Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 29ης Ιουλίου 2024 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Συμφωνία Εμπορίου και Συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, αφενός, και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, αφετέρου – Παράδοση προσώπου στο Ηνωμένο Βασίλειο για την άσκηση ποινικής δίωξης – Αρμοδιότητα της δικαστικής αρχής εκτέλεσης – Κίνδυνος προσβολής θεμελιώδους δικαιώματος – Άρθρο 49, παράγραφος 1, και άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αρχή “ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή άνευ νόμου” – Δυσμενής για το πρόσωπο αυτό μεταβολή του καθεστώτος της υπό όρους απόλυσης »
Στην υπόθεση C-202/24 [Alchaster] (i),
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο, Ιρλανδία), με απόφαση της 7ης Μαρτίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Μαρτίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης σχετικά με την εκτέλεση ενταλμάτων σύλληψης εκδοθέντων κατά του
ΜΑ,
παρισταμένου του:
Minister for Justice and Equality,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, L. Bay Larsen (εισηγητή), Αντιπρόεδρο, K. J?rim?e, Κ. Λυκούργο, E. Regan, T. von Danwitz, F. Biltgen και Z. Csehi, προέδρους τμήματος, S. Rodin, A. Kumin, N. J??skinen, M. L. Arastey Sah?n και M. Gavalec, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar
γραμματέας: A. Lamote, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 4ης Ιουνίου 2024,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο Minister for Justice and Equality και η Ιρλανδία, εκπροσωπούμενοι από τους M. Browne, Chief State Solicitor, D. Curley, S. Finnegan και Α. Joyce, επικουρούμενους από τους J. Fitzgerald, SC, και A. Hanrahan, BL,
– ο MA, εκπροσωπούμενος από τους S. Brittain, BL, M. Lynam, SC, C. Mulholland, solicitor, και R. Munro, SC,
– η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Z. Bir?-T?th και τον M. Z. Feh?r,
– η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον S. Fuller, επικουρούμενο από τους V. Ailes και J. Pobjoy, barristers, και τον J. Eadie, KC,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους H. Leupold, F. Ronkes Agerbeek και J. Vondung,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Ιουνίου 2024,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της Συμφωνίας Εμπορίου και Συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, αφενός, και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, αφετέρου (ΕΕ 2021, L 149, σ. 10, στο εξής: ΣΕΣ), σε συνδυασμό με το άρθρο 49, παράγραφος 1, και το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο της εκτέλεσης, στην Ιρλανδία, τεσσάρων ενταλμάτων σύλληψης εκδοθέντων από τις δικαστικές αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας κατά του MA με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης.
Το νομικό πλαίσιο
Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών
3 Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), προβλέπει τα εξής:
«Κανείς δεν μπορεί να καταδικαστεί για πράξη ή παράλειψη, η οποία τη στιγμή της διάπραξής της δεν αποτελούσε αδίκημα κατά το εθνικό ή το διεθνές δίκαιο. Ούτε και επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνη η οποία θα επιβαλλόταν κατά τη στιγμή της διάπραξης του αδικήματος.»
Το δίκαιο της Ένωσης
Η απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ
4 Η απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ 2002, L 190, σ. 1), αναφέρει στην αιτιολογική σκέψη 6 τα ακόλουθα:
«Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης το οποίο προβλέπει η παρούσα απόφαση-πλαίσιο αποτελεί την πρώτη περίπτωση συγκεκριμένης εφαρμογής, στον τομέα του ποινικού δικαίου, της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης που έχει χαρακτηρισθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ως “ακρογωνιαίος λίθος” της δικαστικής συνεργασίας.»
5 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου ορίζει τα εξής:
«Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι [απόφαση δικαστικής αρχής] η οποία εκδίδεται από κράτος μέλος προς το σκοπό της σύλληψης και της παράδοσης από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας.»
Η Συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας
6 Το άρθρο 126 της Συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (ΕΕ 2020, L 29, σ. 7) προβλέπει τα εξής:
«Προβλέπεται μεταβατική περίοδος ή περίοδος υλοποίησης, η ημερομηνία έναρξης της οποίας είναι η ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας συμφωνίας και η ημερομηνία λήξης της η 31η Δεκεμβρίου 2020.»
Η ΣΕΣ
7 Η αιτιολογική σκέψη 23 της ΣΕΣ έχει ως εξής:
«[Εκτιμώντας]ότι η συνεργασία μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της [Ευρωπαϊκής] Ένωσης όσον αφορά την πρόληψη, τη διερεύνηση, την ανίχνευση ή τη δίωξη ποινικών αδικημάτων και την εκτέλεση ποινικών κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους, θα επιτρέψει την ενίσχυση της ασφάλειας του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ένωσης.»
8 Το άρθρο 1 της ΣΕΣ προβλέπει τα ακόλουθα:
«Η παρούσα συμφωνία θέτει τη βάση για μια ευρεία σχέση μεταξύ των Μερών, σε ένα πλαίσιο ευημερίας και καλής γειτονίας που χαρακτηρίζεται από στενές ειρηνικές σχέσεις βασιζόμενες στη συνεργασία, με σεβασμό στην αυτονομία και την κυριαρχία των Μερών.»
9 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της ΣΕΣ έχει ως εξής:
«Τα Μέρη παρέχουν το ένα στο άλλο, σε πλαίσιο πλήρως αμοιβαίου σεβασμού και καλής πίστης, αμοιβαία συνδρομή για την εκτέλεση των καθηκόντων που απορρέουν από την παρούσα συμφωνία και από οποιαδήποτε συμπληρωματική συμφωνία.»
10 Το άρθρο 522, παράγραφος 1, της ΣΕΣ ορίζει τα εξής:
«Στόχος του παρόντος μέρους είναι η πρόβλεψη της συνεργασίας στον τομέα επιβολής του νόμου και της δικαστικής συνεργασίας μεταξύ, αφενός, των κρατών μελών και των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης και, αφετέρου, του Ηνωμένου Βασιλείου σε σχέση με την πρόληψη, τη διερεύνηση, την ανίχνευση και τη δίωξη αξιόποινων πράξεων και την πρόληψη και καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.»
11 Το άρθρο 524 της ΣΕΣ προβλέπει τα εξής:
«1. Η συνεργασία που προβλέπεται στο παρόν μέρος βασίζεται στον από μακρού σεβασμό των Μερών και των κρατών μελών για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των ατόμων, μεταξύ άλλων όπως ορίζονται στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου[, η οποία υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 10 Δεκεμβρίου 1948,] και στην [ΕΣΔΑ], καθώς και στη σημασία της πραγμάτωσης των δικαιωμάτων και ελευθεριών της εν λόγω σύμβασης σε εγχώριο επίπεδο.
2. Καμία διάταξη του παρόντος μέρους δεν τροποποιεί την υποχρέωση σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των νομικών αρχών, όπως αντικατοπτρίζονται, ιδίως, στην [ΕΣΔΑ] και, στην περίπτωση της Ένωσης και των κρατών μελών της, στον [Χάρτη].»
12 Το άρθρο 596 της ΣΕΣ ορίζει τα εξής:
«Στόχος του παρόντος τίτλου είναι να διασφαλίσει ότι το σύστημα έκδοσης μεταξύ, αφενός, των κρατών μελών και, αφετέρου, του Ηνωμένου Βασιλείου, βασίζεται σε έναν μηχανισμό παράδοσης βάσει εντάλματος σύλληψης σύμφωνα με τους όρους του παρόντος τίτλου.»
13 Το άρθρο 599, παράγραφος 3, της ΣΕΣ ορίζει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη του άρθρου 600, του άρθρου 601 παράγραφος 1 στοιχεία β) έως η), του άρθρου 602, του άρθρου 603 και του άρθρου 604, τα κράτη δεν αρνούνται την εκτέλεση εντάλματος σύλληψης που εκδίδεται σχετικά με την ακόλουθη συμπεριφορά όταν η εν λόγω συμπεριφορά επισύρει ποινή στέρησης της ελευθερίας ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας για ανώτατη διάρκεια τουλάχιστον 12 μηνών:
α) τη συμπεριφορά οποιουδήποτε προσώπου που συμβάλλει στην τέλεση από ομάδα προσώπων που ενεργούν με κοινό σκοπό, ενός ή περισσότερων αξιόποινων πράξεων στον τομέα της τρομοκρατίας που αναφέρονται στα άρθρα 1 και 2 της ευρωπαϊκής σύμβασης για την καταστολή της τρομοκρατίας, η οποία υπογράφηκε στο Στρασβούργο την 27η Ιανουαρίου 1977 [...] ή
β) την τρομοκρατία όπως ορίζεται στο παράρτημα 45.»
14 Τα άρθρα 600 και 601 της ΣΕΣ απαριθμούν, αντιστοίχως, τους λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης και τους άλλους λόγους μη εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης.
15 Το άρθρο 602, παράγραφοι 1 και 2, της ΣΕΣ προβλέπει τα εξής:
«1. Η άρνηση της εκτέλεσης εντάλματος δεν είναι δυνατή με την αιτιολογία ότι η αξιόποινη πράξη μπορεί να θεωρηθεί από το κράτος εκτέλεσης ως πολιτικό έγκλημα, ως αξιόποινη πράξη που συνδέεται με πολιτικό έγκλημα ή ως αξιόποινη πράξη εμφορούμενη από πολιτικά κίνητρα.
2. Ωστόσο, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ένωση, ενεργώντας για λογαριασμό οιουδήποτε από τα κράτη μέλη της, μπορούν να ενημερώνουν την ειδική επιτροπή για τη συνεργασία στον τομέα επιβολής του νόμου και για τη δικαστική συνεργασία ότι η παράγραφος 1 θα εφαρμόζεται αποκλειστικά σε σχέση με:
α) τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 1 και 2 της ευρωπαϊκής σύμβασης για την καταστολή της τρομοκρατίας
β) τα αδικήματα της σύστασης συμμορίας ή της εγκληματικής οργάνωσης για τη διάπραξη μίας ή περισσότερων από τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 1 και 2 της ευρωπαϊκής σύμβασης για την καταστολή της τρομοκρατίας, εάν τα εν λόγω αδικήματα της σύστασης συμμορίας ή της εγκληματικής οργάνωσης αντιστοιχούν στην περιγραφή της συμπεριφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 599 παράγραφος 3 της παρούσας συμφωνίας και
γ) την τρομοκρατία όπως ορίζεται στο παράρτημα 45 της παρούσας συμφωνίας.»
16 Το άρθρο 603, παράγραφοι 1 και 2, της ΣΕΣ προβλέπει τα εξής:
«1. Η εκτέλεση εντάλματος σύλληψης δεν μπορεί να απορριφθεί με την αιτιολογία ότι ο καταζητούμενος είναι υπήκοος του κράτους εκτέλεσης.
2. Τόσο το Ηνωμένο Βασίλειο όσο και η Ένωση, ενεργώντας για λογαριασμό οποιουδήποτε από τα κράτη μέλη της, μπορούν να κοινοποιήσουν στην ειδική επιτροπή για τη συνεργασία στον τομέα επιβολής του νόμου και για τη δικαστική συνεργασία ότι οι υπήκοοι κάθε κράτους δεν θα παραδίδονται ή ότι η παράδοση των υπηκόων τους θα επιτρέπεται μόνο υπό ορισμένες συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η κοινοποίηση βασίζεται σε λόγους που σχετίζονται με τις θεμελιώδεις αρχές ή πρακτικές της εσωτερικής έννομης τάξης του Ηνωμένου Βασιλείου ή του κράτους για λογαριασμό του οποίου έγινε η κοινοποίηση. Στην περίπτωση αυτή, η Ένωση, εκ μέρους οποιουδήποτε από τα κράτη μέλη της, ή το Ηνωμένο Βασίλειο, κατά περίπτωση, μπορούν να κοινοποιήσουν στην ειδική επιτροπή για τη συνεργασία στον τομέα επιβολής του νόμου και για τη δικαστική συνεργασία, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος μετά την παραλαβή της κοινοποίησης από το άλλο Μέρος, ότι οι δικαστικές αρχές εκτέλεσης του κράτους μέλους ή του Ηνωμένου Βασιλείου, κατά περίπτωση, μπορούν να αρνηθούν την παράδοση των υπηκόων τους στο εν λόγω κράτος ή ότι η παράδοση επιτρέπεται μόνο υπό ορισμένες συγκεκριμένες προϋποθέσεις.»
17 Το άρθρο 604, στοιχείο γ', της ΣΕΣ ορίζει τα εξής:
«Η εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να υπόκειται στις ακόλουθες εγγυήσεις:
[...]
γ) εάν υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύεται ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του καταζητουμένου, η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να ζητήσει, κατά περίπτωση, πρόσθετες εγγυήσεις όσον αφορά τη μεταχείριση του καταζητουμένου μετά την παράδοσή του προτού αποφασίσει αν θα εκτελέσει το ένταλμα σύλληψης.»
18 Το άρθρο 613, παράγραφος 2, της ΣΕΣ προβλέπει τα εξής:
«Εάν η δικαστική αρχή εκτέλεσης κρίνει ότι οι πληροφορίες που κοινοποιήθηκαν από το κράτος έκδοσης δεν επαρκούν για να μπορέσει να αποφασίσει σχετικά με την παράδοση, ζητεί οι αναγκαίες συμπληρωματικές πληροφορίες, ιδίως όσον αφορά το άρθρο 597, τα άρθρα 600 έως 602, το άρθρο 604 και το άρθρο 606, να παρασχεθούν επειγόντως και μπορεί να καθορίσει προθεσμία για την παραλαβή τους [...].»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
19 Ο District Judge (περιφερειακός δικαστής) των Magistrates’ Courts of Northern Ireland (πρωτοβάθμιων ποινικών δικαστηρίων Βόρειας Ιρλανδίας, Ηνωμένο Βασίλειο) εξέδωσε τέσσερα εντάλματα σύλληψης εις βάρος του MA για αξιόποινες πράξεις οι οποίες συνιστούν τρομοκρατικές ενέργειες και τελέστηκαν μεταξύ της 18ης και της 20ής Ιουλίου 2020, ορισμένες εκ των οποίων μπορούν να δικαιολογήσουν την επιβολή ποινής ισόβιας κάθειρξης.
20 Με απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2022, καθώς και με διατάξεις της ίδιας ημερομηνίας και της 7ης Νοεμβρίου 2022, το High Court (Ανώτερο Δικαστήριο, Ιρλανδία) διέταξε την παράδοση του MA στο Ηνωμένο Βασίλειο και απέρριψε την αίτησή του να του επιτραπεί η άσκηση έφεσης ενώπιον του Court of Appeal (εφετείου, Ιρλανδία).
21 Με απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2023, το αιτούν δικαστήριο, Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο, Ιρλανδία), επέτρεψε στον MA να ασκήσει αναίρεση κατά της ως άνω απόφασης και των ως άνω διατάξεων του High Court (Ανώτερου Δικαστηρίου).
22 Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ο MA υποστηρίζει ότι η παράδοσή του στο Ηνωμένο Βασίλειο αντιβαίνει στην αρχή «ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή άνευ νόμου».
23 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η ΣΕΣ προβλέπει μηχανισμό παράδοσης εφαρμοστέο μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και των κρατών μελών. Λαμβάνοντας υπόψη αφενός, την ταύτιση του μηχανισμού αυτού με εκείνον που θεσπίστηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584, και, αφετέρου, την ιρλανδική ρύθμιση περί εφαρμογής της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου και της ΣΕΣ, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, κατ’ εφαρμογήν της ιρλανδικής ρύθμισης και της αποφάσεως-πλαισίου, το Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εάν ήταν κράτος μέλος.
24 Το εν λόγω δικαστήριο διευκρινίζει ότι, σε περίπτωση παράδοσης του MA στο Ηνωμένο Βασίλειο και καταδίκης του σε στερητική της ελευθερίας ποινή, η ενδεχόμενη υπό όρους απόλυσή του θα διέπεται από ρύθμιση του Ηνωμένου Βασιλείου θεσπισθείσα μετά τη φερόμενη τέλεση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες διώκεται.
25 Πράγματι, το σύστημα που επιτρέπει την υπό όρους απόλυση στη Βόρεια Ιρλανδία (Ηνωμένο Βασίλειο) τροποποιήθηκε από τις 30 Απριλίου 2021. Πριν από την τροποποίηση αυτή, ο καταδικασθείς για ορισμένα εγκλήματα που συνιστούν τρομοκρατικές ενέργειες μπορούσε αυτοδικαίως να απολυθεί υπό όρους αφού είχε εκτίσει το ήμισυ της ποινής του. Κατ’ εφαρμογήν του καθεστώτος που ισχύει από την ημερομηνία αυτή, η υπό όρους απόλυση ενός τέτοιου προσώπου πρέπει να εγκριθεί από ειδική αρχή και μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον αφού το πρόσωπο αυτό εκτίσει τα δύο τρίτα της ποινής του.
26 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει απορρίψει τον ισχυρισμό ότι οι αναδρομικές τροποποιήσεις των συστημάτων μειώσεως της ποινής ή πρόωρης απόλυσης συνιστούν παράβαση του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ. Εντούτοις, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε, στην απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2013, Del R?o Prada κατά Ισπανίας (CE:ECHR:2013:1021JUD004275009), ότι τα μέτρα που λαμβάνονται κατά την εκτέλεση ποινής μπορούν να επηρεάσουν το περιεχόμενό της. Επομένως, για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, είναι ουσιώδες να κριθεί αν η απόφαση αυτή συνιστά τροποποίηση της προγενέστερης νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
27 Με απόφαση της 19ης Απριλίου 2023, το Supreme Court of the United Kingdom (Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου) έκρινε ότι η εφαρμογή του νέου καθεστώτος της υπό όρους απόλυσης, ισχύοντος από την 30ή Απριλίου 2021, σε αξιόποινες πράξεις που διαπράχθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του δεν είναι ασύμβατη προς το άρθρο 7 της ΕΣΔΑ, καθόσον το καθεστώς αυτό τροποποιεί μόνον τους λεπτομερείς κανόνες για την εκτέλεση των στερητικών της ελευθερίας ποινών των εν λόγω προσώπων χωρίς να αυξάνει τη διάρκεια των ποινών αυτών.
28 Στο πλαίσιο αυτό, δεδομένου ότι, μεταξύ άλλων, το δικαιοδοτικό σύστημα του Ηνωμένου Βασιλείου παρέχει εγγυήσεις όσον αφορά την εφαρμογή της ΕΣΔΑ, και ότι δεν αποδείχθηκε συστημική πλημμέλεια από την οποία θα μπορούσε να συναχθεί πιθανή και κατάφωρη προσβολή των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει η ΕΣΔΑ σε περίπτωση παράδοσης του MA, καθώς και ότι ο ΜΑ θα έχει τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το αιτούν δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα του MA που θεμελιώνεται στον κίνδυνο παράβασης του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ.
29 Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν είναι δυνατόν να συναχθεί παρόμοιο συμπέρασμα όσον αφορά τον κίνδυνο παράβασης του άρθρου 49, παράγραφος 1, του Χάρτη.
30 Συναφώς, το δικαστήριο αυτό επισημαίνει ότι, στο μέτρο που το άρθρο 49, παράγραφος 1, του Χάρτη αντιστοιχεί στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, πρέπει να γίνει κατ’ αρχήν δεκτό ότι οι δύο αυτές διατάξεις έχουν την ίδια εμβέλεια, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη. Επομένως, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι το αιτούν δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί στη συλλογιστική που υιοθετήθηκε όσον αφορά το άρθρο 7, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, χωρίς τη διενέργεια συμπληρωματικών εξακριβώσεων.
31 Εντούτοις, το Δικαστήριο δεν έχει ακόμη αποφανθεί επί των συνεπειών του άρθρου 49 του Χάρτη όσον αφορά τροποποίηση των εθνικών διατάξεων που αφορούν την υπό όρους απόλυση.
32 Επιπλέον, δεδομένου ότι το κράτος εκτέλεσης υποχρεούται να παραδώσει τον καταζητούμενο, πρέπει να κριθεί αν το κράτος αυτό είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί επιχειρηματολογίας σύμφωνα με την οποία σχετικές με τις ποινές διατάξεις οι οποίες μπορούν να εφαρμοστούν εντός του κράτους έκδοσης του εντάλματος αντιβαίνουν στο άρθρο 49, παράγραφος 1, του Χάρτη, εφόσον το κράτος αυτό δεν υποχρεούται να τηρεί τον Χάρτη και το Δικαστήριο έχει θέσει αυξημένες απαιτήσεις όσον αφορά τη συνεκτίμηση του κινδύνου προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος.
33 Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι πρέπει να υποβάλει ερώτημα στο Δικαστήριο σχετικά με τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμόσει η δικαστική αρχή εκτέλεσης προκειμένου να εκτιμήσει την ενδεχόμενη ύπαρξη κινδύνου παραβιάσεως της αρχής «ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή άνευ νόμου» σε περιπτώσεις στις οποίες η παράδοση δεν αποκλείεται ούτε από το εθνικό Σύνταγμα ούτε από την ΕΣΔΑ.
34 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Σε περίπτωση κατά την οποία, βάσει της [ΣΕΣ], ζητείται η παράδοση προσώπου προκειμένου να ασκηθεί εις βάρος του δίωξη για τρομοκρατικές ενέργειες, ο δε καταζητούμενος αντιτάσσεται στην παράδοση, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι αυτή αντιβαίνει στο άρθρο 7 της [ΕΣΔΑ] και στο άρθρο 49, παράγραφος [1], του [Χάρτη] για τον λόγο ότι, μετά τον χρόνο της φερόμενης τέλεσης του αδικήματος για το οποίο ζητείται η παράδοση, έχει θεσπιστεί νομοθετική ρύθμιση η οποία μεταβάλλει το μέρος της στερητικής της ελευθερίας ποινής που θα πρέπει να εκτιθεί υπό συνθήκες κράτησης καθώς και τη διαδικασία της υφ’ όρον απόλυσης και οσάκις συντρέχουν οι εξής περιστάσεις:
i) το κράτος που ζητεί την παράδοση (στην προκειμένη περίπτωση το Ηνωμένο Βασίλειο) είναι συμβαλλόμενο μέρος στην ΕΣΔΑ την οποία έχει θέσει σε εφαρμογή στο εσωτερικό του δίκαιο [...]
ii) έχει κριθεί από τα δικαστήρια του Ηνωμένου Βασιλείου ότι η εφαρμογή της επίμαχης ρύθμισης σε περιπτώσεις κρατουμένων που ήδη εκτίουν την ποινή που τους έχει επιβάλει το αρμόδιο δικαστήριο δεν αντιβαίνει στην ΕΣΔΑ [...]
iii) οποιοδήποτε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένου του καταζητουμένου, εφόσον τελικώς παραδοθεί, διατηρεί τη δυνατότητα να προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
iv) δεν υφίσταται λόγος για να θεωρηθεί ότι το κράτος που ζητεί την παράδοση δεν θα εφαρμόσει τυχόν απόφαση που θα εκδώσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
v) κατά συνέπεια, το Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο) έχει σχηματίσει την πεποίθηση ότι δεν αποδείχθηκε ότι η παράδοση του καταζητουμένου συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο παράβασης του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ ή των διατάξεων του [εθνικού Συντάγματος]
vi) δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι η παράδοση αντιβαίνει στο άρθρο 19 του Χάρτη
vii) το άρθρο 49 του Χάρτη δεν έχει εφαρμογή στο πλαίσιο της ποινικής δίκης ή της επιμέτρησης της ποινής
viii) δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι υπάρχουν λόγοι να θεωρηθεί ότι η εφαρμογή του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ επάγεται αποτελέσματα που διαφέρουν ουσιωδώς από εκείνα της εφαρμογής του άρθρου 49 του Χάρτη,
δύναται δικαστήριο οι αποφάσεις του οποίου δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα κατά την έννοια του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 52, παράγραφος 3, του Χάρτη και της αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών και των κρατών που οφείλουν να εφαρμόζουν τη διαδικασία παράδοσης που προβλέπουν οι περί ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης διατάξεις και οι διατάξεις της [ΣΕΣ], να αποφανθεί ότι ο καταζητούμενος δεν απέδειξε ότι συντρέχει πραγματικός κίνδυνος να συνιστά η παράδοσή του παράβαση του άρθρου 49, παράγραφος [1], του Χάρτη ή υποχρεούται το δικαστήριο αυτό να διερευνήσει περαιτέρω και, εάν ναι, ποια πρέπει να είναι η φύση και το περιεχόμενο της έρευνας αυτής;»
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
35 Με διάταξη της 22ας Απριλίου 2024, Alchaster (C-202/24, EU:C:2024:343), ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αποφάσισε να κινήσει την ταχεία προδικαστική διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 105, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
36 Προκαταρκτικώς, δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο, στο σκεπτικό της απόφασης περί παραπομπής καθώς και στη διατύπωση του ερωτήματός του, παραπέμπει στην απόφαση-πλαίσιο 2002/584, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 33 των προτάσεών του, από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου προκύπτει ότι το πεδίο εφαρμογής της περιορίζεται στην εκτέλεση των ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης που εκδίδονται από τα κράτη μέλη. Επομένως, η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο δεν διέπει την εκτέλεση ενταλμάτων σύλληψης, όπως τα επίμαχα στην κύρια δίκη, εκδοθέντων από το Ηνωμένο Βασίλειο μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου η οποία επήλθε, σύμφωνα με το άρθρο 126 της Συμφωνίας αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας, στις 31 Δεκεμβρίου 2020.
37 Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η ΣΕΣ, σε συνδυασμό με το άρθρο 49, παράγραφος 1, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει, όταν πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης βάσει της Συμφωνίας αυτής επικαλείται κίνδυνο παράβασης του εν λόγω άρθρου 49, παράγραφος 1, σε περίπτωση παράδοσής του στο Ηνωμένο Βασίλειο, λόγω δυσμενούς για το πρόσωπο αυτό μεταβολής των προϋποθέσεων της υπό όρους απόλυσης, η οποία επήλθε μετά τη φερόμενη τέλεση της αξιόποινης πράξης για την οποία διώκεται το πρόσωπο αυτό, να εκτιμήσει αν υπάρχει ο κίνδυνος αυτός πριν αποφανθεί επί της εκτέλεσης του εν λόγω εντάλματος σύλληψης, σε περίπτωση κατά την οποία η εν λόγω δικαστική αρχή έχει ήδη αποκλείσει τον κίνδυνο παράβασης του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ στηριζόμενη, γενικώς, στις εγγυήσεις που παρέχει το Ηνωμένο Βασίλειο όσον αφορά τον σεβασμό της ΕΣΔΑ και στη δυνατότητα του ίδιου προσώπου να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
38 Συναφώς, μολονότι τυπικώς το αιτούν δικαστήριο δεν αναφέρθηκε, με το ερώτημά του, σε καμία συγκεκριμένη διάταξη της ΣΕΣ, το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει εντούτοις το Δικαστήριο να του παράσχει όλα τα στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που μπορεί να είναι χρήσιμα για την εκδίκαση της υπόθεσης της οποίας έχει επιληφθεί, ανεξαρτήτως του αν το αιτούν δικαστήριο έχει κάνει σχετική μνεία κατά τη διατύπωση του ερωτήματός του [βλ., συναφώς, απόφαση της 18ης Απριλίου 2023, E. D. L. (Λόγος άρνησης στηριζόμενος στην ασθένεια), C-699/21, EU:C:2023:295, σκέψη 29].
39 Το άρθρο 1 της ΣΕΣ ορίζει ότι η Συμφωνία αυτή θέτει τη βάση για μια ευρεία σχέση μεταξύ της Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου, σε ένα πλαίσιο ευημερίας και καλής γειτονίας που χαρακτηρίζεται από στενές ειρηνικές σχέσεις βασιζόμενες στη συνεργασία, με σεβασμό στην αυτονομία και στην κυριαρχία των συμβαλλόμενων μερών.
40 Προς τούτο, η ΣΕΣ αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, όπως προκύπτει από την αιτιολογική της σκέψη 23, στην ενίσχυση της ασφάλειας της Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου, καθιστώντας δυνατή τη συνεργασία όσον αφορά την πρόληψη, τη διερεύνηση, την ανίχνευση ή τη δίωξη ποινικών αδικημάτων καθώς και την εκτέλεση ποινικών κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους.
41 Αυτός ο ειδικός σκοπός, ο οποίος εντάσσεται στον γενικό σκοπό της ΣΕΣ που ορίζεται στο άρθρο 1 αυτής (πρβλ. απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2021, Governor of Cloverhill Prison κ.λπ., C-479/21 PPU, EU:C:2021:929, σκέψη 67), τίθεται σε εφαρμογή στο τρίτο μέρος της Συμφωνίας αυτής, όπως επισημαίνεται στο άρθρο 522, παράγραφος 1, της εν λόγω Συμφωνίας.
42 Όσον αφορά τους γενικούς όρους εφαρμογής του τρίτου μέρους, το άρθρο 524, παράγραφος 1, της ΣΕΣ προβλέπει ότι η συνεργασία που προβλέπεται στο εν λόγω τρίτο μέρος βασίζεται στον από μακρού σεβασμό της Ένωσης, του Ηνωμένου Βασιλείου και των κρατών μελών για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου καθώς και για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών των ατόμων, μεταξύ άλλων όπως ορίζονται στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στην ΕΣΔΑ, καθώς και στη σημασία της πραγμάτωσης των δικαιωμάτων και ελευθεριών της ΕΣΔΑ σε εθνικό επίπεδο.
43 Στο πλαίσιο της συνεργασίας αυτής, ο τίτλος VII του τρίτου μέρους έχει ως σκοπό, σύμφωνα με το άρθρο 596 της ΣΕΣ, να διασφαλίσει ότι το σύστημα έκδοσης μεταξύ, αφενός, των κρατών μελών και, αφετέρου, του Ηνωμένου Βασιλείου βασίζεται σε έναν μηχανισμό παράδοσης βάσει εντάλματος σύλληψης σύμφωνα με τους όρους του εν λόγω τίτλου.
44 Τα άρθρα 600 και 601 της ΣΕΣ ορίζουν τις περιπτώσεις στις οποίες πρέπει ή μπορεί να προβληθεί άρνηση εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης το οποίο έχει εκδοθεί βάσει της Συμφωνίας αυτής.
45 Επιπλέον, τα άρθρα 602 και 603 της ΣΕΣ προβλέπουν τους κανόνες που αφορούν, αντιστοίχως, την εξαίρεση των πολιτικών εγκλημάτων και την εξαίρεση της ιθαγένειας, ενώ το άρθρο 604 της συμφωνίας αυτής ορίζει τις εγγυήσεις που πρέπει να παρέχει το κράτος έκδοσης σε ειδικότερες περιπτώσεις.
46 Μολονότι καμία διάταξη της ΣΕΣ δεν προβλέπει ρητώς ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εκτελέσουν ένταλμα σύλληψης το οποίο έχει εκδοθεί από το Ηνωμένο Βασίλειο βάσει της Συμφωνίας αυτής, από τη διάρθρωση του τίτλου VII του τρίτου μέρους της εν λόγω Συμφωνίας, και ιδίως από τις λειτουργίες των άρθρων 600 έως 604 της ίδιας Συμφωνίας προκύπτει ότι, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 69 των προτάσεών του, ένα κράτος μέλος μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση τέτοιου εντάλματος σύλληψης μόνο για λόγους αναγόμενους στη ΣΕΣ [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2023, Sofiyska gradska prokuratura (Διαδοχικά εντάλματα σύλληψης), C-71/21, EU:C:2023:668, σκέψη 48].
47 Όσον αφορά, πιο συγκεκριμένα, περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, το άρθρο 599, παράγραφος 3, της ΣΕΣ προβλέπει εξάλλου, ειδικώς, ότι, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 600, του άρθρου 601, παράγραφος 1, στοιχεία β' έως η', και των άρθρων 602 έως 604 της Συμφωνίας αυτής, τα κράτη δεν αρνούνται σε καμία περίπτωση την εκτέλεση εντάλματος σύλληψης που εκδίδεται σχετικά, μεταξύ άλλων, με την τρομοκρατία, όταν τα επίμαχα αδικήματα τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με μέτρο ασφαλείας ανώτατης διάρκειας τουλάχιστον δώδεκα μηνών.
48 Μολονότι από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης υποχρεούται κατ’ αρχήν να εκτελέσει ένταλμα σύλληψης όπως τα επίμαχα στην κύρια δίκη, εντούτοις το άρθρο 524, παράγραφος 2, της ΣΕΣ διευκρινίζει ότι καμία διάταξη του τρίτου μέρους της Συμφωνίας αυτής δεν τροποποιεί την υποχρέωση σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των νομικών αρχών, όπως αντικατοπτρίζονται, ιδίως, στην ΕΣΔΑ και, στην περίπτωση της Ένωσης και των κρατών μελών της, στον Χάρτη.
49 Η υποχρέωση σεβασμού του Χάρτη, η οποία υπενθυμίζεται στο εν λόγω άρθρο 524, παράγραφος 2, επιβάλλεται στα κράτη μέλη όταν αποφασίζουν για την παράδοση προσώπου στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεδομένου ότι η απόφαση για την παράδοση αυτή συνιστά εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη. Επομένως, οι δικαστικές αρχές εκτέλεσης των κρατών μελών υποχρεούνται να διασφαλίζουν, κατά την έκδοση της απόφασης αυτής, τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων τα οποία ο Χάρτης αναγνωρίζει στο πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης βάσει της ΣΕΣ, χωρίς να ασκεί συναφώς επιρροή το γεγονός ότι ο Χάρτης δεν έχει εφαρμογή στο Ηνωμένο Βασίλειο (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2016, Petruhhin, C-182/15, EU:C:2016:630, σκέψεις 52 και 53).
50 Μεταξύ των δικαιωμάτων αυτών περιλαμβάνονται, ειδικότερα, τα δικαιώματα που απορρέουν από το άρθρο 49, παράγραφος 1, του Χάρτη, το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνη η οποία ίσχυε κατά τη στιγμή της τέλεσης του αδικήματος.
51 Κατά συνέπεια, εφόσον υπάρχει κίνδυνος προσβολής των εν λόγω δικαιωμάτων, επιτρέπεται στη δικαστική αρχή εκτέλεσης η κατόπιν προσήκουσας εξέτασης άρνηση εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης εκδοθέντος βάσει της ΣΕΣ [βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Ελλείψεις του δικαστικού συστήματος), C-216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψη 59 της 31ης Ιανουαρίου 2023, Puig Gordi κ.λπ., C-158/21, EU:C:2023:57, σκέψη 72, και της 21ης Δεκεμβρίου 2023, GN (Λόγος άρνησης στηριζόμενος στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού), C-261/22, EU:C:2023:1017, σκέψη 43].
52 Όσον αφορά τις λεπτομέρειες της εξέτασης αυτής, από τη σχετική με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584 νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η εκτίμηση, στο πλαίσιο διαδικασίας εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, του αν υφίσταται όντως κίνδυνος προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 4, 7, 24 και 47 του Χάρτη πρέπει, κατ’ αρχήν, να διενεργείται μέσω ενός ελέγχου σε δύο χωριστά στάδια, τα οποία δεν πρέπει να συγχέονται, καθόσον απαιτούν ανάλυση βάσει διαφορετικών κριτηρίων, και τα οποία πρέπει, επομένως, να διεξάγονται διαδοχικώς [πρβλ. αποφάσεις της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και C?ld?raru, C-404/15 και C-659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψεις 89 έως 94 της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Ελλείψεις του δικαστικού συστήματος), C-216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψεις 60, 61 και 68 της 18ης Απριλίου 2023, E. D. L. (Λόγος άρνησης στηριζόμενος στην ασθένεια), C-699/21, EU:C:2023:295, σκέψη 55, και της 21ης Δεκεμβρίου 2023, GN (Λόγος άρνησης στηριζόμενος στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού), C-261/22, EU:C:2023:1017, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
53 Προς τον σκοπό αυτό, η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει, κατά το πρώτο στάδιο, να εξετάσει αν υφίστανται αντικειμενικά, αξιόπιστα, συγκεκριμένα και δεόντως επικαιροποιημένα στοιχεία καταδεικνύοντα την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου προσβολής, στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, ενός εκ των εν λόγω θεμελιωδών δικαιωμάτων λόγω είτε συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών είτε πλημμελειών που επηρεάζουν ειδικότερα μια αντικειμενικώς προσδιορίσιμη ομάδα ατόμων [πρβλ. αποφάσεις της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και C?ld?raru, C-404/15 και C-659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψη 89 της 31ης Ιανουαρίου 2023, Puig Gordi κ.λπ., C-158/21, EU:C:2023:57, σκέψη 102, και της 21ης Δεκεμβρίου 2023, GN (Λόγος άρνησης στηριζόμενος στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού), C-261/22, EU:C:2023:1017, σκέψη 47].
54 Κατά το δεύτερο στάδιο, η δικαστική αρχή εκτέλεσης πρέπει να διακριβώσει, κατά τρόπο συγκεκριμένο και ακριβή, σε ποιον βαθμό οι πλημμέλειες που διαπιστώθηκαν κατά το πρώτο στάδιο της εξέτασης, το οποίο περιγράφεται στην αμέσως προηγούμενη σκέψη της παρούσας απόφασης, είναι δυνατόν να έχουν επιπτώσεις για το πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και εάν, λαμβανομένης υπόψη της προσωπικής του κατάστασης, υφίστανται σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι το πρόσωπο αυτό θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο προσβολής των εν λόγω θεμελιωδών δικαιωμάτων του σε περίπτωση παράδοσής του στο κράτος μέλος που εξέδωσε στο ένταλμα [πρβλ. αποφάσεις της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και C?ld?raru, C-404/15 και C-659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψη 94 της 31ης Ιανουαρίου 2023, Puig Gordi κ.λπ., C-158/21, EU:C:2023:57, σκέψη 106, και της 21ης Δεκεμβρίου 2023, GN (Λόγος άρνησης στηριζόμενος στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού), C-261/22, EU:C:2023:1017, σκέψη 48].
55 Εντούτοις, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 76 των προτάσεών του, η απαίτηση διενέργειας τέτοιας εξέτασης σε δύο στάδια δεν μπορεί να έχει εφαρμογή και ως προς την εκτίμηση, κατά τη διαδικασία εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης εκδοθέντος βάσει της ΣΕΣ, του κινδύνου παράβασης του άρθρου 49, παράγραφος 1, του Χάρτη.
56 Πράγματι, το απλουστευμένο και αποτελεσματικό σύστημα παράδοσης των καταδικασθέντων ή υπόπτων, το οποίο καθιερώθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584, βασίζεται στον υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των κρατών μελών και στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, η οποία αποτελεί, κατά την αιτιολογική σκέψη 6 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, τον «ακρογωνιαίο λίθο» της δικαστικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών σε ποινικές υποθέσεις [πρβλ. αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Ελλείψεις του δικαστικού συστήματος), C-216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψεις 40 και 41, και της 21ης Δεκεμβρίου 2023, GN (Λόγος άρνησης στηριζόμενος στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού), C-261/22, EU:C:2023:1017, σκέψεις 35 και 36].
57 Ειδικότερα, η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, όσον αφορά μεταξύ άλλων τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, επιβάλλει σε κάθε κράτος μέλος να δέχεται, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, ότι όλα τα λοιπά κράτη μέλη τηρούν το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως δε ότι σέβονται τα αναγνωρισμένα από το δίκαιο της Ένωσης θεμελιώδη δικαιώματα [πρβλ. γνωμοδότηση 2/13 (Προσχώρηση της Ένωσης στην ΕΣΔΑ), της 18ης Δεκεμβρίου 2014, EU:C:2014:2454, σκέψη 191, και απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2023, Puig Gordi κ.λπ., C-158/21, EU:C:2023:57, σκέψη 93].
58 Επομένως, όταν τα κράτη μέλη θέτουν σε εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης, είναι δυνατό να υποχρεωθούν, δυνάμει του δικαίου αυτού, να θεωρήσουν δεδομένο τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων από τα λοιπά κράτη μέλη, με αποτέλεσμα να μην έχουν τη δυνατότητα όχι μόνο να απαιτήσουν από κάποιο άλλο κράτος μέλος να εφαρμόσει εθνικό επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων υψηλότερο από το επίπεδο προστασίας που εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης, αλλά επίσης, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, να ελέγξουν αν το άλλο κράτος μέλος έχει πράγματι σεβαστεί, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνει η Ένωση [πρβλ. γνωμοδότηση 2/13 (Προσχώρηση της Ένωσης στην ΕΣΔΑ), της 18ης Δεκεμβρίου 2014, EU:C:2014:2454, σκέψη 192, και απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2023, Puig Gordi κ.λπ., C-158/21, EU:C:2023:57, σκέψη 94].
59 Στο πλαίσιο αυτό, η υποχρέωση διαπίστωσης της ύπαρξης πλημμελειών, όπως αυτές στις οποίες αναφέρεται η σκέψη 53 της παρούσας απόφασης, πριν καταστεί δυνατό να εξακριβωθεί, κατά τρόπο συγκεκριμένο και ακριβή, αν το πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο προσβολής θεμελιώδους δικαιώματος, έχει ακριβώς ως σκοπό να αποτρέψει τη διενέργεια τέτοιου ελέγχου πλην εξαιρετικών περιπτώσεων και συνιστά, επομένως, τη συνέπεια του τεκμηρίου σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων από το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, το οποίο απορρέει από την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης (πρβλ. απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2023, Puig Gordi κ.λπ., C-158/21, EU:C:2023:57, σκέψεις 114 έως 116).
60 Η συμμόρφωση προς την υποχρέωση αυτή καθιστά, μεταξύ άλλων, δυνατή τη διασφάλιση της κατανομής των ευθυνών μεταξύ του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος και του κράτους μέλους εκτέλεσης όσον αφορά την τήρηση των σύμφυτων με τα θεμελιώδη δικαιώματα επιταγών, η οποία απορρέει από την πλήρη εφαρμογή των αρχών της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αναγνωρίσεως στις οποίες στηρίζεται η λειτουργία του μηχανισμού του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης [πρβλ. αποφάσεις της 22ας Φεβρουαρίου 2022, Openbaar Ministerie (Δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος), C-562/21 PPU και C-563/21 PPU, EU:C:2022:100, σκέψη 46 της 31ης Ιανουαρίου 2023, Puig Gordi κ.λπ., C-158/21, EU:C:2023:57, σκέψεις 72 και 96, και της 21ης Δεκεμβρίου 2023, GN (Λόγος άρνησης στηριζόμενος στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού), C-261/22, EU:C:2023:1017, σκέψη 43].
61 Η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης αποτελεί ειδικό χαρακτηριστικό των σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών.
62 Συγκεκριμένα, η εν λόγω αρχή βασίζεται στη θεμελιώδη παραδοχή ότι κάθε κράτος μέλος αποδέχεται από κοινού με τα λοιπά κράτη μέλη, και αναγνωρίζει ότι τα εν λόγω κράτη αποδέχονται από κοινού με αυτό, μια σειρά κοινών αξιών επί των οποίων στηρίζεται η Ένωση, όπως διευκρινίζει το άρθρο 2 ΣΕΕ [πρβλ. γνωμοδότηση 2/13 (Προσχώρηση της Ένωσης στην ΕΣΔΑ), της 18ης Δεκεμβρίου 2014, EU:C:2014:2454, σκέψη 168].
63 Εξάλλου, η εν λόγω αρχή έχει θεμελιώδη σημασία για την Ένωση και τα κράτη μέλη της, καθόσον καθιστά δυνατή τη δημιουργία και τη διατήρηση ενός ευρωπαϊκού χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα [πρβλ. γνωμοδότηση 2/13 (Προσχώρηση της Ένωσης στην ΕΣΔΑ), της 18ης Δεκεμβρίου 2014, EU:C:2014:2454, σκέψη 191].
64 Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι ύπαρξη, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δυνατότητας εξακρίβωσης του αν ένα άλλο κράτος μέλος έχει πράγματι σεβαστεί, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη συνδέεται με την ίδια τη φύση της Ένωσης και συμβάλλει στην ισορροπία επί της οποίας αυτή στηρίζεται [πρβλ. γνωμοδότηση 2/13 (Προσχώρηση της Ένωσης στην ΕΣΔΑ), της 18ης Δεκεμβρίου 2014, EU:C:2014:2454, σκέψη 193 και 194].
65 Βεβαίως, δεν αποκλείεται μια διεθνής συμφωνία να μπορεί να δημιουργήσει υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών και ορισμένων τρίτων χωρών.
66 Το Δικαστήριο έκρινε ότι τούτο ισχύει, συγκεκριμένα, όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών και του Βασιλείου της Νορβηγίας [πρβλ. απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2023, Sofiyska gradska prokuratura (Διαδοχικά εντάλματα σύλληψης), C-71/21, EU:C:2023:668, σκέψεις 32 και 39].
67 Ωστόσο, η εν λόγω τρίτη χώρα τελεί σε ιδιαίτερη κατάσταση, καθόσον διατηρεί προνομιακές σχέσεις με την Ένωση, οι οποίες υπερβαίνουν το πλαίσιο της οικονομικής και εμπορικής συνεργασίας, δεδομένου ότι είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, ότι συμμετέχει στο κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου, ότι θέτει σε ισχύ και εφαρμόζει το κεκτημένο του Σένγκεν και ότι έχει συνάψει με την Ένωση τη συμφωνία για τη διαδικασία παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ισλανδίας και της Νορβηγίας, η οποία άρχισε να ισχύει την 1η Νοεμβρίου 2019 [πρβλ. απόφαση της 17ης Μαρτίου 2021, JR (Ένταλμα σύλληψης – Καταδικαστική απόφαση εκδοθείσα σε τρίτο κράτος, μέλος του ΕΟΧ), C-488/19, EU:C:2021:206, σκέψη 60].
68 Επιπλέον, το Δικαστήριο υπογράμμισε, αφενός, ότι, στο προοίμιο της τελευταίας αυτής Συμφωνίας, τα συμβαλλόμενα μέρη εξέφρασαν την αμοιβαία εμπιστοσύνη τους στη δομή και τη λειτουργία των νομικών συστημάτων τους, καθώς και στην ικανότητά τους να εγγυηθούν μια δίκαιη δίκη, και, αφετέρου, ότι οι διατάξεις της εν λόγω Συμφωνίας ομοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 (πρβλ. απόφαση της 2ας Απριλίου 2020, Ruska Federacija, C-897/19 PPU, EU:C:2020:262, σκέψεις 73 και 74).
69 Ωστόσο, η παρατεθείσα στη σκέψη 66 της παρούσας απόφασης κρίση, η οποία στηρίζεται στις ιδιαίτερες σχέσεις μεταξύ της Ένωσης και ορισμένων κρατών μελών του ΕΟΧ, δεν μπορεί να επεκταθεί στο σύνολο των τρίτων χωρών.
70 Όσον αφορά, πιο συγκεκριμένα, το καθεστώς που θεσπίζει η ΣΕΣ, επιβάλλεται, κατ’ αρχάς, η διαπίστωση ότι η Συμφωνία αυτή δεν δημιουργεί, μεταξύ της Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου, εξίσου προνομιακές σχέσεις με αυτές που περιγράφονται στη νομολογία που παρατίθεται στις σκέψεις 67 και 68 της παρούσας απόφασης. Ειδικότερα, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν αποτελεί μέρος του ευρωπαϊκού χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα, η δημιουργία του οποίου καθίσταται δυνατή, μεταξύ άλλων, χάρη στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης.
71 Περαιτέρω, μολονότι από το γράμμα του άρθρου 524, παράγραφος 1, της ΣΕΣ, το οποίο μνημονεύεται στη σκέψη 42 της παρούσας απόφασης, προκύπτει ότι η συνεργασία μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και των κρατών μελών βασίζεται στον από μακρού σεβασμό για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των προσώπων, η συνεργασία αυτή δεν φέρεται να στηρίζεται στη διατήρηση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των οικείων κρατών η οποία υφίστατο πριν από την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση στις 31 Ιανουαρίου 2020.
72 Τέλος, υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές μεταξύ των διατάξεων της ΣΕΣ που αφορούν τον μηχανισμό παράδοσης τον οποίο θεσπίζει η Συμφωνία αυτή και των αντίστοιχων διατάξεων της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.
73 Συναφώς, πρέπει, μεταξύ άλλων, να υπογραμμιστεί ότι η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο δεν περιλαμβάνει εξαιρέσεις σχετικές με την πολιτική φύση των αξιόποινων πράξεων ή την ιθαγένεια του καταζητουμένου οι οποίες να επιτρέπουν την παρέκκλιση από την εκτέλεση των ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης σε περιπτώσεις παρόμοιες με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 602, παράγραφος 2, και στο άρθρο 603, παράγραφος 2, της ΣΕΣ. Οι εξαιρέσεις αυτές καταδεικνύουν, εν προκειμένω, τα όρια της εμπιστοσύνης που δημιουργήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων στη Συμφωνία αυτή μερών.
74 Ομοίως, η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο δεν περιλαμβάνει διάταξη παρεμφερή προς το άρθρο 604, στοιχείο γ', της ΣΕΣ, το οποίο προβλέπει ρητώς ότι, εάν υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύεται ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος για την προστασία ενός ή περισσοτέρων θεμελιωδών δικαιωμάτων του καταζητουμένου, όποια και αν είναι αυτά, η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να ζητήσει, κατά περίπτωση, πρόσθετες εγγυήσεις όσον αφορά τη μεταχείριση του καταζητουμένου μετά την παράδοσή του προτού αποφασίσει αν θα εκτελέσει το ένταλμα σύλληψης.
75 Το εν λόγω άρθρο 604, στοιχείο γ', επιτρέπει, επομένως, να ζητηθούν πρόσθετες εγγυήσεις προκειμένου να αρθούν τυχόν αμφιβολίες σχετικές με τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος, οι οποίες δεν μπορούν να αποκλειστούν βάσει της υφιστάμενης εμπιστοσύνης μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και των κρατών μελών, χωρίς η εφαρμογή του μηχανισμού αυτού να εξαρτάται από την προηγούμενη διαπίστωση της ύπαρξης είτε συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών είτε πλημμελειών που επηρεάζουν ειδικότερα μια αντικειμενικώς προσδιορίσιμη ομάδα προσώπων.
76 Βεβαίως, το άρθρο 604, στοιχείο γ', της ΣΕΣ δεν προβλέπει ρητώς ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να μην εκτελέσει το ένταλμα σύλληψης στην περίπτωση κατά την οποία δεν έχει λάβει πρόσθετες εγγυήσεις ή στη περίπτωση που οι ληφθείσες πρόσθετες εγγυήσεις δεν επαρκούν για να παρακαμφθούν οι λόγοι για τους οποίους θεώρησε αρχικώς ότι υφίστατο πραγματικός κίνδυνος για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του καταζητουμένου.
77 Εντούτοις, τυχόν διαφορετική ερμηνεία της διάταξης αυτής θα στερούσε από τον μηχανισμό που αυτή προβλέπει κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα.
78 Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης που καλείται να αποφανθεί επί εντάλματος σύλληψης το οποίο εκδόθηκε βάσει της ΣΕΣ δεν μπορεί να διατάξει την παράδοση του καταζητουμένου εάν κρίνει, κατόπιν συγκεκριμένης και ακριβούς εξέτασης της κατάστασης του προσώπου αυτού, ότι υπάρχουν σοβαροί λόγοι για να πιστεύεται ότι το εν λόγω πρόσωπο διατρέχει πραγματικό κίνδυνο για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του σε περίπτωση παράδοσής του στο Ηνωμένο Βασίλειο.
79 Ως εκ τούτου, όταν το πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης βάσει της ΣΕΣ επικαλείται ενώπιον της εν λόγω δικαστικής αρχής εκτέλεσης την ύπαρξη κινδύνου παράβασης του άρθρου 49, παράγραφος 1, του Χάρτη σε περίπτωση παράδοσης του προσώπου αυτού στο Ηνωμένο Βασίλειο, η δικαστική αυτή αρχή εκτέλεσης παραβιάζει την υποχρέωση σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνεται στο άρθρο 524, παράγραφος 2, της ΣΕΣ αν διατάξει την παράδοση αυτή χωρίς να έχει προσδιορίσει συγκεκριμένα, κατόπιν προσήκουσας εξέτασης, κατά την έννοια της σκέψεως 51 της παρούσας απόφασης, αν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι το εν λόγω πρόσωπο εκτίθεται σε πραγματικό κίνδυνο τέτοιας προσβολής.
80 Για τον προσδιορισμό αυτόν, πρέπει, πρώτον, να υπογραμμιστεί ότι, μολονότι η ύπαρξη δηλώσεων και η αποδοχή διεθνών συνθηκών οι οποίες εγγυώνται, κατ’ αρχήν, τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν αρκούν, αφ’ εαυτών, για τη διασφάλιση προσήκουσας προστασίας από τον κίνδυνο προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών (πρβλ. απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2016, Petruhhin, C-182/15, EU:C:2016:630, σκέψη 57), η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει, ωστόσο, να λάβει υπόψη τον από μακρού σεβασμό του Ηνωμένου Βασιλείου για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των προσώπων, μεταξύ άλλων όπως αυτά ορίζονται στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στην ΕΣΔΑ, η οποία υπενθυμίζεται ρητώς στο άρθρο 524, παράγραφος 1, της ΣΕΣ, καθώς και τις διατάξεις που προβλέπονται και εφαρμόζονται στο δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου για τη διασφάλιση του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2018, RO, C-327/18 PPU, EU:C:2018:733, σκέψη 52).
81 Εντούτοις, το γεγονός ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης έχει ήδη αποκλείσει τον κίνδυνο παράβασης του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ, στηριζόμενη στις εγγυήσεις που παρέχει, εν γένει, το Ηνωμένο Βασίλειο όσον αφορά τον σεβασμό της ΕΣΔΑ και στη δυνατότητα του καταζητουμένου να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεν μπορεί να είναι, αφ’ εαυτού, αποφασιστικής σημασίας.
82 Πράγματι, από τη σκέψη 78 της παρούσας απόφασης προκύπτει ότι το άρθρο 524, παράγραφος 2, και το άρθρο 604, στοιχείο γ', της ΣΕΣ, σε συνδυασμό με το άρθρο 49, παράγραφος 1, του Χάρτη, επιβάλλουν στη δικαστική αρχή εκτέλεσης να εξετάσει το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων για την αξιολόγηση της προβλέψιμης κατάστασης του καταζητουμένου σε περίπτωση παράδοσής του στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπερ προϋποθέτει, σε αντίθεση με την εξέταση σε δύο στάδια που μνημονεύεται στις σκέψεις 52 έως 54 της παρούσας απόφασης, να λάβει συγχρόνως υπόψη της τόσο τους κανόνες και τις πρακτικές που ισχύουν εν γένει στη χώρα αυτή όσο και, ελλείψει εφαρμογής των αρχών της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αναγνώρισης, τις ιδιαιτερότητες της ατομικής κατάστασης του προσώπου αυτού.
83 Ως εκ τούτου, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 78 και 79 των προτάσεών του, η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει να προβεί σε ανεξάρτητη εκτίμηση, υπό το πρίσμα των διατάξεων του Χάρτη, χωρίς να δύναται να περιοριστεί στο να λάβει υπόψη τη νομολογία του Supreme Court of the United Kingdom (Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου) η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 27 της παρούσας απόφασης ή τις γενικές εγγυήσεις που παρέχει το δικαστικό σύστημα του κράτους αυτού, οι οποίες μνημονεύονται στη σκέψη 28 της παρούσας απόφασης.
84 Στο πλαίσιο αυτό, η ενδεχόμενη διαπίστωση της ύπαρξης πραγματικού κινδύνου παράβασης του άρθρου 49, παράγραφος 1, του Χάρτη σε περίπτωση παράδοσης του ενδιαφερομένου στο Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να στηρίζεται σε επαρκή πραγματικά στοιχεία [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2022, Openbaar Ministerie (Δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος), C-562/21 PPU και C-563/21 PPU, EU:C:2022:100, σκέψεις 60 και 61].
85 Κατά συνέπεια, η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση εντάλματος σύλληψης, βάσει του άρθρου 524, παράγραφος 2, και του άρθρου 604, στοιχείο γ', της ΣΕΣ, σε συνδυασμό με το άρθρο 49, παράγραφος 1, του Χάρτη, μόνον εφόσον διαθέτει, λαμβανομένης υπόψη της ατομικής κατάστασης του καταζητουμένου, αντικειμενικά, αξιόπιστα, συγκεκριμένα και δεόντως ενημερωμένα στοιχεία από τα οποία να προκύπτουν σοβαροί λόγοι για να πιστεύεται ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος παράβασης του εν λόγω άρθρου 49, παράγραφος 1, (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 6ης Σεπτεμβρίου 2016, Petruhhin, C-182/15, EU:C:2016:630, σκέψη 59, και της 19ης Σεπτεμβρίου 2018, RO, C-327/18 PPU, EU:C:2018:733, σκέψη 61).
86 Δεύτερον, σύμφωνα με την υποχρέωση καλόπιστης αμοιβαίας συνδρομής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της ΣΕΣ, η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει, όταν εξετάζει την ύπαρξη ενδεχόμενου κίνδυνου παράβασης του άρθρου 49, παράγραφος 1, του Χάρτη, να κάνει πλήρη χρήση των προβλεπόμενων στη Συμφωνία αυτή μέσων προκειμένου να διευκολύνει τη συνεργασία μεταξύ της ίδιας και της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος.
87 Συναφώς, αφενός, το άρθρο 613, παράγραφος 2, της ΣΕΣ προβλέπει ότι, αν η δικαστική αρχή εκτέλεσης κρίνει ότι οι πληροφορίες που κοινοποιήθηκαν από το κράτος έκδοσης δεν επαρκούν για να είναι σε θέση να αποφασίσει σχετικά με την παράδοση, ζητεί να παρασχεθούν επειγόντως οι αναγκαίες συμπληρωματικές πληροφορίες, ιδίως όσον αφορά το άρθρο 604 ΣΕΣ.
88 Επομένως, η εν λόγω δικαστική αρχή οφείλει να ζητήσει την κατεπείγουσα παροχή κάθε συμπληρωματικής πληροφορίας την οποία κρίνει αναγκαία για την έκδοση απόφασης επί της παράδοσης προσώπου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης βάσει της ΣΕΣ.
89 Συνεπώς, δεδομένου ότι η διαπίστωση σοβαρού κινδύνου παράβασης του άρθρου 49, παράγραφος 1, του Χάρτη στηρίζεται κατ’ ανάγκην σε ανάλυση του δικαίου του κράτους έκδοσης, η δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν μπορεί να προβεί στη διαπίστωση αυτή, χωρίς προηγουμένως να έχει ζητήσει από τη δικαστική αρχή έκδοσης πληροφορίες σχετικά με τους κανόνες του δικαίου του κράτους αυτού και με τον τρόπο κατά τον οποίο οι κανόνες αυτοί είναι δυνατόν να εφαρμοσθούν στην ατομική περίπτωση του καταζητουμένου, διότι άλλως θα παραβεί την υποχρέωση καλόπιστης αμοιβαίας συνδρομής που θεσπίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της ΣΕΣ.
90 Αφετέρου, σύμφωνα με το άρθρο 604, στοιχείο γ', της ΣΕΣ, η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει να ζητήσει την παροχή πρόσθετων εγγυήσεων, όταν εκτιμά ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι υφίσταται πραγματικός κίνδυνος παράβασης του άρθρου 49, παράγραφος 1, του Χάρτη.
91 Ως εκ τούτου, η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση εντάλματος σύλληψης εκδοθέντος βάσει της ΣΕΣ, με την αιτιολογία ότι υφίσταται τέτοιος κίνδυνος, μόνο στην περίπτωση που η αρχή αυτή έχει ζητήσει πρόσθετες εγγυήσεις και δεν έχει λάβει επαρκείς εγγυήσεις ώστε να αποκλειστεί ο κίνδυνος παράβασης του άρθρου 49, παράγραφος 1, του Χάρτη, τον οποίο είχε αρχικώς εντοπίσει.
92 Τρίτον, όσον αφορά ειδικότερα την εμβέλεια του άρθρου 49, παράγραφος 1, του Χάρτη, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το άρθρο 49 του Χάρτη περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ίδιες εγγυήσεις με εκείνες που προβλέπονται στο άρθρο 7 της ΕΣΔΑ, οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, δυνάμει του άρθρου 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, ως ελάχιστο όριο προστασίας (πρβλ. αποφάσεις της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft, C-72/15, EU:C:2017:236, σκέψη 164 της 5ης Δεκεμβρίου 2017, M.A.S. και M.B., C-42/17, EU:C:2017:936, σκέψη 54 της 2ας Φεβρουαρίου 2021, Consob, C-481/19, EU:C:2021:84, σκέψη 37, και της 10ης Νοεμβρίου 2022, DELTA STROY 2003, C-203/21, EU:C:2022:865, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
93 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, δυνάμει ρύθμισης του Ηνωμένου Βασιλείου θεσπισθείσας μετά τη φερόμενη τέλεση των επίμαχων στην κύρια δίκη αξιόποινων πράξεων, οι αυτουργοί ορισμένων αξιόποινων πράξεων οι οποίες συνιστούν τρομοκρατικές ενέργειες, όπως αυτές για τις οποίες είναι ύποπτος ο MA, μπορούν να απολυθούν υπό όρους μόνον εφόσον η υφ’ όρον απόλυση έχει εγκριθεί από ειδική αρχή και αφού εκτίσουν τα δύο τρίτα της ποινής τους, ενώ το παλαιό καθεστώς προέβλεπε αυτοδίκαιη υπό όρους απόλυση αφού ο καταδικασθείς είχε εκτίσει το ήμισυ της ποινής του.
94 Από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου συνάγεται ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ μέτρου που συνιστά κατ’ ουσίαν «ποινή» και μέτρου σχετικού με την «εκτέλεση» ή την «εφαρμογή» της ποινής. Επομένως, όταν η φύση και ο σκοπός ενός μέτρου αφορούν μείωση της ποινής ή μεταβολή στο σύστημα της υπό όρους απόλυσης, το μέτρο αυτό δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της «ποινής», υπό την έννοια του εν λόγω άρθρου 7 (απόφαση του ΕΔΔΑ, της 21ης Οκτωβρίου 2013, Del R?o Prada κατά Ισπανίας, CE:ECHR:2013:1021JUD004275009, § 83).
95 Δεδομένου ότι η διάκριση μεταξύ ενός μέτρου που συνιστά «ποινή» και ενός μέτρου σχετικού με την «εκτέλεση» ποινής δεν είναι πάντοτε σαφής στην πράξη, πρέπει, προκειμένου να κριθεί αν ένα μέτρο ληφθέν κατά την εκτέλεση ποινής αφορά αποκλειστικώς τους λεπτομερείς κανόνες για την εκτέλεσή της ή, αντιθέτως, αν επηρεάζει το περιεχόμενό της, να εξετάζεται κατά περίπτωση τι συνεπαγόταν πράγματι κατά τον κρίσιμο χρόνο στο εσωτερικό δίκαιο η επιβληθείσα «ποινή» ή, με άλλα λόγια, ποια ήταν η εγγενής φύση της (απόφαση του ΕΔΔΑ της 21ης Οκτωβρίου 2013, Del R?o Prada κατά Ισπανίας, CE:ECHR:2013:1021JUD004275009, § 85 και 90).
96 Συναφώς, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επιβεβαίωσε προσφάτως ότι το γεγονός ότι η επιμήκυνση του ορίου επιλεξιμότητας για την υπό όρους απόλυση, η οποία επήλθε μετά την καταδίκη, είχε ως αποτέλεσμα να καταστούν αυστηρότεροι οι όροι κράτησης αφορούσε την εκτέλεση της ποινής και όχι την ίδια την ποινή και ότι, ως εκ τούτου, από το γεγονός αυτό δεν μπορεί να συναχθεί ότι η επιβληθείσα ποινή είναι αυστηρότερη από εκείνη που επιβλήθηκε από τον δικαστή της ουσίας (απόφαση του ΕΔΔΑ της 31ης Αυγούστου 2021, Derviendt κατά Βελγίου, CE:ECHR:2021:0831DEC003556719, § 29).
97 Ως εκ τούτου, ένα μέτρο σχετικό με την εκτέλεση ποινής είναι ασύμβατο προς το άρθρο 49, παράγραφος 1, του Χάρτη, μόνον αν επιφέρει αναδρομική μεταβολή αυτού καθεαυτό του περιεχομένου της ποινής που προβλέπεται κατά τον χρόνο τέλεσης της επίμαχης αξιόποινης πράξης, με αποτέλεσμα την επιβολή βαρύτερης ποινής από την αρχικώς προβλεπόμενη. Εν πάση περιπτώσει, μολονότι τούτο δεν ισχύει όταν το μέτρο αυτό απλώς περιορίζεται στην επιμήκυνση του ορίου για το επιτρεπτό της υπό όρους απόλυσης, εντούτοις ενδέχεται να ισχύει αν, μεταξύ άλλων, το εν λόγω μέτρο καταργεί κατ’ ουσίαν τη δυνατότητα υπό όρους απόλυσης ή αν εντάσσεται σε ένα σύνολο μέτρων που επιτείνουν την εγγενή βαρύτητα της αρχικώς προβλεπόμενης ποινής.
98 Λαμβανομένων υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 524, παράγραφος 2, και το άρθρο 604, στοιχείο γ', της ΣΕΣ, σε συνδυασμό με το άρθρο 49, παράγραφος 1, του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει, όταν πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης βάσει της Συμφωνίας αυτής επικαλείται κίνδυνο παράβασης του εν λόγω άρθρου 49, παράγραφος 1, σε περίπτωση παράδοσής του στο Ηνωμένο Βασίλειο, λόγω δυσμενούς για το πρόσωπο αυτό μεταβολής των προϋποθέσεων της υπό όρους απόλυσης, η οποία επήλθε μετά τη φερόμενη τέλεση της αξιόποινης πράξης για την οποία διώκεται το πρόσωπο αυτό, να προβεί σε αυτοτελή εξέταση ως προς την ύπαρξη του κινδύνου αυτού πριν αποφανθεί επί της εκτέλεσης του εν λόγω εντάλματος σύλληψης, σε περίπτωση κατά την οποία η εν λόγω δικαστική αρχή έχει ήδη αποκλείσει τον κίνδυνο παράβασης του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ στηριζόμενη, γενικώς, στις εγγυήσεις που παρέχει το Ηνωμένο Βασίλειο όσον αφορά τον σεβασμό της Σύμβασης αυτής και στη δυνατότητα του ίδιου προσώπου να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κατά το πέρας της εξέτασης αυτής, η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει να αρνηθεί την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος σύλληψης μόνον εάν, αφού έχει ζητήσει από τη δικαστική αρχή έκδοσης συμπληρωματικές πληροφορίες και πρόσθετες εγγυήσεις, διαθέτει αντικειμενικά, αξιόπιστα, συγκεκριμένα και δεόντως ενημερωμένα στοιχεία τα οποία να αποδεικνύουν ότι υφίσταται πραγματικός κίνδυνος μεταβολής αυτού καθεαυτό του περιεχομένου της ποινής η οποία προβλεπόταν κατά τον χρόνο τέλεσης της επίμαχης αξιόποινης πράξης, συνεπαγόμενης την επιβολή ποινής βαρύτερης από την αρχικώς προβλεπόμενη.
Επί των δικαστικών εξόδων
99 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:
Το άρθρο 524, παράγραφος 2, και το άρθρο 604, στοιχείο γ', της Συμφωνίας Εμπορίου και Συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, αφενός, και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, αφετέρου, σε συνδυασμό με το άρθρο 49, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
έχουν την έννοια ότι:
η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει, όταν πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης βάσει της Συμφωνίας αυτής επικαλείται κίνδυνο παράβασης του εν λόγω άρθρου 49, παράγραφος 1, σε περίπτωση παράδοσής του στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, λόγω δυσμενούς για το πρόσωπο αυτό μεταβολής των προϋποθέσεων της υπό όρους απόλυσης, η οποία επήλθε μετά τη φερόμενη τέλεση της αξιόποινης πράξης για την οποία διώκεται το πρόσωπο αυτό, να προβεί σε αυτοτελή εξέταση ως προς την ύπαρξη του κινδύνου αυτού πριν αποφανθεί επί της εκτέλεσης του εν λόγω εντάλματος σύλληψης, σε περίπτωση κατά την οποία η εν λόγω δικαστική αρχή έχει ήδη αποκλείσει τον κίνδυνο παράβασης του άρθρου 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, στηριζόμενη, γενικώς, στις εγγυήσεις που παρέχει το Ηνωμένο Βασίλειο όσον αφορά τον σεβασμό της Σύμβασης αυτής και στη δυνατότητα του ίδιου προσώπου να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κατά το πέρας της εξέτασης αυτής, η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει να αρνηθεί την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος σύλληψης μόνον εάν, αφού έχει ζητήσει από τη δικαστική αρχή έκδοσης συμπληρωματικές πληροφορίες και πρόσθετες εγγυήσεις, διαθέτει αντικειμενικά, αξιόπιστα, συγκεκριμένα και δεόντως ενημερωμένα στοιχεία τα οποία να αποδεικνύουν ότι υφίσταται πραγματικός κίνδυνος μεταβολής αυτού καθεαυτό του περιεχομένου της ποινής η οποία προβλεπόταν κατά τον χρόνο τέλεσης της επίμαχης αξιόποινης πράξης, συνεπαγόμενης την επιβολή ποινής βαρύτερης από την αρχικώς προβλεπόμενη.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
i Η ονομασία που έχει δοθεί στην παρούσα υπόθεση είναι πλασματική. Δεν αντιστοιχεί στο πραγματικό όνομα κανενός διαδίκου.