι κατ’ ανάγκην χρήση που απευθύνεται στους τελικούς καταναλωτές, θα αποκλείονταν από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2017/1001 τα σήματα που χρησιμοποιούνται μόνον στις σχέσεις μεταξύ εταιριών. Πράγματι, το ενδιαφερόμενο κοινό στο οποίο μπορούν να απευθύνονται τα σήματα δεν περιλαμβάνει μόνον τους τελικούς καταναλωτές, αλλά και τους ειδικούς, τους βιομηχανικούς πελάτες και άλλους επαγγελματίες χρήστες [βλ. απόφαση της 1ης Μαρτίου 2023, Worldwide Brands κατά EUIPO – Wan (CAMEL), T-552/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:98, σκέψη 88 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

62      Κατά συνέπεια, το τμήμα προσφυγών επέβαλε, υποπίπτοντας σε νομικό σφάλμα, στην προσφεύγουσα, κατ’ ουσίαν, την απόδειξη της πώλησης των επίμαχων προϊόντων σε τελικούς καταναλωτές ως απόδειξη της ουσιαστικής χρήσης του επίμαχου σήματος. Εξ αυτού παρέπεται, εξάλλου, ότι η απόδειξη της πώλησης των επίμαχων προϊόντων σε τελικούς καταναλωτές δεν είναι κρίσιμη εν προκειμένω και ότι, επομένως, πρέπει να απορριφθούν τα στοιχεία και τα επιχειρήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα στα σημεία 41 και 42 του δικογράφου της προσφυγής, χωρίς να χρειάζεται να κριθεί το παραδεκτό τους.

63      Κατά τέταρτον, υπενθυμίζεται ότι, στο σημείο 88 της προσβαλλόμενης απόφασης, το τμήμα προσφυγών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο φάκελος δεν περιείχε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία, έστω και συνολικά θεωρούμενα, να μπορεί να συναχθεί η έκταση της χρήσης του επίμαχου σήματος για τα επίμαχα προϊόντα.

64      Ως προς το ζήτημα αυτό, πρώτον, είναι αληθές ότι από τα παραρτήματα 10 και 11 δεν μπορεί να αποδειχθεί κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η χρήση του επίμαχου σήματος στην κρίσιμη εδαφική περιοχή κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Εντούτοις, όπως προκύπτει από τη νομολογία, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, στο μέτρο που η διάρκεια της εμπορικής βιωσιμότητας ενός προϊόντος εκτείνεται εν γένει σε συγκεκριμένη περίοδο και η συνέχεια της χρήσεως αποτελεί ένα από τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να αποδειχθεί ότι η χρήση είχε αντικειμενικώς ως σκοπό την κατάκτηση ή τη διατήρηση μεριδίου αγοράς, έγγραφα τα οποία δεν αφορούν το κρίσιμο χρονικό διάστημα όχι μόνον δεν στερούνται ενδιαφέροντος, αλλά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και να αξιολογούνται σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία, καθόσον δύνανται να αποδείξουν πραγματική και ουσιαστική εμπορική εκμετάλλευση του σήματος [βλ. απόφαση της 16ης Ιουνίου 2015, Polytetra κατά ΓΕΕΑ – EI du Pont de Nemours (POLYTETRAFLON), T-660/11, EU:T:2015:387, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

65      Εν προκειμένω, όπως ορθώς επισήμανε το τμήμα προσφυγών στο σημείο 53 της προσβαλλόμενης απόφασης, τα παραρτήματα 10 και 11 αποδείκνυαν την πρόδηλη και εξωτερική χρήση του επίμαχου σήματος στις συναλλαγές, μεταξύ του 2014 και του 2023, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο και πιο εκτεταμένο από το κρίσιμο, πράγμα που αποτελούσε σημαντική ένδειξη για την εκτίμηση της έκτασης της χρήσης υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης. Επομένως, το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως παραλείποντας, στο πλαίσιο της εκτίμησης της έκτασης της χρήσης, να εξετάσει κατά τρόπο εύλογο και σφαιρικό τα παραρτήματα 10 και 11 σε συνδυασμό με το σύνολο των αναφορών και των κρίσιμων στοιχείων που προέκυπταν από τα παραρτήματα 4 έως 9.

66      Δεύτερον, στα σημεία 49 και 50 της προσβαλλόμενης απόφασης, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι από το σύνολο των τιμολογίων και των εμπορικών εγγράφων προέκυπτε ότι τα επίμαχα προϊόντα είχαν πωληθεί από την προσφεύγουσα ή, με τη συγκατάθεσή της, σε διάφορες οντότητες σε διάφορα κράτη μέλη της Ένωσης και ότι τα στοιχεία αυτά παρείχαν επαρκείς ενδείξεις σχετικά με το εδαφικό εύρος της προβαλλόμενης χρήσης. Επιπλέον, στο σημείο 53 της προσβαλλόμενης απόφασης, το τμήμα προσφυγών εκτίμησε ότι το επίμαχο σήμα εμφανιζόταν στις καταχωρίσεις των προϊόντων στα τιμολόγια και στα εμπορικά έγγραφα, στους καταλόγους και στα στιγμιότυπα οθόνης σελίδων του ιστοτόπου της προσφεύγουσας και ότι η χρήση του επίμαχου σήματος ήταν δημόσια, εξωτερική και πρόδηλη για το κοινό της Ένωσης. Τέλος, στο σημείο 64 της προσβαλλόμενης απόφασης, το τμήμα προσφυγών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από τους καταλόγους προέκυπτε η χρήση του επίμαχου σήματος για πλειάδα προϊόντων τα οποία προσδιόριζε.

67      Από τον φάκελο του EUIPO προκύπτει ότι η προσφεύγουσα προσκόμισε 902 σελίδες τιμολογίων σχετικά με την πώληση πλειάδας προϊόντων που καλύπτονται από το επίμαχο σήμα στα οποία οι περισσότερες καταχωρίσεις συνδέονταν σαφώς με το επίμαχο σήμα μέσω της χρήσης του στοιχείου «lv» πριν από τον κωδικό του εκάστοτε προϊόντος το οποίο μπορεί να προσδιοριστεί μέσω αντιπαραβολής με τους καταλόγους των παραρτημάτων 10 και 11.

68      Πράγματι, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, δεν θα ήταν εύλογο να θεωρηθεί ότι τα προϊόντα που εμπορεύεται μια επιχείρηση δεν μπορούν να αναγνωριστούν σαφώς μέσω του κωδικού προϊόντος στους καταλόγους του παραγωγού τους, εφόσον φέρεται να είναι αδύνατος ο προσδιορισμός του τόπου εκτυπώσεως και πραγματικής διανομής των καταλόγων αυτών στην κρίσιμη εδαφική περιοχή κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Επιπλέον, όπως προκύπτει από τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 64 ανωτέρω, το γεγονός ότι τα προϊόντα διατίθενται προς πώληση για περίοδο μεγαλύτερη από εκείνη που οριοθετεί το κρίσιμο χρονικό διάστημα είναι ακριβώς ικανό να ενισχύσει τα επιχειρήματα υπέρ της ουσιαστικής χρήσης του επίμαχου σήματος.

69      Τρίτον, όπως προκύπτει από τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 37 ανωτέρω και από πάγια νομολογία, η επιμελής σύγκριση των κωδικών των προϊόντων επί των φωτογραφικών απεικονίσεών τους και στους καταλόγους, αφενός, και στα τιμολόγια, αφετέρου, δεν αποτελεί απλή εκτίμηση πιθανότητας ή απλή υπόθεση, αλλά προϋποθέτει ορθολογική και λογική διεργασία στο πλαίσιο της εκτίμησης της ουσιαστικής χρήσης [πρβλ. αποφάσεις της 27ης Απριλίου 2022, LG Electronics κατά EUIPO – Anferlux-Electrodom?sticos (SmartThinQ), T-181/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2022:247, σκέψη 91, της 6ης Σεπτεμβρίου 2023, Weider Germany κατά EUIPO – Den i Nosht (YIPPIE!), T-45/22, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:513, σκέψη 42, και της 17ης Ιουλίου 2024, W. B. Studio κατά EUIPO – E.Land Italy (BELFE), T-50/23, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:480, σκέψεις 60 και 61]. Ως προς το ζήτημα αυτό, ορθώς η προσφεύγουσα παρατήρησε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι το τμήμα προσφυγών και, κατά μείζονα λόγο, το τμήμα ακυρώσεων δεν ενήργησαν καθ’ υπέρβαση εξουσίας διαπιστώνοντας, με δική τους πρωτοβουλία ή με τη σφαιρική εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που είχαν προσκομιστεί ενώπιόν τους, τη σχέση μεταξύ των απεικονίσεων των προϊόντων στις φωτογραφίες και στους καταλόγους, αφενός, και των τιμολογίων των ίδιων προϊόντων, αφετέρου, στηριζόμενα στις αντίστοιχες μνείες κωδικών προϊόντος, οι οποίοι ήταν πανομοιότυποι (πρβλ. απόφαση της 17ης Ιουλίου 2024, BF BELFE, T-54/23, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:481, σκέψη 61).

70      Ως εκ τούτου, το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως κρίνοντας, στο σημείο 87 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το τμήμα ακυρώσεων είχε στηρίξει την εξέταση της έκτασης της χρήσης του επίμαχου σήματος σε συμπεράσματα αντλούμενα από προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία χωρίς να έχει πλήρη επίγνωση του περιεχομένου τους και ότι, ως εκ τούτου, αποφάνθηκε βάσει πιθανολογήσεων ή τεκμηρίων.

71      Ειδικότερα, όπως προκύπτει, αφενός, από τα σημεία 81 και 82 της προσβαλλόμενης απόφασης και, αφετέρου, από τις σελίδες 11 έως 13 των από 14 Απριλίου 2023 παρατηρήσεων της προσφεύγουσας σχετικά με την απόδειξη της χρήσης και από τις σελίδες 12 και 13 της από 22 Μαΐου 2024 αντίκρουσης της προσφυγής, η προσφεύγουσα είχε επισημάνει και εξηγήσει στο τμήμα ακυρώσεων και στο τμήμα προσφυγών ότι οι αριθμοί αναφοράς που περιλαμβάνονται στις σελίδες 122 έως 127 του καταλόγου του παραρτήματος 10 μπορούσαν να συσχετισθούν με τα τιμολόγια και είχε παράσχει κατάλογο των καταχωρισμένων προϊόντων που απεικονίζονται στις φωτογραφίες. Εξάλλου, επιβάλλεται επίσης η παρατήρηση ότι το τμήμα προσφυγών δεν αιτιολογεί, κατά τρόπο σαφή και επαρκή, τους λόγους για τους οποίους παρεξέκλινε από τις εκτιμήσεις του τμήματος ακυρώσεων και δεν δέχθηκε την ορθότητα των διενεργηθέντων από το τελευταίο συσχετισμών χάρη στους οποίους αυτό προσδιόρισε, επί τη βάσει στοιχείων τα οποία κατά την κρίση του ήταν συγκεκριμένα και ουσιώδη, την έκταση της χρήσης του επίμαχου σήματος. Ως εκ τούτου, η απόφαση του τμήματος προσφυγών εμπεριέχει επίσης πλημμελή αιτιολογία.

72      Ως εκ τούτου, τέταρτον, από τα σημεία 81 έως 83 της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι εξηγήσεις της προσφεύγουσας ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων και, εν συνεχεία, ενώπιον του τμήματος προσφυγών ήταν ικανές να αναδείξουν την πώληση πολλών από τα προϊόντα που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 5 ανωτέρω, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και για ποσά αρκούντως υψηλά ώστε να συναχθεί συνεχής, πραγματική και συνεπής χρήση του επίμαχου σήματος για τα επίμαχα προϊόντα, δυνάμει της νομολογίας κατά την οποία υφίσταται ουσιαστική χρήση του σήματος, κατά την έννοια του άρθρου 58, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 207/2009, όταν το σήμα χρησιμοποιείται σύμφωνα με τη βασική του λειτουργία, που είναι η εγγύηση της ταυτότητας προελεύσεως των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία καταχωρίσθηκε, με σκοπό την εξεύρεση ή διατήρηση δυνατοτήτων πωλήσεως των εν λόγω προϊόντων και υπηρεσιών, αποκλειομένης της συμβολικής χρήσεως που αποσκοπεί μόνο στη διατήρηση των δικαιωμάτων που παρέχει το σήμα (απόφαση της 3ης Ιουλίου 2019, Viridis Pharmaceutical κατά EUIPO, C-668/17 P, EU:C:2019:557, σκέψη 38 βλ. επίσης, κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 11ης Μαρτίου 2003, Ansul, C-40/01, EU:C:2003:145, σκέψη 43).

73      Εν πάση περιπτώσει, από τα παραρτήματα 4 έως 9 προκύπτει σαφώς, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, ότι τα προϊόντα με το επίμαχο σήμα πωλούνταν στην κρίσιμη εδαφική περιοχή μεταξύ του 2017 και του 2022. Πράγματι, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, μπορεί να διαπιστωθεί ότι τα τιμολόγια περιλαμβάνουν 2 919 γραμμές που περιέχουν τη μνεία LV η οποία συνδέεται, όπως προκύπτει από τη σκέψη 67 ανωτέρω, με πωλήσεις προϊόντων που διαθέτει στο εμπόριο η προσφεύγουσα κατανεμημένες στο σύνολο του κρίσιμου χρονικού διαστήματος και συνολικής αξίας που υπερβαίνει τα 6,485 εκατομμύρια ευρώ.

74      Εξάλλου, προσάπτοντας στην προσφεύγουσα, στα σημεία 72 και 83 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι σκοπίμως παρέλειψε να υποβάλει συμπληρωματικές πληροφορίες ή ότι αποφάσισε συνειδητά να μην παράσχει περισσότερες λεπτομέρειες όσον αφορά τις συγκεκριμένες αναφορές που περιλαμβάνονται στα τιμολόγια, το τμήμα προσφυγών θέλησε, όπως προκύπτει από τα σημεία 73 έως 85 της προσβαλλόμενης απόφασης, να επιβάλει στην προσφεύγουσα τη συσχέτιση όλων των 2 919 σειρών των τιμολογίων με τα συγκεκριμένα αντίστοιχα προϊόντα που περιλαμβάνονταν στους καταλόγους. Επιπλέον, όπως επιβεβαιώθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το τμήμα προσφυγών δεν ζήτησε καμία συμπληρωματική πληροφορία ή εξήγηση και, επομένως, δεν μπορεί να προσάπτει στην προσφεύγουσα ότι σκοπίμως παρέλειψε να υποβάλει, όπως κατά την κρίση του όφειλε, αποδεικτικά ή πραγματικά στοιχεία. Πλην όμως, το τμήμα προσφυγών ήταν ευλόγως σε θέση να εκτιμήσει την έκταση της ουσιαστικής χρήσης του επίμαχου σήματος βάσει όλων των προσκομισθέντων ενώπιόν του αποδεικτικών στοιχείων, εξεταζόμενων στο σύνολό τους, ή βάσει των διαφόρων ενδείξεων που είχαν συναχθεί κατά τα διαδοχικά στάδια της εξέτασης της προσφυγής ή, ακόμη, χάρη στις ενδείξεις που είχε παράσχει η προσφεύγουσα με τα διαδοχικά έγγραφα που είχε υποβάλει και τις οποίες είχε επαναλάβει το τμήμα ακυρώσεων.

75      Ως εκ τούτου, υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό, αφενός, ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά την έκταση της εξέτασης των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε η προσφεύγουσα προκειμένου να αποδείξει την έκταση της χρήσης του επίμαχου σήματος και, αφετέρου, ότι είχε την πρόθεση να επιβάλει στην προσφεύγουσα υπέρμετρη απαίτηση ποιότητας των αποδεικτικών στοιχείων και μη εύλογο αποδεικτικό βάρος στο πλαίσιο διαδικασίας για την κήρυξη της έκπτωσης λόγω έλλειψης ουσιαστικής χρήσης.

76      Ως προς το ζήτημα αυτό, πέμπτον, η απόδειξη της ουσιαστικής χρήσης του επίμαχου σήματος εναπόκειται πράγματι, κατ’ αρχήν, στον δικαιούχο του και όχι στο EUIPO αυτεπαγγέλτως (απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, Centrotherm Systemtechnik κατά ΓΕΕΑ και centrotherm Clean Solutions, C-610/11 P, EU:C:2013:593, σκέψη 63). Εντούτοις, όπως υπενθυμίζεται στη σκέψη 42 ανωτέρω, η απόδειξη της ουσιαστικής χρήσης περιορίζεται στην προσκόμιση δικαιολογητικών και απτών τεκμηρίων, όπως είναι οι τιμοκατάλογοι, οι κατάλογοι ή τα τιμολόγια, πράγμα που έγινε εν προκειμένω.

77      Επιπλέον, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 44 ανωτέρω, η απόδειξη της ουσιαστικής χρήσης πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα και αντικειμενικά στοιχεία που να αποδεικνύουν την πραγματική και επαρκή χρήση του σήματος στην οικεία αγορά. Εντούτοις, αυτή η απαίτηση περί βέβαιης απόδειξης δεν μπορεί να συνεπάγεται μη εύλογο ή υπέρμετρο βάρος απόδειξης ούτε να στηρίζεται σε απαιτήσεις ποιότητας των αποδεικτικών στοιχείων αυστηρότερες από τις προϋποθέσεις κατά τη νομολογία σχετικά με το άρθρο 18, παράγραφος 1, και το άρθρο 58, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 2017/1001.

78      Κατ’ αρχάς, πρέπει να απορριφθούν εκ προοιμίου τα επιχειρήματα που προέβαλε το EUIPO με το υπόμνημά του επί της προσφυγής και τα οποία στηρίζονται, κατ’ ουσίαν, στις κρίσεις της απόφασης της 5ης Οκτωβρίου 2022, Puma κατά EUIPO – CMS (CMS Italy) (T-711/20, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2022:604), που αφορά διαδικασία σχετικά με προσβολή της φήμης, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 2017/1001, η οποία είναι αυτοτελής σε σχέση με την παρούσα διαδικασία και της οποίας οι ειδικές απαιτήσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ισοδύναμες.

79      Εν προκειμένω, το τμήμα προσφυγών υιοθέτησε μια πολύ αυστηρή προσέγγιση στο σημείο 83 της προσβαλλόμενης απόφασης, απαιτώντας από την προσφεύγουσα να καταδείξει σαφή σύνδεσμο μεταξύ των διαφόρων κωδικών των τιμολογίων και των αντίστοιχων προϊόντων, ο οποίος να είναι «σαφής, εκπεφρασμένος και αποδεδειγμένος». Πλην όμως, το τμήμα προσφυγών δεν μπορεί, διότι άλλως υποπίπτει σε νομικό σφάλμα, να επιβάλει, στο πλαίσιο διαδικασίας για την κήρυξη έκπτωσης βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 1, και του άρθρου 58, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 2017/1001, απαίτηση ποιότητας των αποδεικτικών στοιχείων που να υπερβαίνει το επιτρεπόμενο μέτρο απόδειξης πραγματικής και επαρκούς χρήσεως η οποία επιβεβαιώνεται από επαρκή στοιχεία ή δέσμη ενδείξεων που συνάγονται λόγω της αλληλεξάρτησης των διαφόρων κρίσιμων στοιχείων, κατά την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στις σκέψεις 44 και 45 ανωτέρω.

80      Έκτον, υπενθυμίζεται ότι, όπως επισήμανε και το EUIPO με το υπόμνημα επί της προσφυγής (βλ. σκέψη 38 ανωτέρω), η εφαρμογή των νομικών απαιτήσεων σχετικά με το βάρος απόδειξης που φέρει ο δικαιούχος του σήματος, στο πλαίσιο διαδικασίας για την κήρυξη έκπτωσης, όσον αφορά την απόδειξη της ουσιαστικής χρήσης του επίμαχου σήματος δεν μπορεί να συνεπάγεται την επιβολή σε αυτόν μη εύλογου αποδεικτικού βάρους.

81      Πράγματι, η επιβολή μη εύλογου ή υπέρμετρου βάρους αποδείξεως μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα προσβολή του δικαιώματος χρηστής διοικήσεως, το οποίο συγκαταλέγεται στις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης και κατοχυρώνεται επίσης στο άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης [βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 2022, Απεικόνιση μοτίβου σκακιέρας II, T-275/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2022:654, σκέψη 31, της 6 Μαρτίου 2024, Lidl Stiftung κατά EUIPO – MHCS (Απόχρωση του πορτοκαλί), T-652/22, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:152, σκέψη 87, και διάταξη της 1ης Ιουλίου 2025, Santos κατά EUIPO (Σχήμα στίφτη εσπεριδοειδών), T-668/24, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2025:668, σκέψη 31].

82      Κατόπιν όλων των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι, πρώτον, και όπως προκύπτει από τις σκέψεις 58 έως 60 ανωτέρω, το τμήμα προσφυγών παρέθεσε επανειλημμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατική αιτιολογία, δεύτερον, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 67 έως 75 ανωτέρω, το τμήμα προσφυγών υπέπεσε επανειλημμένα σε πλάνη εκτιμήσεως και σε νομικά σφάλματα όσον αφορά την εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την έκταση της χρήσης του επίμαχου σήματος και, τρίτον, επέβαλε, ως εκ τούτου, στην προσφεύγουσα υπέρμετρη απαίτηση ποιότητας των αποδεικτικών στοιχείων και, επομένως, μη εύλογο βάρος αποδείξεως, κατά παράβαση του άρθρου 18, παράγραφος 1, και του άρθρου 58, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 2017/1001, οπότε πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η προσφεύγουσα και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

 Επί των δικαστικών εξόδων

83      Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

84      Δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται, το EUIPO πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά του καθώς και τα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας, σύμφωνα με το αίτημά της.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Ακυρώνει την απόφαση του τετάρτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) της 22ας Αυγούστου 2024 (υπόθεση R 215/2024-4).

2)      Το EUIPO φέρει, πέραν των δικών του δικαστικών εξόδων, τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η G?rok Turizm ve Madencilik A?.

?kva?ilov?-Pelzl

N?mm

Kukovec

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 19 Νοεμβρίου 2025.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.