Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)

της 20ής Νοεμβρίου 2025 (*)

« Προδικαστική παραπομπή – Τελωνειακή ένωση – Κανονισμός (ΕΕ) 952/2013 – Ενωσιακός τελωνειακός κώδικας – Άρθρο 24, στοιχείο δ', και άρθρο 211, παράγραφος 2 – Παροχή εξουσιοδότησης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Εξουσιοδότηση “συμπλήρωσης” νομοθετικής πράξης – Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/2446 – Άρθρο 172, παράγραφοι 1 και 2 – Κύρος – Αναδρομική ισχύς άδειας τελειοποίησης προς επανεξαγωγή »

Στην υπόθεση C-617/24,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Finanzgericht Ντίσελντορφ (δικαστήριο φορολογικών διαφορών Ντίσελντορφ, Γερμανία) με απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης

Siegfried PharmaChemikalien Minden GmbH

κατά

Hauptzollamt Bielefeld,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),

συγκείμενο από τους F. Schalin (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, M. Gavalec και Z. Csehi, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: Α. Ράντος

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Siegfried PharmaChemikalien Minden GmbH, εκπροσωπούμενη από τους C. P?tters, Rechtsanw?ltin, και R. Vobbe, Steuerberater,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις B. Eggers και F. Moro,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά το κύρος του άρθρου 172, παράγραφοι 1 και 2, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/2446 της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 2015, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όσον αφορά λεπτομερείς κανόνες σχετικούς με ορισμένες από τις διατάξεις του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (EΕ 2015, L 343, σ. 1).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Siegfried PharmaChemikalien Minden GmbH (στο εξής: Siegfried Pharma) και του Hauptzollamt Bielefeld (κεντρικού τελωνείου του Bielefeld, Γερμανία) (στο εξής: κεντρικό τελωνείο) σχετικά με αίτηση χορηγήσεως άδειας για τελειοποίηση προς επανεξαγωγή με αναδρομική ισχύ.

 Το νομικό πλαίσιο

 Ο τελωνειακός κώδικας

3        Η αιτιολογική σκέψη 39 του κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 2013, L 269, σ. 1) (στο εξής: ενωσιακός τελωνειακός κώδικας), έχει ως εξής:

«Για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της [Ευρωπαϊκής] Ένωσης και των κρατών μελών και τη συμπλήρωση των κανόνων σχετικά με την τελωνειακή οφειλή και τις εγγυήσεις, θα πρέπει να ανατεθεί στην [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τον τόπο γένεσης τελωνειακής οφειλής, τον υπολογισμό του ποσού του εισαγωγικού και εξαγωγικού δασμού, την εγγύηση του εν λόγω ποσού και την είσπραξη, επιστροφή, διαγραφή και απόσβεση της τελωνειακής οφειλής.»

4        Από το άρθρο 5, σημείο 2, στοιχείο α', του τελωνειακού κώδικα προκύπτει ότι η «τελωνειακή νομοθεσία» περιλαμβάνει, ιδίως, «τον [εν λόγω] κώδικα και τις διατάξεις που τον συμπληρώνουν ή τις διατάξεις εφαρμογής του που θεσπίζονται σε ενωσιακό ή εθνικό επίπεδο».

5        Το τμήμα 3 του κεφαλαίου 2 του τίτλου I του τελωνειακού κώδικα, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αποφάσεις σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας», περιλαμβάνει το άρθρο 22 αυτού, του οποίου οι παράγραφοι 2 και 4 ορίζουν τα εξής:

«2.      Οι τελωνειακές αρχές, χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο 30 ημέρες από την παραλαβή της αίτησης απόφασης, επαληθεύουν αν πληρούνται οι όροι αποδοχής της αίτησης.

Σε περίπτωση που οι τελωνειακές αρχές κρίνουν ότι η αίτηση περιέχει όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για να μπορέσουν να λάβουν την απόφαση, κοινοποιούν την αποδοχή της στον αιτούντα εντός της περιόδου που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο.

[...]

4.      Η απόφαση αρχίζει να παράγει αποτελέσματα από την ημερομηνία κατά την οποία ο αιτών λαμβάνει, ή θεωρείται ότι λαμβάνει γνώση αυτής, εκτός εάν ορίζεται άλλως στην απόφαση ή στην τελωνειακή νομοθεσία. [...]»

6        Το άρθρο 24 του τελωνειακού κώδικα προβλέπει τα εξής:

«Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο [284], για τον καθορισμό:

[...]

δ)      των αναφερόμενων στο άρθρο 22 παράγραφος 4 περιπτώσεων όπου η απόφαση αρχίζει να παράγει αποτελέσματα σε ημερομηνία διαφορετική από εκείνη κατά την οποία ο αιτών λαμβάνει ή θεωρείται ότι έχει λάβει γνώση αυτής,

[...]».

7        Το άρθρο 211 του ως άνω κώδικα ορίζει τα εξής:

«1.      Απαιτείται άδεια από τις τελωνειακές αρχές για τα ακόλουθα:

α)      την εφαρμογή καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεξαγωγή ή τελειοποίησης προς επανεισαγωγή, προσωρινής εισαγωγής ή ειδικού προορισμού,

[...]

2.      Οι τελωνειακές αρχές χορηγούν άδεια με αναδρομική ισχύ, εφόσον συντρέχουν όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)      υφίσταται αποδεδειγμένη οικονομική ανάγκη,

[...]

ε)      καμία άδεια με αναδρομικό χαρακτήρα δεν έχει χορηγηθεί στον αιτούντα κατά τα τρία τελευταία χρόνια πριν από την ημερομηνία αποδοχής της αίτησης,

[...]

η)      όταν η αίτηση αφορά την ανανέωση άδειας για το ίδιο είδος εργασιών και εμπορευμάτων, η αίτηση υποβάλλεται εντός τριών ετών μετά τη λήξη της αρχικής άδειας.

[...]»

8        Το άρθρο 212 του εν λόγω κώδικα ορίζει τα εξής:

«Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 284, για τον καθορισμό:

α)      των όρων για τη χορήγηση της άδειας σχετικά με τα καθεστώτα που αναφέρ[ον]ται στο άρθρο 211 παράγραφος 1,

[...]».

9        Το άρθρο 284 του τελωνειακού κώδικα, το οποίο φέρει τον τίτλο «Άσκηση της εξουσιοδότησης», αναθέτει στην Επιτροπή την εξουσία να εκδίδει, μεταξύ άλλων, τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στα άρθρα 24 και 212 του εν λόγω κώδικα και διευκρινίζει τους όρους άσκησης της εξουσιοδότησης αυτής.

 Ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/2446

10      Οι αιτιολογικές σκέψεις 1 και 14 του κανονισμού 2015/2446 έχουν ως εξής:

«(1)      Ο [τελωνειακός κώδικας], σε συνοχή με τη Συνθήκη [ΛΕΕ] αναθέτει στην Επιτροπή την εξουσία να συμπληρώσει ορισμένα μη ουσιώδη στοιχεία του κώδικα, σύμφωνα με το άρθρο 290 [...] ΣΛΕΕ. [...]

[...]

(14)      Σε ορισμένες περιπτώσεις, η απόφαση θα πρέπει να αρχίζει να παράγει αποτελέσματα σε ημερομηνία διαφορετική από εκείνη κατά την οποία ο αιτών λαμβάνει ή θεωρείται ότι έχει λάβει την απόφαση, δηλαδή όταν ο αιτών έχει ζητήσει διαφορετική ημερομηνία έναρξης ισχύος ή το αποτέλεσμα της απόφασης εξαρτάται από την ολοκλήρωση ορισμένων διατυπώσεων από τον αιτούντα. Οι εν λόγω περιπτώσεις θα πρέπει να είναι διεξοδικώς καθορισμένες για λόγους σαφήνειας και ασφάλειας δικαίου.»

11      Το άρθρο 172 του ως άνω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αναδρομική ισχύς», ορίζει τα εξής:

«1.      Όταν οι τελωνειακές αρχές χορηγούν άδεια με αναδρομική ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 211 παράγραφος 2 του [τελωνειακού] κώδικα, η άδεια τίθεται σε ισχύ το νωρίτερο κατά την ημερομηνία αποδοχής της αίτησης.

2.      Σε εξαιρετικές περιστάσεις, οι τελωνειακές αρχές δύνανται να επιτρέψουν τη θέση σε ισχύ μιας άδειας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 το νωρίτερο ένα έτος, στην περίπτωση των εμπορευμάτων που καλύπτονται από το παράρτημα 71-02 τρεις μήνες, πριν από την ημερομηνία αποδοχής της αίτησης.

[...]»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

12      Τον Νοέμβριο του 2018 η Siegfried Pharma υπέβαλε στο κεντρικό τελωνείο αίτηση χορηγήσεως άδειας τελειοποίησης προς επανεξαγωγή, δυνάμει του άρθρου 211, παράγραφος 1, στοιχείο α', του τελωνειακού κώδικα, για εμπορεύματα που εισήχθησαν από την Κίνα. Η αίτηση αυτή δεν περιείχε όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες και τα απαιτούμενα έγγραφα, γεγονός το οποίο επισήμανε το κεντρικό τελωνείο στη Siegfried Pharma. Η εταιρία δεν συμπλήρωσε αμέσως την αίτησή της και, μέχρι τις 18 Ιουλίου 2019, διασάφησε εμπορεύματα με σκοπό τη θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία. Στο πλαίσιο αυτό, κατέβαλε δασμούς ύψους 1 173 497,14 ευρώ.

13      Στις 12 Απριλίου 2021 η Siegfried Pharma ζήτησε από το κεντρικό τελωνείο να της χορηγήσει άδεια τελειοποίησης προς επανεξαγωγή με αναδρομική ισχύ, δυνάμει του άρθρου 211, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα, για τα εμπορεύματα που είχε εισαγάγει από την Κίνα, παραπέμποντας στην προηγούμενη αίτησή της. Με τον τρόπο αυτόν επιδίωκε να εξαλείψει, εκ των υστέρων, τα οικονομικά μειονεκτήματα που απέρρεαν από την καταβολή των ως άνω δασμών. Με απόφαση της 11ης Ιουλίου 2021, το κεντρικό τελωνείο απέρριψε την αίτηση της Siegfried Pharma με την αιτιολογία ότι εξακολουθούσε να μην έχει προσκομίσει όλα τα απαιτούμενα έγγραφα. Εξάλλου, η εν λόγω εταιρία δεν είχε αποδείξει την ύπαρξη οικονομικής ανάγκης, κατά την έννοια του άρθρου 211, παράγραφος 2, στοιχείο α'.

14      Η Siegfried Pharma υπέβαλε ένσταση κατά της ανωτέρω αποφάσεως, υποστηρίζοντας ότι η προϋπόθεση σχετικά με την οικονομική ανάγκη, η οποία προβλέπεται στην τελευταία αυτή διάταξη, πληρούται και ότι η Επιτροπή υπερέβη τις αρμοδιότητές της περιορίζοντας χρονικώς, στο άρθρο 172 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/2446, την αναδρομική ισχύ μιας τέτοιας άδειας. Συγκεκριμένα, δεν υφίσταται διάταξη η οποία να εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να θεσπίσει το εν λόγω άρθρο και, εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή υπερέβη το νομικό πλαίσιο που ορίζεται στο άρθρο 211, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα.

15      Δεδομένου ότι το κεντρικό τελωνείο απέρριψε την ένσταση αυτή με απόφαση της 26ης Ιουλίου 2023, η Siegfried Pharma προσέβαλε την εν λόγω απόφαση ενώπιον του Finanzgericht D?sseldorf (φορολογικού δικαστηρίου Ντίσελντορφ, Γερμανία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο. Το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 172, παράγραφοι 1 και 2, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/2446 (στο εξής: επίμαχη διάταξη), η χορήγηση άδειας με αναδρομική ισχύ στη Siegfried Pharma, δυνάμει του άρθρου 211, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα, δεν συνεπάγεται την εξάλειψη της τελωνειακής οφειλής της εν λόγω εταιρίας. Συγκεκριμένα, η αίτηση χορηγήσεως άδειας τελειοποίησης προς επανεξαγωγή έγινε δεκτή, κατά την έννοια του άρθρου 22, παράγραφος 2, του κώδικα αυτού, από το κεντρικό τελωνείο μόλις στις 14 Ιουλίου 2021 και η τελευταία υποκείμενη σε δασμούς εισαγωγή πραγματοποιήθηκε στη διάρκεια του έτους 2019, ήτοι περισσότερο από ένα έτος πριν από την ημερομηνία αποδοχής της εν λόγω αίτησης.

16      Το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς το κύρος της επίμαχης διατάξεως, με το σκεπτικό ότι η Επιτροπή δεν είχε την εξουσία να θεσπίσει διατάξεις οι οποίες να περιορίζουν χρονικώς τις άδειες με αναδρομική ισχύ. Το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε στο άρθρο 24, στοιχείο δ', του τελωνειακού κώδικα για να θεσπίσει την επίμαχη διάταξη. Επισημαίνει, εξάλλου, ότι, δυνάμει του άρθρου 212, στοιχείο α', του τελωνειακού κώδικα, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τον καθορισμό των όρων για τη χορήγηση της άδειας σχετικά με τα καθεστώτα που αναφέρονται στο άρθρο 211, παράγραφος 1, του εν λόγω κώδικα, ήτοι, μεταξύ άλλων, σχετικά με το καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή. Αντιθέτως, το άρθρο 212, στοιχείο α', του ίδιου κώδικα δεν μνημονεύει ρητώς την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου 211, η οποία αφορά ακριβώς την άδεια με αναδρομική ισχύ.

17      Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι από το γράμμα του άρθρου 24, στοιχείο δ', και του άρθρου 212, στοιχείο α', του τελωνειακού κώδικα δεν προκύπτει εάν η Επιτροπή δύναται να εκδίδει πράξεις που «συμπληρώνουν» τα μη ουσιώδη στοιχεία του τελωνειακού κώδικα ή πράξεις που «τροποποιούν» τα στοιχεία αυτά, κατά την έννοια του άρθρου 290, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

18      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, επιπλέον, ότι το άρθρο 211, παράγραφος 2, του ως άνω κώδικα δεν προβλέπει χρονικά όρια όσον αφορά την αναδρομική ισχύ των αδειών, γεγονός το οποίο υποδηλώνει ότι η επίμαχη διάταξη δεν μπορούσε να θέσει τέτοια όρια. Επιπλέον, το χρονικό πλαίσιο θα μπορούσε να συνιστά «ουσιώδες στοιχείο» του τελωνειακού δικαίου της Ένωσης, οπότε δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο εξουσιοδότησης, σύμφωνα με το άρθρο 290, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

19      Επιπροσθέτως, το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον η επίμαχη διάταξη πληροί την απαίτηση αιτιολογίας που προβλέπεται στο άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι η αιτιολογία που εκτίθεται, με γενικούς όρους, στην αιτιολογική σκέψη 14 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/2446 δεν είναι επαρκής.

20      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Finanzgericht D?sseldorf (δικαστήριο φορολογικών διαφορών Ντίσελντορφ) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Είναι έγκυρη [η επίμαχη διάταξη];»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

21      Με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η επίμαχη διάταξη είναι ανίσχυρη για τον λόγο, αφενός, ότι η Επιτροπή υπερέβη τα όρια των εξουσιοδοτήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 24, στοιχείο δ', και στο άρθρο 212, στοιχείο α', του τελωνειακού κώδικα και, αφετέρου, ότι η αιτιολογία της επίμαχης διατάξεως δεν πληροί την απαίτηση του άρθρου 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

22      Ο πρώτος λόγος ακυρότητας στον οποίο αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο αφορά το ζήτημα αν η Επιτροπή υπερέβη τα όρια των εξουσιοδοτήσεων που παρέχονται από το άρθρο 24, στοιχείο δ', και το άρθρο 212, στοιχείο α', του τελωνειακού κώδικα κατά το μέρος που προέβλεψε ότι η άδεια τελειοποίησης προς επανεξαγωγή με αναδρομική ισχύ αρχίζει να ισχύει το νωρίτερο από την ημερομηνία αποδοχής της αιτήσεως ή, κατ’ εξαίρεση, το νωρίτερο ένα έτος πριν από την ημερομηνία αυτή.

23      Κατά το άρθρο 290, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, «[μ]ε νομοθετική πράξη μπορεί να ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης μη νομοθετικών πράξεων γενικής ισχύος που συμπληρώνουν ή τροποποιούν ορισμένα μη ουσιώδη στοιχεία της νομοθετικής πράξης».

24      Η ως άνω δυνατότητα ανάθεσης εξουσιών αποβλέπει στο να μπορεί ο νομοθέτης της Ένωσης να επικεντρώνεται στα ουσιώδη στοιχεία ενός νομοθετικού κειμένου καθώς και στα μη ουσιώδη στοιχεία ως προς τα οποία θεωρεί ότι είναι σκόπιμο να νομοθετήσει, αναθέτοντας ταυτόχρονα στην Επιτροπή το καθήκον να «συμπληρώσει» ορισμένα μη ουσιώδη στοιχεία της νομοθετικής πράξεως ή ακόμη και να «τροποποιήσει» τέτοιου είδους στοιχεία στο πλαίσιο της παρεχόμενης σε αυτήν εξουσιοδοτήσεως. Επομένως, οι δύο κατηγορίες κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιοτήτων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 290, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, διακρίνονται σαφώς μεταξύ τους (πρβλ. απόφαση της 17ης Μαρτίου 2016, Κοινοβούλιο κατά Επιτροπής, C-286/14, EU:C:2016:183, σκέψεις 40 και 54).

25      Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 290, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος, οι στόχοι, το περιεχόμενο, η έκταση και η διάρκεια της εξουσιοδοτήσεως πρέπει να οριοθετούνται σαφώς από τη νομοθετική πράξη που παρέχει την εξουσιοδότηση αυτή. Η ως άνω απαίτηση συνεπάγεται ότι η εξουσιοδότηση αποσκοπεί στη θέσπιση κανόνων που εντάσσονται στο κανονιστικό πλαίσιο όπως αυτό ορίζεται από τη βασική νομοθετική πράξη (απόφαση της 17ης Μαρτίου 2016, Κοινοβούλιο κατά Επιτροπής, C-286/14, EU:C:2016:183, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επιπλέον, από το εν λόγω άρθρο 290, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, προκύπτει ότι τα ουσιώδη στοιχεία του οικείου τομέα πρέπει να ρυθμίζονται με τη βασική ρύθμιση και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξουσιοδότησης. Από τη νομολογία συνάγεται ότι τα ουσιώδη στοιχεία είναι αυτά των οποίων η θέσπιση προϋποθέτει πολιτικές επιλογές εμπίπτουσες στην αποκλειστική ευθύνη του νομοθέτη της Ένωσης (απόφαση της 11ης Μαΐου 2017, Dyson κατά Επιτροπής, C-44/16 P, EU:C:2017:357, σκέψεις 59 και 61 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

26      Εν προκειμένω, υπογραμμίζεται κατ’ αρχάς, ότι το άρθρο 284 του τελωνειακού κώδικα, αφενός, περιορίζεται με γενικούς όρους στην παροχή εξουσιοδότησης στην Επιτροπή να εκδίδει, μεταξύ άλλων, τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις των άρθρων 24 και 212 του εν λόγω κώδικα και, αφετέρου, διευκρινίζει τους όρους άσκησης της εν λόγω εξουσιοδότησης.

27      Επιπλέον, ούτε από το γράμμα του άρθρου 24, στοιχείο δ', και του άρθρου 212, στοιχείο α', του εν λόγω κώδικα μπορεί να δοθεί απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον η Επιτροπή εξουσιοδοτήθηκε να συμπληρώσει ή να τροποποιήσει τον ίδιο αυτόν κώδικα.

28      Πράγματι, οι ως άνω διατάξεις αναθέτουν στην Επιτροπή την εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 284 του τελωνειακού κώδικα, για τον «καθορισμό», αφενός, των αναφερόμενων στο άρθρο 22, παράγραφος 4, περιπτώσεων στις οποίες η απόφαση αρχίζει να παράγει αποτελέσματα σε ημερομηνία διαφορετική από εκείνη κατά την οποία ο αιτών λαμβάνει ή θεωρείται ότι έχει λάβει γνώση αυτής και, αφετέρου, των όρων για τη χορήγηση της άδειας σχετικά με τα καθεστώτα που αναφέρονται στο άρθρο 211, παράγραφος 1, του εν λόγω κώδικα.

29      Πλην όμως, το άρθρο 290, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ προβλέπει δύο μόνον κατηγορίες κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιοτήτων, ήτοι την εξουσία προς «συμπλήρωση» και την εξουσία προς «τροποποίηση» νομοθετικής πράξεως. Επομένως, το εν λόγω άρθρο δεν προβλέπει τη δυνατότητα «διευκρινίσεως» ορισμένων μη ουσιωδών στοιχείων νομοθετικής πράξεως (πρβλ. απόφαση της 17 Μαρτίου 2016, Κοινοβούλιο κατά Επιτροπής, C-286/14, EU:C:2016:183, σκέψη 32).

30      Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, όταν ο νομοθέτης της Ένωσης εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να «συμπληρώσει» νομοθετική πράξη, δεν νομοθετεί κατά τρόπο εξαντλητικό, αλλά θεσπίζει απλώς τα ουσιώδη στοιχεία, αναθέτοντας ταυτοχρόνως στην Επιτροπή το καθήκον συγκεκριμενοποιήσεώς τους. Επομένως, η αποστολή της Επιτροπής περιορίζεται στη λεπτομερέστερη ανάπτυξη, συμφώνως πάντοτε προς το σύνολο των οριζομένων στη θεσπισθείσα από τον νομοθέτη πράξη, των μη ουσιωδών στοιχείων του νομοθετικού κειμένου τα οποία δεν θέσπισε ο νομοθέτης. Αντιθέτως, με την παροχή στην Επιτροπή εξουσιοδοτήσεως προς «τροποποίηση» νομοθετικής πράξης σκοπείται η παροχή σε αυτήν της ευχέρειας να επιφέρει αλλαγές ή να καταργήσει μη ουσιώδη στοιχεία που θέσπισε με την πράξη αυτή ο νομοθέτης. Κατά την άσκηση της συγκεκριμένης εξουσίας, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να ενεργεί σεβόμενη τα στοιχεία στην «τροποποίηση» των οποίων αποβλέπει ακριβώς η παρασχεθείσα σε αυτήν εξουσιοδότηση (πρβλ. απόφαση της 17ης Μαρτίου 2016, Κοινοβούλιο κατά Επιτροπής, C-286/14, EU:C:2016:183, σκέψεις 41 και 42).

31      Οι διαπιστωθείσες στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως διαφορές μεταξύ των δύο κατηγοριών κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιοτήτων του άρθρου 290, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ δεν επιτρέπουν να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή έχει την ευχέρεια να προσδιορίσει η ίδια τη φύση της εξουσίας που της έχει ανατεθεί. Υπό τις συνθήκες αυτές και προς διασφάλιση της διαφάνειας της νομοθετικής διαδικασίας, η προαναφερθείσα διάταξη επιβάλλει στον νομοθέτη την υποχρέωση να προσδιορίζει τη φύση της εξουσίας που προτίθεται να αναθέσει στην Επιτροπή (απόφαση της 17ης Μαρτίου 2016, Κοινοβούλιο κατά Επιτροπής, C-286/14, EU:C:2016:183, σκέψη 46).

32      Συναφώς, επισημαίνεται, πρώτον, ότι η αιτιολογική σκέψη 39 του τελωνειακού κώδικα αναφέρει ότι, για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και των κρατών μελών και τη «συμπλήρωση» των κανόνων σχετικά με την τελωνειακή οφειλή και τις εγγυήσεις, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά, μεταξύ άλλων, την απόσβεση της τελωνειακής οφειλής. Τόσο από την αιτιολογική σκέψη 1 όσο και από τον ίδιο τον τίτλο του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/2446 προκύπτει ότι η Επιτροπή κατανόησε κατ’ αυτόν τον τρόπο την εξουσιοδότηση που της παρέσχε το άρθρο 284 του τελωνειακού κώδικα.

33      Δεύτερον, η επίμαχη διάταξη συγκεκριμενοποιεί το άρθρο 211, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα περιορίζοντας, ιδίως, την αναδρομική ισχύ της άδειας τελειοποίησης προς επανεξαγωγή.

34      Ασφαλώς, το άρθρο 212, στοιχείο α', του τελωνειακού κώδικα εξουσιοδοτεί αποκλειστικώς την Επιτροπή να καθορίζει τους όρους για τη χορήγηση της άδειας σχετικά με τα καθεστώτα που αναφέρονται στο άρθρο 211, παράγραφος 1, του εν λόγω κώδικα, οπότε η εξουσιοδότηση αυτή δεν καλύπτει την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου 211.

35      Τούτου λεχθέντος, δεν ήταν αναγκαίο το άρθρο 212, στοιχείο α', να μνημονεύει ρητώς το άρθρο 211, παράγραφος 2, του εν λόγω κώδικα, δεδομένου ότι, δυνάμει του άρθρου 24, στοιχείο δ', του τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 22, παράγραφος 4, του ίδιου κώδικα, η Επιτροπή είχε ήδη την εξουσία να συμπληρώνει τους κανόνες που προβλέπει ο τελωνειακός κώδικας όσον αφορά τα χρονικά αποτελέσματα των τελωνειακών αδειών, ιδίως των αδειών τελειοποίησης προς επανεξαγωγή.

36      Πράγματι, από το άρθρο 22, παράγραφος 4, του τελωνειακού κώδικα, διάταξη την οποία η Επιτροπή έχει την εξουσία να συμπληρώνει βάσει του άρθρου 24, στοιχείο δ', του εν λόγω κώδικα, προκύπτει ότι η απόφαση τελωνειακής αρχής σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας παράγει αποτελέσματα από την ημερομηνία κατά την οποία ο αιτών λαμβάνει ή θεωρείται ότι έχει λάβει γνώση της αποφάσεως αυτής, εκτός αν η εν λόγω απόφαση ή η τελωνειακή νομοθεσία ορίζουν άλλως. Από το άρθρο 5, σημείο 2, στοιχείο α', του τελωνειακού κώδικα προκύπτει ότι η «τελωνειακή νομοθεσία» περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τον τελωνειακό κώδικα και τις διατάξεις που τον συμπληρώνουν ή τις διατάξεις εφαρμογής του που θεσπίζονται σε ενωσιακό ή εθνικό επίπεδο. Επομένως, ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός 2015/2446 αποτελεί αναμφισβήτητα μέρος της τελωνειακής νομοθεσίας, κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 2, στοιχείο α', του τελωνειακού κώδικα και, ως εκ τούτου, μπορούσε να τροποποιήσει την ημερομηνία έναρξης ισχύος μιας αποφάσεως τελωνειακής αρχής σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας.

37      Επιπλέον, η σιωπή του νομοθέτη της Ένωσης στο άρθρο 211, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα όσον αφορά τη χρονική πτυχή της αναδρομικής ισχύος των αδειών τελειοποίησης προς επανεξαγωγή ουδόλως ισοδυναμεί με απαγόρευση προς την Επιτροπή να περιορίζει χρονικά τη δυνατότητα χορήγησης τέτοιας άδειας. Αντιθέτως, αποτελεί παράδειγμα του ότι, όταν ο νομοθέτης της Ένωσης εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να «συμπληρώσει» νομοθετική πράξη, δεν νομοθετεί κατά τρόπο εξαντλητικό, αλλά θεσπίζει απλώς τα ουσιώδη στοιχεία, αναθέτοντας ταυτοχρόνως στην Επιτροπή το καθήκον συγκεκριμενοποιήσεώς τους, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 30 της παρούσας αποφάσεως.

38      Εξάλλου, το άρθρο 211, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ήδη ρυθμίσει το ζήτημα της έναρξης ισχύος των αποφάσεων σχετικά με τις άδειες με αναδρομική ισχύ, δεδομένου ότι ρυθμίζει κυρίως τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση μιας τέτοιας άδειας (πρβλ. απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2021, Beeren-, Wild-, Feinfrucht, C-825/19, EU:C:2021:869, σκέψη 33). Ειδικότερα, οι προϋποθέσεις που τάσσονται στο άρθρο 211, παράγραφος 2, στοιχεία ε' και η', δεν έχουν ως αντικείμενο τον καθορισμό της ημερομηνίας έναρξης ισχύος. Πράγματι, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις αυτές, τέτοιες άδειες δεν πρέπει να έχουν χορηγηθεί στον αιτούντα κατά τα τρία τελευταία χρόνια πριν από την ημερομηνία αποδοχής της αίτησης. Επιπλέον, η αίτηση για την ανανέωση της άδειας πρέπει να υποβάλλεται εντός τριών ετών από τη λήξη της αρχικής άδειας.

39      Τρίτον, η επίμαχη διάταξη, περιορίζοντας, μεταξύ άλλων, την αναδρομική ισχύ μιας άδειας τελειοποίησης προς επανεξαγωγή, δεν τροποποιεί ουσιώδη κανόνα του τελωνειακού κώδικα. Πράγματι, ο απλός χρονικός περιορισμός της αναδρομικής ισχύος μιας τέτοιας άδειας, αναδρομική ισχύς η οποία προβλέπεται σε γενικές γραμμές από τον τελωνειακό κώδικα, δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση την άσκηση πολιτικών επιλογών που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του νομοθέτη της Ένωσης, δεδομένου ότι ο περιορισμός αυτός δεν έχει ως αντικείμενο την υλοποίηση των θεμελιωδών κατευθύνσεων της πολιτικής της Ένωσης (πρβλ. αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 1992, Γερμανία κατά Επιτροπής, C-240/90, EU:C:1992:408, σκέψη 37).

40      Τέταρτον, είναι αναγκαίο η έναρξη ισχύος των αποφάσεων σχετικά με τις άδειες με αναδρομική ισχύ να μην είναι απεριόριστη χρονικά, αλλά να οριοθετείται και να εξειδικεύεται στην τελωνειακή νομοθεσία. Υπό το πρίσμα αυτό, η επίμαχη διάταξη σκοπεί στη διασφάλιση των σκοπών της σαφήνειας και της ασφάλειας δικαίου, οι οποίοι μνημονεύονται στην αιτιολογική σκέψη 14 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/2446, καθώς και στην πραγμάτωση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των υποκειμένων δικαίου. Η αρχή αυτή επιβάλλει, ιδίως, να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά παρόμοιες καταστάσεις, εκτός εάν η αντιμετώπιση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά (πρβλ. απόφαση της 22ας Απριλίου 2021, Austrian Airlines, C-826/19, EU:C:2021:318, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Ελλείψει, όμως, εναρμονίσεως σε επίπεδο Ένωσης όσον αφορά την ημερομηνία έναρξης ισχύος, οι πρακτικές των τελωνειακών αρχών των κρατών μελών στον τομέα αυτόν είναι δυνατόν να ποικίλλουν σημαντικά για παρόμοιες καταστάσεις, χωρίς αυτό να δικαιολογείται αντικειμενικά.

41      Πέμπτον και τελευταίον, διατάξεις όπως το άρθρο 211, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα, οι οποίες προβλέπουν την εφαρμογή απαλλαγής από τελωνειακούς δασμούς, συνιστούν εξαίρεση από την αρχή κατά την οποία τα προϊόντα που εισάγονται στην Ένωση υπόκεινται, κατά κανόνα, σε τελωνειακούς δασμούς. Ως εκ τούτου, πρέπει, ως διατάξεις που εισάγουν παρέκκλιση, να ερμηνεύονται στενά (πρβλ. αποφάσεις της 17ης Φεβρουαρίου 2011, Marishipping and Transport, C-11/10, EU:C:2011:91, σκέψη 16, και της 12ης Δεκεμβρίου 2024, Malm? Motorrenovering, C-781/23, EU:C:2024:1014, σκέψη 21).

42      Επομένως, η επίμαχη διάταξη, περιορίζοντας, μεταξύ άλλων, την αναδρομική ισχύ άδειας τελειοποίησης προς επανεξαγωγή που χορηγήθηκε σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 211, παράγραφος 2, εφάρμοσε απλώς τον κανόνα της στενής ερμηνείας των παρεκκλίσεων από την ως άνω αρχή, συμβάλλοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, που μνημονεύεται, μεταξύ άλλων, στην αιτιολογική σκέψη 39 του τελωνειακού κώδικα.

43      Κατόπιν των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι ο πρώτος λόγος ακυρότητας στον οποίο αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο δεν είναι ικανός να οδηγήσει στη διαπίστωση του ανισχύρου της επίμαχης διατάξεως.

44      Ο δεύτερος λόγος ακυρότητας στον οποίο αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο αφορά το ζήτημα αν η αιτιολογία της επίμαχης διατάξεως πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

45      Κατά τη νομολογία, από την επιβαλλόμενη από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ αιτιολογία πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου της Ένωσης που εξέδωσε την επίμαχη πράξη. Επομένως, η αιτιολογία πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν το ληφθέν μέτρο, στο δε Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του. Ωστόσο, η αιτιολογία δεν απαιτείται να εξειδικεύει όλα τα συναφή πραγματικά ή νομικά στοιχεία. Εξάλλου, οσάκις πρόκειται για πράξη γενικής ισχύος, η αιτιολογία μπορεί να περιορίζεται σε μνεία, αφενός, της συνολικής καταστάσεως η οποία οδήγησε στην έκδοση της πράξεως και, αφετέρου, των γενικών σκοπών που η εν λόγω πράξη επιδιώκει. Κατά συνέπεια, εφόσον από την αμφισβητουμένη πράξη προκύπτει η ουσία του επιδιωκόμενου από το θεσμικό όργανο σκοπού, είναι περιττό να απαιτείται ειδική αιτιολογία για καθεμία από τις τεχνικής φύσεως επιλογές του (πρβλ. απόφαση της 9ης Ιουνίου 2016, Pesce κ.λπ., C-78/16 και C-79/16, EU:C:2016:428, σκέψεις 88 έως 90).

46      Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι η αιτιολογική σκέψη 14 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/2446 εκθέτει τους λόγους για τους οποίους είναι σκόπιμο να καθοριστούν οι ημερομηνίες έναρξης ισχύος των αποφάσεων σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας. Κατά την εν λόγω αιτιολογική σκέψη, για λόγους σαφήνειας και ασφάλειας δικαίου, θα πρέπει να είναι διεξοδικώς καθορισμένες οι περιπτώσεις στις οποίες η απόφαση αρχίζει να παράγει αποτελέσματα σε ημερομηνία διαφορετική από εκείνη κατά την οποία ο αιτών λαμβάνει ή θεωρείται ότι έχει λάβει την απόφαση. Αυτό θα πρέπει να συμβαίνει ιδίως όταν ο αιτών έχει ζητήσει διαφορετική ημερομηνία έναρξης ισχύος.

47      Επομένως, ο σκοπός που επιδιώκει η Επιτροπή προκύπτει ουσιαστικά από τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό 2015/2446, οπότε το εν λόγω θεσμικό όργανο έχει συμμορφωθεί με την απαίτηση αιτιολογήσεως και, ως εκ τούτου, η εξέταση του δεύτερου λόγου ακυρότητας στον οποίο αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο, σχετικά με την ενδεχόμενη μη τήρηση της εν λόγω απαίτησης από την Επιτροπή, δεν μπορεί να επιφέρει το ανίσχυρο της επίμαχης διατάξεως.

48      Η αιτιολογία του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/2446 δεν χρειαζόταν να είναι λεπτομερής, στο μέτρο που η επίμαχη διάταξη, διατηρώντας κατ’ ουσίαν το προϊσχύσαν δίκαιο, εκδόθηκε εντός πλαισίου το οποίο ήταν γνωστό στους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς. Πράγματι, όπως επισήμανε η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, το άρθρο 508, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 1993, L 253, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 993/2001 της Επιτροπής, της 4ης Μαΐου 2001 (ΕΕ 2001, L 141, σ. 1), προέβλεπε, όπως άλλωστε προβλέπει και η επίμαχη διάταξη, ότι η άδεια τελειοποίησης προς επανεξαγωγή είχε αναδρομική ισχύ περιοριζόμενη σε ένα έτος.

49      Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέτασή του δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος της επίμαχης διατάξεως.

 Επί των δικαστικών εξόδων

50      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) αποφαίνεται:

Από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του άρθρου 172, παράγραφοι 1 και 2, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/2446 της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 2015, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όσον αφορά λεπτομερείς κανόνες σχετικούς με ορισμένες από τις διατάξεις του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.