Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 3ης Ιουλίου 2025 (*)
« Αίτηση αναιρέσεως – Περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Λευκορωσία όσον αφορά τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα – Κατάλογοι προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών εις βάρος των οποίων εφαρμόζεται η δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων – Καταχώριση και διατήρηση των επωνυμιών λευκορωσικών επιχειρήσεων οι οποίες ανήκουν σχεδόν εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο – Κριτήριο καταχώρισης συνδεόμενο με την “στήριξη στο καθεστώς Λουκασένκο” – Υποχρέωση ορισμένων λευκορωσικών κρατικών επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων που τελούν υπό κρατικό έλεγχο να καταβάλουν στο Δημόσιο μέρος των κερδών τους δυνάμει κρατικού μέτρου υποχρεωτικού χαρακτήρα »
Στην υπόθεση C-326/24 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 2 Μαΐου 2024,
Grodno Azot AAT, με έδρα το Grodno (Λευκορωσία),
Khimvolokno Plant, με έδρα το Grodno,
εκπροσωπούμενες αρχικώς από τον L. Engelen, advocaat, και την N. Montag, avocat?, και στη συνέχεια από την M. Krestiyanova, δικηγόρο, και την N. Montag, avocat?,
αναιρεσείουσες,
όπου ο έτερος διάδικος είναι:
Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τους A. Αντωνιάδη και A. Boggio-Tomasaz,
καθού πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. L. Arastey Sah?n, πρόεδρο τμήματος, Δ. Γρατσία, E. Regan, J. Passer και B. Smulders (εισηγητή), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: L. Medina
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την αίτηση αναιρέσεως, οι Grodno Azot AAT και Khimvolokno Plant ζητούν την αναίρεση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 21ης Φεβρουαρίου 2024, Grodno Azot και Khimvolokno Plant κατά Συμβουλίου (T-117/22, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2024:112), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή τους με αίτημα την ακύρωση, πρώτον, της εκτελεστικής απόφασης (ΚΕΠΠΑ) 2021/2125 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 2021, για την εφαρμογή της απόφασης 2012/642/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα ενόψει της κατάστασης στη Λευκορωσία (ΕΕ 2021, L 430 I, σ. 16), και του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2021/2124 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 2021, για την εφαρμογή του άρθρου 8α παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2006 σχετικά με περιοριστικά μέτρα όσον αφορά τη Λευκορωσία (ΕΕ 2021, L 430 I, σ. 1) (στο εξής, από κοινού: επίδικες αρχικές πράξεις), και, δεύτερον, της απόφασης (ΚΕΠΠΑ) 2023/421 του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 2023, που τροποποιεί την απόφαση 2012/642/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Λευκορωσία και της εμπλοκής της Λευκορωσίας στη ρωσική επίθεση κατά της Ουκρανίας (ΕΕ 2023, L 61, σ. 20) και του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2023/419 του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 2023, για την εφαρμογή του άρθρου 8α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2006 σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Λευκορωσία και της εμπλοκής της Λευκορωσίας στη ρωσική επίθεση κατά της Ουκρανίας (ΕΕ 2023, L 61, σ. 20) (στο εξής, από κοινού: επίδικες πράξεις περί διατήρησης), κατά το μέρος που οι εν λόγω τέσσερις πράξεις (στο εξής, από κοινού: επίδικες πράξεις) τις αφορούν.
Το νομικό πλαίσιο και το ιστορικό της διαφοράς
2 Για τους σκοπούς της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, το πραγματικό και νομικό πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης, όπως εκτίθεται στις σκέψεις 2 έως 17 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, μπορεί να συνοψισθεί ως εξής.
3 Η υπό κρίση υπόθεση εντάσσεται στο πλαίσιο των περιοριστικών μέτρων που έλαβε η Ευρωπαϊκή Ένωση από το 2004 λόγω της κατάστασης στη Λευκορωσία όσον αφορά τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
4 Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε, στις 18 Μαΐου 2006, τον κανονισμό (ΕΚ) 765/2006, σχετικά με περιοριστικά μέτρα εις βάρος του Προέδρου Λουκασένκο και ορισμένων αξιωματούχων της Λευκορωσίας (ΕΕ 2006, L 134, σ. 1), του οποίου ο τίτλος αντικαταστάθηκε, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 588/2011 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2011 (ΕΕ 2011, L 161, σ. 1), από τον τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2006 του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 2006, σχετικά με περιοριστικά μέτρα όσον αφορά τη Λευκορωσία».
5 Στις 15 Οκτωβρίου 2012 το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση 2012/642/ΚΕΠΠΑ, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά της Λευκορωσίας (ΕΕ 2012, L 285, σ. 1).
6 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της απόφασης αυτής έχει ως εξής:
«Δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι που ευρίσκονται στην ιδιοκτησία, την κατοχή ή ελέγχονται από:
α) πρόσωπα, οντότητες ή φορείς που ευθύνονται για σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και άσκηση βίας εις βάρος της κοινωνίας των πολιτών και της δημοκρατικής αντιπολίτευσης, ή των οποίων οι δραστηριότητες υποσκάπτουν σοβαρά καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη δημοκρατία ή το κράτος δικαίου στη Λευκορωσία, ή κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, οντότητα ή φορέας που συνδέεται με αυτά, καθώς και τα νομικά πρόσωπα, τις οντότητες ή τους φορείς που τελούν υπό την ιδιοκτησία ή τον έλεγχό τους,
β) φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή φορείς που επωφελούνται από το καθεστώς Λουκασένκο ή το στηρίζουν, καθώς και νομικά πρόσωπα, οντότητες ή φορείς υπό την ιδιοκτησία ή τον έλεγχό τους,
όπως παρατίθεται στο Παράρτημα.»
7 Το άρθρο 2, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 765/2006, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 1014/2012 του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2012 (ΕΕ 2012, L 307, σ. 1), παραπέμπει στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία α' και β', της απόφασης 2012/642 και προβλέπει τα ίδια κριτήρια καταχώρισης στους καταλόγους των προσώπων, οντοτήτων και φορέων επί των οποίων εφαρμόζεται δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων με εκείνα που προβλέπει η τελευταία αυτή διάταξη, μεταξύ άλλων, το κριτήριο της «στήριξης» προς το «καθεστώς Λουκασένκο» (στο εξής: κριτήριο της στήριξης προς το καθεστώς Λουκασένκο).
8 Στις 2 Δεκεμβρίου 2021 το Συμβούλιο εξέδωσε τις επίδικες αρχικές πράξεις. Από τις αιτιολογικές σκέψεις 4 των πράξεων αυτών προκύπτει ότι «[λ]όγω της σοβαρότητας της κατάστασης στη Λευκορωσία, 17 πρόσωπα και 11 οντότητες θα πρέπει να περιληφθούν στον κατάλογο φυσικών και νομικών προσώπων, οντοτήτων και φορέων που υπόκεινται σε περιοριστικά μέτρα».
9 Με τις επίδικες αρχικές πράξεις, η καταχώριση «Ανοικτή συμμετοχική εταιρεία “Grodno Azot”[, σ]υμπεριλαμβανομένου του παραρτήματος “Khimvolokno Plant” JSC “Grodno Azot”», προστέθηκε στον πίνακα B του καταλόγου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της απόφασης 2012/642 και στον πίνακα B του καταλόγου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα I του κανονισμού 765/2006 (στο εξής, από κοινού: επίδικοι κατάλογοι) για τους ακόλουθους λόγους (στο εξής: αιτιολογική έκθεση):
«Η Grodno Azot είναι μεγάλη κρατική εταιρεία παραγωγής αζωτούχων ενώσεων με έδρα το Grodno. Ο Loukachenk[o] τη χαρακτήρισε “πολύ σημαντική επιχείρηση, στρατηγικής σημασίας”. Στην Grodno Azot ανήκει επίσης η μονάδα Khimvolokno, μεγάλος παραγωγός πολυαμιδίου και πολυεστέρα καθώς και συνθετικών υλικών. Η Grodno Azot και η μονάδα Khimvolokno αποτελούν σημαντική πηγή εσόδων για το καθεστώς Loukachenk[o]. Συνεπώς η Grodno Azot στηρίζει το καθεστώς Loukachenk[o].
Ο Loukachenk[o] επισκέφθηκε την εταιρεία και συναντήθηκε με εκπροσώπους της θέματα συζήτησης ήταν ο εκσυγχρονισμός της μονάδας και διάφορες μορφές κρατικής στήριξης. Επίσης ο Loukachenk[o] υποσχέθηκε ότι θα χρησιμοποιηθεί δάνειο για την κατασκευή νέας μονάδας παραγωγής αζώτου στο Grodno. Συνεπώς η Grodno Azot επωφελείται από το καθεστώς Loukachenk[o].
Οι εργαζόμενοι της Grodno Azot, συμπεριλαμβανομένων των υπαλλήλων της στη μονάδα Khimvolokno, που συμμετείχαν σε ειρηνικές διαδηλώσεις κατά του καθεστώτος και προχώρησαν σε απεργία απολύθηκαν, υπέστησαν εκφοβισμό και απειλήθηκαν τόσο από τη διοίκηση της Grodno Azot όσο και από εκπροσώπους του καθεστώτος. Συνεπώς η Grodno Azot είναι υπεύθυνη για καταστολή σε βάρος της κοινωνίας των πολιτών.»
10 Στις 24 Φεβρουαρίου 2023 το Συμβούλιο εξέδωσε τις επίδικες πράξεις περί διατήρησης, με τις οποίες διατήρησε την επωνυμία των νυν αναιρεσειουσών στους επίδικους καταλόγους για λόγους κατ’ ουσίαν πανομοιότυπους με εκείνους που περιλαμβάνονταν στις επίδικες αρχικές πράξεις.
Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
11 Με δικόγραφο της 2ας Μαρτίου 2022, όπως προσαρμόστηκε στη συνέχεια, οι νυν αναιρεσείουσες ζήτησαν από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει τις επίδικες πράξεις, καθ’ ο μέρος τις αφορούν, στηριζόμενες, όσον αφορά καθεμία από τις πράξεις αυτές, σε δύο λόγους ακυρώσεως με τους οποίους προβάλλεται, κατ’ ουσίαν, πλάνη κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχεία α' και β', της απόφασης 2012/642.
12 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή των αναιρεσειουσών.
13 Συναφώς, όσον αφορά, πρώτον, το αίτημα μερικής ακύρωσης των επίδικων αρχικών πράξεων, το Γενικό Δικαστήριο, αρχικώς, στη σκέψη 38 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, συνήγαγε από διάφορα πραγματικά στοιχεία τα οποία επικαλέστηκαν οι αναιρεσείουσες και το Συμβούλιο κατά τη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ή ακόμη και από πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν σε ιστότοπο και μνημονεύονται στις σκέψεις 33 έως 37 της απόφασης αυτής, ότι το Συμβούλιο δεν είχε υποπέσει σε πλάνη κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών κρίνοντας ότι η Grodno Azot ήταν μεγάλη κρατική επιχείρηση η οποία είχε περιγραφεί από τον Πρόεδρο Λουκασένκο ως «πολύ σημαντική επιχείρηση, στρατηγικής σημασίας», ότι η Khimvolokno Plant ανήκε στην Grodno Azot και ότι η Grodno Azot και η Khimvolokno Plant αποτελούσαν σημαντική πηγή εσόδων για το καθεστώς Λουκασένκο.
14 Εν συνεχεία, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε διαδοχικώς, στις σκέψεις 44 έως 63 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι αναιρεσείουσες προς αμφισβήτηση του χαρακτηρισμού των παρατιθέμενων στη σκέψη 38 της απόφασης αυτής στοιχείων ως στήριξης προς το καθεστώς Λουκασένκο, για να καταλήξει στο συμπέρασμα, στη σκέψη 64 της ίδιας απόφασης, ότι το Συμβούλιο είχε κρίνει ότι η θέση των αναιρεσειουσών στην οικονομία της Λευκορωσίας και το γεγονός ότι ήταν κρατικές επιχειρήσεις και αποτελούσαν σημαντική πηγή εσόδων για το καθεστώς Λουκασένκο συνιστούσαν, εξεταζόμενα από κοινού, επαρκή στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι υποστήριζαν το εν λόγω καθεστώς κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', της απόφασης 2012/642.
15 Ειδικότερα, πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 47 και 48 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες, από την αιτιολογία των επίδικων αρχικών πράξεων προέκυπτε, αφενός, ότι το Συμβούλιο δεν βασίστηκε αποκλειστικώς στο ότι οι αναιρεσείουσες ήταν λευκορωσικές κρατικές επιχειρήσεις προκειμένου να διαπιστώσει ότι παρείχαν στήριξη προς το καθεστώς Λουκασένκο, αλλά περαιτέρω συνεκτίμησε προς τούτο και ένα σύνολο στοιχείων, μεταξύ των οποίων το ότι οι αναιρεσείουσες αποτελούσαν σημαντική πηγή εσόδων για το καθεστώς, και, αφετέρου, ότι το Συμβούλιο δεν είχε θεωρήσει ότι κάθε κρατική επιχείρηση αποτελούσε άνευ ετέρου πηγή εσόδων για το καθεστώς, αλλά είχε κρίνει ότι το γεγονός ότι οι αναιρεσείουσες αποτελούσαν πηγή εσόδων για το εν λόγω καθεστώς προστίθετο στο γεγονός ότι ήταν κρατικές επιχειρήσεις.
16 Στο πλαίσιο αυτό, στις σκέψεις 49 και 50 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, στη νομολογία του σχετικά με το σαφές και ακριβές γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', της απόφασης 2012/642, το οποίο αφορά τα πρόσωπα και τις οντότητες που «στηρίζουν [το καθεστώς Λουκασένκο]», καθώς και σχετικά με τον σκοπό που επιδιώκει η διάταξη αυτή.
17 Εξάλλου, στις σκέψεις 51 και 52 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο, στηριζόμενο στο γράμμα της αιτιολογικής σκέψης 6 της απόφασης 2012/642, επισήμανε ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', της απόφασης αυτής καλύπτει όχι μόνον την πολιτική στήριξη του εν λόγω καθεστώτος, αλλά και τη χρηματοδοτική ή υλική στήριξή του.
18 Δεύτερον, στις σκέψεις 54 έως 56 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών ότι δεν ήλεγχαν τη χρήση των πόρων που καταβάλλονταν στο λευκορωσικό Δημόσιο και ότι οι πόροι αυτοί δεν χρησίμευαν για τη χρηματοδότηση των προσωπικών δαπανών του Προέδρου Λουκασένκο, καταλήγοντας στο συμπέρασμα, στη σκέψη 57 της απόφασης αυτής, ότι, δεδομένου ότι το Συμβούλιο δέχθηκε ότι οι αναιρεσείουσες αποτελούσαν πηγή εσόδων για το καθεστώς Λουκασένκο για την εφαρμογή του κριτηρίου της στήριξης προς το καθεστώς, δεν όφειλε να αποδείξει, προς τούτο, ότι οι αναιρεσείουσες, λόγω των οικονομικών τους συνεισφορών, ευθύνονταν για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου ή για την άσκηση βίας εις βάρος της κοινωνίας των πολιτών και της δημοκρατικής αντιπολίτευσης.
19 Τρίτον, στις σκέψεις 59 έως 63 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών ότι τα μερίσματα που υποχρεούνταν να καταβάλουν στο λευκορωσικό Δημόσιο βάσει του διατάγματος 637 του Προέδρου της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας, της 28ης Δεκεμβρίου 2005, περί της διαδικασίας εγγραφής στον προϋπολογισμό μέρους των κερδών των κρατικών επιχειρήσεων και των κρατικών ενώσεων που αποτελούν εμπορικούς φορείς, καθώς και των εισοδημάτων που προέρχονται από μερίσματα (από εταιρικά μερίδια) των εταιριών με οικονομικό σκοπό που ανήκουν στο Δημόσιο ή στους δήμους και περί της σύστασης ειδικού κρατικού ταμείου για την εθνική ανάπτυξη (Εθνικό μητρώο των νομικών πράξεων της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας αριθ. 1/7075, της 29ης Δεκεμβρίου 2005, στο εξής: διάταγμα 637/2005), όταν πραγματοποιούσαν κέρδη, έπρεπε να εξομοιωθούν με «φόρους» και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν, σύμφωνα με τη νομολογία του που απορρέει ιδίως από την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, Chyzh κ.λπ. κατά Συμβουλίου (T-276/12, EU:T:2015:748, σκέψη 169), να συνιστούν στήριξη προς το καθεστώς Λουκασένκο κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', της απόφασης 2012/642.
20 Συναφώς, αφενός, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 61 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι από την παράγραφο 1.1 του διατάγματος 637/2005 προέκυπτε ότι η υποχρέωση καταβολής μέρους των κερδών στο Δημόσιο ή σε περιφερειακές κρατικές αρχές αφορούσε μόνον μια περιορισμένη κατηγορία επιχειρήσεων και όχι το σύνολο των Λευκορώσων φορολογουμένων.
21 Αφετέρου, στη σκέψη 62 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι από το γράμμα της παραγράφου 1.2 του διατάγματος 637/2005 προκύπτει ότι η εν λόγω καταβολή διακρίνεται, τυπικώς, από τους φόρους και προστίθεται σε αυτούς.
22 Το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε εντεύθεν, στη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η απορρέουσα από το διάταγμα 637/2005 υποχρέωση των αναιρεσειουσών να καταβάλουν μέρος των κερδών τους στο Δημόσιο δεν κλόνιζε την εκτίμηση ότι παρείχαν χρηματοδοτική στήριξη στο καθεστώς Λουκασένκο, αλλά αντιθέτως την επιβεβαίωνε, δεδομένου ότι, με το εν λόγω διάταγμα, το καθεστώς ενέτεινε τον έλεγχο που ήδη ασκούσε, ως μοναδικός μέτοχος, στους πόρους των αναιρεσειουσών, διασφαλίζοντας ότι θα είχε στη διάθεσή του, σε τακτική βάση, μέρος των κερδών που αυτές κατέγραφαν.
23 Όσον αφορά, δεύτερον, το αίτημα μερικής ακύρωσης των επίδικων πράξεων περί διατήρησης, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι στον φάκελο που είχε καταρτίσει το Συμβούλιο κατά την έκδοση των πράξεων αυτών είχαν προστεθεί δύο άρθρα δημοσιευθέντα στο Διαδίκτυο. Σύμφωνα με το πρώτο άρθρο, το οποίο δημοσιεύθηκε στις 18 Απριλίου 2022, η Grodno Azot, μετά την καταγραφή ζημιών το 2020, πραγματοποίησε το 2021 καθαρά κέρδη ύψους περίπου 530 000 000 ρουβλιών Λευκορωσίας (BYN) (περίπου 175 000 000 ευρώ) και ανακοίνωσε την καταβολή μερισμάτων άνω των 100 000 000 BYN (περίπου 33 195 000 ευρώ). Σύμφωνα με το δεύτερο άρθρο, το οποίο δημοσιεύθηκε στις 20 Οκτωβρίου 2022, ο Υπουργός Οικονομίας της Λευκορωσίας είχε δηλώσει ότι τα εισοδήματα της Grodno Azot είχαν αυξηθεί κατά περίπου 20 % μεταξύ των μηνών Ιανουαρίου και Αυγούστου 2022. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, οι αναιρεσείουσες δεν είχαν αμφισβητήσει την ορθότητα των πληροφοριών αυτών. Εξ αυτού συνήγαγε, στη σκέψη 75 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το Συμβούλιο δεν είχε υποπέσει σε πλάνη εκτιμήσεως κρίνοντας, κατόπιν επανεξέτασης της κατάστασης των αναιρεσειουσών, ότι οι επιχειρήσεις αυτές αποτελούσαν σημαντική πηγή εσόδων για το καθεστώς Λουκασένκο.
Τα αιτήματα των διαδίκων
24 Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,
– να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση,
– επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου αυτό να αποφανθεί εκ νέου, και
– να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και στα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
25 Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως,
– επικουρικώς, εάν το Δικαστήριο αποφασίσει να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, να απορρίψει την προσφυγή ακυρώσεως των επίδικων πράξεων, και
– να καταδικάσει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα τόσο της πρωτόδικης όσο και της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
26 Προς στήριξη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν τέσσερις λόγους αναιρέσεως. Ο πρώτος λόγος αφορά παραβίαση των αρχών και των κανόνων δικαίου σχετικά με το βάρος αποδείξεως. Ο δεύτερος λόγος αφορά εσφαλμένη ερμηνεία της φύσης και της λειτουργίας των μερισμάτων στην υπό κρίση υπόθεση και σε κάθε φορολογικό καθεστώς. Ο τρίτος λόγος αφορά πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως συνιστάμενη στη μη ανάλυση του «σημαντικού» χαρακτήρα της προβαλλόμενης οικονομικής στήριξης. Με τον τέταρτο λόγο, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', της απόφασης 2012/642.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
27 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος βάλλει κατά των σκέψεων 32, 36 έως 39, 42, 47, 48, 52, 55 και 57 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως διαπιστώνοντας ότι οι αναιρεσείουσες αποτελούσαν σημαντική πηγή εσόδων για το καθεστώς Λουκασένκο, βασίστηκε αποκλειστικά στις σχετικές με τα μερίσματα πληροφορίες, μολονότι οι πληροφορίες αυτές δεν περιλαμβάνονταν, ούτε μνημονεύονταν, στον πρώτο φάκελο αποδεικτικών στοιχείων του Συμβουλίου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο δικαιολόγησε αναδρομικώς τον λόγο καταχώρισης που προέβαλε το Συμβούλιο βάσει του κριτηρίου της στήριξης προς το καθεστώς, όπερ συνιστά αντιστροφή του βάρους αποδείξεως και παραβίαση άλλων αρχών και κανόνων σχετικών με την απόδειξη. Οι αναιρεσείουσες εκτιμούν ότι, όταν το Συμβούλιο αποφασίζει να επιβάλει περιοριστικό μέτρο, πρέπει να έχει στη διάθεσή του, στον αρχικό φάκελο των αποδεικτικών στοιχείων, όλα τα κρίσιμα προς τούτο στοιχεία, πράγμα το οποίο, εν προκειμένω, προδήλως δεν ισχύει σε σχέση με τις προαναφερθείσες πληροφορίες.
28 Ο πρώτος φάκελος αποδεικτικών στοιχείων του Συμβουλίου περιλαμβάνει, μεταξύ των στοιχείων που φέρεται ότι αποδεικνύουν το ότι οι αναιρεσείουσες αποτελούν «σημαντική πηγή εσόδων για το καθεστώς Λουκασένκο», μόνον ένα απόσπασμα από τον ιστότοπο των αναιρεσειουσών το οποίο αφορά το μέγεθός τους, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τα καθαρά κέρδη τους το 2018 και τον κύκλο εργασιών τους το 2020. Κανένα όμως από τα στοιχεία αυτά δεν εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο οι αναιρεσείουσες παρείχαν σημαντική οικονομική στήριξη προς το καθεστώς αυτό.
29 Ειδικότερα, κατά τις αναιρεσείουσες, ο πρώτος αυτός φάκελος δεν περιέχει καμία αναφορά, ούτε καν εμμέσως, στα μερίσματα τα οποία κατέβαλαν στο λευκορωσικό Δημόσιο. Με το δικόγραφο της προσφυγής τους, οι νυν αναιρεσείουσες προσκόμισαν αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τα μερίσματα. Μολονότι το Γενικό Δικαστήριο παρουσίασε τα στοιχεία αυτά ως συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία, από τις σκέψεις 52 και 55 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει εντούτοις ότι στήριξε το συμπέρασμά του ότι οι αναιρεσείουσες παρείχαν στήριξη προς το καθεστώς διότι αποτελούσαν σημαντική πηγή εσόδων γι’ αυτό, αποκλειστικώς επί των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων.
30 Επομένως, κατά παραβίαση των αρχών σχετικά με το βάρος αποδείξεως που υπομνήσθηκαν με την απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi (C-584/10 P, C-593/10 P και C-595/10 P, EU:C:2013:518, σκέψεις 120 και 121), το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε σε αποδεικτικά στοιχεία τα οποία δεν γνώριζε το Συμβούλιο πριν από τις 2 Μαρτίου 2022, οπότε και προσκομίσθηκαν τα στοιχεία αυτά από τις αναιρεσείουσες, ενώ η καταχώριση στον κατάλογο έγινε στις 2 Δεκεμβρίου 2021.
31 Σε περίπτωση που από τη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί όχι μόνον σε απαλλακτικά, αλλά και σε ενοχοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία προσκομισθέντα από προσφεύγοντα, προκειμένου να επιβεβαιώσει ή να ενισχύσει τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία το Συμβούλιο έλαβε υπόψη ως έρεισμα για τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα, δεν υφίσταται εν προκειμένω κανένα αποδεικτικό στοιχείο το οποίο να μπορεί να επιβεβαιωθεί ή να τεκμηριωθεί. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε απλώς σε αποδεικτικά στοιχεία τα οποία δεν είχαν καν μνημονευθεί στον φάκελο αποδεικτικών στοιχείων του Συμβουλίου και, ως εκ τούτου, αναδιατύπωσε, εκ των πραγμάτων, την αιτιολογία που παρέθεσε το Συμβούλιο.
32 Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν τήρησε τις αρχές και τους κανόνες σχετικά με το βάρος αποδείξεως κρίνοντας ότι τα εκτιθέμενα στην αιτιολογική έκθεση πραγματικά περιστατικά προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού ότι οι αναιρεσείουσες αποτελούν «σημαντική πηγή εσόδων για το καθεστώς Λουκασένκο», αφενός, αποδείχθηκαν και, αφετέρου, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', της απόφασης 2012/642.
33 Το Συμβούλιο αντικρούει την επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
34 Προκειμένου να εξακριβωθεί αν το Γενικό Δικαστήριο παρέβη τους κανόνες σχετικά με το βάρος αποδείξεως στον τομέα των περιοριστικών μέτρων, υπενθυμίζεται ότι, κατά τον έλεγχο τέτοιων μέτρων, τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης οφείλουν, σύμφωνα με τις αρμοδιότητες που τους έχουν ανατεθεί από τις Συνθήκες, να διασφαλίζουν τον, κατ’ αρχήν πλήρη, έλεγχο της νομιμότητας όλων των πράξεων της Ένωσης (απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2018, Bank Tejarat κατά Συμβουλίου, C-248/17 P, EU:C:2018:967, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
35 Η αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου την οποία εγγυάται το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβάλλει στα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης, κατά τον έλεγχο της νομιμότητας των λόγων στους οποίους στηρίζεται η απόφαση περί καταχώρισης του ονόματος ενός προσώπου στον κατάλογο των προσώπων που υπόκεινται σε περιοριστικά μέτρα, να βεβαιώνονται ότι η εν λόγω απόφαση, η οποία έχει ατομικό χαρακτήρα για το πρόσωπο αυτό, στηρίζεται σε επαρκώς στέρεη πραγματική βάση. Τούτο προϋποθέτει, εν προκειμένω, έλεγχο των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις στις οποίες στηρίζονται οι προσβαλλόμενες πράξεις, ούτως ώστε ο δικαστικός έλεγχος να μην περιορίζεται σε αφηρημένη πιθανολόγηση της βασιμότητας των προβαλλόμενων λόγων, αλλά να αφορά το ζήτημα αν οι λόγοι αυτοί, ή τουλάχιστον ένας από αυτούς που θεωρείται, αυτός καθεαυτόν, επαρκής για να στηρίξει τις συγκεκριμένες πράξεις, είναι τεκμηριωμένοι. Επιπλέον, στην αρμόδια αρχή της Ένωσης εναπόκειται, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει το βάσιμο των λόγων που λήφθηκαν υπόψη κατά του εμπλεκόμενου προσώπου, και όχι στο πρόσωπο αυτό να προσκομίσει την αρνητική απόδειξη περί του αβασίμου των λόγων αυτών (απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2018, Bank Tejarat κατά Συμβουλίου, C-248/17 P, EU:C:2018:967, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
36 Εν προκειμένω, τονίζεται ότι, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσείουσες αναγνώρισαν με τα δικόγραφα που κατέθεσαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι, κατά το διάστημα μεταξύ των ετών 2018 και 2020, κατέβαλαν στο λευκορωσικό Δημόσιο μέρος των κερδών τους και προσκόμισαν έγγραφα σχετικά με τις καταβολές αυτές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι αναιρεσείουσες επιβεβαίωσαν το ουσιώδες στοιχείο ότι αποτελούσαν πηγή εσόδων για το καθεστώς Λουκασένκο.
37 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Συμβούλιο δεν ήταν υποχρεωμένο να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία προς τεκμηρίωση του ουσιώδους αυτού στοιχείου το οποίο αποδεικνύει το βάσιμο της αιτιολογικής έκθεσης, όπως προκύπτει από τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 35 της παρούσας απόφασης.
38 Το γεγονός ότι οι αναιρεσείουσες προσκόμισαν τις πληροφορίες σχετικά με τις εν λόγω καταβολές ως «απαλλακτικά» στοιχεία δεν ασκεί επιρροή, όπως ορθώς παρατήρησε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
39 Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το Γενικό Δικαστήριο αντέστρεψε το βάρος αποδείξεως που φέρει το Συμβούλιο, συνεκτιμώντας, μεταξύ άλλων, τις ως άνω πληροφορίες σχετικά με τις καταβολές μέρους των κερδών τους στο λευκορωσικό Δημόσιο, τις οποίες προσκόμισαν οι αναιρεσείουσες κατά τη διάρκεια της δίκης, προκειμένου να διαπιστώσει αν οι καταβολές αυτές συνιστούσαν στήριξη προς το καθεστώς Λουκασένκο δικαιολογούσα την καταχώρισή τους στον κατάλογο των προσώπων και οντοτήτων που υπόκεινται σε περιοριστικά μέτρα υπό τη μορφή δέσμευσης κεφαλαίων και οικονομικών πόρων (πρβλ. απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2018, Bank Tejarat κατά Συμβουλίου, C-248/17 P, EU:C:2018:967, σκέψη 41).
40 Οι αναιρεσείουσες, υπογραμμίζοντας τη σημασία της μνείας, από το Συμβούλιο, των στοιχείων σχετικά με τις καταβολές μέρους των κερδών τους στην αιτιολογική έκθεση ή της καταγραφής τους στον φάκελο που κατατέθηκε προς στήριξη της έκθεσης αυτής και, επομένως, της ρητής συνεκτίμησής τους από το θεσμικό αυτό όργανο κατά την έκδοση του οικείου περιοριστικού μέτρου, όπερ αποκλείει την εκ των υστέρων κοινοποίησή τους, φαίνεται, στην πραγματικότητα, να προβάλλουν επιχείρημα ότι το Γενικό Δικαστήριο κακώς παρέλειψε να διαπιστώσει παράβαση, εκ μέρους του εν λόγω θεσμικού οργάνου, της κατά το άρθρο 296 ΣΛΕΕ υποχρέωσης αιτιολόγησης.
41 Συναφώς, επισημαίνεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η υποχρέωση αιτιολόγησης των βλαπτικών πράξεων, η οποία αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, έχει ως σκοπό, αφενός, να παράσχει στον ενδιαφερόμενο ικανές ενδείξεις ως προς το αν η πράξη είναι όντως βάσιμη ή αν ενδεχομένως είναι πλημμελής και το κύρος της δύναται να αμφισβητηθεί ενώπιον του δικαστή της Ένωσης και, αφετέρου, να παράσχει στον δικαστή αυτόν τη δυνατότητα ελέγχου της νομιμότητας της πράξης αυτής (απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2012, Συμβούλιο κατά Bamba, C-417/11 P, EU:C:2012:718, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
42 Περαιτέρω, όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τις πράξεις με τις οποίες επιβάλλονται περιοριστικά μέτρα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ελάχιστη σημασία έχει το γεγονός ότι οι πράξεις αυτές δεν ανέφεραν ρητώς ορισμένες καταβολές προκειμένου να προσδιορίσουν τον τρόπο και την έκταση της χρηματοδοτικής στήριξης που παρασχέθηκε στην κυβέρνηση του τρίτου κράτους σε βάρος του οποίου λαμβάνονται τα μέτρα αυτά. Πράγματι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο επαρκής χαρακτήρας της αιτιολογίας μιας πράξης πρέπει να εκτιμάται βάσει του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η πράξη αυτή, καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα, η δε βλαπτική πράξη είναι επαρκώς αιτιολογημένη εφόσον έχει εκδοθεί εντός πλαισίου γνωστού στον θιγόμενο, το οποίο του επιτρέπει να κατανοήσει το περιεχόμενο του ληφθέντος εις βάρος του μέτρου (πρβλ. απόφαση της 12ης Μαΐου 2016, Bank of Industry and Mine κατά Συμβουλίου, C-358/15 P, EU:C:2016:338, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
43 Δεδομένων, όμως, των πληροφοριών που εκτέθηκαν στην αιτιολογική έκθεση και στον φάκελο του Συμβουλίου, ήτοι, κατ’ ουσίαν, ότι οι αναιρεσείουσες, ως κρατικές επιχειρήσεις, έπρεπε να θεωρηθεί ότι παρείχαν χρηματοδοτική στήριξη προς το καθεστώς Λουκασένκο λόγω, προφανώς, της καταβολής μέρους των κερδών τους στο λευκορωσικό Δημόσιο, οι επίδικες πράξεις ήταν επαρκώς αιτιολογημένες, διότι, αφενός, οι αναιρεσείουσες είχαν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, όπως όντως έπραξαν, τη λυσιτέλεια, για την εφαρμογή του κριτηρίου της στήριξης προς το καθεστώς Λουκασένκο, των εν λόγω καταβολών, στις οποίες, όπως υπομνήσθηκε, αναφέρθηκαν οι ίδιες οι αναιρεσείουσες, και, αφετέρου, η αιτιολογία αυτή παρέσχε στο Γενικό Δικαστήριο τη δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχο νομιμότητας των πράξεων αυτών.
44 Κατόπιν των προεκτεθέντων, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
45 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος βάλλει κατά των σκέψεων 60 έως 67 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο απορρίπτοντας το επιχείρημά τους ότι τα μερίσματα που καταβλήθηκαν στο λευκορωσικό Δημόσιο βάσει του διατάγματος 637/2005 έπρεπε, υπό το πρίσμα της φύσης και της λειτουργίας τους, να εξομοιωθούν με φόρους, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με τη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου, να μην είναι, κατ’ αρχήν, δυνατό να συνιστούν στήριξη προς το καθεστώς Λουκασένκο κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', της απόφασης 2012/642. Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένως τη φύση και τη λειτουργία όχι μόνον των μερισμάτων που έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα εν προκειμένω, αλλά και κάθε φορολογικού καθεστώτος, όποιο και αν είναι το οικείο Δημόσιο, και τούτο διότι αρνήθηκε να εξομοιώσει τα μερίσματα αυτά με φόρους με το σκεπτικό, αφενός, ότι οι φόροι επιβάλλονται στο σύνολο των Λευκορώσων φορολογουμένων, ενώ ο υπολογισμός των εν λόγω μερισμάτων αντιστοιχεί σε ειδική βάση επιβολής φόρου καθοριζόμενη από το διάταγμα 637/2005, και, αφετέρου, ότι η καταβολή τους αφορά μόνο μία ειδική κατηγορία οντοτήτων.
46 Κατά πρώτον, αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι δεν καταβάλλουν όλοι οι Λευκορώσοι φορολογούμενοι τους ίδιους φόρους. Όλα τα φορολογικά καθεστώτα, ανά τον κόσμο, καθορίζουν το αντικείμενο του οικείου φόρου και τα πρόσωπα που τον οφείλουν, εν προκειμένω δε οι κρατικές επιχειρήσεις της Λευκορωσίας οφείλουν να καταβάλλουν υποχρεωτικώς μερίσματα. Επιπλέον, το διάταγμα 637/2005 διακρίνει διάφορες κατηγορίες κρατικών επιχειρήσεων, ήτοι τις επιχειρήσεις που ανήκουν εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο και εκείνες των οποίων το Δημόσιο κατέχει τουλάχιστον το 50 % των μετοχών τους. Πολλοί φόροι στη Λευκορωσία, όπως τα υποχρεωτικώς καταβαλλόμενα μερίσματα, αφορούν συγκεκριμένες κατηγορίες προσώπων. Η υπαγωγή των κρατικών επιχειρήσεων στην υποχρέωση καταβολής μερισμάτων δεν διαφέρει από την επιλεκτική επιβολή άλλων φόρων.
47 Κατά δεύτερον, στη σκέψη 62 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι, όπως κάθε άλλος φόρος στη Λευκορωσία, και οπουδήποτε αλλού στον κόσμο, ο υπολογισμός των υποχρεωτικώς καταβαλλόμενων μερισμάτων στη Λευκορωσία πραγματοποιείται βάσει συγκεκριμένης βάσης επιβολής φόρου, εν προκειμένω, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1.2 του διατάγματος 637/2005.
48 Κατά τρίτον, το συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι το λευκορωσικό Δημόσιο, «ως μοναδικός μέτοχος», απλώς αύξησε τον έλεγχό του επί εταιριών όπως οι αναιρεσείουσες, επιβάλλοντας υποχρεωτική διανομή των κερδών, έρχεται σε αντίθεση με τη σκέψη 33 της ίδιας απόφασης, κατά την οποία το λευκορωσικό Δημόσιο κατείχε μόνον το «99,96 % [του εταιρικού κεφαλαίου των αναιρεσειουσών]».
49 Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το συμπέρασμα αυτό στερείται λογικής, διότι το Δημόσιο, ως μοναδικός ή ακόμη και πλειοψηφικός μέτοχος επιχειρήσεων, κατέχει ήδη τον έλεγχο των επιχειρήσεων αυτών και δεν μπορεί να τον αυξήσει. Ως εκ τούτου, το Δημόσιο μπορεί να αποφασίζει μονομερώς τη διανομή των μερισμάτων.
50 Κατά τέταρτον, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι υπάρχουν και άλλα στοιχεία, αγνοηθέντα από το Γενικό Δικαστήριο, τα οποία επιβεβαιώνουν ότι τα υποχρεωτικώς καταβαλλόμενα μερίσματα στη Λευκορωσία συνιστούν φόρο.
51 Πρώτον, η είσπραξη υποχρεωτικώς καταβαλλόμενων μερισμάτων στη Λευκορωσία εμπίπτει στην αρμοδιότητα των φορολογικών αρχών, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες φορολογικές διαδικασίες. Δεύτερον, η προσέγγιση που συνίσταται στην είσπραξη μερισμάτων μετά τον φόρο εταιριών εμπνέεται από την αρχή της φορολόγησης των εκτάκτων κερδών. Τρίτον, νομικές πράξεις διάφορες του φορολογικού κώδικα συνιστούν τη βάση άλλων φόρων επιβαλλόμενων στη Λευκορωσία. Τέταρτον, η μη καταβολή ή η καθυστερημένη καταβολή των υποχρεωτικώς καταβαλλόμενων μερισμάτων τιμωρούνται όπως και η μη καταβολή ή η καθυστερημένη καταβολή των φόρων. Πέμπτον, τα υποχρεωτικώς καταβαλλόμενα μερίσματα όπως επίσης και ο φόρος εταιριών καταβάλλονται στον ίδιο δικαιούχο και στον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό. Έκτον, όπως και στην περίπτωση κάθε άλλου φόρου, οφειλή σχετική με την καταβολή υποχρεωτικώς καταβαλλόμενων μερισμάτων μπορεί να συμψηφιστεί με απαίτηση απορρέουσα από αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό το οποίο αφορά άλλον φόρο, όπως ο φόρος εταιριών. Έβδομον, σε αντίθεση με τα συνήθη μερίσματα, για τα οποία η καταβάλλουσα τα μερίσματα εταιρία ενεργεί ως φορολογικός πράκτορας και παρακρατεί τον φόρο επί των διανεμόμενων μερισμάτων, τον οποίο καταβάλλει στο δημόσιο ταμείο, στην περίπτωση των υποχρεωτικώς καταβαλλόμενων μερισμάτων δεν επιβάλλεται φόρος στη Λευκορωσία, σύμφωνα με την αρχή ότι δεν μπορεί να επιβληθεί φόρος επί φόρου, την οποία προβλέπει το άρθρο 166 του λευκορωσικού φορολογικού κώδικα.
52 Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών είναι, κυρίως, εν μέρει απαράδεκτη, καθ’ ο μέρος αφορά τα επιχειρήματα που βάλλουν κατά των σκέψεων 61 και 62 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον οι σκέψεις αυτές περιέχουν πραγματικές διαπιστώσεις, και εν μέρει αβάσιμη. Επικουρικώς, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η επιχειρηματολογία αυτή είναι αβάσιμη.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
53 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση, στην οποία προέβη και το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, με τα δικόγραφά τους, οι αναιρεσείουσες «αναγνώρι[σαν] ότι [κατέβαλαν] μερίσματα» στο λευκορωσικό Δημόσιο, το οποίο κατέχει σχεδόν το σύνολο του κεφαλαίου της Grodno Azot, και ότι, περαιτέρω, οι [αναιρεσείουσες] προσκόμισαν έγγραφο από το οποίο προκύπτει ότι η εταιρία αυτή κατέβαλε στον προϋπολογισμό της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας μερίσματα ύψους 8 481 000 BYN (περίπου 3 526 000 ευρώ) το 2018, 34 200 000 BYN (περίπου 14 604 000 ευρώ) το 2019 και 6 835 000 BYN (περίπου 2 462 000 ευρώ) το 2020.
54 Επομένως, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 64 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι οι αναιρεσείουσες αποτελούσαν «σημαντική πηγή εσόδων για το καθεστώς Λουκασένκο» και ότι το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τη θέση των αναιρεσειουσών στην οικονομία της Λευκορωσίας, και το ότι ανήκαν στο Δημόσιο κατά ποσοστό 99,96 % του κεφαλαίου τους, συνιστούσαν επαρκή στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι οι αναιρεσείουσες παρείχαν στήριξη προς το εν λόγω καθεστώς κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', της απόφασης 2012/642, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αφορά ειδικότερα τα πρόσωπα και τις οντότητες που στηρίζουν οικονομικά το καθεστώς αυτό (πρβλ. απόφαση της 12ης Μαΐου 2016, Bank of Industry and Mine κατά Συμβουλίου, C-358/15 P, EU:C:2016:338, σκέψη 81).
55 Εξάλλου, μια τέτοια ερμηνεία του κριτηρίου της στήριξης προς το καθεστώς Λουκασένκο, καθόσον επικεντρώνεται στη χρηματοδοτική στήριξη που παρέχεται στο καθεστώς αυτό, εντάσσεται στον κύριο σκοπό τον οποίο επιδιώκει η συγκεκριμένη διάταξη, ήτοι στην ένταση της πίεσης που ασκείται στο εν λόγω καθεστώς προκειμένου αυτό να παύσει τις σοβαρές και διαρκείς παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου στη Λευκορωσία και την άσκηση βίας εις βάρος της κοινωνίας των πολιτών και της δημοκρατικής αντιπολίτευσης.
56 Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι ο χαρακτηρισμός ως φόρου ή μερίσματος των ποσών που καταβάλλονται στο λευκορωσικό Δημόσιο δεν είναι καθοριστικής σημασίας προκειμένου να διαπιστωθεί αν παρέχεται «στήριξη προς το καθεστώς Λουκασένκο» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', της απόφασης 2012/642. Πράγματι, και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για ποσά τα οποία καταβάλλονται στο Δημόσιο από φορέα του οποίου το Δημόσιο κατέχει σχεδόν το σύνολο του κεφαλαίου, κατ’ εφαρμογήν κρατικής ρύθμισης επιβάλλουσας την καταβολή αυτή. Η εξαίρεση τέτοιων πληρωμών από την εν λόγω έννοια της «στήριξης προς το καθεστώς Λουκασένκο», για τον λόγο και μόνον ότι τα οφειλόμενα ποσά χαρακτηρίζονται ως φόροι, θα μπορούσε να καταστήσει δυνατή την καταστρατήγηση των κανόνων της Ένωσης μέσω της αύξησης του φορολογικού συντελεστή των κερδών που πραγματοποιούν τέτοιες οντότητες, με αντάλλαγμα τη μείωση του ύψους των μερισμάτων, των οποίων η καταβολή υπέρ του Δημοσίου φορολογείται από το δίκαιο της Λευκορωσίας όταν επιχείρηση ανήκουσα στο λευκορωσικό Δημόσιο πραγματοποιεί κέρδη (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 12ης Μαΐου 2016, Bank of Industry and Mine κατά Συμβουλίου, C-358/15 P, EU:C:2016:338, σκέψη 80).
57 Επομένως, στο μέτρο που οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι, στη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, περιόρισε αδικαιολόγητα την έννοια του «φόρου» στο προεκτεθέν πλαίσιο και, κατά συνέπεια, κακώς διαπίστωσε, στις σκέψεις 60 έως 62 της ίδιας απόφασης, ότι οι καταβολές τους προς το λευκορωσικό Δημόσιο δεν μπορούσαν να εξομοιωθούν με τέτοιους φόρους, η επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να κλονίσει το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 64 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και το οποίο μνημονεύεται στη σκέψη 54 της παρούσας απόφασης, ότι υπήρχαν εν προκειμένω επαρκή στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι οι αναιρεσείουσες παρείχαν «στήριξη προς το καθεστώς Λουκασένκο» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', της απόφασης 2012/642.
58 Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά την επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών σχετικά με τη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Ειδικότερα, στη σκέψη αυτή, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η υποχρέωση την οποία υπέχουν από τη νομοθεσία της Λευκορωσίας οι αναιρεσείουσες να καταβάλλουν μέρος των κερδών τους στο Δημόσιο «επιβεβαιώνει» την εκτίμηση ότι παρείχαν χρηματοδοτική στήριξη προς το καθεστώς Λουκασένκο, διότι, επιβάλλοντας την υποχρέωση αυτή, το καθεστώς αύξησε τον έλεγχο που ήδη ασκούσε. Από τον όρο «επιβεβαιώνει» και, γενικότερα, από τη συνολική ανάγνωση των σκέψεων 58 έως 64 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η εκτίμηση που περιλαμβάνεται στη σκέψη 63 της απόφασης αυτής ουδόλως είναι αναγκαία προκειμένου να συναχθεί το συμπέρασμα το οποίο μνημονεύεται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας απόφασης.
59 Κατά πάγια, πάντως, νομολογία, οι αιτιάσεις κατά της επάλληλης αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι αλυσιτελείς καθόσον δεν μπορούν να επιφέρουν την αναίρεσή της (πρβλ. αποφάσεις της 7ης Νοεμβρίου 2002, Hirschfeldt κατά ΕΟΠ, C-184/01 P, EU:C:2002:645, σκέψη 48, και της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, Intel κατά Επιτροπής, C-413/14 P, EU:C:2017:632, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
60 Κατόπιν των προεκτεθέντων, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
61 Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος βάλλει κατά των σκέψεων 36 έως 38, 47 έως 57 και 74 έως 79 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως παραλείποντας να αποφανθεί επί του ζητήματος αν η οικονομική στήριξη που παρασχέθηκε υπό τη μορφή καταβολής μερισμάτων για τα έτη 2018, 2019 και 2020, το ύψος των οποίων διευκρινίστηκε με τα δικόγραφά τους, ήταν «σημαντική», σύμφωνα με τον σχετικό χαρακτηρισμό που περιέχεται στην αιτιολογική έκθεση. Οι αναιρεσείουσες φρονούν ότι η εν λόγω πλάνη αποδείχθηκε όσον αφορά την ανάλυση τόσο των επίδικων αρχικών πράξεων όσο και των επίδικων πράξεων περί διατήρησης.
62 Κατά την άποψή τους, ούτε η αιτιολογική έκθεση ούτε ο πρώτος φάκελος αποδεικτικών στοιχείων του Συμβουλίου περιέχουν στοιχεία ικανά να δικαιολογήσουν το βάσιμο του χαρακτηρισμού αυτού.
63 Επικουρικώς, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι, αν το Γενικό Δικαστήριο είχε αναλύσει δεόντως το κατά πόσον αποτελούν σημαντική πηγή εσόδων για το καθεστώς Λουκασένκο, ανάλυση στην οποία όμως δεν προέβη, θα είχε απαντήσει αρνητικά στο ερώτημα αυτό.
64 Στο πλαίσιο αυτό, οι αναιρεσείουσες παραπέμπουν στην απόφαση της 29ης Απριλίου 2015, Bank of Industry and Mine κατά Συμβουλίου (T-10/13, EU:T:2015:235), και, ειδικότερα, στη σκέψη 186 της απόφασης αυτής, με την οποία το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη κρατική επιχείρηση είχε καταβάλει «σημαντικά» ποσά υπέρ του ιρανικού δημόσιου ταμείου, τα οποία συνιστούσαν παροχή χρηματοδοτικής στήριξης στην Ιρανική Κυβέρνηση.
65 Η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή αφορούσε, όμως, καταβολή συνολικού ποσού τουλάχιστον 76 εκατομμυρίων ευρώ σε περίοδο αναφοράς πέντε ετών και, ως εκ τούτου, ποσό σημαντικά υψηλότερο από τα ποσά που κατέβαλαν οι αναιρεσείουσες στο λευκορωσικό Δημόσιο ως υποχρεωτικώς καταβαλλόμενα μερίσματα για τα έτη 2018, 2019 και 2020. Ως εκ τούτου, θεωρούν ότι τα τελευταία αυτά ποσά δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως σημαντική πηγή εσόδων, όπως επιβεβαιώνεται από την έκφραση των εν λόγω ποσών σε ποσοστά επί του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας για τα οικεία έτη, ήτοι 0,0069 %, 0,0253 % και 0,0045 % του ΑΕΠ, αντιστοίχως.
66 Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται επίσης όσον αφορά την καταβολή με την οποία συνδέονται οι επίδικες πράξεις περί διατήρησης. Συγκεκριμένα, από τον δεύτερο φάκελο αποδεικτικών στοιχείων του Συμβουλίου προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες κατέβαλαν, το 2022, ως υποχρεωτικώς καταβαλλόμενα μερίσματα ποσό 33 195 000 ευρώ το οποίο αντιπροσώπευε το 0,0471 % του ΑΕΠ της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας για το έτος αυτό. Το ποσό αυτό είναι σημαντικά χαμηλότερο από εκείνο το οποίο το Γενικό Δικαστήριο χαρακτήρισε ως «σημαντικό» στην απόφαση της 29ης Απριλίου 2015, Bank of Industry and Mine κατά Συμβουλίου (T-10/13, EU:T:2015:235).
67 Τέλος, τα καταβληθέντα από τις αναιρεσείουσες υποχρεωτικώς καταβαλλόμενα μερίσματα, ανεξαρτήτως του αν συνδέονται με τις επίδικες αρχικές πράξεις ή με τις επίδικες πράξεις περί διατήρησης, δεν αποτελούν πηγή εσόδων για το Δημόσιο, δεδομένου ότι το συνολικό ποσό των μερισμάτων αυτών είναι χαμηλότερο από τις επιστροφές του φόρου προστιθέμενης αξίας που έλαβαν οι αναιρεσείουσες για την περίοδο μεταξύ των ετών 2018 και 2022.
68 Το Συμβούλιο αντικρούει την επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
69 Επισημαίνεται ότι, εφόσον το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 64 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι οι αναιρεσείουσες αποτελούσαν «σημαντική πηγή εσόδων για το καθεστώς Λουκασένκο», έλαβε κατ’ ανάγκην υπόψη τα καταβληθέντα ποσά, όπως αυτά προσδιορίζονται στη σκέψη 37 της ίδιας απόφασης, όπερ, επομένως, σημαίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε τον σημαντικό χαρακτήρα της εν λόγω πηγής εσόδων, επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτόν τη σχετική εκτίμηση του Συμβουλίου και το κύρος των επίδικων αρχικών πράξεων.
70 Το ίδιο ισχύει όσον αφορά την εκτίμηση των επίδικων πράξεων περί διατήρησης, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των σκέψεων 74 και 76 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
71 Επομένως, διαπιστώνεται ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
72 Στο μέτρο που, επικουρικώς, οι αναιρεσείουσες αμφισβητούν την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά τη σημασία της πηγής εσόδων που αντιπροσώπευαν για το καθεστώς Λουκασένκο σε συνάρτηση με τα ποσά που καταβλήθηκαν στο λευκορωσικό Δημόσιο βάσει του διατάγματος 637/2005, διαπιστώνεται ότι πρόκειται για εκτίμηση πραγματικών περιστατικών η οποία δεν μπορεί, υπό την επιφύλαξη ενδεχόμενης παραμόρφωσής τους, να υποβληθεί στον έλεγχο του Δικαστηρίου στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως (πρβλ. απόφαση της 28ης Απριλίου 2022, Yieh United Steel κατά Επιτροπής, C-79/20 P, EU:C:2022:305, σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
73 Ως εκ τούτου, η υπό εξέταση επιχειρηματολογία είναι απαράδεκτη, καθόσον οι αναιρεσείουσες δεν απέδειξαν τέτοια παραμόρφωση εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου (πρβλ. απόφαση της 28ης Απριλίου 2022, Yieh United Steel κατά Επιτροπής, C-79/20 P, EU:C:2022:305, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
74 Τούτο ισχύει, ειδικότερα, όσον αφορά τα επιχειρήματα των αναιρεσειουσών ότι τα ποσά που καταβλήθηκαν βάσει του διατάγματος 637/2005 δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως σημαντικά, διότι το συνολικώς καταβληθέν ποσό είναι σαφώς μικρότερο από εκείνο που το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ως «σημαντικό» στη σκέψη 186 της απόφασης της 29ης Απριλίου 2015, Bank of Industry and Mine κατά Συμβουλίου (T-10/13, EU:T:2015:235), ή διότι το επιμέρους ύψος κάθε καταβολής δεν φαίνεται να είναι σημαντικό όταν εκφράζεται ως ποσοστό επί του ΑΕΠ της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας.
75 Επομένως, τα υπό εξέταση επιχειρήματα πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να απορριφθούν ως αβάσιμα. Πράγματι, αφενός, είναι προφανές, όπως άλλωστε ορθώς υποστήριξε το Συμβούλιο, ότι η σκέψη 186 της προαναφερθείσας απόφασης δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εκληφθεί ως υπόδειξη ενός ορίου κάτω από το οποίο μια χρηματοδοτική στήριξη δεν μπορεί να θεωρηθεί σημαντική.
76 Αφετέρου, λαμβανομένης επίσης υπόψη της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει το Συμβούλιο κατά τη λήψη περιοριστικών μέτρων κατ’ εφαρμογήν, μεταξύ άλλων, του προβλεπόμενου στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', της απόφασης 2012/642 κριτηρίου της στήριξης προς το καθεστώς Λουκασένκο, τίποτε δεν εμποδίζει το θεσμικό αυτό όργανο να εκτιμήσει τη σημασία της στήριξης αυτής σε συνάρτηση με τις επίμαχες καταβολές που εκφράζονται σε απόλυτα ποσά και όχι ως ποσοστό επί του ΑΕΠ της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας.
77 Επιπλέον, μολονότι, εν τοις πράγμασι, το Συμβούλιο και το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκαν, ή και επιβεβαίωσαν, τον σημαντικό χαρακτήρα των ποσών που κατέβαλαν οι αναιρεσείουσες βάσει του διατάγματος 637/2005, είναι πρόδηλο ότι η αιτιολογία αυτή παρατίθεται, εν πάση περιπτώσει, επαλλήλως δεδομένου του σαφούς και ακριβούς γράμματος του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', της απόφασης 2012/642, το οποίο απαγορεύει την επιβολή πρόσθετης προϋπόθεσης μη προβλεπόμενης από τη διάταξη αυτή, όπως αυτή της σημασίας της στήριξης προς το καθεστώς Λουκασένκο. Επομένως, η επικουρικώς προβαλλόμενη επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών είναι επίσης αλυσιτελής, σύμφωνα με τη νομολογία που απορρέει, μεταξύ άλλων, από τις αποφάσεις της 7ης Νοεμβρίου 2002, Hirschfeldt κατά ΕΟΠ (C-184/01 P, EU:C:2002:645, σκέψη 48), και της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, Intel κατά Επιτροπής (C-413/14 P, EU:C:2017:632, σκέψη 63).
78 Τέλος, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το επιχείρημα περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας το οποίο προβάλλουν οι αναιρεσείουσες προς στήριξη του τρίτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται απαραδέκτως κατ’ αναίρεση, καθόσον γίνεται δεκτό ότι δεν προβλήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, World Duty Free Group και Ισπανία κατά Επιτροπής, C-51/19 P και C-64/19 P, EU:C:2021:793, σκέψεις 54 και 55).
79 Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
80 Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες βάλλουν κατά των σκέψεων 47 έως 52 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υποστηρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', της απόφασης 2012/642, καθόσον έκρινε ότι το προβλεπόμενο στη διάταξη αυτή κριτήριο της στήριξης προς το καθεστώς πληρούται στην περίπτωση των κρατικών επιχειρήσεων, διότι οι επιχειρήσεις αυτές παρέχουν οπωσδήποτε σημαντική στήριξη στο καθεστώς απλώς και μόνον λόγω της ιδιοκτησιακής δομής τους, προβαίνοντας με τον τρόπο αυτόν σε εξαιρετικά ευρεία ερμηνεία της συγκεκριμένης διάταξης, η οποία συνεπάγεται παράβαση του άρθρου 21 ΣΕΕ, καθώς και, όπως διευκρινίζουν με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας, της ασφάλειας δικαίου και της επιείκειας, οι οποίες κατοχυρώνονται στο δίκαιο της Ένωσης.
81 Οι αναιρεσείουσες συνάγουν από διάφορα στοιχεία περιλαμβανόμενα στο πρώτο εδάφιο της αιτιολογικής έκθεσης και από το ότι το Συμβούλιο ουδέποτε αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες πληρωμές τις οποίες πραγματοποίησαν υπέρ του λευκορωσικού Δημοσίου ότι η εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', της απόφασης 2012/642 επιβεβαιώνει ότι κάθε κρατική επιχείρηση αποτελεί άνευ ετέρου πηγή εσόδων για το Δημόσιο και ότι μια μεγάλη, στρατηγική και σημαντική κρατική επιχείρηση αποτελεί οπωσδήποτε σημαντική πηγή εσόδων για το Δημόσιο.
82 Κατά την άποψή τους, εφόσον οι κρατικές επιχειρήσεις, όπως κάθε δημόσιος υπάλληλος, παρέχουν οπωσδήποτε πλεονέκτημα στο Δημόσιο λόγω της εισφοράς τους σε είδος στον δημόσιο τομέα, η απόδειξη της στήριξης προς το καθεστώς δεν θα πρέπει να περιορίζεται στην απλή διαπίστωση της ιδιότητας της κρατικής επιχείρησης. Εν προκειμένω, όμως, το Συμβούλιο δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο σχετικό με πληρωμές ή με ειδικές χρηματοδοτικές συνεισφορές στις οποίες προέβησαν ή τις οποίες παρέσχον οι αναιρεσείουσες υπέρ του λευκορωσικού Δημοσίου, αλλά βασίστηκε στο μέγεθος αυτών, στο καθαρά κέρδη τους το 2018 και στον κύκλο εργασιών τους το 2020.
83 Αποτέλεσμα της προσέγγισης του Γενικού Δικαστηρίου είναι, κατά τις αναιρεσείουσες, η αναγνώριση στο Συμβούλιο απεριόριστης διακριτικής ευχέρειας να αποφασίζει σε ποιον θα επιβάλλει κυρώσεις, ακόμη και αν δεν υπάρχουν συγκεκριμένες, ακριβείς και συγκλίνουσες αποδείξεις περί παροχής στήριξης προς το καθεστώς Λουκασένκο.
84 Το Συμβούλιο αντικρούει την επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
85 Από τις σκέψεις 47 και 64 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει σαφώς ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες, το Γενικό Δικαστήριο, προκειμένου να αποφανθεί ότι οι αναιρεσείουσες παρείχαν στήριξη προς το καθεστώς Λουκασένκο, δεν βασίστηκε αποκλειστικώς στο ότι ανήκαν στο λευκορωσικό Δημόσιο, αλλά ορθώς συνεκτίμησε προς τούτο άλλα στοιχεία, όπως το ότι οι επιχειρήσεις αυτές αποτελούσαν σημαντική πηγή εσόδων για το συγκεκριμένο καθεστώς.
86 Εξάλλου, από τη σκέψη 55 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι το ουσιώδες στοιχείο στο οποίο βασίστηκε η εκτίμηση του κριτηρίου της στήριξης ήταν οι χρηματοοικονομικές ροές, ήτοι οι καταβολές, από τις αναιρεσείουσες, μέρους των κερδών τους υπέρ του λευκορωσικού Δημοσίου, οι οποίες θεωρούνται χρηματοδοτική στήριξη προς το καθεστώς Λουκασένκο, και όχι το ότι ανήκαν στο Δημόσιο.
87 Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως καθώς και η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
88 Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των εξόδων. Το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1 του Κανονισμού Διαδικασίας, ορίζει ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
89 Δεδομένου ότι το Συμβούλιο ζήτησε την καταδίκη των αναιρεσειουσών στα δικαστικά έξοδα και αυτές ηττήθηκαν, πρέπει να φέρουν, πέραν των δικών τους δικαστικών εξόδων, και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Οι Grodno Azot AAT και Khimvolokno Plant φέρουν, πέραν των δικαστικών τους εξόδων, και τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.