Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 10ης Ιουνίου 2026 (*)
« Υπαλληλική υπόθεση – Έκτακτοι υπάλληλοι – Σύμβαση αορίστου χρόνου – Άρθρο 2, στοιχείο γ', του ΚΛΠ – Καταγγελία της σύμβασης – Άρθρο 47, στοιχείο γ', σημείο i, του ΚΛΠ – Κλονισμός της σχέσης εμπιστοσύνης – Πλάνη περί το δίκαιο – Ευθύνη – Ηθική βλάβη »
Στην υπόθεση T-13/25,
HC, εκπροσωπούμενη από την L. Levi, δικηγόρο,
προσφεύγουσα-ενάγουσα,
κατά
Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενου από τον ?. Almendros Manzano και την G. Bittoni,
καθού-εναγόμενου,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. De Baere, πρόεδρο, R. Meyer (εισηγητή) και D. Jo?ien?, δικαστές,
γραμματέας: H. Eriksson, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 14ης Ιανουαρίου 2026,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή-αγωγή που άσκησε δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, η προσφεύγουσα-ενάγουσα, HC, ζητεί, αφενός, την ακύρωση της απόφασης του καθού-εναγομένου της 2ας Ιουλίου 2024 περί καταγγελίας της σύμβασής της εκτάκτου υπαλλήλου αορίστου χρόνου (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση) βάσει του άρθρου 47 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΛΠ) και, αφετέρου, τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που ισχυρίζεται ότι υπέστη εξαιτίας της απόφασης αυτής.
Ιστορικό της διαφοράς
2 Η προσφεύγουσα-ενάγουσα προσελήφθη στις 4 Σεπτεμβρίου 2001 από το καθού-εναγόμενο. Από τον Ιούνιο του 2016 προσελήφθη ως έκτακτη υπάλληλος βάσει του άρθρου 2, στοιχείο γ', του ΚΛΠ, με σύμβαση αορίστου χρόνου, στο ιδιαίτερο γραφείο δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Μέλος).
3 Στις 6 Σεπτεμβρίου 2022 ανέκυψε διαφορά μεταξύ του Μέλους και της προσφεύγουσας-ενάγουσας όσον αφορά τις ημέρες αδείας τις οποίες είχε λάβει η τελευταία και την έγκρισή τους.
4 Στις 9 Σεπτεμβρίου 2022 η προσφεύγουσα-ενάγουσα έλαβε αναρρωτική άδεια.
5 Σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 15ης Σεπτεμβρίου 2022, απευθυνόμενο στη γραμματεία της διεύθυνσης ανθρώπινου δυναμικού και διοίκησης προσωπικού του καθού-εναγομένου (στο εξής: διεύθυνση ανθρώπινου δυναμικού), η προσφεύγουσα-ενάγουσα περιέγραψε μια εργασιακή κατάσταση η οποία είχε καταστεί «αφόρητη» και εξέφρασε την επιθυμία να γίνει δεκτή σε ακρόαση ούτως ώστε να εκθέσει τα περιστατικά της ηθικής παρενόχλησης που φέρεται ότι υπέστη εκ μέρους του Μέλους. Η προσφεύγουσα-ενάγουσα ανέφερε ότι σκόπευε να υποβάλει αίτηση αρωγής. Η διεύθυνση ανθρώπινου δυναμικού απάντησε αυθημερόν στην προσφεύγουσα-ενάγουσα, κοινοποιώντας της τους εσωτερικούς κανόνες του θεσμικού οργάνου όσον αφορά την παρενόχληση και την κάλεσε να επικοινωνήσει εκ νέου με τη διεύθυνση στις αρχές Οκτωβρίου 2022 προκειμένου να διενεργηθεί συνέντευξη.
6 Στις 4 Οκτωβρίου 2022 πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ του γενικού διευθυντή διοικήσεως και του Μέλους στο γραφείο του τελευταίου.
7 Με έγγραφο του εκπροσώπου της τής 26ης Οκτωβρίου 2022, η προσφεύγουσα-ενάγουσα υπέβαλε στον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου αίτημα για διενέργεια συνέντευξης προκειμένου να αναζητηθούν «εποικοδομητικές λύσεις» όσον αφορά τις δυσλειτουργίες στη σχέση της με το Μέλος, διευκρίνισε δε ότι το αίτημα αυτό δεν εντασσόταν στο πλαίσιο τυπικής διαδικασίας. Στη συνέχεια, στις 16 Νοεμβρίου 2022, διενεργήθηκε συνέντευξη στην οποία μετείχαν η προσφεύγουσα-ενάγουσα και ο εκπρόσωπός της, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου και ο νομικός σύμβουλος επί διοικητικών υποθέσεων του καθού-εναγομένου.
8 Με υπόμνημα της 16ης Δεκεμβρίου 2022 (στο εξής: υπόμνημα της 16ης Δεκεμβρίου 2022), το Μέλος ενημέρωσε την προσφεύγουσα-ενάγουσα σχετικά με την πρόθεσή του να προβεί σε λύση της σχέσης τους εργασίας λόγω κλονισμού της σχέσης εμπιστοσύνης, τον οποίο απέδωσε στη συμπεριφορά που επέδειξε η προσφεύγουσα-ενάγουσα κατά την άσκηση των καθηκόντων της στο ιδιαίτερο γραφείο του κατά τους μήνες που προηγήθηκαν της 9ης Σεπτεμβρίου 2022. Ειδικότερα, το Μέλος προσήψε στην προσφεύγουσα-ενάγουσα έλλειψη αυξημένης διαθεσιμότητας, η οποία μαρτυρούσε, κατά την άποψή του, έλλειψη επαγγελματικής δεοντολογίας, καθώς και ολοένα μεγαλύτερη μείωση παραγωγικότητας και προορατικότητας και έλλειψη κινήτρων, όπως επίσης και έλλειψη αυτονομίας και μη παρακολούθηση της πορείας των εργασιών κατά την εκτέλεση ορισμένων καθηκόντων. Το Μέλος κάλεσε την προσφεύγουσα-ενάγουσα να του υποβάλει ενδεχόμενες παρατηρήσεις, όπερ αυτή έπραξε με έγγραφο της 5ης Ιανουαρίου 2023.
9 Με υπόμνημα της 1ης Φεβρουαρίου 2023 (στο εξής: υπόμνημα της 1ης Φεβρουαρίου 2023), το Μέλος ζήτησε από τον Γραμματέα του Γενικού Δικαστηρίου να προβεί στις αναγκαίες διοικητικές ενέργειες για την καταγγελία της σύμβασης εκτάκτου υπαλλήλου της προσφεύγουσας-ενάγουσας. Το Μέλος παρέπεμψε στο υπόμνημά του της 16ης Δεκεμβρίου 2022, το οποίο προσάρτησε στο υπόμνημα της 1ης Φεβρουαρίου 2023, με το οποίο ενημέρωνε την προσφεύγουσα-ενάγουσα για την πρόθεσή του να καταγγείλει τη σύμβαση και για τους λόγους που το οδήγησαν στην απόφαση αυτή.
10 Στις 15 Φεβρουαρίου 2023, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 90, παράγραφος 1, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ), η προσφεύγουσα-ενάγουσα υπέβαλε αίτηση αρωγής κατά την έννοια του άρθρου 24 του ΚΥΚ (στο εξής: αίτηση αρωγής). Προς στήριξη της αίτησης αυτής, κατήγγειλε εμπεριστατωμένα μια σειρά συμπεριφορών οι οποίες, κατά την άποψή της, οδήγησαν στη θέση της σε αναρρωτική άδεια. Η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζήτησε, αφενός, την κίνηση διοικητικής έρευνας από την αρμόδια για τη σύναψη συμβάσεων πρόσληψης αρχή (στο εξής: ΑΣΣΠΑ) προκειμένου να διαπιστωθούν τα πραγματικά περιστατικά και να συναχθούν οι δέουσες συνέπειες και, αφετέρου, την αναστολή κάθε διαδικασίας αφορώσας τη λύση της σχέσης εργασίας.
11 Με απόφαση της 25ης Μαΐου 2023, η αρμόδια για την εκπλήρωση του καθήκοντος αρωγής επιτροπή του Γενικού Δικαστηρίου (στο εξής: επιτροπή αρωγής) απέρριψε την αίτηση αρωγής της προσφεύγουσας-ενάγουσας. Στις 17 Αυγούστου 2023 η προσφεύγουσα-ενάγουσα υπέβαλε, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, διοικητική ένσταση κατά της απόφασης αυτής.
12 Με έγγραφο της 6ης Σεπτεμβρίου 2023, η διεύθυνση ανθρώπινου δυναμικού ενημέρωσε την προσφεύγουσα-ενάγουσα, η οποία βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια από τις 9 Σεπτεμβρίου 2022, σχετικά με την παραπομπή της υπόθεσης στην επιτροπή αναπηρίας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 59, παράγραφος 4, του ΚΥΚ, προκειμένου η επιτροπή αυτή να εξακριβώσει αν η κατάσταση της υγείας της τής επέτρεπε να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντά της στο καθού-εναγόμενο.
13 Με απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2023, η ΑΣΣΠΑ ανέστειλε τη διαδικασία καταγγελίας της σύμβασης εκτάκτου υπαλλήλου της προσφεύγουσας-ενάγουσας έως ότου αποφανθεί η επιτροπή αναπηρίας, προς το συμφέρον της ομαλής διεξαγωγής της διαδικασίας ενώπιον της εν λόγω επιτροπής.
14 Με απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2023, η αρμόδια να αποφαίνεται επί των διοικητικών ενστάσεων επιτροπή του Γενικού Δικαστηρίου (στο εξής: επιτροπή ενστάσεων) ανακάλεσε την από 25 Μαΐου 2023 απόφαση της επιτροπής αρωγής. Κατ’ ουσίαν, έκρινε ότι η επιτροπή αρωγής, αφενός, είχε εκτιμήσει εσφαλμένως το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 24 του ΚΥΚ και, αφετέρου, είχε κρίνει εσφαλμένως ότι η αίτηση αρωγής στηριζόταν σε απλούς ισχυρισμούς, στερούμενους αρχής αποδείξεως.
15 Στις 6 Δεκεμβρίου 2023 η επιτροπή αναπηρίας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα δεν έπασχε από μόνιμη αναπηρία, θεωρούμενη ως ολική, η οποία τη θέτει σε αδυναμία εκτέλεσης των καθηκόντων που αντιστοιχούν σε θέση της ομάδας καθηκόντων της και ότι, για τον λόγο αυτό, ήταν υποχρεωμένη να συνεχίσει τη δραστηριότητά της.
16 Με απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2023, η ΑΣΣΠΑ, εκτιμώντας, υπό το πρίσμα του πορίσματος της επιτροπής αναπηρίας, ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα ήταν ικανή να εργαστεί και ότι έπρεπε να επανενταχθεί στη θέση της από τις 8 Ιανουαρίου 2024, αποφάσισε, ως προσωρινό και συντηρητικό μέτρο, να τη θέσει στη διάθεση υπηρεσίας του καθού-εναγομένου, διατηρώντας τον βαθμό και το κλιμάκιό της.
17 Με απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 2024 (στο εξής: απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 2024), η επιτροπή αρωγής έκρινε ότι το μέτρο με το οποίο τέθηκε η προσφεύγουσα-ενάγουσα στη διάθεση υπηρεσίας του καθού-εναγομένου ήταν πρόσφορο για την ικανοποίηση της αίτησης αρωγής. Απέρριψε την αίτηση αρωγής κατά τα λοιπά. Λόγω της μη υποβολής διοικητικής ένστασης δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ κατά της ως άνω απόφασης, η απόφαση αυτή κατέστη απρόσβλητη στις 20 Μαΐου 2024.
18 Με έγγραφο της 6ης Ιουνίου 2024, η διεύθυνση ανθρώπινου δυναμικού ενημέρωσε την προσφεύγουσα-ενάγουσα ότι, καθόσον η απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 2024 της επιτροπής αρωγής είχε καταστεί απρόσβλητη, η ΑΣΣΠΑ είχε παύσει το μέτρο αναστολής της διαδικασίας καταγγελίας της σύμβασής της εκτάκτου υπαλλήλου. Την ενημέρωσε επίσης για την πρόθεση της ΑΣΣΠΑ να καταγγείλει τη σύμβασή της βάσει του άρθρου 47, στοιχείο γ', σημείο i, του ΚΛΠ, λόγω κλονισμού της σχέσης εμπιστοσύνης. Συναφώς, η διεύθυνση ανθρώπινου δυναμικού επισήμανε, με το έγγραφο αυτό, την ύπαρξη «προβληματικής ή ακόμη και συγκρουσιακής σχέσης» μεταξύ της προσφεύγουσας-ενάγουσας και του Μέλους, όπως τούτο επιβεβαιώθηκε με την απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 2024 της επιτροπής αρωγής. Η διεύθυνση ανθρώπινου δυναμικού επισήμανε στην προσφεύγουσα-ενάγουσα ότι μπορούσε να διατυπώσει παρατηρήσεις σχετικά με την πρόθεση της ΑΣΣΠΑ να καταγγείλει τη σύμβασή της εκτάκτου υπαλλήλου έως τις 20 Ιουνίου 2024.
19 Στις 20 Ιουνίου 2024 η προσφεύγουσα-ενάγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της. Υποστήριξε, ειδικότερα, ότι ο φερόμενος κλονισμός της σχέσης εμπιστοσύνης στηριζόταν σε στοιχεία διαφορετικά από εκείνα που είχε επικαλεστεί το Μέλος με το υπόμνημα της 1ης Φεβρουαρίου 2023, ενώ η ΑΣΣΠΑ δεν μπορούσε, προκειμένου να χαρακτηρίσει τον κλονισμό της σχέσης εμπιστοσύνης, να υποκαταστήσει με άλλους λόγους εκείνους που είχε επικαλεστεί το Μέλος.
20 Στις 2 Ιουλίου 2024 η ΑΣΣΠΑ εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κατήγγειλε τη σύμβαση εκτάκτου υπαλλήλου της προσφεύγουσας-ενάγουσας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 47, στοιχείο γ', σημείο i, του ΚΛΠ, με προειδοποίηση δέκα μηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η ΑΣΣΠΑ διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι η ύπαρξη «προβληματικής ή ακόμη και συγκρουσιακής σχέσης» μεταξύ της προσφεύγουσας-ενάγουσας και του Μέλους στο ιδιαίτερο γραφείο του οποίου ασκούσε τα καθήκοντά της με σύμβαση στηριζόμενη στο άρθρο 2, στοιχείο γ', του ΚΛΠ αποδείκνυε την απουσία σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ τους.
21 Στις 17 Αυγούστου 2024 η προσφεύγουσα-ενάγουσα υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.
22 Με την απόφαση R-8/24 της 1ης Οκτωβρίου 2024, η επιτροπή ενστάσεων απέρριψε τη διοικητική ένσταση της προσφεύγουσας-ενάγουσας (στο εξής: απόφαση απόρριψης της διοικητικής ένστασης).
23 Δεδομένου ότι η προθεσμία προειδοποίησης που προβλέπεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παρατάθηκε λόγω αναρρωτικής άδειας της προσφεύγουσας-ενάγουσας, η σύμβαση εκτάκτου υπαλλήλου της προσφεύγουσας-ενάγουσας καταγγέλθηκε με ισχύ από τις αρχές Αυγούστου του 2025, ήτοι λιγότερο από έναν μήνα πριν από τη συνταξιοδότησή της.
Αιτήματα των διαδίκων
24 Η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και, στο μέτρο που είναι αναγκαίο, την απόφαση απόρριψης της διοικητικής ένστασης
– να υποχρεώσει το καθού-ενάγομενο να της καταβάλει αποζημίωση ύψους 50 000 ευρώ προς αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη
– να καταδικάσει το καθού-εναγόμενο στα δικαστικά έξοδα.
25 Το καθού-εναγόμενο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή-αγωγή ως αβάσιμη και, εν μέρει, απαράδεκτη
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα-ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
Επί του ακυρωτικού αιτήματος
Επί του αντικειμένου του ακυρωτικού αιτήματος
26 Προκαταρκτικώς, διαπιστώνεται ότι από το ακυρωτικό αίτημα προκύπτει ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει όχι μόνον την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και, στο μέτρο που είναι αναγκαίο, την απόφαση απόρριψης της διοικητικής ένστασης.
27 Κατά πάγια νομολογία, ακυρωτικά αιτήματα προβαλλόμενα τύποις κατά της απόφασης απόρριψης διοικητικής ένστασης έχουν ως αποτέλεσμα να επιλαμβάνεται το Γενικό Δικαστήριο της πράξης κατά της οποίας υποβλήθηκε η ένσταση, όταν, αυτά καθεαυτά, δεν έχουν αυτοτελές περιεχόμενο (βλ. απόφαση της 13ης Ιουλίου 2018, Curto κατά Κοινοβουλίου, T-275/17, EU:T:2018:479, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
28 Στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι η απόφαση απόρριψης της διοικητικής ένστασης απλώς επικυρώνει την προσβαλλόμενη απόφαση, προσδιορίζοντας τους λόγους επί των οποίων αυτή ερείδεται, διαπιστώνεται ότι το ακυρωτικό αίτημα που βάλλει κατά της απόφασης απόρριψης της διοικητικής ένστασης στερείται αυτοτελούς περιεχομένου και ότι, ως εκ τούτου, παρέλκει η διατύπωση κρίσης ειδικώς επί του αιτήματος αυτού. Ωστόσο, κατά την εξέταση της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αιτιολογία της απόφασης με την οποία απορρίπτεται η διοικητική ένσταση, καθόσον η αιτιολογία αυτή θεωρείται ότι συμπίπτει με εκείνη της προσβαλλόμενης απόφασης (πρβλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 2019, Wattiau κατά Κοινοβουλίου, T-737/17, EU:T:2019:273, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
Επί της ουσίας
29 Προς στήριξη της υπό κρίση προσφυγής-αγωγής, η προσφεύγουσα-ενάγουσα προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως. Με τον πρώτο λόγο, ο οποίος διαρθρώνεται σε τρία σκέλη, προβάλλεται πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την αιτιολογία της καταγγελίας της σύμβασής της εκτάκτου υπαλλήλου, παράβαση του άρθρου 47 του ΚΛΠ και του άρθρου 24 του ΚΥΚ και παράβαση των καθηκόντων επιμέλειας και μέριμνας. Με τον δεύτερο λόγο προβάλλεται πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους επανεκκινήθηκε η διαδικασία καταγγελίας, «παράτυπη εφαρμογή» του άρθρου 47, στοιχείο γ', του ΚΛΠ και κατάχρηση εξουσίας. Με τον τρίτο λόγο προβάλλεται προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως και παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης. Με τον τέταρτο λόγο προβάλλεται παράβαση των άρθρων 12α και 22α του ΚΥΚ.
30 Ειδικότερα, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα-ενάγουσα υποστηρίζει ότι η ΑΣΣΠΑ υπερέβη την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και υπερέβη τις εξουσίες που της απονέμει το άρθρο 47, στοιχείο γ', του ΚΛΠ, όταν αίτημα περί καταγγελίας σύμβασης εκτάκτου υπαλλήλου στηρίζεται σε κλονισμό της σχέσης εμπιστοσύνης. Κατά την προσφεύγουσα-ενάγουσα, η ΑΣΣΠΑ, αφενός, δεν προέβη σε κανέναν έλεγχο της ουσιαστικής ακρίβειας των πραγματικών περιστατικών και των αιτιάσεων που επικαλέστηκε το Μέλος με το αίτημα περί καταγγελίας και, αφετέρου, υποκατέστησε τους λόγους που επικαλέστηκε το Μέλος με τη δική της αιτιολογία προκειμένου να δικαιολογήσει τον κλονισμό της σχέσης εμπιστοσύνης.
31 Το καθού-εναγόμενο αντικρούει τα επιχειρήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα-ενάγουσα στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, υποστηρίζοντας ότι καμία διάταξη δεν υποχρεώνει την ΑΣΣΠΑ να λαμβάνει υπόψη, κατά την εκτίμηση του αιτήματος περί καταγγελίας, λόγω κλονισμού της σχέσης εμπιστοσύνης, σύμβασης εκτάκτου υπαλλήλου που ασκεί καθήκοντα δυνάμει σύμβασης στηριζόμενης στο άρθρο 2, στοιχείο γ', του ΚΛΠ, μόνον τα στοιχεία που επικαλείται ο ιεραρχικώς προϊστάμενος στον οποίο ο υπάλληλος ασκεί τα καθήκοντά του. Το καθού-εναγόμενο υποστηρίζει ότι η ΑΣΣΠΑ, λαμβανομένης υπόψη της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει στον συγκεκριμένο τομέα, πρέπει πράγματι να μπορεί να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των κρίσιμων περιστάσεων.
32 Το καθού-εναγόμενο προβάλλει ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα σφάλλει κατά την ερμηνεία της εφαρμοστέας νομολογίας και ότι η απαγόρευση της υποκατάστασης με την εκτίμηση της ΑΣΣΠΑ εκείνης του ιεραρχικώς προϊσταμένου στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος αφορά μόνον το υποστατό του κλονισμού της σχέσης εμπιστοσύνης και όχι την εκτίμηση των λόγων που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τον κλονισμό αυτό. Περαιτέρω, το καθού-εναγόμενο υποστηρίζει ότι, κατά τη νομολογία, επαφίεται μεν στον οικείο ιεραρχικώς προϊστάμενο να υποβάλει αίτημα περί καταγγελίας, πλην όμως εναπόκειται αποκλειστικώς στην ΑΣΣΠΑ να απαγγείλει τη λύση της σύμβασης και να προσδιορίσει τους λόγους επί των οποίων αυτή ερείδεται, οπότε μπορεί, εφόσον συντρέχει περίπτωση, να στηρίξει την απόφασή της σε στοιχεία διαφορετικά από εκείνα των οποίων έγινε αρχικά επίκληση προς στήριξη του αιτήματος αυτού.
33 Το καθού-εναγόμενο προσθέτει ότι θα αντέβαινε στον δυναμικό χαρακτήρα της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας το ενδεχόμενο να μην είχε η ΑΣΣΠΑ τη δυνατότητα να στηρίξει την καταγγελία της σύμβασης εκτάκτου υπαλλήλου σε λόγους διαφορετικούς από εκείνους τους οποίους επικαλέστηκε το Μέλος στο ιδιαίτερο γραφείο του οποίου η υπάλληλος ασκεί τα καθήκοντά της.
34 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 2, στοιχείο γ', του ΚΛΠ προβλέπει τη δυνατότητα πρόσληψης εκτάκτων υπαλλήλων για την άσκηση καθηκόντων παρά προσώπω το οποίο εκτελεί καθήκοντα τα οποία προβλέπονται από τη Συνθήκη ΕΕ ή τη Συνθήκη ΛΕΕ, όπως είναι, μεταξύ άλλων, τα Μέλη του Γενικού Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 8, τρίτο εδάφιο, του ΚΛΠ, οι προσλαμβανόμενοι βάσει του προαναφερθέντος άρθρου έκτακτοι υπάλληλοι, οι οποίοι ασκούν τα καθήκοντά τους στο ιδιαίτερο γραφείο Μέλους του Γενικού Δικαστηρίου, έχουν σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, περιοριζόμενη όμως κατ’ ανώτατο όριο στη διάρκεια της θητείας του εν λόγω Μέλους.
35 Κατά το άρθρο 47, στοιχείο γ', σημείο i, του ΚΛΠ, η πρόσληψη εκτάκτου υπαλλήλου με σύμβαση αορίστου χρόνου λύεται στο τέλος της περιόδου προειδοποίησης που προβλέπεται στη σύμβαση, η οποία προειδοποίηση δεν μπορεί να είναι μικρότερη από έναν μήνα για κάθε πλήρες έτος υπηρεσίας, με ελάχιστο όριο τους τρεις μήνες και ανώτατο όριο τους δέκα μήνες.
36 Όσον αφορά τους λόγους που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν την καταγγελία σύμβασης αορίστου χρόνου εκτάκτου υπαλλήλου ο οποίος προσελήφθη βάσει του άρθρου 2, στοιχείο γ', του ΚΛΠ, από τη νομολογία προκύπτει ότι η σύμβαση αυτή μπορεί να καταγγελθεί λόγω κλονισμού της σχέσης εμπιστοσύνης, καθόσον αυτή η προσωποπαγής σύμβαση εργασίας διακρίνεται από το κύριο στοιχείο της αμοιβαίας εμπιστοσύνης (πρβλ. αποφάσεις της 5ης Ιουλίου 2023, SE κατά Επιτροπής, T-223/21, EU:T:2023:375, σκέψη 138 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 24ης Φεβρουαρίου 2010, P κατά Κοινοβουλίου, F-89/08, EU:F:2010:11, σκέψη 32).
37 Συναφώς, κατά τη νομολογία, η ΑΣΣΠΑ αποσαφηνίζει τις πραγματικές περιστάσεις που καταδεικνύουν ή δικαιολογούν τον κλονισμό της σχέσης εμπιστοσύνης (πρβλ. απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2019, WN κατά Κοινοβουλίου, T-431/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:781, σκέψη 31).
38 Επιπλέον, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι δεν απόκειται στην ΑΣΣΠΑ να υποκαταστήσει με τη δική της εκτίμηση εκείνη του ιεραρχικώς προϊσταμένου του προσφεύγοντος όσον αφορά το υποστατό του κλονισμού της σχέσης εμπιστοσύνης. Ωστόσο, η ΑΣΣΠΑ οφείλει να προβεί σε ανάλυση σε τρία στάδια. Οφείλει, κατ’ αρχάς, να εξακριβώσει αν πράγματι προβάλλεται έλλειψη ή διάρρηξη της σχέσης εμπιστοσύνης, εν συνεχεία, να εξετάσει την ουσιαστική ακρίβεια των προβαλλομένων πραγματικών περιστατικών και, τέλος, να βεβαιωθεί ότι, λαμβανομένης υπόψη της αιτιολογίας του, το αίτημα περί καταγγελίας δεν πάσχει λόγω προσβολής θεμελιωδών δικαιωμάτων ή ακόμη λόγω κατάχρησης εξουσίας (βλ. απόφαση της 8ης Μαΐου 2024, UF κατά Επιτροπής, T-24/23, EU:T:2024:293, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
39 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων πρέπει να εξεταστεί αν, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα-ενάγουσα, η ΑΣΣΠΑ, στην οποία το Μέλος υπέβαλε αίτημα περί καταγγελίας της σύμβασης της προσφεύγουσας-ενάγουσας, όφειλε να εξετάσει το υποστατό των πραγματικών περιστατικών που επικαλέστηκε το Μέλος και, στη συνέχεια, να περιοριστεί στους λόγους που προέβαλε το Μέλος αυτό για να στηρίξει τον κλονισμό της σχέσης εμπιστοσύνης, χωρίς, συνεπώς, να μπορεί να τους υποκαταστήσει με το δικό της σκεπτικό.
40 Πρώτον, όσον αφορά τους προβληθέντες με την προσβαλλόμενη απόφαση λόγους προς στήριξη της καταγγελίας της σύμβασης της προσφεύγουσας-ενάγουσας, η ΑΣΣΠΑ διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη «προβληματικής ή ακόμη και συγκρουσιακής σχέσης» μεταξύ της προσφεύγουσας-ενάγουσας και του Μέλους, όπως επιβεβαιώθηκε με την απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 2024 της επιτροπής αρωγής, η οποία «[αποδείκνυε], αυτή καθεαυτήν, τον κλονισμό της σχέσης εμπιστοσύνης» μεταξύ της προσφεύγουσας-ενάγουσας και του Μέλους.
41 Ομοίως, στην απόφαση απόρριψης της διοικητικής ένστασης, η επιτροπή ενστάσεων επισήμανε, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη «προβληματικής ή ακόμη και συγκρουσιακής σχέσης» μεταξύ του Μέλους και της προσφεύγουσας-ενάγουσας σύμφωνα με την απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 2024 της επιτροπής αρωγής και ότι «δεν θα μπορούσε να αμφισβητηθεί σοβαρά ότι, υπό τέτοιες περιστάσεις, η σχέση εμπιστοσύνης [...] πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει κλονιστεί».
42 Ωστόσο, με το υπόμνημα της 16ης Δεκεμβρίου 2023, το οποίο προσαρτήθηκε στο από 1ης Φεβρουαρίου 2023 υπόμνημά του, προς δικαιολόγηση του κλονισμού της σχέσης εμπιστοσύνης, το Μέλος προσήψε στην προσφεύγουσα-ενάγουσα έλλειψη αυξημένης διαθεσιμότητας, η οποία μαρτυρούσε, κατά την άποψή του, έλλειψη επαγγελματικής δεοντολογίας, καθώς και ολοένα μεγαλύτερη μείωση παραγωγικότητας και προορατικότητας και έλλειψη κινήτρων, όπως επίσης και έλλειψη αυτονομίας και μη παρακολούθηση της πορείας των εργασιών κατά την εκτέλεση ορισμένων καθηκόντων. Το Μέλος δεν αναφέρθηκε στην ύπαρξη «προβληματικής ή ακόμη και συγκρουσιακής σχέσης».
43 Συναφώς, επισημαίνεται ότι η ΑΣΣΠΑ δεν μπορεί, χωρίς να αλλοιώσει το καθεστώς που θεσπίζει το άρθρο 2, στοιχείο γ', του ΚΛΠ, να παρέμβει στον προσωποπαγή χαρακτήρα της σχέσης εργασίας μεταξύ του ιεραρχικώς προϊσταμένου και του εκτάκτου υπαλλήλου, ήτοι στο πεδίο της προσωπικής εκτίμησης που τη διέπει σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 36 ανωτέρω. Τούτο θα συνέβαινε αν η ΑΣΣΠΑ αποφάσιζε, αντί του ιεραρχικώς προϊσταμένου, ποια είναι τα στοιχεία που οδήγησαν στον κλονισμό της σχέσης εμπιστοσύνης.
44 Πράγματι, ο κλονισμός της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ του ιεραρχικώς προϊσταμένου και του εκτάκτου υπαλλήλου, η οποία έγκειται στη διατήρηση της προσωποπαγούς σχέσης που θεωρείται ότι χαρακτηρίζει την εργασιακή τους σχέση, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από πραγματικά στοιχεία των οποίων την ύπαρξη δεν προσήψε στον υπάλληλο ο ίδιος ο ιεραρχικώς προϊστάμενος, διότι άλλως θα αποδίδονταν στον τελευταίο αιτιάσεις τις οποίες δεν προέβαλε και, εν τέλει, η εκτίμηση των λόγων που τον ώθησαν να τρέφει εμπιστοσύνη στον συνεργάτη θα γινόταν από τρίτον.
45 Επομένως, η ΑΣΣΠΑ, στηρίζοντας την προσβαλλόμενη απόφαση σε λόγους τους οποίους δεν είχε επικαλεστεί το Μέλος, παρέβη το άρθρο 2, στοιχείο γ', του ΚΛΠ και, ως εκ τούτου, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
46 Δεύτερον, από τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 38 ανωτέρω προκύπτει ότι ο έλεγχος της ουσιαστικής ακρίβειας των πραγματικών περιστατικών, τον οποίο οφείλει να διενεργεί η ΑΣΣΠΑ, αφορά τον έλεγχο των πραγματικών περιστατικών που προσάπτονται από τον ιεραρχικώς προϊστάμενο στον έκτακτο υπάλληλο του οποίου η σύμβαση εργασίας ζητείται να καταγγελθεί λόγω κλονισμού της σχέσης εμπιστοσύνης.
47 Εν προκειμένω, όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η ΑΣΣΠΑ αρκέστηκε να δηλώσει ότι όφειλε «να λάβει υπόψη το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων, μεταξύ των οποίων όχι μόνον εκείνα που προβλήθηκαν με τα προαναφερθέντα υπομνήματα [του Μέλους της 16ης Δεκεμβρίου 2022 και της 1ης Φεβρουαρίου 2023], αλλά και εκείνα που μνημονεύονται στην απόφαση [της επιτροπής αρωγής] της 20ής Φεβρουαρίου 2024, η οποία έχει εν τω μεταξύ καταστεί απρόσβλητη». Ωστόσο, κανένα από τα στοιχεία «που προβλήθηκαν με τα προαναφερθέντα υπομνήματα» του Μέλους δεν εξετάστηκε, εκτιμήθηκε, ούτε καν μνημονεύθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση.
48 Από την απόφαση απόρριψης της διοικητικής ένστασης προκύπτει επίσης ότι ούτε η επιτροπή ενστάσεων τοποθετήθηκε επί των πραγματικών περιστατικών τα οποία το Μέλος προσήψε στην προσφεύγουσα-ενάγουσα προς δικαιολόγηση του κλονισμού της σχέσης εμπιστοσύνης. Εκτίμησε απλώς ότι «η ΑΣΣΠΑ, δυνάμει της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει, [έπρεπε] να μπορεί να λάβει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, στις οποίες συγκαταλέγεται, εν προκειμένω, το αποτέλεσμα της διαδικασίας αρωγής την οποία κίνησε η ίδια η ενιστάμενη».
49 Επομένως, ούτε η ΑΣΣΠΑ ούτε η επιτροπή ενστάσεων προέβησαν στην εξέταση ή τον έλεγχο της ουσιαστικής ακρίβειας των πραγματικών περιστατικών που προσάπτονται στην προσφεύγουσα-ενάγουσα από το Μέλος με τα υπομνήματα της 16ης Δεκεμβρίου 2022 και της 1ης Φεβρουαρίου 2023.
50 Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι η ΑΣΣΠΑ, μη προβαίνοντας σε έλεγχο των πραγματικών περιστατικών που προσάπτονται στην προσφεύγουσα-ενάγουσα από το Μέλος, δεν συμμορφώθηκε προς τις απαιτήσεις που της επιβάλλονται βάσει της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 38 νομολογίας και ότι, ως εκ τούτου, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
51 Τα συμπεράσματα που εκτίθενται στις σκέψεις 45 και 50 ανωτέρω δεν μπορούν να κλονιστούν από τα λοιπά επιχειρήματα που προέβαλε το καθού-εναγόμενο.
52 Όσον αφορά το επιχείρημα του καθού-εναγομένου ότι από την απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2019, WN κατά Κοινοβουλίου (T-431/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:781, σκέψεις 33 έως 36 και 53), προκύπτει ότι επαφίεται μεν στον οικείο ιεραρχικώς προϊστάμενο να υποβάλει αίτημα περί καταγγελίας, πλην όμως μόνον η ΑΣΣΠΑ είναι αρμόδια να απαγγείλει τη λύση της σύμβασης και να προσδιορίσει τους λόγους επί των οποίων ερείδεται η απόφαση αυτή και ότι, επομένως, θα μπορούσε να στηρίξει την απόφαση σε λόγους διαφορετικούς από εκείνους των οποίων έγινε επίκληση με το εν λόγω αίτημα, διαπιστώνεται ότι η προαναφερθείσα απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω.
53 Πράγματι, η απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2019, WN κατά Κοινοβουλίου (T-431/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:781), αφορούσε απόφαση περί καταγγελίας εκδοθείσα από την ΑΣΣΠΑ, η οποία επικρίθηκε λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, στο μέτρο που επαναλάμβανε μόνον ορισμένους από τους λόγους τους οποίους επικαλέστηκε ο ιεραρχικώς προϊστάμενος στο αίτημά του περί καταγγελίας. Συναφώς, έχει κριθεί ότι το γεγονός αυτό δεν μπορεί να συνιστά παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης που υπέχει η ΑΣΣΠΑ, δεδομένου ότι αυτή είναι η μόνη αρμόδια να απαγγείλει τη λύση της σύμβασης και να προσδιορίσει τους λόγους επί των οποίων ερείδεται η απόφαση καταγγελίας. Επομένως, η προαναφερθείσα απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου δεν αφορούσε το βάσιμο της επίμαχης απόφασης καταγγελίας, όπως εν προκειμένω, αλλά την ανεπαρκή αιτιολογία και την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, οπότε το καθού-εναγόμενο δεν μπορεί να την επικαλεστεί λυσιτελώς. Εν πάση περιπτώσει, διαπιστώνεται ότι η προσέγγιση της ΑΣΣΠΑ στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της οποίας γίνεται επίκληση συνάδει με τον ρόλο της αρχής αυτής, όπως αυτός προκύπτει από τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 38 ανωτέρω. Πράγματι, η ΑΣΣΠΑ υποχρεούται να προβεί σε έλεγχο της ουσιαστικής ακρίβειας των πραγματικών περιστατικών των οποίων γίνεται επίκληση. Ο έλεγχος αυτός μπορεί να την οδηγήσει στην απόρριψη ορισμένων εξ αυτών, εάν δεν φαίνεται να τεκμηριώνουν κατά τρόπο πειστικό τον κλονισμό της σχέσης εμπιστοσύνης. Αντιθέτως, εν προκειμένω, η ΑΣΣΠΑ δεν επανέλαβε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, κάποιο από τα στοιχεία που επικαλέστηκε το Μέλος και επέλεξε να επικαλεστεί διαφορετικούς λόγους, όπερ το καθού-εναγόμενο αναγνωρίζει εξάλλου με τα δικόγραφά του.
54 Ομοίως, η απόφαση της 14ης Ιουλίου 2021, BG κατά Κοινοβουλίου (T-253/19, EU:T:2021:459, σκέψεις 54 έως 56), την οποία επικαλείται το καθού-εναγόμενο, δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω, δεδομένου ότι οι σκέψεις στις οποίες παραπέμπει αφορούν και αυτές την ανεπαρκή αιτιολογία της επίμαχης απόφασης, και όχι τη βασιμότητά της. Εν πάση περιπτώσει, η προαναφερθείσα απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου αφορά περίπτωση κατά την οποία η απόφαση καταγγελίας την οποία εξέδωσε η ΑΣΣΠΑ επικρίθηκε διότι ότι οι λόγοι τους οποίους επικαλέστηκε ο ιεραρχικώς προϊστάμενος προς δικαιολόγηση της καταγγελίας είχαν μεταβληθεί κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, το αναφυόμενο ζήτημα δεν είναι αν το Μέλος μπορούσε να μεταβάλλει κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας τους λόγους για τους οποίους επήλθε ο κλονισμός της σχέσης εμπιστοσύνης, αλλά αν η ΑΣΣΠΑ μπορούσε να υιοθετήσει λόγους διαφορετικούς από εκείνους τους οποίους επικαλέστηκε το Μέλος προς στήριξη του αιτήματός του περί καταγγελίας της σύμβασης της προσφεύγουσας-ενάγουσας.
55 Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του καθού-εναγομένου ότι, αν η ΑΣΣΠΑ δεν είχε τη δυνατότητα να στηρίξει την καταγγελία της σύμβασης εκτάκτου υπαλλήλου σε λόγους διαφορετικούς από εκείνους τους οποίους επικαλέστηκε ο ιεραρχικώς προϊστάμενος στο γραφείο του οποίου η υπάλληλος ασκεί τα καθήκοντά της, θα θιγόταν ο δυναμικός χαρακτήρας της προ της άσκησης της προσφυγής διαδικασίας δεν μπορούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση τα εκτιθέμενα στις ανωτέρω σκέψεις 45 και 50 συμπεράσματα.
56 Συναφώς, κατά τη νομολογία, λαμβανομένου υπόψη του ίδιου του σκοπού της προς της άσκησης της προσφυγής διαδικασίας, ο οποίος συνίσταται στην παροχή της δυνατότητας στη Διοίκηση να επανεξετάσει την απόφασή της, η διαδικασία αυτή έχει δυναμικό χαρακτήρα, οπότε, στο σύστημα των μέσων έννομης προστασίας που προβλέπουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ, η Διοίκηση δύναται, αφενός, να απορρίψει τη διοικητική ένσταση και, αφετέρου, να οδηγηθεί σε τροποποίηση της αιτιολογίας βάσει της οποίας είχε εκδώσει την προσβαλλόμενη πράξη. Πράγματι, σκοπός της διαδικασίας διοικητικής ένστασης είναι να καταστήσει δυνατή την εκ μέρους της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής ή της ΑΣΣΠΑ επανεξέταση της προσβαλλομένης πράξης υπό το πρίσμα των αιτιάσεων που προβάλλει ο ενιστάμενος, με ενδεχόμενη τροποποίηση της αιτιολογίας στην οποία στηρίχθηκε το διατακτικό της (βλ. απόφαση της 26ης Ιουνίου 2024, Παρασκευαΐδης κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, T-698/21, EU:T:2024:425, σκέψη 17 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
57 Ωστόσο, το γεγονός ότι η ΑΣΣΠΑ δεν μπορεί να υποκαταστήσει με τη δική της αιτιολογία την αιτιολογία που παραθέτει ο ιεραρχικώς προϊστάμενος, όπερ πράγματι συνιστά περιορισμό του δυναμικού χαρακτήρα της προ της άσκησης της προσφυγής διαδικασίας, αποτελεί συνέπεια της ιδιαίτερης φύσης της σύμβασης περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 2, στοιχείο γ', του ΚΛΠ και του προσωποπαγούς χαρακτήρα της. Πράγματι, η ΑΣΣΠΑ δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υποκαταστήσει με τη δική της εκτίμηση εκείνη του ιεραρχικώς προϊσταμένου, παραπέμποντας σε άλλους λόγους τους οποίους ο ιεραρχικώς προϊστάμενος δεν επικαλέστηκε, είτε κατά το στάδιο της αρχικής πράξης είτε κατά το στάδιο της απάντησης στη διοικητική ένσταση. Τούτο δεν θίγει τη δυνατότητα της ΑΣΣΠΑ, μετά τον έλεγχο της ουσιαστικής ακρίβειας των προσαπτόμενων από τον ιεραχικώς προϊστάμενο πραγματικών περιστατικών, να αποφασίσει να επικαλεστεί μόνον ορισμένους από τους λόγους αυτούς κατά το στάδιο της απάντησης στη διοικητική ένσταση, ενώ είχε δεχθεί το σύνολο των λόγων αυτών κατά το στάδιο της αμφισβητούμενης πράξης (πρβλ. απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2019, WN κατά Κοινοβουλίου, T-431/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:781, σκέψεις 33 έως 36).
58 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι πρέπει να γίνει δεκτό το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως και, κατά συνέπεια, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί των λοιπών λόγων ακυρώσεως που προέβαλε η προσφεύγουσα-ενάγουσα ούτε επί του παραδεκτού των συμπληρωματικών αποδεικτικών στοιχείων που η ίδια προσκόμισε στις 2 Ιουλίου 2025, διότι τα στοιχεία αυτά αφορούν πραγματικά περιστατικά των οποίων έγινε επίκληση προς στήριξη του τετάρτου λόγου ακυρώσεως.
Επί του αποζημιωτικού αιτήματος
59 Η προσφεύγουσα-ενάγουσα υποβάλλει αποζημιωτικό αίτημα, προς στήριξη του οποίου ισχυρίζεται ότι τα υπηρεσιακά πταίσματα στα οποία υπέπεσε η Διοίκηση κατά τη διαδικασία καταγγελίας της σύμβασής της εκτάκτου υπαλλήλου της προξένησαν ηθική βλάβη η οποία δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με την ακύρωση της προσβαλλομένης απόφασης. Συγκεκριμένα, οι περιστάσεις υπό τις οποίες εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστούν πράξεις βαρύτατα προσβλητικές για την αξιοπρέπειά της, βλάπτουν δε σοβαρά και την υγεία της. Η προσφεύγουσα-ενάγουσα προσθέτει ότι, λόγω της καταγγελίας της σύμβασής της, το καθού-εναγόμενο δεν της παρέσχε τη δυνατότητα να ολοκληρώσει αξιοπρεπώς τη σταδιοδρομία της εντός του θεσμικού οργάνου, «υποχρεώνοντάς την να [κινηθεί] διαδικαστικά» και να υποστεί τη σχετική ταλαιπωρία. Η προσφεύγουσα-ενάγουσα εκτιμά ότι το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη ανέρχεται, κατά δίκαιη και εύλογη κρίση, σε 50 000 ευρώ.
60 Το καθού-εναγόμενο αντικρούει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας-ενάγουσας, υποστηρίζοντας ότι το αποζημιωτικό αίτημα συνδέεται στενά με το ακυρωτικό αίτημα το οποίο πρέπει, αυτό καθεαυτό, να απορριφθεί. Ως εκ τούτου, κατά το καθού-εναγόμενο, το αποζημιωτικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο ικανό να αποδείξει την ύπαρξη και την έκταση της ηθικής βλάβης την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη.
61 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η ακύρωση παράνομης πράξης μπορεί να συνιστά, αυτή καθεαυτήν, πρόσφορη και, κατ’ αρχήν, επαρκή ικανοποίηση κάθε ηθικής βλάβης την οποία τυχόν προκάλεσε η εν λόγω πράξη, εκτός αν ο προσφεύγων αποδεικνύει ότι υπέστη ηθική βλάβη μη δυνάμενη να ικανοποιηθεί πλήρως με την ακύρωσή της [πρβλ. διάταξη της 3ης Σεπτεμβρίου 2019, FV κατά Συμβουλίου, C-188/19 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2019:690, σκέψη 4 (γνώμη της γενικής εισαγγελέα J. Kokott, σημείο 26), και απόφαση της 28ης Απριλίου 2021, Correia κατά ΕΟΚΕ, T-843/19, EU:T:2021:221, σκέψη 86].
62 Ειδικότερα, έχει κριθεί ότι η ακύρωση πράξης, όταν στερείται πρακτικής αποτελεσματικότητας, δεν δύναται να αποτελέσει, αφ’ εαυτής, πρόσφορη και επαρκή ικανοποίηση για κάθε ηθική βλάβη που απορρέει από την ακυρωθείσα πράξη (βλ. αποφάσεις της 29ης Ιανουαρίου 2020, Aquino κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, T-402/18, EU:T:2020:13, σκέψη 91 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 14ης Δεκεμβρίου 2022, SU κατά ΕΑΑΕΣ, T-296/21, EU:T:2022:808, σκέψη 109 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
63 Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει το ενδεχόμενο η ηθική βλάβη την οποία υπέστη ο μόνιμος ή ο έκτακτος υπάλληλος να μην ικανοποιείται πλήρως με την ακύρωση της επίμαχης πράξης σε περίπτωση που ο προσφεύγων περιήλθε σε κατάσταση ανησυχίας ως προς το επαγγελματικό του μέλλον (πρβλ. αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 2019, Siragusa κατά Συμβουλίου, T-616/17 RENV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:372, σκέψη 83, και της 25ης Ιουνίου 2020, XH κατά Επιτροπής, T-511/18, EU:T:2020:291, σκέψη 81) ή σε περίπτωση που βίωσε το αίσθημα αδικίας και ταλαιπωρίας που προκαλεί σε ένα πρόσωπο το γεγονός ότι υποχρεούται να κινήσει διαδικασία προ της άσκησης της προσφυγής, κατόπιν δε ένδικη διαδικασία, προκειμένου να αναγνωρισθούν τα δικαιώματά του (πρβλ. απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2024, TU κατά Κοινοβουλίου, T-793/22, EU:T:2024:614, σκέψη 237 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
64 Όσον αφορά τις εξουσίες του δικαστή στον τομέα αυτό, υπενθυμίζεται επίσης ότι από το άρθρο 91, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του ΚΥΚ προκύπτει ότι, στις χρηματικές διαφορές, το Γενικό Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα πλήρους δικαιοδοσίας. Συνιστούν ειδικότερα «χρηματικές διαφορές», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, οι αγωγές αποζημίωσης που ασκούν οι υπάλληλοι κατά οργάνου (βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Επανεξέταση Missir Mamachi di Lusignano κατά Επιτροπής, C-417/14 RX-II, EU:C:2015:588, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
65 Η πλήρης δικαιοδοσία αναθέτει στο Γενικό Δικαστήριο την αποστολή να επιλύει πλήρως τις διαφορές των οποίων επιλαμβάνεται (βλ. απόφαση της 20ής Μαΐου 2010, Γκόγκος κατά Επιτροπής, C-583/08 P, EU:C:2010:287, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Η δικαιοδοσία αυτή αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στο να παράσχει στο Γενικό Δικαστήριο τη δυνατότητα να διασφαλίζει την πρακτική αποτελεσματικότητα των αποφάσεων που εκδίδει επί υπαλληλικών υποθέσεων ούτως ώστε, αν η ακύρωση της παράνομης βλαπτικής πράξης δεν αρκεί για να εξασφαλίσει την κατίσχυση των δικαιωμάτων του προσφεύγοντος ή για να διαφυλάξει αποτελεσματικά τα συμφέροντά του, ο δικαστής της Ένωσης να μπορεί, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, να του επιδικάσει αποζημίωση. Στην περίπτωση αυτή εναπόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να εκτιμήσει ex ?quo et bono, αφού λάβει υπόψη του όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, τη ζημία που υπέστη ο ενδιαφερόμενος (πρβλ. αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Επανεξέταση Missir Mamachi di Lusignano κατά Επιτροπής, C-417/14 RX-II, EU:C:2015:588, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, της 12ης Ιουλίου 2011, Επιτροπή κατά Q, T-80/09 P, EU:T:2011:347, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 14ης Δεκεμβρίου 2022, SU κατά ΕΑΑΕΣ, T-296/21, EU:T:2022:808, σκέψη 79).
66 Εν προκειμένω, υπενθυμίζεται ότι η σύμβαση της προσφεύγουσας-ενάγουσας καταγγέλθηκε παρανόμως.
67 Ωστόσο, πρώτον, η ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης έχει περιορισμένη πρακτική αποτελεσματικότητα, καθόσον η καταγγελία της σύμβασης της προσφεύγουσας-ενάγουσας τέθηκε σε ισχύ λιγότερο από έναν μήνα πριν από την ημερομηνία συνταξιοδότησής της. Επομένως, η ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστά αφ’ εαυτής επαρκή ικανοποίηση.
68 Δεύτερον, η καταγγελία της σύμβασης άρχισε να παράγει αποτελέσματα κατόπιν υπερβολικά μακράς κατ’ αντιμωλίαν διαδικασίας. Πράγματι, η διαδικασία αυτή άρχισε στις 16 Δεκεμβρίου 2022 και ολοκληρώθηκε μόλις στις 2 Ιουλίου 2024 με την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η δε καταγγελία άρχισε να ισχύει τον Αύγουστο του 2025. Κατά τη διάρκεια αυτού του σχεδόν τριετούς διαστήματος, η προσφεύγουσα περιήλθε σε επισφαλή κατάσταση, σε μια ηλικία κατά την οποία οι μισθωτοί αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσχέρειες κατά την επαγγελματική επανένταξη μετά από απόλυση. Το καθού-εναγόμενο δεν ευθύνεται μεν πλήρως για τη διάρκεια αυτή, ενώ και η προσφεύγουσα-ενάγουσα εξακολούθησε να απασχολείται από αυτό μέχρι μερικές εβδομάδες πριν από τη συνταξιοδότησή της, πλην όμως, λόγω της παράτυπης διαδικασίας καταγγελίας, η προσφεύγουσα-ενάγουσα έζησε σε κατάσταση ανησυχίας και αβεβαιότητας όσον αφορά το επαγγελματικό της μέλλον, για παρατεταμένο χρονικό διάστημα υπό την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 63 ανωτέρω.
69 Τρίτον, οι περιστάσεις που περιέβαλαν τη διαδικασία καταγγελίας της σύμβασης της προσφεύγουσας-ενάγουσας δεν της επέτρεψαν να ολοκληρώσει με αξιοπρέπεια τη σταδιοδρομία της στο θεσμικό όργανο στο οποίο εργάστηκε για περισσότερα από είκοσι έτη.
70 Επομένως, η προσφεύγουσα-ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη λόγω της συμπεριφοράς του καθού-εναγομένου, η οποία δεν μπορεί να ικανοποιηθεί πλήρως απλώς και μόνον με την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.
71 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι, κατά δίκαιη εκτίμηση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη η προσφεύγουσα-ενάγουσα, πρέπει να της επιδικάσει ex ?quo et bono ποσό 10 000 ευρώ.
Επί των δικαστικών εξόδων
72 Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
73 Δεδομένου ότι το καθού-εναγόμενο ηττήθηκε, πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά του καθώς και εκείνα στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα-ενάγουσα, σύμφωνα με το αίτημα της τελευταίας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 2ας Ιουλίου 2024 περί καταγγελίας της σύμβασης αορίστου χρόνου της HC ως έκτακτης υπαλλήλου.
2) Καταδικάζει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να καταβάλει στην HC το ποσό των 10 000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη.
3) Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
|
De Baere |
Meyer |
Jo?ien? |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 10 Ιουνίου 2026.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.