Υπόθεση C-763/22, Ποινική δίκη κατά OP, Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 20ής Μαρτίου 2025
print
Τίτλος:
Υπόθεση C-763/22, Ποινική δίκη κατά OP, Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 20ής Μαρτίου 2025
Υπόθεση C-763/22, Procureur de la R?publique κατά OP, Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 20ης Μαρτίου 2025

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 20ής Μαρτίου 2025 (*)

« Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως – Απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ – Σύγκρουση μεταξύ ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και αιτήσεως εκδόσεως υποβληθείσας από τρίτο κράτος – Άρθρο 16, παράγραφος 3 – Έννοια της “αρμόδιας αρχής” – Εθνική ρύθμιση απονέμουσα σε όργανο της εκτελεστικής εξουσίας την αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί της προτεραιότητας που πρέπει να δοθεί στο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως ή στην αίτηση εκδόσεως, σε περίπτωση συγκρούσεως – Δικαίωμα προσφυγής »

Στην υπόθεση C-763/22,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το tribunal judiciaire de Marseille (πλημμελειοδικείο Μασσαλίας, Γαλλία) με απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2022, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Δεκεμβρίου 2022, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας κατά

OP

παρισταμένου του:

Procureur de la R?publique,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους K. J?rim?e (εισηγήτρια), πρόεδρο του δευτέρου τμήματος, προεδρεύουσα του τρίτου τμήματος, K. Lenaerts, Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του τρίτου τμήματος, N. J??skinen, M. Gavalec και N. Pi?arra, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: Ν. Αιμιλίου

γραμματέας: M. Krausenb?ck, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 28ης Νοεμβρίου 2023,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο OP, εκπροσωπούμενος από τον P. Ohayon, avocat,

–        η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον R. B?nard, την B. Dourthe, τον B. Fodda και την E. Timmermans,

–        η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Gavela Llopis,

–        η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. M. Hoogveld,

–        η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna και τη J. Sawicka,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις S. Gr?nheid και J. Hottiaux,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2024,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ 2002, L 190, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 81, σ. 24) (στο εξής: απόφαση-πλαίσιο 2002/584).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ποινικής διώξεως κινηθείσας στη Γαλλία κατά του OP, Γάλλου υπηκόου, ο οποίος κατηγορείται για απόκτηση και κατοχή υλικού προοριζόμενου για την παραχάραξη καρτών πληρωμής, καθώς και για τη συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση προς τον σκοπό της παραχαράξεως καρτών πληρωμής κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 2010 και 2012.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 5, 7 και 8 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχουν ως εξής:

«(5)      Ο στόχος που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, να αποτελέσει ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, συνεπάγεται την κατάργηση της έκδοσης μεταξύ κρατών μελών και την αντικατάστασή της από σύστημα παράδοσης μεταξύ δικαστικών αρχών. Εξάλλου, η εισαγωγή ενός νέου απλουστευμένου συστήματος παράδοσης προσώπων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα, προς το σκοπό της εκτέλεσης καταδικαστικών ποινικών αποφάσεων ή ποινικής δίωξης επιτρέπει να αρθούν η πολυπλοκότητα και το ενδεχόμενο καθυστερήσεων που είναι εγγενή στις ισχύουσες διαδικασίες έκδοσης. Οι κλασικές σχέσεις συνεργασίας που ισχύουν μέχρι σήμερα μεταξύ κρατών μελών θα πρέπει να δώσουν τη θέση τους σε σύστημα ελεύθερης κυκλοφορίας τόσο των προδικαστικών όσο και των οριστικών ποινικών αποφάσεων, σε ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης.

[…]

(7)      Δεδομένου ότι ο στόχος της αντικατάστασης του πολυμερούς συστήματος εκδόσεως το οποίο έχει δημιουργηθεί επί τη βάσει της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957 είναι αδύνατον να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη ενεργούντα μονομερώς, και συνεπώς, λόγω της διάστασης και των αποτελεσμάτων της, δύναται να επιτευχθεί καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, το Συμβούλιο δύναται να εγκρίνει μέτρα, σύμφωνα προς την αρχή της επικουρικότητας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 [ΣΕΕ] και στο άρθρο 5 [ΕΚ]. Σύμφωνα προς την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο τελευταίο αυτό άρθρο, η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(8)      Οι αποφάσεις για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης πρέπει να υπόκεινται σε επαρκή έλεγχο, πράγμα που σημαίνει ότι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο συνελήφθη το καταζητούμενο πρόσωπο θα πρέπει να αποφασίζει σχετικά με την παράδοσή του.»

4        Το άρθρο 1 της αποφάσεως-πλαισίου, το οποίο επιγράφεται «Ορισμός και υποχρέωση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης», ορίζει τα εξής:

«1.      Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται από κράτος μέλος προς το σκοπό της σύλληψης και της παράδοσης από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας.

2.      Τα κράτη μέλη εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο.

3.      H παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 6 [ΣΕΕ].»

5        Κατά το άρθρο 16 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, με τίτλο «Απόφαση σε περίπτωση συρροής αιτήσεων»:

«1.      Εάν πλείονα κράτη μέλη έχουν εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για το ίδιο πρόσωπο, η επιλογή του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που θα εκτελεσθεί γίνεται από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης με δέουσα συνεκτίμηση όλων των περιστάσεων και, ιδίως, της σχετικής βαρύτητας και του τόπου τέλεσης των αξιόποινων πράξεων, των αντίστοιχων ημερομηνιών των ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης καθώς και του κατά πόσον το ένταλμα εκδόθηκε προς το σκοπό της δίωξης ή προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας.

[…]

3.      Σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και αίτησης έκδοσης που υποβάλλεται από τρίτη χώρα, η απόφαση για το κατά πόσον πρέπει να δοθεί η προτεραιότητα στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ή στην αίτηση έκδοσης λαμβάνεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης με δέουσα συνεκτίμηση όλων των περιστάσεων, ιδίως όσων αναφέρονται στην παράγραφο 1, καθώς και εκείνων που μνημονεύονται στην εφαρμοστέα σύμβαση.»

6        Το άρθρο 28 της ίδιας αποφάσεως-πλαισίου, με τίτλο «Παράδοση ή μεταγενέστερη έκδοση», ορίζει τα εξής:

«1.      Έκαστο κράτος μέλος δύναται να κοινοποιεί στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου ότι, στις σχέσεις του με άλλα κράτη μέλη που έχουν προβεί στην αυτή κοινοποίηση, η συγκατάθεση για την παράδοση ενός προσώπου σε κράτος μέλος, διάφορο του κράτους μέλους εκτέλεσης, βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης για αξιόποινη πράξη διαπραχθείσα προ της παραδόσεώς του, τεκμαίρεται ότι έχει δοθεί, εκτός αν η δικαστική αρχή εκτέλεσης, για συγκεκριμένη περίπτωση, ορίσει άλλως στην περί παραδόσεως απόφασή της.

2.      Πάντως, πρόσωπο το οποίο παραδόθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος κατ’ εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης είναι δυνατόν, χωρίς τη συγκατάθεση του κράτους μέλους εκτέλεσης, να παραδοθεί σε άλλο κράτος μέλος εκτός του κράτους μέλους εκτέλεσης βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εκδοθέντος για αξιόποινη πράξη προγενέστερη της παράδοσής του στις εξής περιπτώσεις:

α)      όταν ο καταζητούμενος, μολονότι είχε την ευκαιρία να εγκαταλείψει το έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο παραδόθηκε, δεν το έπραξε εντός 45 ημερών από την οριστική απαλλαγή του ή επέστρεψε σε αυτό αφού το είχε εγκαταλείψει

β)      όταν ο καταζητούμενος συγκατατίθεται να παραδοθεί σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος εκτέλεσης βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Η συγκατάθεση παρέχεται ενώπιον των αρμόδιων δικαστικών αρχών του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και καταχωρείται στα πρακτικά σύμφωνα με το εσωτερικό εθνικό δίκαιο του εν λόγω κράτους. Διατυπώνεται κατά τρόπον που να προκύπτει ότι το έπραξε εκουσίως και έχοντας πλήρη επίγνωση των σχετικών συνεπειών. Προς τούτο, ο καταζητούμενος έχει το δικαίωμα να επικουρείται από νομικό παραστάτη

γ)      όταν ο καταζητούμενος δεν απολαύει του ευεργετήματος του κανόνα της ειδικότητας, σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 3 στοιχεία α), ε), στ) και ζ).

3.      Η δικαστική αρχή εκτέλεσης συγκατατίθεται για την παράδοση σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με τους εξής κανόνες:

α)      η αίτηση συγκατάθεσης υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 9, συνοδευόμενη από τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 και από τη μετάφραση που προβλέπεται στο άρθρο 8 παράγραφος 2

β)      δίδεται συγκατάθεση όταν η αξιόποινη πράξη για την οποία ζητείται επιδέχεται επίσης παράδοση σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο

γ)      η απόφαση λαμβάνεται 30 ημέρες το αργότερο από την παραλαβή της αίτησης

δ)      η δικαστική αρχή εκτέλεσης αρνείται τη συγκατάθεσή της για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 και μπορεί πέραν αυτού να την αρνηθεί μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 4.

Για τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 5, το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος πρέπει να παρέχει τις εγγυήσεις που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο.

4.      Παρά την παράγραφο 1, πρόσωπο το οποίο έχει παραδοθεί βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, δεν εκδίδεται σε τρίτο κράτος χωρίς τη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους που το παρέδωσε. Η συγκατάθεση δίδεται σύμφωνα με τις συμβάσεις που δεσμεύουν αυτό το κράτος μέλος, καθώς και σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο.»

 Το ισπανικό δίκαιο

7        Το άρθρο 57, παράγραφος 2, του Ley 23/2014 de reconocimiento mutuo de resoluciones penales en la Uni?n Europea (νόμου 23/2014, περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως των ποινικών αποφάσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση), της 20ής Νοεμβρίου 2014 (BOE αριθ. 282, της 21ης Νοεμβρίου 2014, σ. 1), ορίζει ότι σε περίπτωση συρροής ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και αιτήσεως εκδόσεως υποβληθείσας από τρίτο κράτος, η ισπανική δικαστική αρχή αναστέλλει τη διαδικασία και διαβιβάζει όλα τα έγγραφα στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο με τη σειρά του υποβάλλει στο Υπουργικό Συμβούλιο πρόταση αποφάσεως για το κατά πόσον πρέπει να δοθεί η προτεραιότητα στο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως ή στην αίτηση εκδόσεως.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

8        Ο OP, Γάλλος υπήκοος, διώκεται για συμμετοχή, στη Γαλλία, στη Ρουμανία και στην Ταϊλάνδη, μεταξύ Μαΐου 2010 και Ιανουαρίου 2012, σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό τη διάπραξη εγκλημάτων σχετικών με την παραποίηση ή την πλαστογράφηση καρτών πληρωμής, για απόκτηση και κατοχή υλικού προοριζόμενου για την παραποίηση ή την πλαστογράφηση καρτών πληρωμής, καθώς και για κατοχή και χρήση πλαστών διοικητικών εγγράφων. Οι πράξεις αυτές συνιστούν ποινικά αδικήματα που επισύρουν φυλάκιση τουλάχιστον πέντε ετών.

9        Για τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά, ο OP παραπέμφθηκε ενώπιον του chambre correctionnelle du tribunal judiciaire de Marseille (πλημμελειοδικείου Μασσαλίας, Γαλλία), αιτούντος δικαστηρίου στην υπό κρίση υπόθεση. Ενώ έπρεπε να δικασθεί τον Σεπτέμβριο του 2021, ο δικηγόρος του ενημέρωσε το εν λόγω δικαστήριο ότι είχε συλληφθεί και φυλακισθεί στην Ισπανία στο πλαίσιο της εκτελέσεως αιτήσεως εκδόσεως υποβληθείσας από τις ελβετικές αρχές.

10      Κατόπιν αιτήσεως του OP να του επιτραπεί να παραστεί στη δίκη του στη Γαλλία, και της εναντιώσεώς του στην έκδοσή του στην Ελβετία, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να εκδώσει, στις 3 Ιουνίου 2022, ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εις βάρος του.

11      Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο ενημερώθηκε, με διάταξη του Juzgado Central de Instrucci?n n° 3 de Madrid (πρωτοδικείου υπ’ αριθ. 3 Μαδρίτης, Ισπανία), της 2ας Σεπτεμβρίου 2022, ότι το ισπανικό υπουργικό συμβούλιο είχε αποφασίσει να δώσει προτεραιότητα στην αίτηση εκδόσεως των ελβετικών αρχών και, ως εκ τούτου, να μην εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως.

12      Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το άρθρο 57 του ισπανικού νόμου 23/2014 ορίζει ότι σε περίπτωση συρροής ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και αιτήσεως εκδόσεως υποβληθείσας από τρίτο κράτος, η ισπανική δικαστική αρχή οφείλει να αναστείλει τη διαδικασία και να διαβιβάσει όλα τα έγγραφα στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Η απόφαση σχετικά με την προτεραιότητα που πρέπει να δοθεί μεταξύ των δύο εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Υπουργικού Συμβουλίου, χωρίς δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατ’ αυτής.

13      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 2 Δεκεμβρίου 2022 ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ο δικηγόρος του OP ζήτησε από αυτό να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο σχετικά με τη συμβατότητα του ισπανικού δικαίου με τις διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584. Η εισαγγελική αρχή έκρινε ότι τέτοιο ερώτημα δεν μπορούσε να υποβληθεί, καθόσον το αιτούν δικαστήριο δεν είχε θεμιτό συμφέρον στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης να υποβάλει τέτοιο ερώτημα.

14      Μη συμμεριζόμενο την άποψη αυτή, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η ισπανική νομοθεσία δεν ανέθεσε σε δικαστική αρχή, αλλά σε κυβερνητικό όργανο, εν προκειμένω στο Υπουργικό Συμβούλιο, την αρμοδιότητα να λαμβάνει απόφαση σχετικά με την προτεραιότητα που πρέπει να δοθεί σε ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως ή σε αίτηση εκδόσεως προερχόμενη από τις αρχές τρίτου κράτους σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ των δύο αυτών πράξεων. Θεωρεί ότι τοιαύτη απονομή αρμοδιότητας είναι αντίθετη προς τα άρθρα 6 και 7 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, τα οποία αναφέρονται μόνο στις δικαστικές αρχές.

15      Ωστόσο, η εξουσία του αιτούντος δικαστηρίου να κλητεύσει τον OP και να συνεχίσει το δικαιοδοτικό του έργο εξαρτάται άμεσα από την απόφαση που έλαβαν εν προκειμένω οι ισπανικές αρχές. Επομένως, το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι έχει θεμιτό συμφέρον να ζητήσει από το Δικαστήριο να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα σχετικό με τη συμβατότητα του ισπανικού δικαίου προς την απόφαση-πλαίσιο 2002/584.

16      Στο πλαίσιο αυτό, το tribunal judiciaire de Marseille (πλημμελειοδικείο Μασσαλίας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Αντιβαίνει στην [απόφαση-πλαίσιο 2002/584] η νομοθεσία κράτους μέλους η οποία απονέμει σε κυβερνητικό όργανο την αποφασιστική αρμοδιότητα για το αν θα εκτελεσθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως ή η αίτηση εκδόσεως τρίτου κράτους, σε περίπτωση συρροής αυτών, χωρίς να είναι δυνατή η προσβολή της αποφάσεως του εν λόγω οργάνου;»

 Επί του παραδεκτού

17      Η Βελγική Κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. Αφενός, εκτιμά ότι το αιτούν δικαστήριο δεν προσδιορίζει ούτε τις ισπανικές δικαστικές και κυβερνητικές αποφάσεις που ενδέχεται να επηρεαστούν από την απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα ούτε τις διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 ως προς τις οποίες έχει αμφιβολίες το αιτούν δικαστήριο, αντιθέτως προς τις απαιτήσεις του άρθρου 94 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Αφετέρου, η Βελγική Κυβέρνηση θεωρεί ότι το ερώτημα αυτό είναι υποθετικό. Συγκεκριμένα, τυχόν απάντηση στο εν λόγω ερώτημα δεν θα μπορούσε να συμβάλει στην επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, στο μέτρο που αυτό αφορά τη συμβατότητα ενός ισπανικού διαδικαστικού μηχανισμού προς την εν λόγω απόφαση-πλαίσιο.

18      Όσον αφορά, κατά πρώτον, τον ισχυρισμό ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 94 του Κανονισμού Διαδικασίας, από την αίτηση αυτή προκύπτει σαφώς ότι το αιτούν δικαστήριο εκφράζει, κατ’ ουσίαν, αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα του άρθρου 57, παράγραφος 2, του νόμου 23/2014 με το άρθρο 16, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584. Ομοίως, το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει σε απόφαση του ισπανικού Υπουργικού Συμβουλίου με την οποία δόθηκε προτεραιότητα στην αίτηση εκδόσεως που είχαν υποβάλει οι ελβετικές αρχές εις βάρος του OP, απόφαση η οποία μνημονεύεται στη διάταξη που διαβιβάσθηκε στο εν λόγω δικαστήριο από το Juzgado Central de Instrucci?n n° 3 de Madrid (πρωτοδικείο υπ’ αριθ. 3 Μαδρίτης) κατόπιν της εκδόσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως κατά του OP.

19      Επομένως, το αιτούν δικαστήριο προσδιόρισε επαρκώς το νομικό και πραγματικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η αίτησή του ερμηνείας ώστε να παράσχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να κατανοήσει το περιεχόμενο του υποβληθέντος ερωτήματος και να του δώσει λυσιτελείς απαντήσεις, παρέχοντας συγχρόνως στις κυβερνήσεις των κρατών μελών καθώς και στους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να ασκήσουν το δικαίωμά τους να υποβάλουν γραπτές παρατηρήσεις, δικαίωμα το οποίο εναπόκειται στο Δικαστήριο να διασφαλίσει (πρβλ. απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2023, Commune d’Ans, C-148/22, EU:C:2023:924, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

20      Όσον αφορά, κατά δεύτερον, τον ισχυρισμό ότι το υποβληθέν στο Δικαστήριο ερώτημα είναι υποθετικό, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων την οποία καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της κύριας δίκης και φέρει την ευθύνη της δικαστικής αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, καθόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να αποφανθεί επ’ αυτών (απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2023, Puig Gordi κ.λπ., C-158/21, EU:C:2023:57, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

21      Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβάλει εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2023, Puig Gordi κ.λπ., C-158/21, EU:C:2023:57, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

22      Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 25 και 26 των προτάσεών του, στο πλαίσιο του συστήματος συνεργασίας που καθιερώνει η απόφαση-πλαίσιο 2002/584, το δικαστήριο του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος ενδέχεται να χρειαστεί διευκρινίσεις ως προς τη συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης των προϋποθέσεων εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως στο κράτος μέλος εκτελέσεως. Τούτο συμβαίνει, ειδικότερα, όταν η ζητούμενη ερμηνεία της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου παρέχει στο εκάστοτε αιτούν δικαστήριο τη δυνατότητα να προσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εκδοθεί ή να ανακληθεί συγκεκριμένο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως ή να εκδοθεί νέο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, σε περίπτωση αρνήσεως εκτελέσεως προγενέστερου εντάλματος συλλήψεως (απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2023, Puig Gordi κ.λπ., C-158/21, EU:C:2023:57, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

23      Εν προκειμένω, η απάντηση του Δικαστηρίου στο προδικαστικό ερώτημα θα πρέπει να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο τη δυνατότητα να ενεργήσει μετά λόγου γνώσεως και, ενδεχομένως, να ανακαλέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως που διαβιβάσθηκε στα ισπανικά δικαστήρια.

24      Υπό τις συνθήκες αυτές, το προδικαστικό ερώτημα δεν μπορεί να θεωρηθεί υποθετικό. Κατά συνέπεια, η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή.

 Επί της καταργήσεως της δίκης

25      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου, ο δικηγόρος του OP υποστήριξε ότι ο OP είχε εκδοθεί στην Ελβετία από το Βασίλειο της Ισπανίας και ότι, ως εκ τούτου, δεν ευρισκόταν πλέον στο ισπανικό έδαφος. Επομένως, κατά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως κατέστη άνευ αντικειμένου και η δίκη θα έπρεπε να καταργηθεί.

26      Ωστόσο, συναφώς, οι πληροφορίες σχετικά με την έκδοση του OP δεν επιβεβαιώθηκαν από την Ισπανική Κυβέρνηση, μολονότι ερωτήθηκε ειδικώς επί του ζητήματος αυτού κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου. Ομοίως, το αιτούν δικαστήριο δεν ενημέρωσε το Δικαστήριο για τυχόν μεταβολή των περιστάσεων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ενώπιόν του υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, ούτε απέσυρε την αίτησή του προδικαστικής αποφάσεως, σύμφωνα με το σημείο 26 των συστάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τα εθνικά δικαστήρια, σχετικά με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων (ΕΕ 2019, C 380, σ. 1). Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν συντρέχει λόγος καταργήσεως της δίκης.

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

27      Με το μοναδικό ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 16, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι όργανο της εκτελεστικής εξουσίας μπορεί, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και αιτήσεως εκδόσεως, να λάβει απόφαση σχετικά με την προτεραιότητα που πρέπει να δοθεί μεταξύ των δύο και, ενδεχομένως, ότι μια τέτοια απόφαση πρέπει να μπορεί να προσβληθεί ενώπιον δικαστηρίου.

28      Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και αιτήσεως εκδόσεως υποβληθείσας από τρίτη χώρα, η απόφαση σχετικά με το κατά πόσον πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως ή στην αίτηση εκδόσεως λαμβάνεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως με δέουσα συνεκτίμηση όλων των περιστάσεων, ιδίως όσων αναφέρονται στην παράγραφο 1, καθώς και εκείνων που μνημονεύονται στην εφαρμοστέα σύμβαση.

29      Κατά πρώτον, πρέπει να καθορισθεί αν όργανο της εκτελεστικής εξουσίας μπορεί να εμπίπτει στην έννοια της «αρμόδιας αρχής», κατά τη διάταξη αυτή.

30      Κατ’ αρχάς, από το γράμμα της εν λόγω διατάξεως προκύπτει ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως, η απόφαση σχετικά με το κατά πόσον πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως ή στην αίτηση εκδόσεως λαμβάνεται από την «αρμόδια αρχή» του κράτους μέλους εκτελέσεως, η δε έννοια αυτή μπορεί, κατ’ αρχήν, να καλύπτει κάθε εθνική αρχή, συμπεριλαμβανομένου ενός οργάνου της εκτελεστικής εξουσίας.

31      Εν συνεχεία, όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 16, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, παρατηρείται ότι, σε περίπτωση συρροής ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως εκδοθέντων από πλείονα κράτη μέλη κατά του ίδιου προσώπου, η παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου 16 παρέχει στη «δικαστική αρχή εκτελέσεως» την αρμοδιότητα να αποφασίζει ποιο από τα εντάλματα αυτά πρέπει να εκτελεσθεί. Αντιθέτως, η παράγραφος 3 του εν λόγω άρθρου 16 προβλέπει ότι εναπόκειται στην «αρμόδια αρχή», και όχι στη δικαστική αρχή εκτελέσεως, να αποφασίζει, σε περίπτωση συγκρούσεως, σχετικά με το κατά πόσον πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως ή στην αίτηση εκδόσεως. Επομένως, δεν μπορούν, στο πλαίσιο του άρθρου αυτού, να εξισωθούν οι έννοιες της «δικαστικής αρχής» και της «αρμόδιας αρχής».

32      Επισημαίνεται επίσης ότι η διάκριση αυτή ακολουθεί την ίδια λογική με εκείνη που ακολουθείται στο άρθρο 28 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, το οποίο αφορά τις περιπτώσεις παραδόσεως ή εκδόσεως που έπεται της εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Πράγματι, οι παράγραφοι 1 έως 3 του άρθρου αυτού ορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το πρόσωπο που παραδόθηκε στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος δυνάμει τέτοιου εντάλματος μπορεί να παραδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, διαφορετικό από το κράτος μέλος εκτελέσεως, δυνάμει ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως εκδοθέντος για αξιόποινη πράξη τελεσθείσα πριν από την αρχική παράδοση. Στο πλαίσιο αυτό, η παράγραφος 3 του εν λόγω άρθρου εξαρτά, κατ’ αρχήν, τη μεταγενέστερη παράδοση από τη συγκατάθεση της δικαστικής αρχής εκτελέσεως του πρώτου ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως.

33      Αντιθέτως, το άρθρο 28 παράγραφος 4, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, το οποίο αφορά ειδικότερα την περίπτωση μεταγενέστερης εκδόσεως, προβλέπει ότι πρόσωπο το οποίο παραδόθηκε δυνάμει ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως δεν μπορεί να εκδοθεί σε τρίτο κράτος χωρίς τη συγκατάθεση της «αρμόδιας αρχής» του κράτους μέλους εκτελέσεως.

34      Όπως και το άρθρο 16, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, το άρθρο 28, παράγραφος 4, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου απονέμει εξουσία λήψεως αποφάσεως σε «αρμόδια αρχή» όταν η επίμαχη απόφαση αφορά αίτηση εκδόσεως, και όχι στην οικεία δικαστική αρχή, όπως στις περιπτώσεις στις οποίες πρόκειται για μόνον ένα ή περισσότερα ευρωπαϊκά εντάλματα συλλήψεως. Η έννοια της «αρμόδιας αρχής» αποτελεί έκφραση του περιθωρίου εκτιμήσεως που καταλείπεται στα κράτη μέλη για τον προσδιορισμό της αρχής που πρέπει να αποφανθεί επί αποφάσεων που αφορούν αίτηση εκδόσεως.

35      Τέλος, τοιαύτη ερμηνεία του άρθρου 16, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 επιρρωννύεται από τους σκοπούς που επιδιώκει η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο.

36      Η διάκριση αυτή, στην οποία προβαίνει η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 μεταξύ της έννοιας της «δικαστικής αρχής» και της έννοιας της «αρμόδιας αρχής», εξηγείται από το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές της σκέψεις 5 και 8, η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία απλουστευμένης διαδικασίας για τις καταστάσεις που αφορούν αποκλειστικά την παράδοση των καταδικασθέντων ή υπόπτων για παραβάσεις της ποινικής νομοθεσίας στο πλαίσιο δικαστικής συνεργασίας εντός της Ένωσης την οποία καθιερώνει η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο, και όχι στην εναρμόνιση των διαδικασιών εκδόσεως.

37      Πράγματι, μολονότι η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 απαιτεί να εφαρμόζεται η διαδικασία παραδόσεως μεταξύ κρατών μελών από τις δικαστικές αρχές των κρατών αυτών, οι αιτήσεις εκδόσεως μπορούν να εμπίπτουν, εντός των κρατών μελών, στην αρμοδιότητα άλλων αρχών, ιδίως δε των οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας.

38      Με τη χρήση της εννοίας αυτής, ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να λάβει υπόψη τις ιδιαιτερότητες των διαδικασιών εκδόσεως οι οποίες διαφέρουν θεμελιωδώς από το σύστημα παραδόσεως που θεσπίσθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584. Συγκεκριμένα, οι διαδικασίες εκδόσεως, οι οποίες διέπονται, μεταξύ άλλων, από διεθνείς συμφωνίες, στηρίζονται στην αρχή της αμοιβαιότητας μεταξύ των οικείων κρατών και προϋποθέτουν πολιτικές και διπλωματικές εκτιμήσεις. Αντιθέτως, η απόφαση-πλαίσιο 2002/584, όπως προκύπτει ειδικότερα από το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και από τις αιτιολογικές της σκέψεις 5 και 7, έχει ως σκοπό την αντικατάσταση του πολυμερούς συστήματος εκδόσεως μεταξύ κρατών μελών από ένα σύστημα παραδόσεως μεταξύ δικαστικών αρχών των προσώπων που έχουν καταδικασθεί ή είναι ύποπτα για την τέλεση αξιόποινης πράξεως, με σκοπό την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων ή την άσκηση διώξεως, σύστημα το οποίο βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως [απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2020, Openbaar Ministerie (Πλαστογραφία), C-510/19, EU:C:2020:953, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

39      Η απόφαση σχετικά με την προτεραιότητα που πρέπει να δοθεί, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και αιτήσεως εκδόσεως, δεν είναι απαραίτητο να λαμβάνεται αποκλειστικώς στο πλαίσιο ενός συστήματος δικαστικής συνεργασίας. Επομένως, η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 επιτρέπει στα κράτη μέλη να απονέμουν στην αρμόδια για την έκδοση αρχή την εξουσία εκδόσεως της αποφάσεως επί του ζητήματος της προτεραιότητας που προβλέπεται στο άρθρο 16, παράγραφος 3, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου.

40      Όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 68 των προτάσεών του, καταλείποντας στα κράτη μέλη ευρύ περιθώριο χειρισμών για τον καθορισμό της αρχής που θα είναι επιφορτισμένη με την έκδοση, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και αιτήσεως εκδόσεως, της αποφάσεως σχετικά με την προτεραιότητα που πρέπει να δοθεί μεταξύ των δύο, ο νομοθέτης της Ένωσης έλαβε υπόψη το γεγονός ότι μια τέτοια απόφαση μπορεί να στηρίζεται, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των εθνικών συστημάτων, σε εκτιμήσεις που δεν είναι αποκλειστικώς δικαστικές.

41      Συναφώς, το άρθρο 16, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 προβλέπει ότι η αρμόδια αρχή αποφασίζει για την προτεραιότητα λαμβάνοντας δεόντως υπόψη όλες τις περιστάσεις της υποθέσεως και, ειδικότερα, τις περιστάσεις της παραγράφου 1 της διατάξεως αυτής, ήτοι τη σχετική βαρύτητα και τον τόπο διαπράξεως των αξιόποινων πράξεων, τις αντίστοιχες ημερομηνίες του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και της αιτήσεως εκδόσεως, καθώς και τις περιστάσεις που μνημονεύονται στις εφαρμοστέες επί της επίμαχης αιτήσεως εκδόσεως συμβάσεις. Παραπέμποντας τόσο στα κριτήρια που προβλέπονται στην εν λόγω παράγραφο 1, τα οποία προβλέπονται για την περίπτωση συρροής ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως, όσο και στα κριτήρια που προβλέπουν οι συμβάσεις που εφαρμόζονται στις αιτήσεις εκδόσεως, η ως άνω διάταξη αποτυπώνει την επιλογή του νομοθέτη της Ένωσης να λάβει υπόψη ότι η απόφαση σχετικά με την προτεραιότητα μπορεί να ληφθεί από όργανο της εκτελεστικής εξουσίας, στο μέτρο που μπορεί να στηρίζεται σε εκτιμήσεις οι οποίες δεν έχουν αποκλειστικώς δικαστικό χαρακτήρα.

42      Ως εκ τούτου, το άρθρο 16, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι όργανο της εκτελεστικής εξουσίας μπορεί, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και αιτήσεως εκδόσεως, να είναι αρμόδιο να λάβει την απόφαση σχετικά με την προτεραιότητα που πρέπει να δοθεί μεταξύ των δύο.

43      Κατά δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η απόφαση περί της προτεραιότητας, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 16, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, πρέπει να μπορεί να προσβληθεί ενώπιον δικαστηρίου.

44      Υπογραμμίζεται ότι η διάταξη αυτή δεν προβλέπει εξαντλητικώς τη διαδικασία που διέπει τις περιπτώσεις συγκρούσεως μεταξύ ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και αιτήσεως εκδόσεως. Διευκρινίζει μόνον ορισμένες διαδικαστικές πτυχές σχετικά με την απόφαση για την προτεραιότητα που πρέπει να δοθεί μεταξύ των δύο, αφήνοντας στα κράτη μέλη την επιλογή του τύπου της αποφάσεως αυτής ή του χρονικού σημείου κατά το οποίο πρέπει να εκδοθεί.

45      Συναφώς, η εν λόγω διάταξη ορίζει ότι η αρμόδια αρχή πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη όλες τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που υπομνήσθηκαν στη σκέψη 41 της παρούσας αποφάσεως. Επομένως, η εν λόγω αρχή, μολονότι διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως όταν λαμβάνει την απόφασή της σχετικά με την προτεραιότητα, δεν μπορεί εντούτοις να αγνοήσει τα συμφέροντα του ενδιαφερομένου.

46      Λαμβανομένου υπόψη του δικαιώματος του προσώπου το οποίο αφορά η απόφαση σχετικά με την προτεραιότητα να μην αποτελέσει αντικείμενο αποφάσεως ληφθείσας κατά παράβαση του ως άνω περιθωρίου εκτιμήσεως, από το άρθρο 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) προκύπτει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να προβλέπουν, υπέρ του προσώπου αυτού, τη δυνατότητα αποτελεσματικής προσφυγής που να διασφαλίζει την τήρηση των απαιτήσεων που μνημονεύθηκαν στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως.

47      Ελλείψει διευκρινίσεων σχετικά με τους δικονομικούς κανόνες που διέπουν την έκδοση της αποφάσεως περί προτεραιότητας, αφενός, και, αφετέρου, σχετικά με ένα τέτοιο μέσο παροχής δικαστικής προστασίας, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους, δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας, να ρυθμίσει τους δικονομικούς κανόνες ασκήσεως του εν λόγω ενδίκου βοηθήματος και, γενικότερα, εκείνους που προορίζονται να ρυθμίσουν τις περιπτώσεις συγκρούσεως μεταξύ ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και αιτήσεως εκδόσεως.

48      Μολονότι, δυνάμει της αρχής αυτής, τα κράτη μέλη διατηρούν την ευχέρεια να θεσπίζουν συναφώς κανόνες οι οποίοι ενδέχεται να διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, εντούτοις τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν ώστε οι κανόνες αυτοί να μην καθιστούν κενές περιεχομένου τις απαιτήσεις που απορρέουν από την απόφαση-πλαίσιο 2002/584 [πρβλ. απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2021, Openbaar Ministerie (Δικαίωμα ακρόασης από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης), C-428/21 PPU και C-429/21 PPU, EU:C:2021:876, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

49      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο της 1, παράγραφος 3, η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρεώσεως σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 6 ΣΕΕ.

50      Ειδικότερα, αφενός, το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι ο έλεγχος αυτός διενεργείται πριν από την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως ή της αιτήσεως εκδόσεως και ότι η αρμόδια για την εκδίκαση της εν λόγω προσφυγής δικαστική αρχή μπορεί να ελέγξει αν η απόφαση επί της προτεραιότητας ελήφθη με δέουσα συνεκτίμηση όλων των κρίσιμων κριτήριων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 16, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.

51      Αφετέρου, το ένδικο βοήθημα σχετικά με την απόφαση για την προτεραιότητα την οποία προβλέπει το άρθρο 16, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 πρέπει να παρέχει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να αμφισβητήσει ενδεχόμενη προσβολή των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών του που κατοχυρώνονται στον Χάρτη.

52      Πράγματι, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 91 των προτάσεών του, μια τέτοια απόφαση προτεραιότητας μπορεί να έχει σημαντικό αντίκτυπο στη νομική κατάσταση του ενδιαφερομένου. Αν, για παράδειγμα, δοθεί προτεραιότητα στην αίτηση εκδόσεως χωρίς η απόφαση περί προτεραιότητας να μπορεί να προσβληθεί δικαστικώς, τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα να μη ληφθεί υπόψη ενδεχόμενος κίνδυνος προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ενδιαφερομένου που κατοχυρώνονται στον Χάρτη, στο μέτρο που, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, η διαδικασία εκδόσεως δεν εμπίπτει στο δίκαιο της Ένωσης.

53      Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου, η Ισπανική Κυβέρνηση εξέθεσε, αντικρούοντας κατά τούτο τις παραδοχές του αιτούντος δικαστηρίου που εκτίθενται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, ότι οι αποφάσεις περί προτεραιότητας που λαμβάνει το Υπουργικό Συμβούλιο μπορούσαν όντως να προσβληθούν εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας που του παρέχεται.

54      Ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, μολονότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 45 της παρούσας αποφάσεως, η αρμόδια αρχή του άρθρου 16, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως όταν λαμβάνει την απόφασή της σχετικά με την προτεραιότητα, εντούτοις το περιθώριο αυτό εκτιμήσεως οριοθετείται από την υποχρέωση «δέουσας» συνεκτιμήσεως όλων των περιστάσεων που μνημονεύονται στη διάταξη αυτή, οπότε η αρμόδια αρχή υποχρεούται να αιτιολογήσει την απόφαση που έλαβε προκειμένου να παράσχει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή. Πράγματι, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η αποτελεσματικότητα της προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη, απαιτεί να είναι ο ενδιαφερόμενος σε θέση να γνωρίζει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η απόφαση που τον αφορά [πρβλ. απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NW και PQ (Διαβαθμισμένες πληροφορίες), C-420/22 και C-528/22, EU:C:2024:344, σκέψη 81 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

55      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 16, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι όργανο της εκτελεστικής εξουσίας μπορεί, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και αιτήσεως εκδόσεως, να λάβει απόφαση σχετικά με την προτεραιότητα που πρέπει να δοθεί μεταξύ των δύο. Μια τέτοια απόφαση πρέπει να μπορεί να προσβληθεί με αποτελεσματική προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου υπό τις δικονομικές προϋποθέσεις που εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίσουν.

 Επί των δικαστικών εξόδων

56      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 16, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009,

έχει την έννοια ότι:

όργανο της εκτελεστικής εξουσίας μπορεί, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και αιτήσεως εκδόσεως, να λάβει απόφαση σχετικά με την προτεραιότητα που πρέπει να δοθείμεταξύ των δύο. Μια τέτοια απόφαση πρέπει να μπορεί να προσβληθεί με αποτελεσματική προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου υπό τις δικονομικές προϋποθέσεις που εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίσουν.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.