Υπόθεση C-352/24 P, PU κατά Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, Απόφαση του Δικαστηρίου (δέκατο τμήμα) της 13ης Νοεμβρίου 2025
print
Τίτλος:
Υπόθεση C-352/24 P, PU κατά Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, Απόφαση του Δικαστηρίου (δέκατο τμήμα) της 13ης Νοεμβρίου 2025
Υπόθεση C-352/24 P, PU κατά Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, Απόφαση του Δικαστηρίου (δέκατο τμήμα) της 13ης Νοεμβρίου 2025

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο τμήμα)

της 13ης Νοεμβρίου 2025 (*)

« Αίτηση αναιρέσεως – Ευρωπαϊκή Δημόσια Διοίκηση – Ευρωπαϊκή Εισαγγελία – Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 – Άρθρο 17 – Ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς – Διαδικασία πρόσληψης – Μη διορισμός υποψηφίου που προτάθηκε από κράτος μέλος – Προσφυγή ακυρώσεως – Άρθρο 263 ΣΛΕΕ – Παραδεκτό – Προθεσμίες άσκησης προσφυγής – Εκπρόθεσμη άσκηση προσφυγής – Επιβεβαιωτική απόφαση – Έλλειψη ουσιωδών νέων στοιχείων – Υποχρέωση αιτιολόγησης »

Στην υπόθεση C-352/24 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ασκήθηκε στις 14 Μαΐου 2024,

PU, εκπροσωπούμενος από τους Δ. Τσαραπατσάνη και Π. Γιαταγαντζίδη, δικηγόρους,

αναιρεσείων,

όπου ο έτερος διάδικος είναι η:

Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, εκπροσωπούμενη από τη Χ. Χαραλάμπους και τους L. De Matteis και F.-R. Radu,

καθής-εναγομένη πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα),

συγκείμενο από τους E. Regan (εισηγητή), προεδρεύοντα του δεκάτου τμήματος, Δ. Γρατσία και B. Smulders, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: T. ?apeta

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ζητεί τη μερική αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 28ης Φεβρουαρίου 2024, PU κατά Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (T-442/22, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2024:137), με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή-αγωγή που είχε ασκήσει προβάλλοντας, αφενός, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως 90/2021 της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, της 8ης Σεπτεμβρίου 2021, περί απόρριψης της υποψηφιότητάς του για τη θέση Ευρωπαίου εντεταλμένου εισαγγελέα (στο εξής: πρώτη επίδικη απόφαση), της αποφάσεως 15/2022 της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, της 23ης Μαρτίου 2022, περί απόρριψης της διοικητικής του ενστάσεως κατά της πρώτης επίδικης αποφάσεως (στο εξής: δεύτερη επίδικη απόφαση), και της αποφάσεως 21/2022 της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, της 30ής Μαΐου 2022, για τον διορισμό δύο Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων (στο εξής: τρίτη επίδικη απόφαση), κατά το μέρος που οι τρεις αυτές αποφάσεις (καλούμενες, από κοινού, στο εξής: τρεις επίδικες αποφάσεις) τον αφορούσαν, καθώς και, αφετέρου, βάσει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ, αίτημα χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία ισχυρίστηκε ότι υπέστη.

 Το νομικό πλαίσιο

 Ο ΚΥΚ 

2        Ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ) έχει θεσπιστεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 108), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 1080/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010 (ΕΕ 2010, L 311, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2012, L 144, σ. 48).

3        Ο τίτλος VII του ΚΥΚ επιγράφεται «Προσφυγές» και περιλαμβάνει τα άρθρα 90 έως 91α.

4        Το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ ορίζει τα εξής:

«Κάθε πρόσωπο που υπόκειται στον παρόντα κανονισμό δύναται να υποβάλει στην αρμόδια για διορισμούς αρχή αίτημα κατά οιασδήποτε πράξεως η οποία θίγει τα συμφέροντά του, τόσο στην περίπτωση που η εν λόγω αρχή έχει ήδη λάβει απόφαση όσο και όταν παρέλειψε να λάβει μέτρο που επιβάλλεται από τον κανονισμό. Το αίτημα πρέπει να διατυπωθεί εντός προθεσμίας τριών μηνών. [...]

Η αρχή κοινοποιεί στον ενδιαφερόμενο την αιτιολογημένη απόφασή της εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από την ημέρα της υποβολής της ενστάσεως. Μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής η παράλειψη απαντήσεως στην ένσταση σημαίνει σιωπηρή απορριπτική απόφαση, κατά της οποίας δύναται να ασκηθεί προσφυγή κατά την έννοια του άρθρου 91.»

5        Το άρθρο 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ προβλέπει τα εξής:

«Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αρμόδιο να αποφαίνεται για κάθε διαφορά μεταξύ της Ένωσης και ενός προσώπου που υπόκειται στον παρόντα κανονισμό, περί της νομιμότητας ενός μέτρου που θίγει το πρόσωπο αυτό κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2. Στις χρηματικές διαφορές το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα πλήρους δικαιοδοσίας.»

 Ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939

6        Το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΕΕ 2017, L 283, σ. 1), τιτλοφορείται «Διορισμός και παύση των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων», περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο ΙΙΙ του κανονισμού αυτού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Καθεστώς, δομή και οργάνωση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας», και ορίζει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:

«1.      Κατόπιν πρότασης του (της) ευρωπαίου(-ας) γενικού(-ής) εισαγγελέα, το συλλογικό όργανο διορίζει τους (τις) ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς που προτείνουν τα κράτη μέλη. Το συλλογικό όργανο μπορεί να απορρίψει ένα πρόσωπο που προτάθηκε εάν δεν πληροί τα κριτήρια της παραγράφου 2. Η θητεία των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων είναι πενταετής και μπορεί να ανανεωθεί.

2.      Οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς από τη στιγμή του διορισμού τους σε θέση ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα έως την παύση τους είναι ενεργά μέλη της εισαγγελικής αρχής ή του δικαστικού σώματος των αντίστοιχων κρατών μελών που τους (τις) πρότειναν. Παρέχουν εχέγγυα ανεξαρτησίας και οφείλουν να διαθέτουν τα αναγκαία προσόντα και την ανάλογη πρακτική πείρα στο εθνικό νομικό τους σύστημα.»

7        Στο κεφάλαιο IX του κανονισμού αυτού, το οποίο επιγράφεται «Δημοσιονομικές διατάξεις και διατάξεις σχετικά με το προσωπικό», και πιο συγκεκριμένα στο τμήμα 2 που τιτλοφορείται «Διατάξεις σχετικά με το προσωπικό», περιλαμβάνεται το άρθρο 96 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο φέρει, με τη σειρά του, τον τίτλο «Γενικές Διατάξεις» και προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Στον (Στην) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα και στους (στις) ευρωπαίους(-ες) εισαγγελείς, στους (στις) ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς, στον (στην) διοικητικό(-ή) διευθυντή(-ρια) και στο προσωπικό της Εισαγγελίας εφαρμόζονται ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, καθώς και οι κανόνες που εκδίδονται κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εφαρμογή του προαναφερθέντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, εκτός εάν υπάρχει διαφορετική πρόβλεψη στον παρόντα κανονισμό.

[...]»

 Το ιστορικό της διαφοράς

8        Το ιστορικό της διαφοράς, όπως εκτίθεται στις σκέψεις 4 έως 19 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έχει ως εξής:

«4      Από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 13/2020 του συλλογικού οργάνου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, της 16ης Νοεμβρίου 2020, για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με τη διαδικασία διορισμού των Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων, προκύπτει ότι ο Ευρωπαίος Γενικός Εισαγγελέας αξιολογεί, με βάση τα παρεχόμενα από το αντίστοιχο κράτος μέλος έγγραφα, κατά πόσον ο Ευρωπαίος εντεταλμένος εισαγγελέας που προτείνεται από την αρμόδια εθνική αρχή πληροί τα κριτήρια επιλεξιμότητας τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1939. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, της ως άνω αποφάσεως, αν τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν επαρκούν για τη διενέργεια της αξιολόγησης, ο Ευρωπαίος Γενικός Εισαγγελέας ζητεί από το κράτος μέλος πρόσθετες πληροφορίες.

5      Το άρθρο 3 της αποφάσεως 13/2020 προβλέπει ότι, εάν οι πληροφορίες που παρέχονται δυνάμει του άρθρου 1 της αποφάσεως αυτής δεν επαρκούν για να συναχθεί συμπέρασμα ως προς την επιλεξιμότητα του προτεινόμενου προσώπου, ο Ευρωπαίος Γενικός Εισαγγελέας ζητεί από ομάδα εργασίας συγκροτούμενη από Ευρωπαίους Εισαγγελείς που ορίζονται από το συλλογικό όργανο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να συγκεντρώσει πρόσθετες πληροφορίες, προκειμένου να αξιολογηθεί κατά πόσον το ενδιαφερόμενο πρόσωπο πληροί τα κριτήρια επιλεξιμότητας. Βάσει της παραγράφου 2 του άρθρου 3, η ομάδα εργασίας ζητεί από τον υποψήφιο να παράσχει τυχόν πρόσθετες πληροφορίες και/ή μπορεί να τον καλέσει σε συνέντευξη, πριν υποβάλει την αιτιολογημένη γνώμη της στον Ευρωπαίο Γενικό Εισαγγελέα. Κατά την ίδια διάταξη, η ομάδα εργασίας διαβουλεύεται με τον Ευρωπαίο Εισαγγελέα του κράτους μέλους που πρότεινε τον Ευρωπαίο εντεταλμένο εισαγγελέα.

6      Το άρθρο 4 της αποφάσεως 13/2020 ορίζει ότι το συλλογικό όργανο αποφασίζει σχετικά με την πρόταση του Ευρωπαίου Γενικού Εισαγγελέα, με βάση όλα τα έγγραφα που παρέχονται από το κράτος μέλος και/ή τον προτεινόμενο από το κράτος μέλος Ευρωπαίο εντεταλμένο εισαγγελέα, καθώς και με βάση τη γνώμη της ομάδας εργασίας, κατά περίπτωση. Η απόφαση του συλλογικού οργάνου κοινοποιείται στο κράτος μέλος και στον προτεινόμενο από το κράτος μέλος Ευρωπαίο εντεταλμένο εισαγγελέα. Όταν η υποψηφιότητα απορρίπτεται, η απόφαση αιτιολογείται, με αναφορά των κριτηρίων επιλεξιμότητας που δεν πληρούνται.

7      [...]

8      Ο προσφεύγων-ενάγων υπέβαλε υποψηφιότητα για τη θέση Ευρωπαίου εντεταλμένου εισαγγελέα [...]

9      [...]

10      Με την απόφαση 34/2021, της 6ης Μαΐου 2021, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο επέλεξε επτά εισαγγελείς ως υποψηφίους για τις θέσεις Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας [...], μεταξύ των οποίων και τον προσφεύγοντα-ενάγοντα, ο οποίος ήταν εισαγγελέας του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας.

11      Στις 10 Μαΐου 2021 οι επτά εισαγγελείς που είχαν επιλεγεί ως υποψήφιοι με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου απέστειλαν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, μέσω του [...] Υπουργείου Δικαιοσύνης, περιλήψεις των βιογραφικών τους σημειωμάτων και επιστολή ενδιαφέροντος.

12      Στις 17 Μαΐου 2021 το συλλογικό όργανο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εξέδωσε την απόφαση 47/2021, περί διορισμού πέντε Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας [...], μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβανόταν ο προσφεύγων-ενάγων. Με την απόφαση αυτή, το συλλογικό όργανο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας διόρισε πέντε από τους επτά εισαγγελείς που είχαν επιλεγεί ως υποψήφιοι με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου.

13      Με επιστολή της 19ης Μαΐου 2021, η ομάδα εργασίας η οποία ήταν επιφορτισμένη να διακριβώσει την κατάσταση του προσφεύγοντος-ενάγοντος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 3 της αποφάσεως 13/2020 [...] ζήτησε από τον προσφεύγοντα-ενάγοντα πρόσθετες πληροφορίες, με το αιτιολογικό ότι “οι πληροφορίες που περιέχοντα[ν] στο βιογραφικό σημείωμα και στην επιστολή ενδιαφέροντος δεν επαρκού[σα]ν για να επιτρέψουν στο Συλλογικό Όργανο να εξαγάγει συμπέρασμα ως προς το αν πληρούντα[ν] τα κριτήρια επιλογής του άρθρου 17 παρ. 2 του κανονισμού [2017/1939]”. Ο προσφεύγων-ενάγων συμμορφώθηκε προς το σχετικό αίτημα.

14      [...]

15      Με αιτιολογημένη γνώμη της 3ης Αυγούστου 2021, η ομάδα εργασίας διατύπωσε τη γνώμη ότι ο προσφεύγων-ενάγων δεν πληρούσε τα κριτήρια επιλογής του άρθρου 17 του κανονισμού 2017/1939.

16      Το συλλογικό όργανο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εξέδωσε την [πρώτη επίδικη] απόφαση στις [...]

17      Στις 3 Δεκεμβρίου 2021 ο προσφεύγων-ενάγων [...] υπέβαλ[ε] ενώπιον του συλλογικού οργάνου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας διοικητική ένσταση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του [ΚΥΚ] κατά της [πρώτης επίδικης] αποφάσεως [...]

18      Το συλλογικό όργανο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εξέδωσε τη [δεύτερη επίδικη] απόφαση στις [...]

19      Το συλλογικό όργανο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εξέδωσε την [τρίτη επίδικη απόφαση].»

 Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

9        Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 12 Ιουλίου 2022, ο αναιρεσείων άσκησε προσφυγή-αγωγή ζητώντας αφενός, βάσει, κυρίως, του άρθρου 270 ΣΛΕΕ και, επικουρικώς, του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, την ακύρωση των τριών επίδικων αποφάσεων κατά το μέρος που τον αφορούσαν καθώς και αφετέρου, βάσει των άρθρων 268 και 340 ΣΛΕΕ, χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία ισχυρίστηκε ότι υπέστη. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο αναιρεσείων παραιτήθηκε από το αίτημα το οποίο είχε προβάλει βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ.

10      Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή-αγωγή στο σύνολό της.

11      Όσον αφορά το ακυρωτικό αίτημα, το οποίο είναι το μόνο κρίσιμο στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, με τις σκέψεις 24 έως 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την προσφυγή ως απαράδεκτη, με το σκεπτικό ότι η προσφυγή αυτή, καθ’ ο μέρος έβαλλε:

–        κατά της πρώτης επίδικης αποφάσεως, ήταν εκπρόθεσμη λαμβανομένης υπόψη της προθεσμίας την οποία προβλέπει το άρθρο 263, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ για την άσκηση προσφυγής

–        κατά της δεύτερης επίδικης αποφάσεως, στρεφόταν κατά αποφάσεως που ήταν επιβεβαιωτική της πρώτης επίδικης αποφάσεως

–        κατά της τρίτης επίδικης αποφάσεως, στρεφόταν κατά αποφάσεως μη δυνάμενης να επηρεάσει άμεσα τη νομική κατάσταση του αναιρεσείοντος, εφόσον το αίτημα ακυρώσεως της πρώτης και της δεύτερης επίδικης αποφάσεως απορρίφθηκε ως απαράδεκτο, και

–        κατά οποιασδήποτε άλλης συναφούς πράξεως ή παραλείψεως των οργάνων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, δεν διευκρίνιζε ποιες πράξεις αφορούσε το συγκεκριμένο αίτημα και δεν ανέπτυσσε καμία επιχειρηματολογία προς στήριξή του.

 Τα αιτήματα των διαδίκων και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

12      Με το δικόγραφό του, ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει τις σκέψεις 24 έως 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καθώς και το σχετικό με το πρώτο αυτό κεφάλαιο του σκεπτικού της διατακτικό, ήτοι την απόρριψη της προσφυγής του κατά της δεύτερης και της τρίτης επίδικης αποφάσεως

–        να αναπέμψει προς κρίση την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο ως προς το εν λόγω πρώτο κεφάλαιο, και

–        να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στα δικαστικά έξοδα.

13      Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.

 Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

14      Με το δικόγραφό του, ο αναιρεσείων ζητεί, εν συνόψει, την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου κατά το μέρος της με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο το αίτημα της προσφυγής του περί ακυρώσεως της δεύτερης και της τρίτης επίδικης αποφάσεως.

15      Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται ένας και μόνον λόγος αναιρέσεως, ο οποίος χωρίζεται σε δύο σκέλη. Το πρώτο σκέλος αφορά εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή του άρθρου 17, παράγραφος 1, και του άρθρου 96, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1939, σε συνδυασμό με τα άρθρα 263 και 270 ΣΛΕΕ, με τα άρθρα 47 και 52 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), με τα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), καθώς και με τη γενική αρχή της ασφάλειας δικαίου. Το δεύτερο σκέλος αφορά ανεπαρκή αιτιολογία.

 Επί του πρώτου σκέλους του μοναδικού λόγου αναιρέσεως

 Επιχειρήματα των διαδίκων

16      Με το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, κατά πρώτον, ότι το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε, με τη σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο συμπέρασμα ότι η δεύτερη επίδικη απόφαση είναι επιβεβαιωτική της πρώτης επίδικης αποφάσεως, βασιζόμενο, με τις σκέψεις 48 έως 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σε μια εξαιρετικά αυστηρή, τυπολατρική και περιοριστική ερμηνεία της έννοιας του «ουσιώδους νέου στοιχείου». Ειδικότερα, κρίνοντας ότι τα σημεία της δεύτερης επίδικης αποφάσεως τα οποία αφορούν την εφαρμογή των άρθρων 90 και 91 του ΚΥΚ καθώς και η διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου, της 25ης Οκτωβρίου 2022, WO κατά Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (T-603/21, EU:T:2022:683), δεν σχετίζονται με την εκτίμηση του επιβεβαιωτικού χαρακτήρα της δεύτερης αυτής επίδικης αποφάσεως ως προς την επί της ουσίας απόρριψη της υποψηφιότητας του αναιρεσείοντος, το Γενικό Δικαστήριο, στο πλαίσιο των συγκεκριμένων και ιδιαίτερων περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, παρέβη το άρθρο 47 του Χάρτη και τα άρθρα 6 και 13 της ΕΣΔΑ και παραβίασε τη γενική αρχή της ασφάλειας δικαίου.

17      Πρώτον, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι, κατά τον χρόνο έκδοσης της πρώτης επίδικης αποφάσεως, ο καλόπιστος διοικούμενος ευρισκόταν σε κατάσταση απόλυτης ανασφάλειας δικαίου, τόσο διότι δεν υπήρχε, στην απόφαση εκείνη, ρητή μνεία των διαθέσιμων μέσων ένδικης προστασίας, κατά παράβαση, μεταξύ άλλων, του κώδικα ορθής διοικητικής διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και του άρθρου 41 του Χάρτη, καθώς και της υποχρέωσης αιτιολόγησης, όσο και λόγω της ασάφειας των σχετικών διατάξεων του κανονισμού 2017/1939 αλλά και της απουσίας οποιασδήποτε νομολογίας του Γενικού Δικαστηρίου ή του Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού. Συγκεκριμένα, ο διοικούμενος δεν ήταν σε θέση να καθορίσει εκ των προτέρων, με σαφήνεια και βεβαιότητα, αν η ορθή δικονομική οδός για την προσβολή βλαπτικής πράξεως σχετικής με τον μη διορισμό υποψηφίου για τη θέση Ευρωπαίου εντεταλμένου εισαγγελέα ήταν η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ ή εκείνη του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ. Η ανασφάλεια δικαίου ήρθη από το Γενικό Δικαστήριο, υπέρ της πρώτης από τις δύο προαναφερθείσες δικονομικές οδούς, μόνο σε μεταγενέστερο χρόνο, με την έκδοση της διατάξεως της 25ης Οκτωβρίου 2022, WO κατά Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (T-603/21, EU:T:2022:683). Μολονότι, ασφαλώς, η λύση που δόθηκε, καίτοι αμφισβητήσιμη, δεν αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, γεγονός παραμένει ότι δεν ήταν ευλόγως προβλέψιμη.

18      Δεύτερον, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι, δεδομένης αυτής της ανασφάλειας δικαίου και λαμβανομένου υπόψη του ότι το άρθρο 96, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1939 παραπέμπει ρητώς στον ΚΥΚ χωρίς να διακρίνει μεταξύ του σταδίου που προηγείται και του σταδίου που έπεται του διορισμού των Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων, ο ίδιος μπορούσε ευλόγως να θεωρήσει, στηριζόμενος στη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1996, Gomes de S? Pereira κατά Συμβουλίου (T-30/96, EU:T:1996:107), η οποία αφορούσε τον διορισμό των μελών των τμημάτων προσφυγών του EUIPO και αποτελούσε το μόνο συναφές, κατ’ αναλογίαν, νομολογιακό προηγούμενο, ότι η ορθή δικονομική οδός για την προσβολή της πρώτης επίδικης αποφάσεως συνίστατο στην υποβολή διοικητικής ενστάσεως ενώπιον της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και, εν συνεχεία, σε περίπτωση σιωπηρής ή ρητής απορρίψεώς της, στην άσκηση προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ καθώς και των άρθρων 90 και 91 του ΚΥΚ. Όμως, η διοικητική ένσταση την οποία ο αναιρεσείων άσκησε κατ’ αυτόν τον τρόπο απορρίφθηκε με τη δεύτερη επίδικη απόφαση όπου για πρώτη φορά παρατέθηκε ως αιτιολογία η εσφαλμένη επίκληση των ως άνω διατάξεων.

19      Τρίτον, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η ερμηνεία και η εφαρμογή της έννοιας του «ουσιώδους νέου στοιχείου», στις σκέψεις 48 έως 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, είχε ως αποτέλεσμα να στερηθεί πλήρως ο ίδιος τη δυνατότητα άσκησης αποτελεσματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου ουσίας, όπερ συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και προσβολή του κατοχυρωμένου στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη.

20      Τέταρτον, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η διοικητική του ένσταση ουδόλως είχε ως αντικειμενικό αποτέλεσμα την καταστρατήγηση της προθεσμίας του άρθρου 263, τελευταίο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ώστε να προκαλέσει τεχνηέντως την έκδοση νέας πράξεως. Τουναντίον, αναφερόμενος ρητώς και σαφώς, με τη διοικητική του ένσταση, στο άρθρο 270 ΣΛΕΕ καθώς και στα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ, ο αναιρεσείων θεώρησε, καλόπιστα και επιδεικνύοντας επιμέλεια πέραν εκείνης ενός συναλλασσομένου με τη συνήθη ενημέρωση, ότι η δικονομική οδός την οποία τελικώς επέλεξε ήταν η μόνη πρόσφορη. Εξάλλου, ο αναιρεσείων παρέσχε κατ’ αυτόν τον τρόπο στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία τη δυνατότητα να απαντήσει λεπτομερώς στις αιτιάσεις του, σύμφωνα με τα όσα επιτάσσει η αρχή της χρηστής διοίκησης.

21      Πέμπτον, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιβάλλει να γίνει δεκτό, εν προκειμένω, το ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε το Γενικό Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ήτοι ότι η έγερση ζητήματος απαραδέκτου της διοικητικής του ενστάσεως, το οποίο για πρώτη φορά τέθηκε από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία με τη δεύτερη επίδικη απόφαση, συνιστά «ουσιώδες νέο στοιχείο». Η ερμηνεία και η εφαρμογή της έννοιας αυτής από το Γενικό Δικαστήριο καταλήγει, αντιθέτως, στην επικύρωση της κατάστασης ανασφάλειας δικαίου στην οποία ευρισκόταν ο αναιρεσείων.

22      Ο αναιρεσείων υποστηρίζει, επιπροσθέτως, ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα και μέσω μιας σύμφωνης με το άρθρο 47 του Χάρτη καθώς και με τα άρθρα 6 και 13 της ΕΣΔΑ ερμηνείας και εφαρμογής της έννοιας της «συγγνωστής πλάνης». Ειδικότερα, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, και σε περίπτωση που κριθεί ότι η ερμηνεία των άρθρων 17 και 96 του κανονισμού 2017/1939 από το Γενικό Δικαστήριο υπήρξε ορθή, η πλάνη στην οποία υπέπεσε ο αναιρεσείων είναι συγγνωστή. Και τούτο διότι, κατά την άποψή του, η ανασφάλεια δικαίου προκλήθηκε εν μέρει από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, στον βαθμό που, κατά παράβαση, μεταξύ άλλων, του ίδιου της του κώδικα ορθής διοικητικής διαδικασίας, η πρώτη επίδικη απόφαση δεν περιείχε καμία μνεία σχετική με τα διαθέσιμα μέσα ένδικης προστασίας. Πρόκειται για έναν ακόμη λόγο που δικαιολογεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου καθ’ ο μέρος η προσφυγή απορρίφθηκε ως προς το αίτημα ακυρώσεως της δεύτερης επίδικης αποφάσεως.

23      Υπό τις συνθήκες αυτές, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, κατά δεύτερον, ότι πρέπει επίσης να αναιρεθεί και το κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως όπου το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, πιο συγκεκριμένα με τις σκέψεις 54 έως 56, ότι η προσφυγή ήταν απαράδεκτη, κατά το μέρος που αφορούσε την τρίτη επίδικη απόφαση, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης.

24      Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εκτιμά ότι η ως άνω επιχειρηματολογία είναι απορριπτέα.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

25      Κατά πρώτον, στον βαθμό που, με το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι κακώς απέρριψε ως απαράδεκτη, με τις σκέψεις 36 έως 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την προσφυγή του ως προς το αίτημα ακυρώσεως της δεύτερης επίδικης αποφάσεως, με το σκεπτικό ότι αυτή ήταν απλώς επιβεβαιωτική της πρώτης επίδικης αποφάσεως, υπενθυμίζεται ότι, βάσει του άρθρου 263, τελευταίο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η προσφυγή ακυρώσεως πρέπει να ασκείται εντός προθεσμίας δύο μηνών, υπολογιζομένων, κατά περίπτωση, από τη δημοσίευση ή την κοινοποίηση της προσβαλλομένης πράξεως στον προσφεύγοντα, ή, ελλείψει δημοσίευσης ή κοινοποίησης, από την ημερομηνία κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση της.

26      Από το γράμμα της διατάξεως αυτής, αλλά και από τον σκοπό της, που συνίσταται στην κατοχύρωση της ασφαλείας δικαίου, προκύπτει ότι η πράξη κατά της οποίας δεν ασκείται προσφυγή εμπροθέσμως καθίσταται απρόσβλητη. Το απρόσβλητο αφορά όχι μόνον την ίδια την πράξη, αλλά και κάθε μεταγενέστερη πράξη αμιγώς επιβεβαιωτικού χαρακτήρα (απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2007, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-299/05, EU:C:2007:608, σκέψη 29).

27      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, πράξη η οποία δεν περιέχει κανένα νέο στοιχείο σε σχέση με προγενέστερη πράξη είναι αμιγώς επιβεβαιωτική της και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την έναρξη νέας προθεσμίας άσκησης προσφυγής (απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2022, Dragnea κατά Επιτροπής, C-351/20 P, EU:C:2022:8, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

28      Όσον αφορά τυχόν αίτηση επανεξέτασης προγενέστερης αποφάσεως που έχει καταστεί απρόσβλητη, μόνον η ύπαρξη ουσιωδών νέων πραγματικών περιστατικών μπορεί να δικαιολογήσει την υποβολή τέτοιας αιτήσεως. Δεν συνιστά ουσιώδες νέο πραγματικό περιστατικό, κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου, ένα γεγονός το οποίο δεν μεταβάλλει ουσιωδώς την κατάσταση του προσφεύγοντος σε σχέση με το πώς είχε κατά την έκδοση της προγενέστερης αποφάσεως που κατέστη απρόσβλητη (απόφαση της 20ής Μαΐου 2021, Dickmanns κατά EUIPO, C-63/20 P, EU:C:2021:406, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

29      Αφού υπενθύμισε ορθώς τη νομολογία αυτή, στις σκέψεις 36, 37, 40 και 41 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα επιχειρήματα τα οποία προέβαλε ο αναιρεσείων δεν ήταν ικανά να ανατρέψουν τη διαπίστωση περί του επιβεβαιωτικού χαρακτήρα της δεύτερης επίδικης αποφάσεως σε σχέση με την πρώτη επίδικη απόφαση.

30      Ως προς το ζήτημα αυτό, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, πρώτον, με τη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν στηρίχθηκε, για να λάβει τη δεύτερη επίδικη απόφαση, σε άλλα στοιχεία πέραν εκείνων που γνώριζε όταν εξέδωσε την πρώτη επίδικη απόφαση.

31      Για να καταλήξει στο ως άνω συμπέρασμα, το Γενικό Δικαστήριο, στην ίδια σκέψη 48, διαπίστωσε κατ’ αρχάς ότι η αιτιολογία που περιεχόταν στη δεύτερη επίδικη απόφαση απαντούσε μόνο στα επιχειρήματα τα οποία ανέπτυξε ο αναιρεσείων με τη διοικητική του ένσταση, εν συνεχεία ότι ο αναιρεσείων δεν είχε γνωστοποιήσει, με τη διοικητική του ένσταση, νέα έγγραφα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ουσιώδη νέα στοιχεία και, τέλος, ότι η αναφορά, εντός της δεύτερης επίδικης αποφάσεως, σε δικαστική απόφαση εκδοθείσα μετά την πρώτη επίδικη απόφαση δεν συνιστούσε νέο πραγματικό περιστατικό, κατά μείζονα δε λόγο διότι δεν είχε δοθεί, με την επίμαχη δικαστική απόφαση, λύση διαφορετική από εκείνη η οποία γινόταν δεκτή με την προγενέστερη της πρώτης επίδικης αποφάσεως νομολογία.

32      Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα σημεία της δεύτερης επίδικης αποφάσεως τα οποία αφορούσαν το ζήτημα της εφαρμογής των άρθρων 90 και 91 του ΚΥΚ και, γενικότερα, το παραδεκτό της διοικητικής ενστάσεως δεν σχετίζονταν με την εκτίμηση του επιβεβαιωτικού χαρακτήρα της δεύτερης επίδικης αποφάσεως. Το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε επ’ αυτού ότι τα σημεία της δεύτερης επίδικης αποφάσεως με τα οποία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν συνέτρεχε λόγος να ανακληθεί η πρώτη επίδικη απόφαση ήταν τα μόνα που έπρεπε να ληφθούν υπόψη προκειμένου να διαπιστωθεί αν η δεύτερη επίδικη απόφαση ήταν επιβεβαιωτική της πρώτης επίδικης αποφάσεως «όσον αφορά την επί της ουσίας απόρριψη της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος-ενάγοντος».

33      Τρίτον, στη σκέψη 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα περί της ύπαρξης ουσιώδους νέου στοιχείου, το οποίο επιχείρησε να αντλήσει ο αναιρεσείων από τη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου, της 8ης Ιουλίου 2021, Mendes de Almeida κατά Συμβουλίου (T-75/21, EU:T:2021:424), με το σκεπτικό ότι η διάταξη εκείνη όχι μόνον είχε εκδοθεί πριν από την πρώτη επίδικη απόφαση, αλλά, επιπλέον, αφορούσε εμμέσως το ζήτημα αν μια υπόθεση με αντικείμενο τον διορισμό των Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων εμπίπτει στις διαφορές μεταξύ της Ένωσης και των υπαλλήλων της, κατά την έννοια του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, ζήτημα που είναι «ξένο προς την υπό κρίση υπόθεση, η οποία αφορά την επί της ουσίας απόρριψη της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος-ενάγοντος για θέση Ευρωπαίου εντεταλμένου εισαγγελέα».

34      Για τους λόγους αυτούς, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, στη σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την προσφυγή ακυρώσεως κρίνοντάς την, καθ’ ο μέρος έβαλλε κατά της δεύτερης επίδικης αποφάσεως, απαράδεκτη, δεδομένου ότι η δεύτερη επίδικη απόφαση ήταν επιβεβαιωτική της πρώτης επίδικης αποφάσεως εφόσον δεν υπήρχαν ουσιώδη νέα στοιχεία «όσον αφορά την επί της ουσίας απόρριψη» της υποψηφιότητας του αναιρεσείοντος υπό το πρίσμα των κριτηρίων επιλογής του άρθρου 17 του κανονισμού 2017/1939.

35      Διαπιστώνεται ότι ο αναιρεσείων, με την επιχειρηματολογία που αναπτύσσει προς στήριξη του πρώτου σκέλους του μοναδικού λόγου αναιρέσεως με το οποίο βάλλει κατά του συγκεκριμένου κεφαλαίου της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, περιορίζεται, κατ’ ουσίαν, να προσάψει στο Γενικό Δικαστήριο ότι ερμήνευσε την έννοια του «ουσιώδους νέου στοιχείου» χωρίς να λάβει υπόψη την ανασφάλεια δικαίου που, κατά την άποψή του, επικρατούσε κατά τον χρόνο έκδοσης των τριών επίδικων αποφάσεων, ως προς τη δικονομική οδό η οποία θα έπρεπε να ακολουθηθεί για να ζητηθεί η ακύρωση αποφάσεως περί μη διορισμού υποψηφίου στη θέση του Ευρωπαίου εντεταλμένου εισαγγελέα και, συνακόλουθα, ως προς το παραδεκτό διοικητικής ενστάσεως υποβληθείσας δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, καθώς και μεταγενέστερης προσφυγής ασκηθείσας ενώπιον του ενωσιακού δικαστή δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ και του άρθρου 91 του ΚΥΚ.

36      Υπενθυμίζεται συναφώς ότι με την πρώτη επίδικη απόφαση –της οποίας την ακύρωση ζήτησε ο αναιρεσείων με αίτημα της ασκηθείσας δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ προσφυγής του που απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμο από το Γενικό Δικαστήριο με τις σκέψεις 33 έως 35 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες, όπως προκύπτει από τη σκέψη 14 της παρούσας αποφάσεως, δεν προσβάλλονται με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως– η υποψηφιότητα του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι δεν πληρούσε τα κριτήρια επιλογής του άρθρου 17 του κανονισμού 2017/1939, συνεπώς για λόγους ουσίας.

37      Όπως όμως εκτίθεται στις σκέψεις 48 έως 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες υπενθυμίστηκαν στις σκέψεις 30 έως 34 της παρούσας αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο, για να απορρίψει ως απαράδεκτη την προσφυγή κατά το μέρος που είχε ζητηθεί η ακύρωση της δεύτερης επίδικης αποφάσεως, δεν στηρίχθηκε στα σημεία της αποφάσεως αυτής τα οποία αφορούσαν το παραδεκτό της διοικητικής ενστάσεως που υπέβαλε ο αναιρεσείων δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, αλλά στο ότι η εκτίμηση η οποία διατυπώθηκε στη δεύτερη επίδικη απόφαση ως προς την ουσία της διοικητικής αυτής ενστάσεως ήταν επιβεβαιωτική σε σχέση με την πρώτη επίδικη απόφαση όσον αφορά τους λόγους της απόρριψης της υποψηφιότητας του αναιρεσείοντος υπό το πρίσμα των κριτηρίων επιλογής του άρθρου 17 του κανονισμού 2017/1939.

38      Υπό τις συνθήκες αυτές, τα επιχειρήματα με τα οποία ο αναιρεσείων επιχειρεί να καταδείξει, στο στάδιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, την ύπαρξη νέων και ουσιωδών στοιχείων σχετικών με τη δικονομική οδό που πρέπει να ακολουθηθεί για την άσκηση προσφυγής ενώπιον του ενωσιακού δικαστή ουδεμία επιρροή ασκούν για την απόδειξη της ύπαρξης πλάνης περί το δίκαιο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

39      Πράγματι, όπως ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 49 και 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα επιχειρήματα αυτά ουδόλως επηρεάζουν την εκτίμηση του επιβεβαιωτικού χαρακτήρα της δεύτερης επίδικης αποφάσεως σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία απέρριψε επί της ουσίας, με την πρώτη επίδικη απόφαση, την υποψηφιότητα του αναιρεσείοντος υπό το πρίσμα των κριτηρίων επιλογής του άρθρου 17 του κανονισμού 2017/1939. Ως εκ τούτου, τα εν λόγω επιχειρήματα είναι αλυσιτελή. 

40      Ο αναιρεσείων όμως δεν προβάλλει, προς στήριξη του πρώτου σκέλους του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, κανένα επιχείρημα ικανό να τεκμηριώσει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η δεύτερη επίδικη απόφαση δεν περιείχε ουσιώδη νέα στοιχεία σε σχέση με την πρώτη επίδικη απόφαση όσον αφορά την εξέταση των κριτηρίων επιλογής. Ειδικότερα, μολονότι ο αναιρεσείων βάλλει, τύποις, κατά των εκτιμήσεων τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο διατύπωσε στη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επί των επιχειρημάτων που αυτός είχε προβάλει ως ουσιώδη νέα στοιχεία προς στήριξη της προσφυγής του, δεν αναπτύσσει συναφώς καμία επιχειρηματολογία και, επομένως, δεν εκθέτει τους λόγους για τους οποίους οι συγκεκριμένες εκτιμήσεις ενέχουν πλάνη περί το δίκαιο.

41      Επιπλέον, ως προς το επιχείρημα περί της ύπαρξης συγγνωστής πλάνης, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η αναιρετική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο της νομικής λύσης που δόθηκε σε σχέση με τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα που συζητήθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Συνεπώς, οι διάδικοι δεν επιτρέπεται να προβάλουν για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμό τον οποίο δεν είχαν προβάλει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, διότι άλλως θα τους παρεχόταν η δυνατότητα να υποβάλουν στην κρίση του Δικαστηρίου, του οποίου η αρμοδιότητα στις αναιρετικές διαδικασίες είναι περιορισμένη, διαφορά με αντικείμενο ευρύτερο της διαφοράς που εκδίκασε το Γενικό Δικαστήριο (απόφαση της 27ης Μαρτίου 2025, XH κατά Επιτροπής, C-91/23 P, EU:C:2025:219, σκέψη 95 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

42      Επισημαίνεται δε ότι ο αναιρεσείων, μολονότι ζητεί, επικουρικώς, από το Δικαστήριο να εφαρμόσει, προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις επιταγές του άρθρου 47 του Χάρτη και των άρθρων 6 και 13 της ΕΣΔΑ, την έννοια της «συγγνωστής πλάνης» για να χαρακτηρίσει την κατάσταση ανασφάλειας δικαίου στην οποία ο ίδιος φέρεται να ευρισκόταν κατά τον χρόνο έκδοσης των τριών επίδικων αποφάσεων, εντούτοις δεν επικαλέστηκε, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, την έννοια αυτή για να δικαιολογήσει το παραδεκτό της προσφυγής του. Επομένως, με το επιχείρημα αυτό, ο αναιρεσείων, ο οποίος ουδεμία πλάνη περί το δίκαιο προσάπτει συναφώς στο Γενικό Δικαστήριο, επιχειρεί να προβάλει, για πρώτη φορά κατ’ αναίρεση, νέο ισχυρισμό. Το ως άνω επιχείρημα είναι, συνακόλουθα, απορριπτέο ως απαράδεκτο.

43      Κατά δεύτερον, στον βαθμό που, με το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι κακώς απέρριψε ως απαράδεκτη, με τις σκέψεις 54 έως 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την προσφυγή του ως προς το αίτημα ακυρώσεως της τρίτης επίδικης αποφάσεως, αρκεί η επισήμανση ότι ο αναιρεσείων περιορίζεται να επικαλεστεί, ως προς το ζήτημα αυτό, τις συνέπειες που είχε επί του περιεχομένου των σκέψεων αυτών η πλάνη περί το δίκαιο την οποία ισχυρίστηκε ότι ενείχαν οι σκέψεις 47 έως 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Όπως όμως προκύπτει από τις σκέψεις 25 έως 42 της παρούσας αποφάσεως, ο αναιρεσείων δεν απέδειξε την ύπαρξη τέτοιας πλάνης περί το δίκαιο. Ως εκ τούτου, το πρώτο σκέλος είναι απορριπτέο και ως προς αυτή την πτυχή του.

44      Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει αλυσιτελές και εν μέρει απαράδεκτο.

 Επί του δευτέρου σκέλους του μοναδικού λόγου αναιρέσεως

 Επιχειρήματα των διαδίκων

45      Με το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη, στον βαθμό που το Γενικό Δικαστήριο δεν απάντησε στο διατυπωθέν με το υπόμνημα απαντήσεως επιχείρημά του ότι το άρθρο 47 του Χάρτη επιβάλλει να ερμηνευθεί το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο κατά τρόπο σύμφωνο με το δικαίωμα αποτελεσματικής πρόσβασης σε δικαστήριο της ουσίας, διότι άλλως ο ίδιος στερείται κάθε δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων του, κατά παραβίαση, επίσης, της αρχής της αναλογικότητας. Κατά τον αναιρεσείοντα, στη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο αναφέρθηκε στο συγκεκριμένο επιχείρημα χωρίς, ωστόσο, να απαντήσει.

46      Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θεωρεί ότι το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

47      Υπενθυμίζεται ότι ο αναιρετικός έλεγχος του Δικαστηρίου έχει ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων, να εξακριβωθεί αν το Γενικό Δικαστήριο απάντησε επαρκώς κατά νόμον στο σύνολο των επιχειρημάτων που προέβαλε ο αναιρεσείων και ότι λόγος αναιρέσεως ο οποίος αφορά παράλειψη του Γενικού Δικαστηρίου να απαντήσει σε επιχειρήματα που προβλήθηκαν πρωτοδίκως ισοδυναμεί, κατ’ ουσίαν, με επίκληση παράβασης της υποχρέωσης αιτιολόγησης που απορρέει από το άρθρο 36 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο έχει εφαρμογή στις διαδικασίες ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του ίδιου Οργανισμού και του άρθρου 117 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου (απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2025, OA κατά Κοινοβουλίου, C-32/24 P, EU:C:2025:118, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

48      Η υποχρέωση αιτιολόγησης δεν συνεπάγεται ότι το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να αναφέρεται διεξοδικά σε όλους κατά σειράν τους συλλογισμούς που έχουν διατυπώσει οι διάδικοι της διαφοράς. Συνεπώς, η αιτιολογία μπορεί να συνάγεται εμμέσως, υπό την προϋπόθεση ότι παρέχει τη δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να αντιλαμβάνονται το σκεπτικό στο οποίο στηρίζεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στο δε Δικαστήριο να διαθέτει επαρκή στοιχεία ώστε να ασκήσει τον αναιρετικό του έλεγχο (απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2025, OA κατά Κοινοβουλίου, C-32/24 P, EU:C:2025:118, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

49      Πάντως, στον βαθμό που το επιχείρημα του αναιρεσείοντος περί προσβολής του απορρέοντος από το άρθρο 47 του Χάρτη δικαιώματός του αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, στο οποίο άλλωστε ρητώς αναφέρθηκε το Γενικό Δικαστήριο με τις σκέψεις 27 και 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν ασκούσε επιρροή για την εκτίμηση του επιβεβαιωτικού χαρακτήρα της δεύτερης επίδικης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο δεν ήταν, εν πάση περιπτώσει, υποχρεωμένο να απαντήσει.

50      Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως είναι απορριπτέο ως αβάσιμο.

51      Ως εκ τούτου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

52      Το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου ορίζει ότι, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων.

53      Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του εν λόγω Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική δίκη δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

54      Δεδομένου ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ζήτησε την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα και αυτός ηττήθηκε, ο αναιρεσείων πρέπει να φέρει, πέραν των δικών του δικαστικών εξόδων, και εκείνα στα οποία υποβλήθηκε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δέκατο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

2)      Ο PU φέρει, πέραν των δικών του δικαστικών εξόδων, και εκείνα στα οποία υποβλήθηκε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Regan

Γρατσίας

Smulders

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 13 Νοεμβρίου 2025.

Ο Γραμματέας

 

Ο προεδρεύων του τμήματος

A. Calot Escobar

 

E. Regan


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.