Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1843 / 2024    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1843/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κούνα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Δυτικής Ελλάδος, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αντωνία Κυρίτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...2010 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της ...2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με την από ...2010 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, με τις αυτοτελείς αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ...2014 και ...2020 τελεσίδικη του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από ...2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από ...2021 και με αρ. κατ. ...2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. ...2020 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης του αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντος ακινήτου του αναιρεσείοντος, των συστατικών και επικειμένων του, προσδιορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας του ειδικότερα αναφερομένου σε αυτή τμήματος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, που απομένει μετά την απαλλοτρίωση. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της ενιαύσιας προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης του Εφετείου, στις 19.10.2020, δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ότι έλαβε χώρα επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. και 22 Ν. 2882/2001). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος του 1975 "1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. 3. Η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης, και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό". Η πιο πάνω νέα διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 17 παρ. 2 εδ. γ'), σύμφωνα με τη διάταξη του κεφαλαίου Δ' του Ψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 18-4-2001, έχει δε εφαρμογή, ως συνταγματική και επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του. Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974 "Περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", ως και του προσθέτου εις αυτήν Πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20ης Μαρτίου 1952" (ΦΕΚ Α' 256) και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο. 28 § 1 του Συντάγματος), ορίζεται: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Το άρθρο αυτό περιέχει τρεις κανόνες. Ο πρώτος, που είναι γενικής φύσης, καθιερώνει την αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της ιδιοκτησίας - περιουσίας (εδ. α' της πρώτης παραγράφου). Ο δεύτερος καλύπτει τη στέρηση περιουσιακών αγαθών, για την οποία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις (εδ. β' της πρώτης παραγράφου). Ο τρίτος κανόνας αναγνωρίζει το δικαίωμα των Κρατών, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον, με την εφαρμογή νόμων, τους οποίους θεωρούν αναγκαίους για το σκοπό αυτό (παράγραφος 2, απόφαση του ΕΔΔΑ της 23-9-1982 ...). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία, σημειωτέον, προστατεύεται, ως δικαίωμα στην ιδιοκτησία, εκτός άλλων και η κυριότητα επί ακινήτων (απόφαση του ΕΔΔΑ της 24-6-1993, Π. κατά Ελλάδος) επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της επιταγής της προάσπισης των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων. Και αυτή η ισορροπία τηρείται με τη λήψη υπόψη ως σκοπητέου χρόνου για την αξία του απαλλοτριωμένου, του χρόνου της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, εφόσον αυτή γίνεται μετά την παρέλευση ικανού χρόνου από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της. Η νέα ρύθμιση του εδ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος έχει εισαχθεί, προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), αναφορικώς με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Έτσι "ως προβλεπόμενοι υπό του νόμου όροι", υπό τους οποίους, κατά την άνω διάταξη του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, επιτρέπεται η στέρηση της περιουσίας του προσώπου, νοούνται προφανώς οι όροι, που θεσπίζει η πιο πάνω αναθεωρημένη διάταξη της παρ. 2 εδ. γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία, αν η δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριωμένου ακινήτου διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τον προσωρινό προσδιορισμό, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριωμένου κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Η εν λόγω συνταγματική διάταξη μεταφέρθηκε και στον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων του 2001, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του Ν. 2882/1991 (ΦΕΚ Α' 17/6.2.2001), με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13, η οποία έγινε με το άρθρο 1 § 4 του Ν. 2985/2002 (ΦΕΚ Α' 18/4.2.2002) και άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 2 του ίδιου νόμου). Ειδικότερα, στη συγκεκριμένη διάταξη (πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 61 Ν. 5016/2023 ΦΕΚ Α'21/4-2-2023) ορίζεται ότι "η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό" (ΟλΑΠ 2/2015). Από τις προαναφερόμενες ρυθμίσεις, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση παρέλευσης έτους από τη συζήτηση της αίτησης περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης ή επί άσκησης απευθείας ενώπιον του εφετείου αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζήτησης κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα αν το εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της. Και τούτο, διότι κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας. Έτσι, αν κατά την πρώτη συζήτηση διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη, η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου θα υπολογισθεί με βάση το χρόνο αυτής της συζήτησης και όχι εκείνης, που γίνεται μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης (ΟΛ. ΑΠ 2/2015, ΟΛ. ΑΠ 14/2011). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1034/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, AΠ 863/2022, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο (άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 1004852/382/0010/29-1-2008 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 57/11-2-2008, τεύχος ΑΑ και ΠΘ, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας, υπέρ και σε βάρος του Δημοσίου και των παρόδιων ιδιοκτητών, που θα συντελούνταν με δαπάνες του ενάριθμου έργου 2006ΣΕ07130034 για την κατασκευή του τμήματος από την χ.θ. 109+100,00 έως την χ.θ. 118+400,00 του Αυτοκινητόδρομου Κόρινθος - Πάτρα, σύμφωνα με την μελέτη οδοποιίας του υπόψη τμήματος, έκτασης συνολικού εμβαδού 189.358,58 τ.μ., όπως η απαλλοτριούμενη αυτή έκταση εικονίζεται σε κλίμακα 1:1000 στα από 2...2007 κτηματολογικά διαγράμματα με αριθμούς σχεδίων 243 έως και 266 και στους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες, τα οποία συντάχθηκαν από τους μελετητές Γ. Χ., Π. Ο. και Κ. Κ., για λογαριασμό του αναδόχου γραφείου μελετών "Μέθοδος Τεχνική Α.Ε. - Σύμβουλοι Μηχανικοί" και θεωρήθηκαν την 2...2007 από τον Προϊστάμενο της Δ/νσης Δ12 του ΥΠΕΧΩΔΕ Ιωάννη Σαραντινό. Με την υπ' αριθμ. ...2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών ορίστηκε, με κρίσιμο χρόνο την ...2009, η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης του εδάφους των επίδικων απαλλοτριωθέντων ακινήτων, των συστατικών και των επικειμένων τους, καθώς και η ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των εναπομείναντων τμημάτων τους. Ακολούθως, το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών την από ...2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2018 αίτησή του, με την οποία ζήτησε τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, καθώς και να αναγνωριστεί ότι δεν συντρέχει περίπτωση καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματά τους. Η αίτηση αυτή συνεκδικάστηκε με αντίθετες αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων, μεταξύ των οποίων και η αντίθετη αίτηση της αναιρεσείουσας, που συζητήθηκαν στις ...2013 και εκδόθηκε η υπ' αριθ....2014 εν μέρει οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκαν οι αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις που κρίθηκαν ως απορριπτέες και, ως προς τις λοιπές αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις, που κρίθηκαν παραδεκτές και νόμιμες, μεταξύ των οποίων και η αίτηση της αναιρεσείουσας, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αναφορικά με τα ειδικότερα σε αυτή οριζόμενα θέματα. Μετά τη διενέργεια της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, η υπόθεση επανήλθε προς περαιτέρω συζήτηση, μετά από ασκηθείσες κλήσεις και συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της ...2019, οπότε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ...2020 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία, μεταξύ άλλων, καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης του αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντος ακινήτου της αναιρεσείουσας, των συστατικών και επικειμένων του, προσδιορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας του ειδικότερα αναφερομένου σε αυτή τμήματος του ακινήτου, που απομένει μετά την απαλλοτρίωση. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, όσον αφορά τον κρίσιμο χρόνο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, δέχθηκε τα εξής: "Το Δικαστήριο ... κρίνει ότι η πραγματική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων κατά τον χρόνο συζήτησης της ουσίας της υπόθεσης, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ... που απέχει πέραν του έτους από τον χρόνο συζήτησης της αίτησης προσωρινού καθορισμού τιμής μονάδος αποζημιώσεως (13.1.2009) και, κατ' επέκταση, η πλήρης αποζημίωση, ήτοι εκείνη με την οποία δύνανται να αντικαταστήσουν τα απαλλοτριωμένα με ισάξια αυτών ακίνητα υπό τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να συνυπολογίζεται τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση αυτών συνεπεία της εξαγγελίας ή κήρυξης της προκείμενης απαλλοτρίωσης και της εκτέλεσης του έργου, συνυπολογιζομένης ωστόσο της επελθούσας ανατίμησης και μέχρι τον χρόνο συζήτησης της υπό κρίση υπόθεσης για λόγους άσχετους προς την εξαγγελία ή κήρυξη αυτής ή προς την κατασκευή του έργου, είναι η εξής .....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε ότι, εφόσον η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξήχθη μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, πρέπει να ληφθεί υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό και ως τέτοιο κρίσιμο χρόνο έλαβε υπόψη του, όπως συνάγεται από τις προεκτιθέμενες παραδοχές του, το χρόνο της ενώπιόν του συζήτησης της υπόθεσης, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης (...2019) και όχι το χρόνο της πρώτης συζήτησης, κατά τον οποίο εκδικάστηκε η υπόθεση και εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 74/2014 απόφαση, που διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης (...2013). Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001, με το να δεχθεί ως κρίσιμο χρόνο, για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας της αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, των συστατικών και των επικειμένων τους, εκείνον, κατά τον οποίο επαναλήφθηκε η συζήτηση ενώπιον του Εφετείου (...2019), μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αν κατά την πρώτη συζήτηση για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας της αποζημίωσης διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη, η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου θα υπολογισθεί με βάση το χρόνο αυτής της συζήτησης και όχι εκείνης, που γίνεται μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και στην ένδικη περίπτωση, το Εφετείο, ορθώς μεν έκρινε ότι εφόσον η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξήχθη μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, πρέπει να ληφθεί υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, πλην όμως ακολούθως, λαμβάνοντας υπόψη ως κρίσιμο χρόνο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης εκείνον της ενώπιόν του συζήτησης της υπόθεσης, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, ήτοι την ...2019 και όχι το χρόνο της πρώτης συζήτησης, κατά τον οποίο εκδικάστηκε η υπόθεση και εκδόθηκε η υπ' αριθ....2014 απόφαση, που διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ήτοι την ...2013, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Μετά από αυτά παρέλκει η έρευνα του τετάρτου αναιρετικού λόγου, ως προς το πρώτο, δεύτερο τέταρτο και έκτο σκέλος του, που αφορούν στον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης του αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντος ακινήτου της αναιρεσείουσας, των συστατικών και επικειμένων του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αφορούν στο ίδιο κεφάλαιο και καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω πρώτου αναιρετικού λόγου, κατά το μέρος που έγινε δεκτός. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α'/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρο 146 παρ. 9 του εν λόγω νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο. Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα, που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, καθίσταται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του. Η αποζημίωση αυτή καλύπτει όχι μόνο τη ζημία από την απομείωση της έκτασης του ακινήτου, αλλά και εκείνη που επέρχεται από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση (ΟλΑΠ 31/2005, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 273/2019, ΑΠ 1069/2018, ΑΠ 148/2018, ΑΠ 1554/2017). Με την τροποποίηση αυτή επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μείωσης της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης και του ποσοστού της (ΑΠ 2016/2022, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 1203/2019, ΑΠ 2004/2017, ΑΠ 96/2015). Εξάλλου, ενόψει της ως άνω διάταξης του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 128 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης που επιδικάζει ή δεν επιδικάζει ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των εναπομεινάντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των ιδιοκτησιών, για να είναι πλήρης και να μη θεωρείται ανεπαρκής, πρέπει να ενέχει προσδιορισμό των εναπομεινάντων τμημάτων, ήτοι αναφορά περί του εμβαδού τους και των λοιπών προσδιοριστικών τους στοιχείων και να αναφέρει την, κατά προορισμό, χρήση των εναπομεινάντων τμημάτων και την, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποιες προϋποθέσεις (ΑΠ 2016/2022, ΑΠ 882/2020, ΑΠ 273/2019, ΑΠ 148/2018, ΑΠ 1957/2017, ΑΠ 1201/2017, ΑΠ 205/2017). Επιπλέον, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατά τη διάταξη αυτή, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης εξαιτίας μείωσης της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικά, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δόμησης κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το τμήμα αυτού που απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση, ή είναι μεν άρτιο, αλλά όχι οικοδομήσιμο (ΑΠ 465/2020, ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 365/2018, ΑΠ 205/2017). Εξάλλου, με το άρθρο 2 παρ. 1 περ. α', γ' και ε' του Π.Δ. 209/1998 (ΦΕΚ 169 Α') ορίζεται ότι : " 1. Η ελάχιστη απόσταση των κτιρίων, από τους άξονες των οδών ή τα όρια τους σε όσες περιπτώσεις προβλέπεται, τα οποία κτίρια βρίσκονται σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχές και εκτός ορίων οικισμών, ορίζεται ως εξής: α) Στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο, 60 μέτρα από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο των 40 μέτρων από το όριο αυτής. ... γ) Στα τμήματα του Εθνικού Οδικού Δικτύου που έχουν χαρακτηρισθεί και κατασκευασθεί ως αυτοκινητόδρομοι ή οδοί ταχείας κυκλοφορίας, όπως ορίζονται στο Ν. 2094/1992, με παράπλευρες οδούς (S.R.) σε επαφή με την κύρια οδό ή και σε απόσταση από αυτή, τα κτίρια τοποθετούνται στην οριζόμενη ως άνω απόσταση από τον άξονα της κυρίας οδού και 20 μέτρα από τον άξονα της παραπλεύρου. Στην περίπτωση που δεν έχουν κατασκευασθεί παράπλευρες οδοί ισχύουν οι αποστάσεις των παρ. (1α) και (1β) του παρόντος άρθρου. ... ε) Στις χαρακτηρισμένες ως παράπλευρες οδούς (S.R.) του Εθνικού Οδικού Δικτύου, εκτός των αυτοκινητοδρόμων και των οδών ταχείας κυκλοφορίας, 20 μέτρα από τον άξονα της παράπλευρης οδού, εφόσον έχει κατασκευασθεί". Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ. ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).
Συνεπώς, ως αιτιολογία, που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών, που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν υπάρχει δε έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, (Ολ. ΑΠ 1/2020, ΑΠ 551/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1059/2022, ΑΠ 414/2019). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές που διαμορφώνουν το αποδεικτικό πόρισμα και δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον λόγο αυτό, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1059/2022, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1126/2020). Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (ΟλΑΠ 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1167/2019). Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 1126/2020). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο και τον τέταρτο, κατά το οικείο τρίτο και πέμπτο σκέλος αυτού, από τους λόγους της κρινόμενης αίτησης, συνδυαστικά ερευνώμενους, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1, 12 (αληθώς 11 γ '), και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, κατά τον καθορισμό της τιμή της αποζημίωσης, καθώς και της ιδιαίτερης αποζημίωσης, λόγω απομείωσης της αξίας του εναπομείναντος τμήματος του ακινήτου της, δεν έλαβε υπόψη της και δεν εκτίμησε ορθά τις προτεινόμενες από τον εμπειρογνώμονα Ά. Χ. και την πραγματογνωμοσύνη των δικαστικών πραγματογνωμόνων Ν. Α. και Π. Σ., και διέλαβε έτσι ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο των αναιρετικό έλεγχο, ως προς την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 13 παρ. 1 εδ. α', β' και γ' του ν. 2882/2001 και του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τα ανωτέρω αιτήματα, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα: "....ΙΘ. Ακίνητα ....06232025, ....πρόκειται για ιδιοκτησίες μεσαίου και μεγέθους στα νότια της ΝΕΟ από τη χθ 109+800 έως χθ 110+700 εκτός των ορίων του πλησιέστερου οικισμού ..., εντός ζώνης 500 μ. με επικλινή εδάφη, κανονικά σχήματα και πρόσβαση μέσω αγροτικών δρόμων. Οι παραπάνω ιδιοκτησίες είχαν ως βασική χρήση τη γεωργική, πλην όμως λόγω του μεγέθους, της προνομιακής θέσης στο χώρο (υψόμετρο - θέα προς τον ...) και δυνατότητα δόμησης ήταν πρόσφορες για οικοδομική αξιοποίηση..... (79ο φύλλο) αγρός μικρού μεγέθους 2.040,01 τ.μ. πεδινός, καλλιεργήσιμος, αρδευόμενος, με απαλλοτριούμενη έκταση 1.563,88 τ.μ. νότια της ΝΕΟ στην περιοχή ..., εκτός των ορίων του οικισμού, ήταν άρτιος και οικοδομήσιμος, 35 ευρώ το τ.μ....., που ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο με χρόνο δημιουργίας το 1946 και γίνεται μη οικοδομήσιμο μετά την απαλλοτρίωση, προκύπτει ότι δεν πληροί την προϋπόθεση του εμβαδού (πδ 24/1985, αρθρ. 1 παρ. 2β) δεν είναι πλέον οικοδομήσιμο (ήταν κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο) καθίσταται τυφλό, μετά την απαλλοτρίωση και την κατάληψη της αγροτικής οδού που εξυπηρετούσε την ιδιοκτησία, το εναπομείναν τμήμα του εκ 476,13 τ.μ. και καθίσταται δυσχερής η χρήση για καλλιέργεια και εκμετάλλευση των 10 ελαιοδένδρων που υπάρχουν σε αυτό. Το ποσοστό της μείωσης ανέρχεται κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου σε 70%...". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, αφενός έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα, μεταξύ των οποίων και η έκθεση οικονομικής αξίας του εμπειρογνώμονα Ά. Χ. και η πραγματογνωμοσύνη των δικαστικών πραγματογνωμόνων Ν. Α. και Π. Σ., τις οποίες ρητώς μνημονεύει στο 46ο φύλλο αυτής, απορριπτομένης της σχετικής αιτιάσεως ως αβάσιμης, και αφετέρου δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή ή μη των ανωτέρω διατάξεων, με την έννοια αυτών, που διαλαμβάνεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για την πληρότητα του άνω αποδεικτικού του πορίσματος και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. ορθά ερμήνευσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται η συνολική έκταση του ακινήτου, καθώς και τα λοιπά προσδιοριστικά του στοιχεία (τοποθεσία, ειδικότερη θέση εντός ή εκτός οικισμού, σχήμα, πρόσβαση σε οδό), προσδιορίζεται ειδικότερα η κατά προορισμό χρήση του, μνημονεύεται η δυνατότητα πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και μετά την απαλλοτρίωση και διευκρινίζεται ότι ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο πριν την απαλλοτρίωση. Επομένως, οι αιτιάσεις ότι η προσβαλλομένη δεν εξετίμησε ορθώς και με επαρκείς αιτιολογίες τα αποδεικτικά μέσα και την συνεπεία της απαλλοτριώσεως επελθούσα ολοσχερή ζημία στην ιδιοκτησία της για τον καθορισμό της τιμής μονάδος, με βάση και την απώλεια της οικοδομησιμότητας του ακινήτου της, με τις οποίες αποδίδεται πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες και σε κάθε περίπτωση δε αυτές είναι απαράδεκτες, καθόσον οι φερόμενες ως ελλείψεις, ανεπάρκειες και αντιφάσεις στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές και επαρκές αποδεικτικό του πόρισμα και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αριθμός 9, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο λόγος αυτός αποτελεί τη λογική συνέπεια της ισχύος του συστήματος της συζήτησης (άρθρο 106 ΚΠολΔ) στο δικονομικό δίκαιο. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 171/2020, ΑΠ 431/2016, ΑΠ 1004/2015), όπως και η αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης σχετικά με την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους ή της ιδιαίτερης, κατ` άρθρο 13 παρ. 4 Ν. 2882/2001, αποζημίωσης, ή της άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας (ΑΠ 681/2022, ΑΠ 171/2020, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 365/2018, ΑΠ 2062/2017). Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ` αυτήν λόγου αναίρεσης, απαιτείται, η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων, να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό. Ο προβλεπόμενος από την παραπάνω διάταξη αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παράλειψε να ασχοληθεί με οποιοδήποτε τρόπο με την ενώπιόν του κατατεθείσα προς κρίση αίτηση παροχής έννομης προστασίας (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1558/2018, ΑΠ 606/2015) και όχι όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας, έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 111/2022, ΑΠ 1550/2021, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 755/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την αίτησή της, που περιήχετο στο δικόγραφο της από 3.2.2010 αίτησης της αναιρεσείουσας, για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για είκοσι τέσσερεις (24) μεγάλες ελιές, που υπάρχουν στην ιδιοκτησία της. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι το Εφετείο δεν περιλαμβάνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του καμία αιτιολογία ούτε κάποια ένδειξη σχετική με το λόγο για τον οποίον αντιπαρήλθε σιγή το παραδεκτώς υποβληθέν και νόμιμο αίτημα της αναιρεσείουσας, ούτε διαλαμβάνει διάταξη επ' αυτού.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος. Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει εν μέρει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμων των παραπάνω λόγων της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας ως προς την αναιρεσείουσα και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα ανωτέρω αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει περαιτέρω να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σε αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων, κατ' άρθρο 22 παρ. 2 εδάφιο β' ν. 3693/1957, που εφαρμόζεται στην παρούσα αναιρετική δίκη (ΑΠ 388/2018, ΑΠ 162/2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. ...2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της και κατά το μέρος που αφορά την αναιρεσείουσα.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στους καταθέσαντες αυτό αναιρεσείοντες.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή