Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 12ης Σεπτεμβρίου 2024 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Μεταναστευτική πολιτική – Δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης – Οδηγία 2003/86/ΕΚ – Άρθρο 16, παράγραφος 3 – Άρνηση ανανέωσης της άδειας διαμονής του συντηρούντος – Συνέπειες – Άρνηση ανανέωσης της άδειας διαμονής των μελών της οικογένειάς του – Λόγος ανεξάρτητος από τη βούλησή τους – Ύπαρξη ανηλίκων τέκνων – Άρθρο 15, παράγραφος 3 – Προϋποθέσεις για τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής – Έννοια των “ιδιαιτέρως δυσχερών περιστάσεων” – Περιεχόμενο – Άρθρο 17 – Εξατομικευμένη εξέταση – Δικαίωμα ακροάσεως »
Στην υπόθεση C-63/23,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Juzgado de lo Contencioso-Administrativo n.o 5 de Barcelona (περιφερειακό διοικητικό πρωτοδικείο αριθ. 5 της Βαρκελώνης, Ισπανία) με απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2023, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Φεβρουαρίου 2023, στο πλαίσιο της δίκης
Sagrario,
Joaqu?n,
Prudencio
κατά
Subdelegaci?n del Gobierno en Barcelona,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους E. Regan (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, I. Jarukaitis και Δ. Γρατσία, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour
γραμματέας: L. Carrasco Marco, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 17ης Ιανουαρίου 2024,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Sagrario και τα δύο ανήλικα τέκνα της, εκπροσωπούμενοι από τον E. Leiva Vojkovic, abogado,
– η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. Herranz Elizalde,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις I. Galindo Mart?n και J. Hottiaux,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Μαρτίου 2024,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 15, παράγραφος 3, και του άρθρου 17 της οδηγίας 2003/86/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης (ΕΕ 2003, L 251, σ. 12), καθώς και των άρθρων 7 και 24, του άρθρου 33, παράγραφος 1, και του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, μιας μητέρας και των δύο ανηλίκων τέκνων της, όλοι υπήκοοι τρίτης χώρας, και, αφετέρου, της Subdelegaci?n del Gobierno en Barcelona (Αντιπροσωπείας της Κυβερνήσεως στη Βαρκελώνη, Ισπανία) (στο εξής: αρμόδια εθνική αρχή) με αντικείμενο την άρνηση ανανέωσης των αδειών τους διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία 2003/86
3 Οι αιτιολογικές σκέψεις 2, 4, 6 και 15 της οδηγίας 2003/86 έχουν ως εξής:
«(2) Τα μέτρα που αφορούν την οικογενειακή επανένωση θα πρέπει να θεσπίζονται σύμφωνα με την υποχρέωση προστασίας της οικογένειας και σεβασμού της οικογενειακής ζωής που αναφέρεται σε πολλές πράξεις διεθνούς δικαίου. Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από το άρθρο 8 της ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών[, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ)] και από το [Χάρτη].
[...]
(4) Η οικογενειακή επανένωση αποτελεί απαραίτητο μέσο προκειμένου να καταστεί δυνατός ο οικογενειακός βίος. Συμβάλλει στη δημιουργία κοινωνικοπολιτιστικής σταθερότητας που διευκολύνει την ενσωμάτωση των υπηκόων τρίτων χωρών στα κράτη μέλη, γεγονός που επιτρέπει εξάλλου την προώθηση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής που αποτελεί θεμελιώδη στόχο της [Ευρωπαϊκής] Κοινότητας, όπως αναφέρεται στη συνθήκη.
[...]
(6) Για την προστασία της οικογένειας και τη δημιουργία ή διατήρηση οικογενειακού βίου, θα πρέπει να καθορισθούν τα υλικά κριτήρια για την άσκηση του δικαιώματος οικογενειακής επανένωσης βάσει κοινών κριτηρίων.
[...]
(15) Η ενσωμάτωση των μελών της οικογένειας θα πρέπει να προωθείται. Για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να τους χορηγείται καθεστώς ανεξάρτητο από εκείνο του συντηρούντος, σε περίπτωση διάλυσης του γάμου και σχέσης συμβίωσης, και πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση υπό τους ιδίους όρους με τον αιτούντα την επανένωση, κάτω από παρόμοιες συνθήκες.»
4 Κατά το άρθρο 1, το οποίο περιλαμβάνεται στο επιγραφόμενο «Γενικές διατάξεις» κεφάλαιο I της οδηγίας:
«Ο σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να καθορίσει τους όρους υπό τους οποίους μπορούν να ασκούν το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης οι υπήκοοι τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα στην επικράτεια των κρατών μελών.»
5 Το άρθρο 2 της οδηγίας, το οποίο περιλαμβάνεται στο ίδιο κεφάλαιο, ορίζει τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
[...]
γ) “συντηρών”: υπήκοος τρίτης χώρας που διαμένει νόμιμα σε κράτος μέλος και υποβάλλει, ο ίδιος ή τα μέλη της οικογένειάς του, αίτηση οικογενειακής επανένωσης προκειμένου να επανενωθούν μαζί του/της
δ) “οικογενειακή επανένωση”: η είσοδος και η διαμονή σε κράτος μέλος των μελών της οικογένειας υπηκόου τρίτης χώρας που διαμένει νόμιμα στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, προκειμένου να διατηρηθεί η οικογενειακή ενότητα, ασχέτως εάν οι οικογενειακοί δεσμοί δημιουργήθηκαν πριν ή μετά την είσοδο του διαμένοντος
[...]».
6 Το άρθρο 15, το οποίο περιλαμβάνεται στο επιγραφόμενο «Είσοδος και διαμονή των μελών της οικογένειας» κεφάλαιο VI της οδηγίας, έχει ως εξής:
«1. Το αργότερο έπειτα από πέντε έτη διαμονής και εφόσον στο μέλος της οικογένειας δεν έχει χορηγηθεί άδεια διαμονής για άλλους λόγους εκτός της οικογενειακής επανένωσης, ο/η σύζυγος ή ο εκτός γάμου σύντροφος και το τέκνο που έχει ενηλικιωθεί έχουν δικαίωμα να απαιτούν, κατόπιν αίτησης, εφόσον απαιτείται, αυτόνομη άδεια διαμονής, ανεξάρτητη από την άδεια του συντηρούντος.
Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν τη χορήγηση της άδειας διαμονής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στον/στη σύζυγο ή στον εκτός γάμου σύντροφο, σε περιπτώσεις ρήξης του οικογενειακού δεσμού.
2. Τα κράτη μέλη μπορούν να εκδίδουν αυτόνομη άδεια διαμονής στα ενήλικα τέκνα και στους εξ αίματος ανιόντες, στους οποίους εφαρμόζεται το άρθρο 4 παράγραφος 2.
3. Σε περίπτωση χηρείας, διαζυγίου, χωρισμού ή θανάτου εξ αίματος ανιόντων ή κατιόντων πρώτου βαθμού, μπορεί να χορηγείται αυτόνομη άδεια διαμονής, κατόπιν αίτησης, εφόσον απαιτείται, στα πρόσωπα που έχουν εισέλθει στο κράτος μέλος δυνάμει οικογενειακής επανένωσης. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις οι οποίες εξασφαλίζουν τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής σε περίπτωση ιδιαιτέρως δυσχερών περιστάσεων.
4. Οι όροι της χορήγησης και της διάρκειας της αυτόνομης άδειας διαμονής θεσπίζονται από το εθνικό δίκαιο.»
7 Το άρθρο 16, παράγραφος 3, το οποίο περιλαμβάνεται στο επιγραφόμενο «Κυρώσεις και [μέσα ένδικης προστασίας]» κεφάλαιο VII της οδηγίας 2003/86, προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη μπορούν να ανακαλούν ή να αρνούνται την ανανέωση της άδειας διαμονής μέλους της οικογένειας, εφόσον η διαμονή του συντηρούντος τερματισθεί και το μέλος της οικογένειας δεν διαθέτει ακόμη αυτόνομο δικαίωμα διαμονής δυνάμει του άρθρου 15.»
8 Το άρθρο 17 της οδηγίας, το οποίο περιλαμβάνεται στο ίδιο κεφάλαιο, ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν δεόντως υπόψη το χαρακτήρα και τη σταθερότητα των οικογενειακών δεσμών του προσώπου και τη διάρκεια διαμονής του στο κράτος μέλος καθώς και την ύπαρξη οικογενειακών, πολιτιστικών και κοινωνικών δεσμών με τη χώρα καταγωγής του, σε περίπτωση απόρριψης αίτησης, ανάκλησης ή άρνησης της ανανέωσης της άδειας διαμονής, ή σε περίπτωση λήψης μέτρου απομάκρυνσης εις βάρος του συντηρούντος ή μελών της οικογένειάς του.»
H οδηγία 2004/38/ΕΚ
9 Το άρθρο 13 της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ 2004, L 158, σ. 77, και διορθωτικό ΕΕ 2004, L 229, σ. 35), το οποίο επιγράφεται «Διατήρηση του δικαιώματος διαμονής από τα μέλη της οικογένειας σε περίπτωση διαζυγίου, ακύρωσης του γάμου ή λήξης της καταχωρισμένης συμβίωσης», ορίζει στην παράγραφο 2 τα εξής:
«Με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου, το διαζύγιο, η ακύρωση του γάμου ή η λήξη της καταχωρισμένης συμβίωσης κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο β) δεν συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος διαμονής των μελών της οικογένειας του πολίτη της Ένωσης τα οποία δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
[...]
γ) αν τούτο υπαγορεύεται από ιδιαιτέρως δυσχερείς καταστάσεις, όπως σε περίπτωση που το μέλος της οικογένειας κατέστη θύμα οικογενειακή βίας ενόσω υφίστατο ο γάμος ή η καταχωρισμένη συμβίωση, [...]
[...]».
Οι οδηγίες όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας 2003/86
10 Το σημείο 5.3 της ανακοίνωσης της Επιτροπής στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, της 3ης Απριλίου 2014, για οδηγίες όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας 2003/86/EΚ σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης [COM(2014) 210 final], το οποίο επιγράφεται «Πρόσβαση σε αυτόνομη άδεια διαμονής», έχει ως εξής:
«Το άρθρο 15 παράγραφος 1 ορίζει ότι το αργότερο ύστερα από πέντε έτη διαμονής, και εφόσον δεν έχει χορηγηθεί άδεια διαμονής για άλλους λόγους, τα κράτη μέλη πρέπει να εκδίδουν, κατόπιν αιτήσεως, αυτόνομο τίτλο διαμονής, ανεξάρτητο από τον συντηρούντα, στον/στη σύζυγο ή στον/τη σύντροφο και στο τέκνο που έχει ενηλικιωθεί. Η διαμονή θα πρέπει να νοείται ως νόμιμη διαμονή, η δε [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή υπογραμμίζει ότι τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να χορηγούν την άδεια νωρίτερα. Σε περίπτωση ρήξης του οικογενειακού δεσμού, το δικαίωμα σε αυτόνομη άδεια διαμονής πρέπει σε κάθε περίπτωση να εξακολουθήσει να παρέχεται στον/στη σύζυγο ή στον εκτός γάμου σύντροφο, αλλά τα κράτη μέλη επιτρέπεται να εξαιρούν το ενήλικο τέκνο. Μολονότι το άρθρο 15 παράγραφος 4 αναφέρει ότι οι προϋποθέσεις καθορίζονται από την εθνική νομοθεσία, το άρθρο 15 παράγραφος 3 αναφέρει ότι η ρήξη μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει τη χηρεία, τον χωρισμό, το διαζύγιο, τον θάνατο κ.λπ.
Τα άρθρα 15 παράγραφος 2 και 15 παράγραφος 3 (πρώτο εδάφιο) επιτρέπουν στα κράτη μέλη να χορηγούν ανά πάσα στιγμή αυτόνομο τίτλο διαμονής στα ενήλικα τέκνα και στους ανιόντες πρώτου βαθμού, στους οποίους εφαρμόζεται το άρθρο 4 παράγραφος 2 και, κατόπιν αίτησης, σε κάθε πρόσωπο που έχει εισέλθει στο κράτος μέλος δυνάμει της οικογενειακής επανένωσης σε περίπτωση χηρείας, διαζυγίου, χωρισμού ή θανάτου ανιόντων ή κατιόντων πρώτου βαθμού.
Το άρθρο 15 παράγραφος 3 (δεύτερο εδάφιο) ορίζει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να χορηγούν αυτόνομη άδεια διαμονής σε περίπτωση ιδιαίτερα δυσχερών συνθηκών σε όλα μέλη της οικογένειας που έχουν εισέλθει στο κράτος μέλος δυνάμει οικογενειακής επανένωσης. Τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίσουν σχετικές διατάξεις στην εθνική τους νομοθεσία. Οι ιδιαίτερα δυσχερείς συνθήκες πρέπει να έχουν προκληθεί από την οικογενειακή κατάσταση ή τη ρήξη, και να μην οφείλονται σε άλλες αιτίες. Παραδείγματα ιδιαιτέρως δυσχερών συνθηκών μπορεί να είναι, για παράδειγμα, περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας κατά των γυναικών και των παιδιών, ορισμένες περιπτώσεις καταναγκαστικών γάμων, κίνδυνος ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων ή περιπτώσεις όπου το πρόσωπο θα περιέλθει σε ιδιαίτερα δύσκολη οικογενειακή κατάσταση εάν εξαναγκαστεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του.»
Το ισπανικό δίκαιο
11 Το άρθρο 19 του Ley Org?nica 4/2000 sobre derechos y libertades de los extranjeros en Espa?a y su integraci?n social (οργανικού νόμου 4/2000 σχετικά με τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των αλλοδαπών στην Ισπανία και την κοινωνική τους ενσωμάτωση), της 11ης Ιανουαρίου 2000 (BOE αριθ. 10, της 12ης Ιανουαρίου 2000, σ. 1139), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, ορίζει τα εξής:
«1. Η άδεια διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης που χορηγείται στον/στη σύζυγο και στα τέκνα που επανενώθηκαν με τον συντηρούντα όταν φθάνουν σε ηλικία εργασίας τούς παρέχει το δικαίωμα να εργαστούν χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω διοικητικές ενέργειες.
2. Ο/η σύζυγος που απολαύει του δικαιώματος οικογενειακής επανένωσης μπορεί να λάβει ανεξάρτητη άδεια διαμονής, εφόσον διαθέτει επαρκή οικονομικά μέσα για να συντηρεί τον εαυτό του/της.
Σε περίπτωση κατά την οποία η σύζυγος που απολαύει του δικαιώματος οικογενειακής επανένωσης είναι θύμα έμφυλης βίας, μπορεί να λάβει την ανεξάρτητη άδεια διαμονής και εργασίας, χωρίς να απαιτείται να πληρούται η προηγούμενη προϋπόθεση, εφόσον έχει εκδοθεί υπέρ της διάταξη περί προστασίας ή, ελλείψει τέτοιας διάταξης, έκθεση της Ministerio Fiscal (εισαγγελικής αρχής, Ισπανία) στην οποία αναφέρεται η ύπαρξη ενδείξεων έμφυλης βίας.
3. Τα τέκνα που απολαύουν του δικαιώματος οικογενειακής επανένωσης μπορούν να λάβουν ανεξάρτητη άδεια διαμονής όταν ενηλικιώνονται και εφόσον διαθέτουν επαρκή οικονομικά μέσα για να συντηρούν τον εαυτό τους.
4. Η μορφή και το ύψος των οικονομικών μέσων που κρίνονται επαρκή για να μπορέσουν τα μέλη της επανενωθείσας οικογένειας να αποκτήσουν ανεξάρτητη άδεια διαμονής καθορίζονται με κανονιστική πράξη.
5. Σε περίπτωση θανάτου του συντηρούντος, τα μέλη της επανενωθείσας οικογένειας μπορούν να λάβουν ανεξάρτητη άδεια διαμονής υπό όρους που θα καθοριστούν.»
12 Το άρθρο 59 του Real Decreto 557/2011 por el que se aprueba el Reglamento de la Ley Org?nica 4/2000, tras su reforma por Ley Org?nica 2/2009 (βασιλικού διατάγματος 557/2011 περί εγκρίσεως του κανονισμού του οργανικού νόμου 4/2000, όπως τροποποιήθηκε με τον οργανικό νόμο 2/2009), της 20ής Απριλίου 2011 (BOE αριθ. 103, της 30ής Απριλίου 2011, σ. 43821) (στο εξής: βασιλικό διάταγμα 557/2011), το οποίο επιγράφεται «Διαμονή των μελών της επανενωθείσας οικογένειας ανεξάρτητα από τη διαμονή του συντηρούντος», προβλέπει τα εξής:
«1. Ο/η σύζυγος ή ο/η σύντροφος που απολαύει του δικαιώματος οικογενειακής επανένωσης μπορεί να λάβει ανεξάρτητη άδεια διαμονής και εργασίας εάν πληροί μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις και εφόσον δεν έχει οφειλές προς τις φορολογικές αρχές ή τις αρχές κοινωνικής ασφάλισης:
a) διαθέτει επαρκή οικονομικά μέσα ώστε να του χορηγηθεί άδεια προσωρινής διαμονής χωρίς να ασκεί οικονομική δραστηριότητα
b) έχει μία ή περισσότερες συμβάσεις εργασίας, από τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως, οι οποίες προβλέπουν αμοιβή που δεν είναι χαμηλότερη από τον κατώτατο μηνιαίο διεπαγγελματικό μισθό σε σχέση με τη νόμιμη ημέρα εργασίας ή από τον μισθό που προκύπτει από την εφαρμοστέα συλλογική σύμβαση εργασίας
c) πληροί τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας προσωρινής διαμονής και ασκήσεως ελεύθερου επαγγέλματος.
[...]
2. Επιπλέον, ο/η σύζυγος ή ο/η σύντροφος μπορεί να λάβει ανεξάρτητη άδεια διαμονής και εργασίας στις ακόλουθες περιπτώσεις:
a) όταν η έγγαμη σχέση η οποία αποτέλεσε τη βάση για τη διαμονή λύεται λόγω δικαστικού χωρισμού, διαζυγίου ή ακύρωσης της καταχώρισης ή διακοπής της συμβίωσης του ζευγαριού, υπό την προϋπόθεση ότι μπορεί να αποδειχθεί συμβίωση στην Ισπανία με τον συντηρούντα/τη συντηρούσα σύζυγο ή σύντροφο για τουλάχιστον δύο έτη
b) όταν είναι θύμα έμφυλης βίας, από τη στιγμή που έχει εκδοθεί υπέρ του εν λόγω προσώπου δικαστική διάταξη περί προστασίας ή, ελλείψει τέτοιας διάταξης, εφόσον υπάρχει έκθεση της εισαγγελικής αρχής στην οποία αναφέρεται η ύπαρξη ενδείξεων έμφυλης βίας. Η περίπτωση αυτή εφαρμόζεται επίσης όταν ο/η σύζυγος ή ο/η σύντροφος υπήρξε θύμα αξιόποινης πράξης λόγω βίαιης συμπεριφοράς εντός της οικογένειας, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει δικαστική διάταξη περί προστασίας υπέρ του θύματος ή, ελλείψει τέτοιας διάταξης, έκθεση της εισαγγελικής αρχής από την οποία προκύπτει η ύπαρξη βίαιης συμπεριφοράς εντός της οικογένειας
Η εξέταση των αιτήσεων που υποβάλλονται δυνάμει της παραγράφου αυτής διενεργείται κατά προτεραιότητα, η δε διάρκεια της ανεξάρτητης άδειας διαμονής και εργασίας είναι πενταετής.
c) σε περίπτωση θανάτου του συντηρούντος.
3. Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην προηγούμενη παράγραφο, όταν, εκτός από τον/τη σύζυγο ή τον/τη σύντροφο, δικαιούχοι οικογενειακής επανένωσης ήταν και άλλα μέλη της οικογένειας, τα τελευταία διατηρούν τη χορηγηθείσα άδεια διαμονής και εξαρτώνται, για τους σκοπούς της ανανέωσης της άδειας διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης, από το μέλος της οικογένειας με το οποίο συμβιούν.
4. Τα παιδιά και οι ανήλικοι των οποίων νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο συντηρών λαμβάνουν ανεξάρτητη άδεια διαμονής όταν ενηλικιώνονται και μπορούν να αποδείξουν ότι εμπίπτουν σε μία από τις περιπτώσεις που περιγράφονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ή εφόσον έχουν ενηλικιωθεί και έχουν διαμείνει στην Ισπανία για πέντε έτη.
[...]»
13 Το άρθρο 61 του βασιλικού διατάγματος 557/2011, το οποίο επιγράφεται «Ανανέωση των αδειών διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης», ορίζει στην παράγραφο 3 τα εξής:
«Για την ανανέωση άδειας διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης πρέπει να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
a) Όσον αφορά τον δικαιούχο οικογενειακής επανένωσης:
1) πρέπει να είναι κάτοχος εν ισχύ άδειας διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης ή να βρίσκεται εντός περιόδου ενενήντα ημερολογιακών ημερών από τη λήξη της άδειας αυτής
2) ο οικογενειακός ή συγγενικός δεσμός ή η εν τοις πράγμασι ένωση βάσει των οποίων χορηγήθηκε η άδεια ανανέωσης πρέπει να διατηρούνται
[...]
b) Όσον αφορά τον συντηρούντα:
1) πρέπει να είναι κάτοχος εν ισχύ άδειας διαμονής ή να βρίσκεται εντός περιόδου ενενήντα ημερολογιακών ημερών από τη λήξη της άδειας αυτής
[...]».
14 Η παράγραφος 4 της πρώτης πρόσθετης διάταξης του βασιλικού διατάγματος 557/2011 ορίζει τα εξής:
«Κατόπιν προτάσεως του επικεφαλής της Secretar?a de Estado de Inmigraci?n y Emigraci?n [Γενικής Γραμματείας Μετανάστευσης, Ισπανία], έχοντας υπόψη την έκθεση του επικεφαλής της Secretar?a de Estado de Seguridad [Γενικής Γραμματείας Ασφαλείας, Ισπανία] και, κατά περίπτωση, των επικεφαλής των Subsecretar?as de Asuntos Exteriores y de Cooperaci?n y de Pol?tica Territorial y Administraci?n P?blica [Διευθύνσεων Εξωτερικών Υποθέσεων, Συνεργασίας και Εδαφικής Πολιτικής και Δημόσιας Διοίκησης, Ισπανία], το Consejo de Ministros [Υπουργικό Συμβούλιο, Ισπανία] δύναται, όταν αυτό δικαιολογείται από περιστάσεις οικονομικής, κοινωνικής ή επαγγελματικής φύσης και σε μη ρυθμιζόμενες περιπτώσεις ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, μετά από ενημέρωση και διαβούλευση με την Comisi?nal Laboral Tripartita de Inmigraci?n [Τριμερή Επιτροπή Εργασίας για τη Μετανάστευση, Ισπανία], να εκδίδει οδηγίες για τη χορήγηση αδειών προσωρινής διαμονής ή/και εργασίας, οι οποίες μπορούν να συνδέονται με ορισμένη περίοδο, εργασία ή τόπο σύμφωνα με τους όρους των οδηγιών [αυτών], ή αδειών παραμονής [...] Ομοίως, ο επικεφαλής της Γενικής Γραμματείας Μετανάστευσης δύναται, κατόπιν εκθέσεως του επικεφαλής της Γενικής Γραμματείας Ασφαλείας, να χορηγεί ατομικές άδειες προσωρινής διαμονής σε περίπτωση εξαιρετικών περιστάσεων που δεν προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
15 Οι τρεις προσφεύγοντες της κύριας δίκης, μια μητέρα και τα δύο ανήλικα τέκνα της, είναι κάτοχοι άδειας διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης, ενώ συντηρών είναι ο σύζυγός της και πατέρας των δύο αυτών τέκνων.
16 Στις 22 Απριλίου 2021 τα τέσσερα μέλη της οικογένειας υπέβαλαν αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής επί μακρόν διαμένοντος.
17 Με απόφαση της 27ης Μαΐου 2021, η αρμόδια εθνική αρχή απέρριψε την αίτηση του συντηρούντος λόγω ποινικού ιστορικού.
18 Με απόφαση της 22ας Ιουνίου 2021, η εν λόγω εθνική αρχή απέρριψε και τις αιτήσεις που είχαν υποβάλει οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης δυνάμει οικογενειακής επανένωσης, με την αιτιολογία ότι ο συντηρών δεν διέθετε άδεια εργασίας και/ή διαμονής, κατά παράβαση της προϋπόθεσης του άρθρου 61, παράγραφος 3, στοιχείο b, σημείο 1, του βασιλικού διατάγματος 557/2011.
19 Επιληφθέν προσφυγής που άσκησαν οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης με αίτημα την ακύρωση της απόφασης αυτής, το Juzgado de lo Contencioso-Administrativo n.o 5 de Barcelona (περιφερειακό διοικητικό πρωτοδικείο αριθ. 5 της Βαρκελώνης, Ισπανία), ήτοι το αιτούν δικαστήριο, επισημαίνει ότι η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε χωρίς η αρμόδια εθνική αρχή να αξιολογήσει, σύμφωνα με το άρθρο 17 της οδηγίας 2003/86, τον χαρακτήρα και τη σταθερότητα των οικογενειακών δεσμών των οικείων προσώπων, τη διάρκεια διαμονής τους καθώς και την ύπαρξη οικογενειακών, πολιτιστικών και κοινωνικών δεσμών με τη χώρα διαμονής τους και με τη χώρα καταγωγής τους.
20 Κατά το αιτούν δικαστήριο, δεδομένου ότι το άρθρο 15, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/86 δεν ορίζει την έννοια των «ιδιαιτέρως δυσχερών περιστάσεων» που δικαιολογούν τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής στα μέλη της οικογένειας συντηρούντος, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η έννοια αυτή καλύπτει την κατάσταση που προκύπτει από την απώλεια από τα πρόσωπα αυτά της άδειας τους διαμονής για λόγους ανεξάρτητους από τη βούλησή τους, ιδίως εφόσον πρόκειται για ανήλικα τέκνα και πρόσωπα που υφίστανται διαρθρωτικές διακρίσεις στη χώρα καταγωγής τους, όπως στην περίπτωση γυναικών προερχόμενων από ορισμένες τρίτες χώρες όπου το γυναικείο φύλο είναι εντελώς απροστάτευτο.
21 Ωστόσο, αφενός, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η ισπανική νομοθεσία δεν προβλέπει διαδικασία κατά την οποία οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούσαν να επικαλεστούν ατομικές περιστάσεις ούτε και διαδικασία προηγούμενης ακρόασης των ανηλίκων, με αποτέλεσμα οι αρμόδιες εθνικές αρχές να αποφαίνονται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προσωπική κατάσταση των μελών της οικογένειας που απολαύουν του δικαιώματος οικογενειακής επανένωσης. Τα τελευταία περιέρχονται, επομένως, αμέσως σε κατάσταση παράνομης διαμονής. Εντούτοις, από τη νομολογία του Δικαστηρίου, όπως διαμορφώθηκε με τις αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 2006, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C-540/03, EU:C:2006:429, σκέψεις 62 έως 64), και της 14ης Μαρτίου 2019, Y. Z. κ.λπ. (Απάτη στο πλαίσιο της οικογενειακής επανένωσης) (C-557/17, EU:C:2019:203, σκέψεις 51 έως 55), προκύπτει ότι οι εν λόγω αρχές οφείλουν, προτού εκδώσουν απόφαση περί οικογενειακής επανένωσης, να εκτιμήσουν όλες τις ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, αποκλειόμενης οποιασδήποτε αυτόματης απόφασης.
22 Αφετέρου, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το άρθρο 59 του βασιλικού διατάγματος 557/2011, παρά τον επιτακτικό χαρακτήρα της διατύπωσης του άρθρου 15, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/86, δεν μνημονεύει τις περιπτώσεις «ιδιαιτέρως δυσχερών περιστάσεων» στις οποίες αναφέρεται η τελευταία αυτή διάταξη. Επιπλέον, κατά το αιτούν δικαστήριο, μολονότι η παράγραφος 4 της πρώτης πρόσθετης διάταξης του εν λόγω βασιλικού διατάγματος προβλέπει τη χορήγηση αδειών διαμονής σε εξαιρετικές περιπτώσεις μη προβλεπόμενες στη νομοθεσία, η διάταξη αυτή δεν φαίνεται να συνάδει με την οδηγία 2003/86. Συγκεκριμένα, το εν λόγω δικαστήριο επισημαίνει ότι η αρμοδιότητα για τη χορήγηση τέτοιας άδειας διαμονής δεν ανήκει στα όργανα της αποκεντρωμένης διοίκησης του κράτους, τα οποία είναι αρμόδια για τη χορήγηση αδειών διαμονής, αλλά στην κεντρική δημόσια διοίκηση, και ότι η χορήγηση αυτή εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια της τελευταίας, πράγμα που, κατά την κρίση του, δεν εμποδίζει την αυτόματη λήψη αποφάσεων επί των αδειών διαμονής.
23 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Juzgado de lo Contencioso-Administrativo n.o 5 de Barcelona (περιφερειακό διοικητικό πρωτοδικείο αριθ. 5 της Βαρκελώνης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει στην έννοια των “ιδιαιτέρως δυσχερών περιστάσεων” των άρθρων 15, παράγραφος 3, [δεύτερη περίοδος], και 17 της οδηγίας [2003/86] να περιλαμβάνονται αυτοδικαίως όλες οι περιστάσεις που αφορούν ανήλικο και/ή που είναι ανάλογες προς τις προβλεπόμενες στο εν λόγω άρθρο 15;
2) Συνάδει προς τα άρθρα 15, παράγραφος 3, [δεύτερη περίοδος], και 17 της οδηγίας [2003/86] εθνική ρύθμιση η οποία δεν προβλέπει τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής που να διασφαλίζει ότι τα επανενωθέντα μέλη της οικογένειας δεν θα περιέλθουν σε κατάσταση παράνομης διαμονής σε περίπτωση συνδρομής τέτοιων ιδιαιτέρως δυσχερών περιστάσεων;
3) Έχουν τα άρθρα 15, παράγραφος 3, [δεύτερη περίοδος], και 17 της οδηγίας [2003/86] την έννοια ότι υφίσταται δικαίωμα αυτόνομης άδειας διαμονής σε περίπτωση κατά την οποία η επανενωθείσα οικογένεια παύει να έχει άδεια διαμονής για λόγους ανεξάρτητους από τη βούλησή της;
4) Συνάδει προς τα άρθρα 15, παράγραφος 3, και 17 της οδηγίας [2003/86] εθνική ρύθμιση η οποία δεν προβλέπει ως απαραίτητη και υποχρεωτική, πριν από την άρνηση ανανέωσης της άδειας διαμονής των επανενωθέντων μελών της οικογένειας, την εκτίμηση των περιστάσεων που μνημονεύονται στο άρθρο 17 της οδηγίας [2003/86];
5) Συνάδει προς τα άρθρα 15, παράγραφος 3, και 17 της οδηγίας [2003/86] καθώς και προς τα άρθρα 6, παράγραφος 1, και 8, παράγραφοι 1 και 2, [ΕΣΔΑ] και προς τα άρθρα 47, 24 και 7 και το άρθρο 33, παράγραφος 1, του [Χάρτη] εθνική ρύθμιση η οποία δεν προβλέπει, ως στάδιο που προηγείται της άρνησης χορήγησης ή ανανέωσης άδειας διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης, ειδική διαδικασία ακροάσεως των ανηλίκων σε περίπτωση άρνησης χορήγησης ή ανανέωσης της άδειας διαμονής του συντηρούντος;
6) Συνάδει προς τα άρθρα 15, παράγραφος 3, και 17 της οδηγίας [2003/86] καθώς και προς τα άρθρα 6, παράγραφος 1, και 8, παράγραφοι 1 και 2, [ΕΣΔΑ] και προς τα άρθρα 47, 24 και 7 και το άρθρο 33, παράγραφος 1, του [Χάρτη] εθνική ρύθμιση η οποία δεν προβλέπει, ως στάδιο που προηγείται της άρνησης χορήγησης ή ανανέωσης της άδειας διαμονής του συζύγου για λόγους οικογενειακής επανένωσης, στην περίπτωση κατά την οποία δεν χορηγήθηκε στον συντηρούντα άδεια διαμονής ή δεν ανανεώθηκε η άδεια διαμονής του, διαδικασία στην οποία ο ενδιαφερόμενος να μπορεί να επικαλεστεί τις περιστάσεις που μνημονεύονται στο άρθρο 17 της οδηγίας, προκειμένου να ζητήσει να του παρασχεθεί η δυνατότητα συνέχισης της διαμονής του άνευ διακοπής σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς διαμονής του;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου, του δεύτερου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
24 Με το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 15, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/86 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία δεν προβλέπει υποχρέωση της αρμόδιας εθνικής αρχής να χορηγεί, στηριζόμενη στην ύπαρξη «ιδιαιτέρως δυσχερών περιστάσεων», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αυτόνομη άδεια διαμονής σε μέλη της οικογενείας συντηρούντος, όταν αυτά έχουν απολέσει την άδειά τους διαμονής για λόγους ανεξάρτητους από τη βούλησή τους ή όταν μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ανήλικα τέκνα.
25 Για τους σκοπούς της εξέτασης των ερωτημάτων αυτών, πρέπει, προκαταρκτικώς, να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/86, τα κράτη μέλη μπορούν να ανακαλούν ή να αρνούνται την ανανέωση της άδειας διαμονής μέλους της οικογένειας συντηρούντος, εφόσον η διαμονή του συντηρούντος τερματισθεί και το οικείο μέλος της οικογένειας δεν διαθέτει ακόμη αυτόνομο δικαίωμα διαμονής δυνάμει του άρθρου 15.
26 Συναφώς, από το άρθρο 15, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/86 προκύπτει, καταρχάς, ότι ο/η σύζυγος ή ο εκτός γάμου σύντροφος και το τέκνο συντηρούντος που έχει ενηλικιωθεί έχουν δικαίωμα σε αυτόνομη άδεια διαμονής, ανεξάρτητη από εκείνη του συντηρούντος, το αργότερο έπειτα από πέντε έτη διαμονής, εφόσον δεν τους έχει χορηγηθεί άδεια διαμονής για άλλους λόγους πλην της οικογενειακής επανένωσης, αν και τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της διάταξης αυτής, να περιορίζουν τη χορήγηση τέτοιας αυτόνομης άδειας διαμονής στον/στη σύζυγο ή στον εκτός γάμου σύντροφο, σε περιπτώσεις ρήξης του οικογενειακού δεσμού. Δυνάμει της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου 15, τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να εκδίδουν αυτόνομη άδεια διαμονής στα ενήλικα τέκνα και στους εξ αίματος ανιόντες του συντηρούντος.
27 Ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2003/86, αυτόνομη άδεια διαμονής μπορεί να χορηγηθεί, ακόμη και πριν από τη συμπλήρωση της πενταετούς περιόδου διαμονής που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου 15, στα πρόσωπα που έχουν εισέλθει στο κράτος μέλος δυνάμει οικογενειακής επανένωσης σε περίπτωση χηρείας, διαζυγίου, χωρισμού ή θανάτου εξ αίματος ανιόντων ή κατιόντων πρώτου βαθμού. Η δεύτερη περίοδος της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου 15 ορίζει, με τη σειρά της, ότι τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις οι οποίες εξασφαλίζουν τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής σε περίπτωση «ιδιαιτέρως δυσχερών περιστάσεων».
28 Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 4, της οδηγίας 2003/86, οι όροι της χορήγησης και της διάρκειας της αυτόνομης άδειας διαμονής θεσπίζονται από το εθνικό δίκαιο.
29 Υπό το πρίσμα αυτών ακριβώς των προκαταρκτικών παρατηρήσεων πρέπει να αποσαφηνιστεί το περιεχόμενο του άρθρου 15, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/86, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο των τριών πρώτων προδικαστικών ερωτημάτων.
30 Εκ προοιμίου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ούτε η διάταξη αυτή ούτε κάποια άλλη διάταξη της οδηγίας ορίζει την έννοια των «ιδιαιτέρως δυσχερών περιστάσεων» ή παρέχει παραδείγματα τέτοιων περιστάσεων.
31 Ωστόσο, αντιθέτως προς όσα υποστήριξε η Ισπανική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν προκύπτει ότι το περιεχόμενο της έννοιας αυτής μπορεί να καθοριστεί μονομερώς από τα κράτη μέλη κατά τρόπο ώστε τα τελευταία να διαθέτουν απεριόριστη διακριτική ευχέρεια για τον καθορισμό της στο εσωτερικό τους δίκαιο.
32 Πράγματι, επιβάλλεται η διαπίστωση, στην οποία προέβη και ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 40 των προτάσεών του, ότι το άρθρο 15, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/86 αναγνωρίζει δικαίωμα υπέρ των μελών της οικογένειας στα οποία αναφέρεται η διάταξη αυτή, απαιτώντας από τα κράτη μέλη να θεσπίζουν διατάξεις που διασφαλίζουν τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής σε περίπτωση «ιδιαιτέρως δυσχερών περιστάσεων», και προβλέπει, συναφώς, μια ουσιαστική προϋπόθεση για τη χορήγηση τέτοιας άδειας διαμονής, χωρίς καθ’ οιονδήποτε τρόπο να παραπέμπει στο δίκαιο των κρατών μελών.
33 Βεβαίως, δεδομένου ότι το άρθρο 15, παράγραφος 4, της οδηγίας 2003/86 διευκρινίζει ότι οι όροι της χορήγησης και της διάρκειας της εν λόγω αυτόνομης άδειας διαμονής θεσπίζονται από το εθνικό δίκαιο, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η εξουσία εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη στο πλαίσιο της εν λόγω οδηγίας πρέπει να θεωρείται ευρεία όσον αφορά τις προϋποθέσεις χορήγησης, βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας, αυτόνομης άδειας διαμονής στον υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος έχει εισέλθει στην επικράτεια του οικείου κράτους μέλους δυνάμει οικογενειακής επανένωσης εφόσον συντρέχουν «ιδιαιτέρως δυσχερείς περιστάσεις», κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης [πρβλ. απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2021, ?tat belge (Δικαίωμα διαμονής σε περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας), C-930/19, EU:C:2021:657, σκέψεις 85 και 86].
34 Επομένως, ο νομοθέτης της Ένωσης, παραπέμποντας με το άρθρο 15, παράγραφος 4, της οδηγίας 2003/86 στο εθνικό δίκαιο, εκφράζει την πρόθεσή του να αφήσει στη διακριτική ευχέρεια κάθε κράτους μέλους τον προσδιορισμό των όρων για τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος έχει εισέλθει στην επικράτειά του δυνάμει οικογενειακής εφόσον συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις [πρβλ. απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2021, ?tat belge (Δικαίωμα διαμονής σε περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας), C-930/19, EU:C:2021:657, σκέψη 87 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
35 Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, η εξουσία εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από αυτά με τρόπο που θίγει την πρακτική αποτελεσματικότητα ή τον σκοπό της εν λόγω οδηγίας ή που παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας [πρβλ. απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2021, ?tat belge (Δικαίωμα διαμονής σε περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας), C-930/19, EU:C:2021:657, σκέψη 88 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Συνεπώς, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επιβάλλει όρους τόσο απαιτητικούς ώστε να συνιστούν στην πράξη ανυπέρβλητο πρόσκομμα για τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής (πρβλ. απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2018, C και A, C-257/17, EU:C:2018:876, σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
36 Επομένως, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να διαθέτουν απεριόριστο περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τον καθορισμό των περιστάσεων αυτών, διότι άλλως θα διακυβευόταν η πρακτική αποτελεσματικότητα ή ο σκοπός της υποχρέωσης που υπέχουν από το άρθρο 15, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/86 να θεσπίζουν διατάξεις που διασφαλίζουν στο οικείο μέλος της οικογένειας το δικαίωμα να λάβει αυτόνομη άδεια διαμονής σε περίπτωση «ιδιαιτέρως δυσχερών περιστάσεων».
37 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, για την ερμηνεία διάταξης του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της συγκεκριμένης διάταξης, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (απόφαση της 18ης Απριλίου 2024, Girelli Alcool, C-509/22, EU:C:2024:341, σκέψη 77). Το ιστορικό θέσπισης της οικείας διάταξης μπορεί επίσης να προσφέρει κρίσιμα στοιχεία για την ερμηνεία της [πρβλ. απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2022, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Φύση του δικαιώματος διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ), C-624/20, EU:C:2022:639, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
38 Πρώτον, όσον αφορά το γράμμα του άρθρου 15, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/86, διαπιστώνεται ότι, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας της στην καθομιλουμένη, η έκφραση «ιδιαιτέρως δυσχερείς περιστάσεις» προϋποθέτει, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 49 των προτάσεών του, την ύπαρξη συνθηκών οι οποίες, ως εκ της φύσεώς τους, είναι ιδιαιτέρως σοβαρές ή επαχθείς για το ενδιαφερόμενο μέλος της οικογένειας ή οι οποίες το περιάγουν σε ιδιαιτέρως επισφαλή ή ευάλωτη θέση πέραν των συνήθων αβεβαιοτήτων μιας κανονικής οικογενειακής ζωής.
39 Δεύτερον, η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη με τον σκοπό που επιδιώκει η εν λόγω διάταξη και η νομοθεσία της Ένωσης της οποίας αποτελεί μέρος.
40 Πράγματι, υπενθυμίζεται ότι η οδηγία 2003/86, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές της σκέψεις 2, 4 και 6, έχει ως γενικό σκοπό να εξασφαλίσει την προστασία της οικογένειας και να διευκολύνει την ενσωμάτωση των υπηκόων τρίτων χωρών στα κράτη μέλη καθιστώντας δυνατό τον οικογενειακό βίο και συμβάλλοντας στη δημιουργία κοινωνικοπολιτιστικής σταθερότητας μέσω της οικογενειακής επανένωσης [πρβλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 21ης Απριλίου 2016, Khachab, C-558/14, EU:C:2016:285, σκέψη 26, της 2ας Σεπτεμβρίου 2022, ?tat belge (Δικαίωμα διαμονής σε περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας), C-930/19, EU:C:2021:657, σκέψη 83, και της 1ης Αυγούστου 2021, Bundesrepublik Deutschland (Οικογενειακή επανένωση με ανήλικο πρόσφυγα), C-273/20 και C-355/20, EU:C:2022:617, σκέψη 58].
41 Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, τα μέτρα που αφορούν την οικογενειακή επανένωση πρέπει να σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα, ιδίως το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 και το άρθρο 24, παράγραφοι 2 και 3, του Χάρτη, τα οποία επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να εξετάζουν τις αιτήσεις οικογενειακής επανένωσης με τρόπο που να εξυπηρετεί το συμφέρον των τέκνων και να διευκολύνει την οικογενειακή ζωή [πρβλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 2019, E., C-635/17, EU:C:2019:192, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 1ης Αυγούστου 2022, Bundesrepublik Deutschland (Οικογενειακή επανένωση με ανήλικο πρόσφυγα), C-273/20 και C-355/20, EU:C:2022:617, σκέψη 59].
42 Το άρθρο 15 της οδηγίας 2003/86, όπως προκύπτει από την αιτιολογική της σκέψη 15, εντάσσεται πλήρως στο πλαίσιο του σκοπού της προστασίας της οικογένειας, παρέχοντας στα μέλη της οικογένειας συντηρούντος που έχουν λάβει άδεια διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης τη δυνατότητα να αποκτήσουν καθεστώς ανεξάρτητο από τον συντηρούντα, προκειμένου να προωθηθεί η ενσωμάτωσή τους, διευκολύνοντας την πρόσβασή τους στην εκπαίδευση, την απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση.
43 Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 15, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας επιδιώκει τον ειδικό σκοπό της προστασίας των μελών της οικογένειας συντηρούντος αναγνωρίζοντάς τους καθεστώς ανεξάρτητο από τον τελευταίο, ακόμη και πριν από την πάροδο της πενταετούς προθεσμίας διαμονής η οποία παρέχει αυτοδικαίως πρόσβαση στο καθεστώς αυτό δυνάμει του εν λόγω άρθρου 15, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και εξασφαλίζοντάς τους δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής το οποίο δεν απορρέει από την εξάρτησή τους από τον συντηρούντα, όταν μια τέτοια εξάρτηση προκαλεί ιδιαίτερες δυσχέρειες οφειλόμενες στην οικογενειακή κατάσταση οι οποίες δημιουργούν, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 46 των προτάσεών του, πραγματική ανάγκη προστασίας μέσω της χορήγησης αυτόνομης άδειας διαμονής.
44 Υπό το πρίσμα αυτό, επισημαίνεται ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ισπανική Κυβέρνηση, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η χορήγηση, δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας, αυτόνομης άδειας διαμονής στα ενδιαφερόμενα μέλη της οικογένειας θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια τον χωρισμό της οικογένειας, στο μέτρο που ο συντηρών θα μπορούσε, λόγω της απώλειας της άδειάς του διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής, να υποχρεωθεί να επιστρέψει στην τρίτη χώρα καταγωγής του, ενώ τα εν λόγω μέλη της οικογένειας θα μπορούσαν να εξακολουθήσουν να διαμένουν στο εν λόγω κράτος μέλος.
45 Πράγματι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 40 έως 42 της παρούσας απόφασης, ο σκοπός που επιδιώκει το άρθρο 15, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/86 δεν είναι κατ’ ανάγκη ο ίδιος με τον γενικότερο σκοπό που επιδιώκει η οδηγία. Ενώ η οδηγία αποσκοπεί, στο σύνολό της, στην προστασία της οικογένειας μέσω της επανένωσής της, το άρθρο της 15, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, αποσκοπεί, από την πλευρά του, στην προστασία της οικογένειας μέσω της χορήγησης, στο πλαίσιο προϋπάρχουσας οικογενειακής επανένωσης, ανεξάρτητου καθεστώτος στα οικεία μέλη της, το οποίο μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να διευκολύνει την απομάκρυνσή τους από τον συντηρούντα και, συνεπώς, να οδηγήσει στον χωρισμό ορισμένων μελών της οικογένειας.
46 Εξού, το Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι το άρθρο 15, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/86 αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, μέσω της χορήγησης αυτόνομης άδειας διαμονής, στην προστασία του υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος εισήλθε στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής δυνάμει οικογενειακής επανένωσης και υπήρξε θύμα πράξεων ενδοοικογενειακής βίας εκ μέρους του συντηρούντος κατά τη διάρκεια του γάμου [πρβλ. απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2021, ?tat belge (Δικαίωμα διαμονής σε περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας), C-930/19, EU:C:2021:657, σκέψεις 69, 70, 85 και 89].
47 Η ερμηνεία αυτή της έννοιας των «ιδιαιτέρως δυσχερών περιστάσεων», κατά το άρθρο 15, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/86, ενισχύεται από την αιτιολογική έκθεση της πρότασης οδηγίας του Συμβουλίου, σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης, την οποία υπέβαλε η Επιτροπή την 1η Δεκεμβρίου 1999 [COM(1999) 638 final, σ. 22], κατά την οποία η διάταξη αυτή αποβλέπει κυρίως να προστατεύσει τις γυναίκες θύματα βίας στην οικογένειά τους, οι οποίες δεν μπορούν να τιμωρούνται με την ανάκληση της άδειας διαμονής τους όταν αποφασίζουν να εγκαταλείψουν την οικογενειακή εστία, καθώς και τις χήρες, διαζευγμένες ή αποπεμφθείσες από τον σύζυγό τους γυναίκες, οι οποίες θα αντιμετώπιζαν ιδιαίτερα επώδυνες καταστάσεις εάν υποχρεώνονταν να επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους.
48 Κατά τα λοιπά, τα παραδείγματα αυτά συμπίπτουν με εκείνα που μνημονεύονται στο σημείο 5.3 των οδηγιών όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας 2003/86, τα οποία αναφέρουν ως τυπικές περιπτώσεις «ιδιαιτέρως δυσχερών περιστάσεων», κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/86, όχι μόνον τις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας κατά των γυναικών και των παιδιών και εκείνες στις οποίες ο ενδιαφερόμενος θα βρισκόταν σε ιδιαίτερα δυσχερή οικογενειακή κατάσταση εάν ήταν αναγκασμένος να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, αλλά και ορισμένες περιπτώσεις καταναγκαστικών γάμων ή τον κίνδυνο ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων [πρβλ. απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2021, ?tat belge (Δικαίωμα διαμονής σε περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας), C-930/19, EU:C:2021:657, σκέψη 64].
49 Τρίτον, η ανωτέρω ερμηνεία επιρρωννύεται από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 15, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/86, όπως προκύπτει, κατά πρώτον, από τη συνολική θεώρηση των δύο περιόδων που συνθέτουν τη διάταξη αυτήν.
50 Πράγματι, κατά το άρθρο 15, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2003/86, σε περίπτωση χηρείας, διαζυγίου, χωρισμού ή θανάτου εξ αίματος ανιόντων ή κατιόντων πρώτου βαθμού, οι αρμόδιες εθνικές αρχές έχουν, όπως προκύπτει από τον όρο «μπορεί», τη δυνατότητα απλώς να χορηγήσουν, ασκώντας το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν συναφώς, αυτόνομη άδεια διαμονής στα πρόσωπα που έχουν εισέλθει στο κράτος μέλος δυνάμει οικογενειακής επανένωσης, ενώ τέτοιες καταστάσεις μπορούν ήδη να θεωρηθούν, αυτές καθεαυτές, ως καταστάσεις που παρουσιάζουν όχι αμελητέες δυσχέρειες για τους ενδιαφερομένους.
51 Αντιθέτως, όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 32 και 36 της παρούσας απόφασης, η δεύτερη περίοδος της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου 15 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να θεσπίζουν διατάξεις που διασφαλίζουν τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής σε περίπτωση «ιδιαιτέρως δυσχερών περιστάσεων», κατά την έννοια της διάταξης αυτής.
52 Μια τέτοια διαβάθμιση στην οικονομία της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου 15 καθιστά σαφές ότι η δεύτερη περίοδός της αφορά οικογενειακές καταστάσεις ακόμη πιο σοβαρές από εκείνες που καλύπτονται ήδη από την πρώτη περίοδο όσον αφορά την επισφαλή ή ευάλωτη θέση του ενδιαφερόμενου μέλους της οικογένειας, με αποτέλεσμα οι καταστάσεις αυτές να βαίνουν πέραν των συνήθων αβεβαιοτήτων μιας κανονικής οικογενειακής ζωής.
53 Τούτου δοθέντος, δεν μπορεί να συναχθεί, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ισπανική Κυβέρνηση, ότι υφίσταται σύνδεσμος μεταξύ των δύο περιόδων της εν λόγω παραγράφου 3 υπό την έννοια ότι η «ιδιαιτέρως δυσχερής περίσταση» στην οποία αναφέρεται η δεύτερη περίοδος της διάταξης αυτής πρέπει κατ’ ανάγκην να έχει προκληθεί από τη ρήξη του συζυγικού δεσμού, ως αποτέλεσμα θανάτου, διαζυγίου ή χωρισμού, περί των οποίων γίνεται λόγος στην πρώτη περίοδο της εν λόγω διάταξης.
54 Πράγματι, οι καταστάσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 15, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/86 δεν μπορούν να περιορίζονται μόνο στις δυσχέρειες που προκύπτουν από τη ρήξη του συζυγικού δεσμού, διότι άλλως θα καθίστατο άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας η εν λόγω διάταξη και θα θιγόταν ο επιδιωκόμενος από αυτή σκοπός, ο οποίος συνίσταται στην αναγνώριση στα οικεία μέλη της οικογένειας καθεστώτος ανεξάρτητου από εκείνο του συντηρούντος, δεδομένου ότι η σοβαρότητα των δυσχερειών που μπορεί να αντιμετωπίσει το μέλος της οικογένειας συντηρούντος ενδέχεται να μη σχετίζεται με μια τέτοια ρήξη, αλλά, αντιθέτως, να προκύπτει από τη διατήρηση του συζυγικού δεσμού, ιδίως στην περίπτωση, μεταξύ άλλων, ενδοοικογενειακής βίας, καταναγκαστικών γάμων ή κινδύνου ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων όταν, σε περίπτωση απώλειας του δικαιώματος διαμονής, ο συντηρών ενδέχεται να υποχρεωθεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του.
55 Επομένως, όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, οι κατά το άρθρο 15, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/86 «ιδιαιτέρως δυσχερείς περιστάσεις» πρέπει να απορρέουν από την οικογενειακή κατάσταση των οικείων υπηκόων τρίτων χωρών, εν ευρεία εννοία, ανεξαρτήτως του εάν η κατάσταση αυτή συνδέεται ή όχι με τη ρήξη του συζυγικού δεσμού.
56 Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται, κατά δεύτερον, από το άρθρο 13, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ', της οδηγίας 2004/38, το οποίο, όσον αφορά τα μέλη της οικογένειας πολιτών της Ένωσης, έχει, όπως και το άρθρο 15, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/86, ως σκοπό να διασφαλίσει την προστασία των μελών της οικογένειας που υπήρξαν θύματα ενδοοικογενειακής βίας [πρβλ. απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2021, ?tat belge (Δικαίωμα διαμονής σε περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας), C-930/19, EU:C:2021:657, σκέψεις 70 και 89].
57 Πράγματι, το άρθρο 13, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ', της οδηγίας 2004/38 προβλέπει επίσης ότι το διαζύγιο, η ακύρωση του γάμου ή η λήξη της καταχωρισμένης συμβίωσης δεν συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος διαμονής των μελών της οικογένειας πολιτών της Ένωσης εάν τούτο υπαγορεύεται από ιδιαιτέρως δυσχερείς καταστάσεις, παραθέτοντας ρητώς ως παράδειγμα τέτοιων καταστάσεων το γεγονός ότι το μέλος της οικογένειας κατέστη θύμα οικογενειακή βίας «ενόσω υφίστατο ο γάμος ή η καταχωρισμένη συμβίωση», με αποτέλεσμα να συνάγεται σαφώς ότι τέτοιες καταστάσεις ενδέχεται να προκύψουν άνευ ρήξεως του συζυγικού δεσμού.
58 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η ύπαρξη «ιδιαιτέρως δυσχερών περιστάσεων» κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/86 απαιτεί να αποδεικνύεται ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας, ο οποίος διαμένει στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής δυνάμει οικογενειακής επανένωσης, βρίσκεται αντιμέτωπος με συνθήκες απορρέουσες από την οικογενειακή κατάσταση οι οποίες, ως εκ της φύσεώς τους, είναι πολύ σοβαρές ή επαχθείς ή οι οποίες τον περιάγουν σε ιδιαιτέρως επισφαλή ή ευάλωτη θέση, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ως προς αυτόν πραγματική ανάγκη προστασίας που διασφαλίζεται με τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής, χωρίς να έχει σημασία εάν έχει διαρραγεί ή όχι ο συζυγικός δεσμός.
59 Επομένως, η απλή ύπαρξη ανηλίκων τέκνων μεταξύ των μελών της οικογένειας του συντηρούντος ή το γεγονός ότι η απώλεια της άδειας διαμονής των τελευταίων αποτελεί απόρροια περιστάσεων που αφορούν τον συντηρούντα, όπως η διάπραξη από αυτόν ποινικού αδικήματος, δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής επί τη βάσει της ύπαρξης «ιδιαιτέρως δυσχερών περιστάσεων», κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/86.
60 Ειδικότερα, όσον αφορά τη δεύτερη αυτήν περίσταση, υπογραμμίζεται ότι η απώλεια της άδειας διαμονής των μελών της οικογένειας λόγω περιστάσεων ανεξαρτήτων από τη βούλησή τους απηχεί την αρχή κατά την οποία, σύμφωνα με τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία 2003/86, όπως αυτοί υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 40 και 41 της παρούσας απόφασης, εφόσον τα οικεία μέλη της οικογένειας δεν έχουν αποκτήσει αυτοτελές δικαίωμα διαμονής βάσει του άρθρου 15 της οδηγίας, το δικαίωμά τους διαμονής είναι παράγωγο σε σχέση με αυτό του συγκεκριμένου συντηρούντος και αποσκοπεί στη διευκόλυνση της ενσωμάτωσής τους [πρβλ. απόφαση της 14ης Μαρτίου 2019, Y. Z. κ.λπ. (Απάτη στο πλαίσιο της οικογενειακής επανένωσης), C-557/17, EU:C:2019:203, σκέψη 47].
61 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, λαμβανομένου υπόψη του σημαντικού ρόλου του συντηρούντος στο σύστημα που καθιερώνει η οδηγία 2003/86, το να μπορεί η απώλεια από τον συντηρούντα της άδειάς του διαμονής ή η μη ανανέωσή της για λόγους που αφορούν τον ίδιο να έχει, κατ’ αρχήν, επιπτώσεις στη διαδικασία οικογενειακής επανένωσης και, ειδικότερα, να επηρεάσει τις χορηγηθείσες στα μέλη της οικογένειας του συντηρούντος άδειες διαμονής συνάδει με τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία αυτή και με τη λογική που τη διέπει [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 14ης Μαρτίου 2019, Y. Z. κ.λπ. (Απάτη στο πλαίσιο της οικογενειακής επανένωσης), C-557/17, EU:C:2019:203, σκέψη 46].
62 Ομοίως, δεδομένου ότι η οδηγία 2003/86 έχει ως σκοπό, σύμφωνα με το άρθρο της 1, να καθορίσει τους όρους υπό τους οποίους οι υπήκοοι τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα στο έδαφος των κρατών μελών μπορούν να ασκούν το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης, το δικαίωμα αυτό παρέχεται μόνο στους εν λόγω υπηκόους, πράγμα που επιβεβαιώνεται από τον ορισμό των εννοιών του «συντηρούντος» και της «οικογενειακής επανένωσης», που παρατίθενται στο άρθρο 2, στοιχεία γ' και δ', της οδηγίας. Πάντως, ο συντηρών του οποίου η άδεια διαμονής έχει ανακληθεί δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί ότι διαμένει νόμιμα στο έδαφος κράτους μέλους. Δικαιολογημένα επομένως, a priori, μπορούν επίσης να ανακληθούν ή να μην ανανεωθούν οι άδειες διαμονής που έχουν χορηγηθεί στα μέλη της οικογένειάς του βάσει της οδηγίας 2003/86, χωρίς τα μέλη αυτά να μπορούν να επικαλεστούν την ύπαρξη «ιδιαιτέρως δυσχερών περιστάσεων», κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας, απλώς και μόνο διότι ο λόγος της ανάκλησης είναι ανεξάρτητος από τη βούλησή τους [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 14ης Μαρτίου 2019, Y. Z. κ.λπ. (Απάτη στο πλαίσιο της οικογενειακής επανένωσης), C-557/17, EU:C:2019:203, σκέψη 48].
63 Κατά συνέπεια, στο πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 15, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/86 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία δεν προβλέπει υποχρέωση της αρμόδιας εθνικής αρχής να χορηγεί, στηριζόμενη στην ύπαρξη «ιδιαιτέρως δυσχερών περιστάσεων», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αυτόνομη άδεια διαμονής σε μέλη της οικογενείας συντηρούντος, όταν αυτά έχουν απολέσει την άδειά τους διαμονής για λόγους ανεξάρτητους από τη βούλησή τους ή όταν μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ανήλικα τέκνα.
Επί του τετάρτου, του πέμπτου και του έκτου προδικαστικού ερωτήματος
Επί του παραδεκτού
64 Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο διότι δεν αφορά την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης. Συγκεκριμένα, κατά την άποψή της, ούτε το άρθρο 15, παράγραφος 3, ούτε το άρθρο 17 της οδηγίας 2003/86 προβλέπουν κανόνες σχετικά με την ακρόαση προσώπων άλλων από τον αιτούντα την οικογενειακή επανένωση, το δε δίκαιο της Ένωσης δεν περιέχει καμία διάταξη σχετικά με την ικανότητα παράστασης των ανηλίκων τέκνων σε διοικητική διαδικασία.
65 Επιπλέον, το ερώτημα αυτό της φαίνεται υποθετικό, στο μέτρο που η απόφαση περί παραπομπής, αφενός, δεν παρέχει κανένα στοιχείο σχετικά με την ηλικία των ανηλίκων τέκνων περί των οποίων πρόκειται στη διαφορά της κύριας δίκης και, αφετέρου, αναφέρει ότι όλα τα ενδιαφερόμενα μέλη της οικογένειας είχαν υποβάλει αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής επί μακρόν διαμένοντος για λόγους οικογενειακής επανένωσης, γεγονός από το οποίο προκύπτει ότι το σύνολο των μελών αυτών της οικογένειας είχαν συμμετάσχει από κοινού στη διοικητική διαδικασία. Επιπλέον, το ερώτημα αυτό στηρίζεται, κατά την άποψή της, στη «μη ρεαλιστική παραδοχή» ότι τα ανήλικα τέκνα μπορούν να επικαλεστούν δικαίωμα διαμονής εκτός του οικογενειακού πυρήνα. Εν πάση περιπτώσει, υποστηρίζει ότι από την απόφαση περί παραπομπής δεν προκύπτει ότι η μητέρα των τέκνων αυτών είχε ζητήσει την ακρόασή τους και προσθέτει ότι δεν υφίσταται κάποια ένδειξη σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ τους.
66 Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που υποβάλλονται από τον εθνικό δικαστή εντός του πραγματικού και νομικού πλαισίου το οποίο αυτός προσδιορίζει με δική του ευθύνη και του οποίου την ακρίβεια το Δικαστήριο δεν οφείλει να ελέγξει, τεκμαίρονται λυσιτελή. Το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει αίτηση εθνικού δικαστηρίου μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το ζήτημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία για να δώσει χρήσιμη απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα (απόφαση της 11ης Απριλίου 2024, Sozialministeriumservice, C-116/23, EU:C:2024:292, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
67 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται, πρώτον, ότι το ζήτημα εάν τα ανήλικα τέκνα έχουν, δυνάμει του δικαίου της Ένωσης, δικαίωμα ακρόασης πριν από την έκδοση απόφασης περί μη ανανέωσης της άδειάς τους διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης αφορά την ουσία του υποβληθέντος ερωτήματος και όχι το παραδεκτό του.
68 Δεύτερον, το ερώτημα αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί υποθετικό, δεδομένου ότι η υπόθεση της κύριας δίκης αφορά, κατά τη ρητή διατύπωση της απόφασης περί παραπομπής, τη νομιμότητα απόφασης με την οποία η αρμόδια εθνική αρχή αρνήθηκε να ανανεώσει την άδεια διαμονής των δύο ανηλίκων τέκνων περί των οποίων πρόκειται στη διαφορά της κύριας δίκης, τα οποία διέθεταν άδεια διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης, μετά την απώλεια από τον συντηρούντα της άδειάς του διαμονής.
69 Συναφώς, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η απόφαση περί παραπομπής δεν αναφέρει την ακριβή ηλικία των δύο αυτών ανηλίκων τέκνων. Πράγματι, η παράλειψη τέτοιας αναφοράς σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης της κύριας δίκης, ο καθορισμός των οποίων εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του αιτούντος δικαστηρίου, ουδόλως επηρεάζει το παραδεκτό του υποβληθέντος ερωτήματος, δεδομένου ότι δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να δώσει χρήσιμη απάντηση στο ερώτημα αυτό του αιτούντος δικαστηρίου προβαίνοντας στη ζητηθείσα ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης.
70 Ομοίως, όσον αφορά τις περιστάσεις που επικαλείται η Ισπανική Κυβέρνηση ότι, εν προκειμένω, τα δύο αυτά ανήλικα τέκνα είχαν υποβάλει αίτηση από κοινού με τα λοιπά μέλη της οικογένειας, ότι η μητέρα τους δεν είχε ζητήσει την ακρόασή τους και ότι δεν είχε προβληθεί κανενός είδους σύγκρουση συμφερόντων, επισημαίνεται ότι οι περιστάσεις αυτές αφορούν επίσης πραγματικά στοιχεία η εκτίμηση των οποίων εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του αιτούντος δικαστηρίου για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Επομένως, οι περιστάσεις αυτές δεν ασκούν επιρροή επί του παραδεκτού του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος.
71 Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το εν λόγω προδικαστικό ερώτημα είναι παραδεκτό.
Επί της ουσίας
72 Με το τέταρτο, το πέμπτο και το έκτο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 17 της οδηγίας 2003/86 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία επιτρέπει στην αρμόδια εθνική αρχή να αρνηθεί την ανανέωση της άδειας διαμονής που έχει χορηγηθεί σε μέλη της οικογένειας συντηρούντος, χωρίς να έχει προηγουμένως προβεί σε εξατομικευμένη εξέταση της κατάστασής τους καθώς και σε ακρόαση των μελών αυτών, σε περίπτωση δε καταφατικής απάντησης, εάν, όταν η απόφαση αυτή αφορά ανήλικο τέκνο, το τελευταίο πρέπει επίσης να τύχει ακρόασης.
73 Όσον αφορά, πρώτον, το περιεχόμενο της εξέτασης στην οποία οφείλει να προβεί η αρμόδια εθνική αρχή, υπενθυμίζεται ότι, κατά το ρητό γράμμα του άρθρου 17 της οδηγίας 2003/86, τα κράτη μέλη οφείλουν, σε περίπτωση απόρριψης αίτησης, ανάκλησης ή άρνησης ανανέωσης της άδειας διαμονής, να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τον χαρακτήρα και τη σταθερότητα των οικογενειακών δεσμών του ενδιαφερομένου και τη διάρκεια διαμονής του στο κράτος μέλος καθώς και την ύπαρξη οικογενειακών, πολιτιστικών και κοινωνικών δεσμών με τη χώρα καταγωγής του.
74 Ως εκ τούτου, απόκειται στην αρμόδια εθνική αρχή, κατά την εφαρμογή της οδηγίας 2003/86, να προβεί ιδίως σε εξατομικευμένη εκτίμηση της κατάστασης του οικείου μέλους της οικογένειας η οποία να λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση και να δίνει, εφόσον χρειάζεται, ιδιαίτερη προσοχή στα συμφέροντα των εμπλεκόμενων τέκνων και στην προαγωγή της οικογενειακής ζωής. Ειδικότερα, περιστάσεις όπως η ηλικία των εμπλεκόμενων τέκνων, η κατάστασή τους στη χώρα καταγωγής τους και ο βαθμός εξάρτησής τους από γονείς μπορούν να επηρεάσουν την έκταση και το βάθος της απαιτούμενης εξέτασης (πρβλ. απόφαση της 13ης Μαρτίου 2019, E., C-635/17, EU:C:2019:192, σκέψεις 58 και 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
75 Η εκτίμηση αυτή πρέπει να πραγματοποιείται υπό το πρίσμα των σκοπών που επιδιώκει η οδηγία [απόφαση της 1ης Αυγούστου 2022, Bundesrepublik Deutschland (Οικογενειακή επανένωση με ανήλικο πρόσφυγα), C-273/20 και C-355/20, EU:C:2022:617, σκέψη 61], μετά από ισόρροπη και εύλογη εκτίμηση του συνόλου των διακυβευόμενων συμφερόντων (απόφαση της 21ης Απριλίου 2016, Khachab, C-558/14, EU:C:2016:285, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
76 Ως εκ τούτου, η άρνηση χορήγησης άδειας διαμονής δεν μπορεί να γίνεται αυτομάτως [πρβλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Μαρτίου 2019, Y. Z. κ.λπ. (Απάτη στο πλαίσιο της οικογενειακής επανένωσης), C-557/17, EU:C:2019:203, σκέψη 51, και της 12ης Δεκεμβρίου 2019, G.S. και V.G. (Απειλή για τη δημόσια τάξη), C-381/18 και C-382/18, EU:C:2019:1072, σκέψη 65].
77 Επομένως, απόφαση περί μη ανανεώσεως άδειας διαμονής που έχει χορηγηθεί σε μέλη της οικογένειας συντηρούντος μπορεί να ληφθεί μόνον κατόπιν εξατομικευμένης εξέτασης του συνόλου των κρίσιμων στοιχείων σχετικά με την κατάσταση των εν λόγω μελών της οικογένειας και, ιδίως, των περιστάσεων που επιτρέπουν στην αρμόδια εθνική αρχή να εκτιμήσει εάν υφίστανται, ως προς τα μέλη αυτά, λόγοι για τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής, δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/86, επί τη βάσει «ιδιαιτέρως δυσχερών περιστάσεων», κατά την έννοια της διάταξης αυτής.
78 Συναφώς, είναι αληθές ότι η απώλεια από τα οικεία μέλη της οικογένειας της άδειάς τους διαμονής για λόγους ανεξάρτητους από τη βούλησή τους ή η ύπαρξη μεταξύ των μελών αυτών ανηλίκων τέκνων δεν μπορούν, αφ’ εαυτών, να αποδείξουν, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 59 έως 63 της παρούσας απόφασης, μια τέτοια «ιδιαιτέρως δυσχερή περίσταση». Εντούτοις, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, σε συνδυασμό με άλλες περιστάσεις σχετικά με την οικογενειακή ζωή των οικείων προσώπων, οι οποίες όμως δεν φαίνεται να προβλήθηκαν στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, τα στοιχεία αυτά να μπορούν να δικαιολογήσουν τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής δυνάμει του εν λόγω άρθρου 15, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 14ης Μαρτίου 2019, Y. Z. κ.λπ. (Απάτη στο πλαίσιο της οικογενειακής επανένωσης), C-557/17, EU:C:2019:203, σκέψεις 54 και 55].
79 Όσον αφορά, δεύτερον, το δικαίωμα ακροάσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το θεμελιώδες αυτό δικαίωμα, του οποίου ο σεβασμός επιβάλλεται ακόμη και όταν η εφαρμοστέα ρύθμιση δεν το προβλέπει ρητώς (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Boudjlida, C-249/13, EU:C:2014:2431, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), εγγυάται σε όλους τη δυνατότητα να καθιστούν γνωστή, λυσιτελώς και ουσιαστικώς, την άποψή τους κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας και πριν από την έκδοση οποιασδήποτε απόφασης που θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντά τους (πρβλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 12ης Μαΐου 2022, Boshab κατά Συμβουλίου, C-242/21 P, EU:C:2022:375, σκέψεις 57 και 58, και της 29ης Σεπτεμβρίου 2022, HIM κατά Επιτροπής, C-500/21 P, EU:C:2022:741, σκέψεις 42 και 43), διευκρινιζομένου ότι το δικαίωμα αυτό δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην υποχρέωση παροχής στον ενδιαφερόμενο της δυνατότητας να διατυπώσει προφορικώς τις απόψεις του (διάταξη της 21ης Μαΐου 2019, Le Pen κατά Κοινοβουλίου, C-525/18 P, EU:C:2019:435, σκέψη 66 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
80 Επιπλέον, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το δικαίωμα ακροάσεως συνεπάγεται επίσης την υποχρέωση της αρμόδιας εθνικής αρχής να μελετά με τη δέουσα προσοχή τις παρατηρήσεις του ενδιαφερομένου, εξετάζοντας με επιμέλεια και αμεροληψία όλα τα κρίσιμα στοιχεία της συγκεκριμένης υπόθεσης και αιτιολογώντας εμπεριστατωμένως την απόφασή της, καθόσον η υποχρέωση παράθεσης αρκούντως εξειδικευμένης και συγκεκριμένης αιτιολογίας στην απόφαση, ώστε να παρέχεται στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα να κατανοήσει τους λόγους απόρριψης της αίτησής του, αποτελεί το αναγκαίο συμπλήρωμα της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας (απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Boudjlida, C-249/13, EU:C:2014:2431, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
81 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση, στην οποία προέβη και η Επιτροπή, ότι απόφαση περί μη ανανέωσης άδειας διαμονής που έχει χορηγηθεί στα μέλη της οικογένειας συντηρούντος μπορεί σαφέστατα να επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντά τους και, ως εκ τούτου, τα πρόσωπα αυτά πρέπει να τύχουν ακροάσεως από την αρμόδια εθνική αρχή πριν από τη λήψη τέτοιας απόφασης.
82 Όσον αφορά το ζήτημα εάν τα ανήλικα τέκνα πρέπει επίσης να τυγχάνουν ακροάσεως από την αρμόδια εθνική αρχή, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 24, παράγραφος 1, του Χάρτη απαιτεί να μπορούν τα παιδιά να εκφράζουν ελεύθερα τη γνώμη τους και η γνώμη αυτή να λαμβάνεται υπόψη σε συνάρτηση με την ηλικία και την ωριμότητά τους σχετικά με ζητήματα που τα αφορούν.
83 Επιπλέον, το άρθρο 24, παράγραφος 2, του Χάρτη απαιτεί από την αρμόδια εθνική αρχή να λαμβάνει υπόψη το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού, σε όλες τις πράξεις που αφορούν τα παιδιά.
84 Κατά πάγια νομολογία, η τελευταία αυτή διάταξη επιβάλλει να αποδίδεται πρωταρχική σημασία στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού, σε όλες τις πράξεις που διενεργούν τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή της οδηγίας 2003/86 και αφορούν τα παιδιά [πρβλ. απόφαση της 1ης Αυγούστου 2022, Bundesrepublik Deutschland (Οικογενειακή επανένωση με ανήλικο πρόσφυγα), C-273/20 και C-355/20, EU:C:2022:617, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
85 Επομένως, η σκοπιμότητα ακρόασης, η οποία δεν απαιτείται κατ’ ανάγκην από το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού, πρέπει να εκτιμάται κατά περίπτωση σε συνάρτηση με τις επιταγές του συμφέροντος του παιδιού (πρβλ. απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Aguirre Zarraga, C-491/10 PPU, EU:C:2010:828, σκέψεις 63 και 64).
86 Ως εκ τούτου, οι διατάξεις του άρθρου 24 του Χάρτη δεν επιβάλλουν την ακρόαση του παιδιού αυτήν καθεαυτήν, αλλά τη δυνατότητα ακρόασής του (πρβλ. απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Aguirre Zarraga, C-491/10 PPU, EU:C:2010:828, σκέψη 62).
87 Επομένως, το δικαίωμα ακροάσεως του παιδιού δεν συνεπάγεται ότι πρέπει κατ’ ανάγκην να πραγματοποιηθεί ακρόαση, αλλά επιβάλλει να τίθενται στη διάθεση του παιδιού οι διαδικασίες και οι νόμιμες προϋποθέσεις που θα του παράσχουν τη δυνατότητα να εκφράσει ελεύθερα τη γνώμη του και η γνώμη αυτή να ληφθεί υπόψη.
88 Για τον λόγο αυτόν, όταν η απόφαση περί μη ανανέωσης άδειας διαμονής αφορά ανήλικο τέκνο, εναπόκειται στα κράτη μέλη να λάβουν όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε να παρέχεται στο τέκνο πραγματική και ουσιαστική δυνατότητα ακρόασης, ανάλογα με την ηλικία ή τον βαθμό ωριμότητάς του.
89 Κατά συνέπεια, στο τέταρτο, το πέμπτο και το έκτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 17 της οδηγίας 2003/86 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία επιτρέπει στην αρμόδια εθνική αρχή να αρνηθεί την ανανέωση της άδειας διαμονής που έχει χορηγηθεί σε μέλη της οικογένειας συντηρούντος, χωρίς να έχει προηγουμένως προβεί σε εξατομικευμένη εξέταση της κατάστασής τους και σε ακρόασή τους. Όταν η απόφαση αυτή αφορά ανήλικο τέκνο, εναπόκειται στα κράτη μέλη να λάβουν όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε να παρέχεται στο τέκνο πραγματική και ουσιαστική δυνατότητα ακρόασης, ανάλογα με την ηλικία ή τον βαθμό ωριμότητάς του.
Επί των δικαστικών εξόδων
90 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 15, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/86/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης,
έχει την έννοια ότι:
δεν αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία δεν προβλέπει υποχρέωση της αρμόδιας εθνικής αρχής να χορηγεί, στηριζόμενη στην ύπαρξη «ιδιαιτέρως δυσχερών περιστάσεων», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αυτόνομη άδεια διαμονής σε μέλη της οικογενείας συντηρούντος, όταν αυτά έχουν απολέσει την άδειά τους διαμονής για λόγους ανεξάρτητους από τη βούλησή τους ή όταν μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ανήλικα τέκνα.
2) Το άρθρο 17 της οδηγίας 2003/86
έχει την έννοια ότι:
αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία επιτρέπει στην αρμόδια εθνική αρχή να αρνηθεί την ανανέωση της άδειας διαμονής που έχει χορηγηθεί σε μέλη της οικογένειας συντηρούντος, χωρίς να έχει προηγουμένως προβεί σε εξατομικευμένη εξέταση της κατάστασής τους και σε ακρόασή τους. Όταν η απόφαση αυτή αφορά ανήλικο τέκνο, εναπόκειται στα κράτη μέλη να λάβουν όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε να παρέχεται στο τέκνο πραγματική και ουσιαστική δυνατότητα ακρόασης, ανάλογα με την ηλικία ή τον βαθμό ωριμότητάς του.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.