Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 17ης Οκτωβρίου 2024 (*)

« Προδικαστική παραπομπή – Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) – Κανονισμός (ΕΚ) 1083/2006 – Άρθρο 60 – Αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης – Άρθρο 80 – Δικαίωμα των δικαιούχων να λαμβάνουν τις πληρωμές το συντομότερο δυνατόν και στο ακέραιο – Δικαίωμα λήψης τόκων υπερημερίας – Αρχές της αποτελεσματικότητας και της ισοδυναμίας – Καταγγελία σύμβασης χρηματοδότησης στο πλαίσιο του ΕΤΠΑ λόγω παρατυπιών που διαπράχθηκαν κατά την εκτέλεσή της – Ακύρωση της καταγγελίας – Διόρθωση των παρατυπιών – Καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές – Οδηγία 2011/7/ΕΕ – Πεδίο εφαρμογής »

Στην υπόθεση C-701/22,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Curtea de Apel Cluj (εφετείο του Cluj, Ρουμανία) με απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2021, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 15 Νοεμβρίου 2022, στο πλαίσιο της δίκης

SC AA SRL

κατά

Ministerul Fondurilor Europene,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους K. J?rim?e, πρόεδρο του δευτέρου τμήματος, ασκούσα καθήκοντα προέδρου του τρίτου τμήματος, K. Lenaerts, Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του τρίτου τμήματος, N. J??skinen, M. Gavalec και Ν. Pi?arra (εισηγητή), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: Α. Ράντος

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        το Ministerul Fondurilor Europene, εκπροσωπούμενο από τον M.-I. Bolo?,

–        η Ρουμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις E. Gane και O.-C. Ichim,

–        η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις H. Almeida, P. Barros da Costa, H. Oliveira και A. Pimenta,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την C. Ehrbar, τον G. Gattinara και την T. Isacu de Groot,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Μαρτίου 2024,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης που προβλέπεται στο άρθρο 60 του κανονισμού (ΕΚ) 1083/2006 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2006, περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 (ΕΕ 2006, L 210, σ. 25), σε συνδυασμό με την αρχή της ισοδυναμίας, την ερμηνεία του άρθρου 288, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, καθώς και την ερμηνεία της οδηγίας 2011/7/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές (ΕΕ 2011, L 48, σ. 1).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της SC AA SRL (στο εξής: AA) και του Ministerul Fondurilor Europene (Υπουργείου Ευρωπαϊκών Πόρων, στο εξής: MFE), με αντικείμενο την καταβολή τόκων υπερημερίας την οποία ζήτησε η AA λόγω καθυστερημένης καταβολής από το MFE επιλέξιμων δαπανών στο πλαίσιο σύμβασης χρηματοδότησης συναφθείσας μεταξύ των δύο αυτών διαδίκων (στο εξής: σύμβαση χρηματοδότησης), για την υλοποίηση προγράμματος συγχρηματοδοτούμενου από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ).

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Ο κανονισμός (ΕΚ) 1080/2006

3        Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1080/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1783/1999 (ΕΕ 2006, L 210, σ. 1), προβλέπει τα εξής:

«Οι ακόλουθες δαπάνες δεν είναι επιλέξιμες για συνεισφορά του ΕΤΠΑ:

α)      τόκοι επί χρεών

[…]».

 Ο κανονισμός 1083/2006

4        Ο κανονισμός 1083/2006, ο οποίος καταργήθηκε μεν με τον κανονισμό (ΕΕ) 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 347, σ. 320), πλην όμως έχει εφαρμογή ratione temporis στη διαφορά της κύριας δίκης, όριζε στο άρθρο 2, σημείο 7, την έννοια της «παρατυπίας» ως «κάθε παράβαση διάταξης του κοινοτικού δικαίου η οποία προκύπτει από πράξη ή παράλειψη οικονομικού φορέα και η οποία ζημιώνει ή ενδέχεται να ζημιώσει το γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τον καταλογισμό στον κοινοτικό προϋπολογισμό αδικαιολόγητης δαπάνης».

5        Το άρθρο 60 του κανονισμού 1083/2006 έφερε τον τίτλο «Καθήκοντα της διαχειριστικής αρχής» και προέβλεπε τα εξής:

«Η διαχειριστική αρχή είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση και την υλοποίηση του επιχειρησιακού προγράμματος σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και ιδίως με στόχο:

α)      τη διασφάλιση της επιλογής των προς χρηματοδότηση πράξεων σύμφωνα με τα κριτήρια που εφαρμόζονται στο επιχειρησιακό πρόγραμμα καθώς και της συμμόρφωσής τους με τους ισχύοντες κοινοτικούς και εθνικούς κανόνες, καθ’ όλη την περίοδο υλοποίησής τους

[…]».

6        Το άρθρο 80 του κανονισμού έφερε τον τίτλο «Πλήρης πληρωμή στους δικαιούχους» και όριζε τα εξής:

«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι υπεύθυνοι για τη διενέργεια των πληρωμών φορείς να διασφαλίζουν ότι οι δικαιούχοι εισπράττουν το συντομότερο δυνατόν και πλήρως το συνολικό ποσό της δημόσιας συνεισφοράς. Κανένα ποσό δεν αφαιρείται ούτε παρακρατείται, ούτε εισπράττεται οποιαδήποτε ειδική επιβάρυνση ή άλλο τέλος ισοδύναμου αποτελέσματος, το οποίο θα είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των ποσών αυτών για τους δικαιούχους.»

7        Το άρθρο 98, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού έφερε τον τίτλο «Δημοσιονομικές διορθώσεις από τα κράτη μέλη» και προέβλεπε τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη φέρουν την πρωταρχική ευθύνη για τη διερεύνηση των παρατυπιών, ενεργώντας βάσει στοιχείων για οποιαδήποτε μείζονος σημασίας μεταβολή η οποία επηρεάζει τη φύση ή τους όρους υλοποίησης ή τον έλεγχο πράξεων ή επιχειρησιακών προγραμμάτων καθώς και για τη διενέργεια των απαιτούμενων δημοσιονομικών διορθώσεων.

2.      Το κράτος μέλος προβαίνει στις απαιτούμενες δημοσιονομικές διορθώσεις όσον αφορά τις μεμονωμένες ή συστημικές παρατυπίες που διαπιστώνονται σε πράξεις ή επιχειρησιακά προγράμματα. Οι διορθώσεις που διενεργούνται από το κράτος μέλος συνίστανται στην ακύρωση του συνόλου ή μέρους της δημόσιας συνεισφοράς του επιχειρησιακού προγράμματος. Το κράτος μέλος λαμβάνει υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα των παρατυπιών καθώς και την οικονομική απώλεια του Ταμείου.

[…]»

 Ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046

8        Το άρθρο 2, σημείο 59, του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 (ΕΕ 2018, L 193, σ. 1), ορίζει την έννοια της «χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης» ως την «εκτέλεση του προϋπολογισμού σύμφωνα με τις αρχές της οικονομίας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας».

 Η οδηγία 2011/7

9        Το άρθρο 1 της οδηγίας 2011/7 φέρει τον τίτλο «Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής» και προβλέπει τα εξής:

«1.      Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές, προκειμένου να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να ενισχυθεί με τον τρόπο αυτόν η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των [μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ)].

2.      Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλες τις πληρωμές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών.

[…]»

10      Το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας ορίζει, προς τους σκοπούς της οδηγίας αυτής, την έννοια της «εμπορικής συναλλαγής» ως «κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, η οποία οδηγεί στην παράδοση αγαθών ή στην παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής».

 Το ρουμανικό δίκαιο

 Ο αστικός κώδικας

11      Κατά το άρθρο 1535 του legea nr. 287/2009 privind Codul civil al Rom?niei (νόμου 287/2009 περί του ρουμανικού αστικού κώδικα), της 17ης Ιουλίου 2009 (Monitorul Oficial al Rom?niei, μέρος I, αριθ. 511 της 24ης Ιουλίου 2009), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: αστικός κώδικας), το οποίο φέρει τον τίτλο «Τόκοι υπερημερίας επί χρηματικών οφειλών»:

«(1)      Όταν ένα χρηματικό ποσό δεν καταβάλλεται κατά την ημερομηνία που κατέστη ληξιπρόθεσμο, ο δανειστής δικαιούται να απαιτήσει τόκους υπερημερίας από την ημερομηνία αυτή μέχρι την ημερομηνία καταβολής, υπολογιζόμενους με το επιτόκιο που συμφωνήθηκε από τα μέρη ή, ελλείψει συμφωνίας, με το προβλεπόμενο από τον νόμο επιτόκιο, χωρίς να υποχρεούται να αποδείξει οποιαδήποτε ζημία. Στην περίπτωση αυτή, ο οφειλέτης δεν δικαιούται να αποδείξει ότι η ζημία που υπέστη ο δανειστής λόγω της καθυστέρησης πληρωμής θα ήταν μικρότερη.

[…]

(3)      Εάν το επιτόκιο υπερημερίας δεν είναι υψηλότερο από το εκ του νόμου προβλεπόμενο, ο δανειστής δικαιούται, πλέον των τόκων με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας, και αποζημίωση για την πλήρη αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη.»

 Το OG 13/2011

12      Το άρθρο 1 του Ordonan?a Guvernului nr. 13 privind dob?nda legal? remuneratorie ?i penalizatoare pentru obliga?ii b?ne?ti, precum ?i pentru reglementarea unor m?suri financiar fiscale ?n domeniul bancar (κυβερνητικού διατάγματος 13 για τους νόμιμους τόκους ανταποδοτικού χαρακτήρα και τους τόκους υπερημερίας επί χρηματικών οφειλών, καθώς και για τη λήψη ορισμένων οικονομικών και φορολογικών μέτρων στον τραπεζικό τομέα), της 24ης Αυγούστου 2011 (Monitorul Oficial al Rom?niei, μέρος I, αριθ. 607 της 29ης Αυγούστου 2011, στο εξής: OG 13/2011).

«(1)      Τα μέρη είναι ελεύθερα να καθορίζουν στη σύμβαση το ισχύον επιτόκιο για την αποπληρωμή δανείου ορισμένου χρηματικού ποσού και για την καθυστέρηση της πληρωμής χρηματικής οφειλής.

[…]

(3)      Οι τόκοι τους οποίους οφείλει να καταβάλει ο οφειλέτης λόγω μη εκπληρώσεως ληξιπρόθεσμης χρηματικής παροχής καλούνται τόκοι υπερημερίας.

[…]»

13      Κατά το άρθρο 10 του OG 13/2011, «[σ]τους τόκους υπερημερίας εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1535 και των άρθρων 1538 έως 1543 [του αστικού κώδικα] […]».

 Το OUG 66/2011

14      Το άρθρο 42, παράγραφοι 1 και 2, του Ordonan?a de urgen?? a Guvernului nr. 66/2011 privind prevenirea, constatarea ?i sanc?ionarea neregulilor ap?rute ?n ob?inerea ?i utilizarea fondurilor europene ?i/sau a fondurilor publice na?ionale aferente acestora (έκτακτου κυβερνητικού διατάγματος 66/2011 για την πρόληψη και τη διαπίστωση παρατυπιών και την επιβολή κυρώσεων λόγω παρατυπιών κατά την είσπραξη και τη χρήση συναφών ευρωπαϊκών και/ή εθνικών δημόσιων πόρων), της 29ης Ιουνίου 2011 (Monitorul Oficial al Rom?niei, μέρος I, αριθ. 461 της 30ής Ιουνίου 2011, στο εξής: OUG 66/2011), όριζε, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, τα εξής:

«(1)      Οι δημοσιονομικές απαιτήσεις που απορρέουν από παρατυπίες καθίστανται απαιτητές κατά τη λήξη της προθεσμίας πληρωμής η οποία καθορίζεται στον τίτλο που ενσωματώνει την απαίτηση ή εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης του τίτλου αυτού.

(2)      Σε περίπτωση που ο οφειλέτης δεν εκπληρώσει εμπρόθεσμα τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον ως άνω τίτλο, οφείλει τόκους οι οποίοι υπολογίζονται με εφαρμογή του ισχύοντος επιτοκίου επί του υπόλοιπου ποσού της δημοσιονομικής απαίτησης το οποίο παραμένει ανεξόφλητο και εκφράζεται σε [ρουμανικά λέι (RON)], από την πρώτη ημέρα μετά τη λήξη της προθεσμίας πληρωμής που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 έως την ημερομηνία απόσβεσης της απαίτησης, εκτός εάν οι κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του διεθνούς χρηματοδοτικού φορέα προβλέπουν διαφορετικά.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

15      Στις 22 Απριλίου 2015, το MFE, η διαχειριστική αρχή του τομεακού επιχειρησιακού προγράμματος του ΕΤΠΑ «Ενίσχυση της οικονομικής ανταγωνιστικότητας 2007-2013», και η ΑΑ, εταιρία περιορισμένης ευθύνης ρουμανικού δικαίου, συνήψαν, στο πλαίσιο του εν λόγω προγράμματος, σύμβαση χρηματοδότησης για την υλοποίηση του έργου με τίτλο «Αγορά εξοπλισμού για την ενίσχυση της παραγωγικής ικανότητας της εταιρίας ΑΑ».

16      Για τον σκοπό αυτό, το MFE ανέλαβε την υποχρέωση να χορηγήσει στην AA χρηματοδότηση ύψους 3 334 257,20 ρουμανικών λέι (RON) (περίπου 671 000 ευρώ) κατ’ ανώτατο όριο. Η ΑΑ ανέλαβε την υποχρέωση να συγχρηματοδοτήσει το εν λόγω έργο, αφενός, με ισόποση συνεισφορά στις επιλέξιμες δαπάνες για το έργο αυτό και, αφετέρου, με συνεισφορά 2 385 556,64 RON (περίπου 479 780 ευρώ), συμπεριλαμβανομένου του φόρου προστιθέμενης αξίας, στις μη επιλέξιμες δαπάνες για το ίδιο έργο. Για την κάλυψη της συγχρηματοδότησης των επιλέξιμων δαπανών, σύμφωνα με τη σύμβαση χρηματοδότησης, η AA συνήψε με τραπεζικό ίδρυμα σύμβαση πίστωσης συνολικού ύψους 3 334 257,20 RON (περίπου 671 000 ευρώ).

17      Στις 22 Σεπτεμβρίου 2015, μετά την ολοκλήρωση του έργου, η AA υπέβαλε στο MFE αίτηση επιστροφής του ως άνω ποσού, το οποίο αντιστοιχούσε στο ποσό των επιλέξιμων δαπανών, συμπλήρωσε δε την αίτηση αυτή με επιστολές της 2ας και της 22ας Οκτωβρίου 2015. Στη συνέχεια, άσκησε ενώπιον του Curtea de Apel Cluj (εφετείου του Cluj, Ρουμανία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, αγωγή με αίτημα να υποχρεωθεί το MFE, πρώτον, να εκδώσει απόφαση με την οποία να κάνει δεκτή την αίτηση επιστροφής, δεύτερον, να της επιστρέψει το ποσό των εν λόγω επιλέξιμων δαπανών, τρίτον, να της καταβάλει τόκους υπερημερίας επί του ποσού αυτού από την ημερομηνία ασκήσεως της ως άνω αγωγής και, τέταρτον, επικουρικώς, να της καταβάλει αποζημίωση για την υλική ζημία που υπέστη.

18      Στις 29 Αυγούστου 2016 το MFE κατήγγειλε τη σύμβαση χρηματοδότησης επικαλούμενο τη μη τήρηση, εκ μέρους της AA, της συνομολογηθείσας στη σύμβαση υποχρέωσης περί δημοσίευσης πρόσκλησης υποβολής προσφορών ή προκήρυξης διαγωνισμού.

19      Στις 27 Απριλίου 2017 η AA άσκησε ενώπιον του Curtea de Apel Cluj (εφετείου του Cluj, Ρουμανία) δεύτερη αγωγή κατά του MFE, ζητώντας την ακύρωση της καταγγελίας της σύμβασης χρηματοδότησης. Με απόφαση που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου στις 10 Μαρτίου 2021, το εν λόγω δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή, με το σκεπτικό ότι, παρά τη μη τήρηση από την AA της υποχρέωσης διαφάνειας κατά την εκτέλεση της σύμβασης χρηματοδότησης, η καταγγελία της σύμβασης ήταν δυσανάλογη. Κατά το αιτούν δικαστήριο, το MFE όφειλε, λαμβανομένου υπόψη του επουσιώδους χαρακτήρα των παρατυπιών που διαπιστώθηκαν, να εφαρμόσει λιγότερο αυστηρά μέτρα, όπως δημοσιονομικές διορθώσεις.

20      Συνεπεία της καταβολής, εκ μέρους του MFE, του συνολικού ποσού των επιλέξιμων δαπανών στο πλαίσιο της συμμετοχής του ΕΤΠΑ, ήτοι ποσού 3 320 502,41 RON (περίπου 667 370 ευρώ), χωρίς την εφαρμογή δημοσιονομικών διορθώσεων, το αιτούν δικαστήριο παρέμεινε αρμόδιο, στο πλαίσιο της αγωγής που μνημονεύεται στη σκέψη 17 της παρούσας απόφασης, να αποφανθεί μόνον επί των ισχυρισμών που αφορούσαν την καταβολή, αφενός, των τόκων υπερημερίας επί του εν λόγω ποσού και, αφετέρου, της αποζημίωσης για την υλική ζημία που υπέστη η ΑΑ. Συναφώς, η AA ισχυρίζεται ότι, συνεπεία της μη καταβολής των οφειλόμενων από το MFE ποσών, η ίδια υποχρεώθηκε να πληρώσει, μεταξύ της αρχικής ημερομηνίας λήξης της πίστωσης και της ασκήσεως της αγωγής, συνολικό ποσό 23 225,46 RON (περίπου 4 671 ευρώ) για τόκους μέχρι τον Απρίλιο του 2016.

21      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, πρώτον, κατά πόσον, ελλείψει ειδικής ρυθμίσεως της Ένωσης στον τομέα αυτόν, η αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 60 του κανονισμού 1083/2006, σε συνδυασμό με την αρχή της ισοδυναμίας, επιτρέπει την εφαρμογή, σε σύμβαση χρηματοδότησης όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, ιδίως του άρθρου 1535 του αστικού κώδικα και των άρθρων 1 και 10 του OG 13/2011, τα οποία προβλέπουν την καταβολή τόκων υπερημερίας στο πλαίσιο της εκπλήρωσης χρηματικής οφειλής, ή την κατ’ αναλογίαν εφαρμογή του άρθρου 42 του OUG 66/2011, το οποίο, όσον αφορά την εκτέλεση των ευρωπαϊκών ή των σχετικών εθνικών δημοσίων κονδυλίων, ρυθμίζει την ανάκληση του αχρεωστήτως καταβληθέντος οικονομικού πλεονεκτήματος και δεν προβλέπει την καταβολή τόκων υπερημερίας από τον αποδέκτη του πλεονεκτήματος αυτού, εκτός εάν η επιστροφή δεν πραγματοποιηθεί εντός προθεσμίας 30 ημερών.

22      Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται επί του ζητήματος αν, όταν δικαιούχος έχει διαπράξει παρατυπίες κατά την εκτέλεση σύμβασης χρηματοδότησης όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, μπορεί, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι εν λόγω παρατυπίες, να περιορίσει το ποσό των τόκων υπερημερίας, αν θεωρηθεί ότι οφείλονται από τη διαχειριστική αρχή, ακόμη και όταν η ίδια αυτή αρχή δεν έχει εφαρμόσει κανένα μέτρο δημοσιονομικής διόρθωσης για τον συγκεκριμένο δικαιούχο.

23      Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν σύμβαση χρηματοδότησης όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2011/7 και, ως εκ τούτου, αν η εν λόγω οδηγία επιτρέπει την εφαρμογή στη σύμβαση αυτή του επιτοκίου που προβλέπει, για την καθυστέρηση πληρωμής των επιλέξιμων δαπανών.

24      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Curtea de Apel Cluj (εφετείο του Cluj) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει η αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, σε συνδυασμό με την αρχή της ισοδυναμίας, την έννοια ότι απαγορεύει σε νομικό πρόσωπο, το οποίο έχει επιχείρηση κερδοσκοπικού χαρακτήρα και είναι δικαιούχος μη επιστρεπτέας χρηματοδότησης από το ΕΤΠΑ, να λάβει από τη δημόσια αρχή κράτους μέλους τόκους υπερημερίας για την καθυστερημένη πληρωμή επιλέξιμων δαπανών, για χρονικό διάστημα κατά το οποίο ίσχυε διοικητική πράξη η οποία απέκλειε την απόδοσή τους και η οποία στη συνέχεια ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση;

2)      Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, ασκεί η υπαιτιότητα του δικαιούχου της χρηματοδότησης, η οποία διαπιστώθηκε με την εν λόγω απόφαση, επιρροή στον υπολογισμό του ποσού των τόκων υπερημερίας, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η ίδια αυτή δημόσια αρχή που είναι αρμόδια για τη διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων έκρινε, εντέλει, μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης, ότι όλες οι δαπάνες ήταν επιλέξιμες;

3)      Πρέπει να γίνει δεκτό, στο πλαίσιο της ερμηνείας της αρχής της ισοδυναμίας σε σχέση με το χρονικό σημείο από το οποίο χορηγούνται τόκοι υπερημερίας στον δικαιούχο μη επιστρεπτέας χρηματοδότησης από το ΕΤΠΑ, ότι είναι κρίσιμος ο κανόνας εθνικού δικαίου ο οποίος προβλέπει ότι, σε περίπτωση που διαπιστωθούν παρατυπίες, η μοναδική συνέπεια είναι η μη χορήγηση του σχετικού οικονομικού πλεονεκτήματος ή, κατά περίπτωση, η ανάκλησή του (επιστροφή των μη οφειλόμενων ποσών στο ύψος στο οποίο χορηγήθηκαν), χωρίς είσπραξη τόκων, καίτοι ο δικαιούχος των εν λόγω ποσών επωφελήθηκε από τη χρήση τους μέχρι την επιστροφή τους, και μόνο σε περίπτωση που τα ποσά αυτά δεν επιστραφούν εντός της προβλεπόμενης εκ του νόμου προθεσμίας, ήτοι εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση του τίτλου που ενσωματώνει την απαίτηση, οι διατάξεις του άρθρου 42, παράγραφοι 1 και 2, του OUG 66/2011 επιτρέπουν την είσπραξη τόκων μετά τη λήξη της ανωτέρω προθεσμίας;

4)      Αποκλείουν οι διατάξεις του άρθρου 288, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υπό κρίση υπόθεσης, την επέκταση της εφαρμογής της οδηγίας [2011/7], μέσω εθνικού κανόνα, και στην περίπτωση σύμβασης με αντικείμενο τη χορήγηση μη επιστρεπτέας χρηματοδότησης από το ΕΤΠΑ, η οποία έχει συναφθεί μεταξύ της δημόσιας αρχής που είναι αρμόδια για τη διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων και ενός νομικού προσώπου το οποίο ασκεί επιχείρηση κερδοσκοπικού χαρακτήρα;»

 Επί του αιτήματος εφαρμογής της ταχείας προδικαστικής διαδικασίας

25      Το αιτούν δικαστήριο ζήτησε να εκδικαστεί η υπό κρίση υπόθεση με την ταχεία διαδικασία του άρθρου 105 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η διαφορά της κύριας δίκης εκκρεμεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων από τις 18 Απριλίου 2016.

26      Το άρθρο 105, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει ότι, κατόπιν αιτήματος του αιτούντος δικαστηρίου ή, σε εξαιρετική περίπτωση, αυτεπαγγέλτως, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου μπορεί, όταν η φύση της υποθέσεως απαιτεί να αποφανθεί το Δικαστήριο το συντομότερο δυνατόν, αφού ακούσει τον εισηγητή δικαστή και τον γενικό εισαγγελέα, να αποφασίσει την υπαγωγή της προδικαστικής παραπομπής σε ταχεία διαδικασία.

27      Η εφαρμογή της διαδικασίας αυτής εξαρτάται, πρωτίστως, από τις εξαιρετικές περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως της κύριας δίκης, από τις οποίες πρέπει να αποδεικνύεται ότι η έκδοση αποφάσεως επί των προδικαστικών ερωτημάτων είναι εξαιρετικά επείγουσα [πρβλ. απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 2024, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Αμοιβαία εμπιστοσύνη σε περίπτωση μεταφοράς), C-392/22, EU:C:2024:195, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

28      Συναφώς, στο σημείο 37 των συστάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τα εθνικά δικαστήρια, σχετικών με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων (ΕΕ 2019, C 380, σ. 1), ορίζεται ειδικότερα ότι, για να είναι σε θέση το Δικαστήριο να αποφασίσει σύντομα αν πρέπει να ακολουθήσει την ταχεία διαδικασία, το σχετικό αίτημα πρέπει να εκθέτει επακριβώς τις νομικές και πραγματικές συνθήκες που δικαιολογούν το επείγον και, ιδίως, τους κινδύνους που υφίστανται αν ακολουθηθεί η συνήθης διαδικασία για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.

29      Εν προκειμένω, από κανένα από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο δεν μπορεί να συναχθεί ότι το αιτούν δικαστήριο υποχρεούται να αποφανθεί εντός ορισμένης προθεσμίας ούτε ότι η αγωγή που άσκησε ενώπιόν του η AA από τις 18 Απριλίου 2016 εξετάστηκε με επείγουσα διαδικασία. Συναφώς, επιβάλλεται η επισήμανση ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε στις 15 Δεκεμβρίου 2021 να υποβάλει στο Δικαστήριο, κατατέθηκε μόλις στις 15 Νοεμβρίου 2022 [πρβλ. απόφαση της 13ης Ιουνίου 2024, C (Σύνδικοι πτώχευσης και εκκαθαριστές), C-696/22, EU:C:2024:499, σκέψεις 42 και 43].

30      Επιπροσθέτως, ούτε το απλό συμφέρον των πολιτών να προσδιοριστεί το ταχύτερο δυνατόν το περιεχόμενο των δικαιωμάτων που αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης, όσο σημαντικό και θεμιτό και αν είναι, ούτε ο οικονομικώς ή κοινωνικώς ευαίσθητος χαρακτήρας της υπόθεσης της κύριας δίκης συνεπάγονται την αναγκαιότητα «να αποφανθεί το Δικαστήριο το συντομότερο δυνατόν», κατά την έννοια του άρθρου 105, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας (απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2022, Curtea de Apel Alba Iulia κ.λπ., C-301/21, EU:C:2022:811, σκέψη 39).

31      Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αποφάσισε στις 20 Δεκεμβρίου 2022, αφού άκουσε τον εισηγητή δικαστή και τον γενικό εισαγγελέα, να απορρίψει την αίτηση εφαρμογής της ταχείας προδικαστικής διαδικασίας που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο.

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

32      Με το πρώτο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης που προβλέπεται στο άρθρο 60 του κανονισμού 1083/2006, σε συνδυασμό με την αρχή της ισοδυναμίας, αντιτίθεται στην καταβολή τόκων υπερημερίας λόγω καθυστερημένης πληρωμής, εκ μέρους της διαχειριστικής αρχής, χρηματικών ποσών που αντιστοιχούν σε επιλέξιμες δαπάνες στο πλαίσιο του ΕΤΠΑ και, σε περίπτωση αρνητικής απάντησης, αν η καταβολή των εν λόγω τόκων αποκλείεται κατ’ εφαρμογήν διατάξεων του εθνικού δικαίου οι οποίες επιβάλλουν την καταβολή τόκων υπερημερίας μόνον από την εκπνοή της προθεσμίας επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού.

33      Πρώτον, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 317 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ένωσης σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, σύμφωνα, μεταξύ άλλων, με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, την οποία το άρθρο 2, σημείο 59, του κανονισμού 2018/1046 ορίζει ως εκτέλεση του προϋπολογισμού σύμφωνα με τις αρχές της οικονομίας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας. Η αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης απαιτεί, συνεπώς, τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά και επενδυτικά ταμεία να χρησιμοποιούνται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις νομικές αρχές και απαιτήσεις στις οποίες στηρίζεται η τομεακή νομοθεσία της Ένωσης.

34      Κατά το άρθρο 60, στοιχείο α', του κανονισμού 1083/2006, εναπόκειται στη διαχειριστική αρχή να διασφαλίζει, κατ’ εφαρμογή της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, ότι οι προς χρηματοδότηση πράξεις επιλέγονται σύμφωνα με τα κριτήρια που εφαρμόζονται στο οικείο επιχειρησιακό πρόγραμμα και ότι συνάδουν με τους ισχύοντες ενωσιακούς και εθνικούς κανόνες, καθ’ όλη την περίοδο υλοποίησής τους.

35      Επιπροσθέτως, το άρθρο 7 του κανονισμού 1080/2006 προβλέπει ότι οι τόκοι επί χρεών οι οποίοι καταβάλλονται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές δεν είναι επιλέξιμοι για συνεισφορά από το ΕΤΠΑ.

36      Ως εκ τούτου, η καταβολή τόκων υπερημερίας λόγω καθυστερημένης πληρωμής, εκ μέρους της διαχειριστικής αρχής, των ποσών που αντιστοιχούν στις επιλέξιμες δαπάνες στο πλαίσιο, μεταξύ άλλων, του ΕΤΠΑ δεν υπονομεύει τον σκοπό της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης που επιδιώκει ο κανονισμός 1083/2006. Πράγματι, δεδομένου ότι τέτοιοι τόκοι υπερημερίας δεν μπορούν να καταλογιστούν στον ενωσιακό προϋπολογισμό, τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης παραμένουν προστατευμένα.

37      Δεύτερον, κατά πάγια νομολογία, κάθε διοικούμενος στον οποίον έχει επιβληθεί από εθνική αρχή, κατά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, η καταβολή τέλους, δασμού, φόρου ή άλλου ποσού δικαιούται, βάσει του δικαίου της Ένωσης, όχι μόνον να του επιστραφεί από την εν λόγω αρχή το αχρεωστήτως εισπραχθέν ποσό, αλλά και να του καταβληθούν τόκοι ως αντιστάθμισμα για τη μη διαθεσιμότητα του ποσού (απόφαση της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom, C-221/22 P, EU:C:2024:488, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

38      Κατά συνέπεια, στην περίπτωση που έχουν εισπραχθεί κατά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης χρηματικά ποσά από εθνική αρχή, τα εν λόγω χρηματικά ποσά πρέπει να επιστρέφονται και η επιστροφή αυτή πρέπει να προσαυξάνεται με τόκους οι οποίοι να καλύπτουν όλο το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία καταβολής των εν λόγω χρηματικών ποσών έως την ημερομηνία της επιστροφής τους, όπερ συνιστά έκφραση της γενικής αρχής της ανάκτησης των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών (απόφαση της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom, C-221/22 P, EU:C:2024:488, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

39      Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η ως άνω αρχή έχει εφαρμογή στην περίπτωση που τα επίμαχα χρηματικά ποσά αντιστοιχούν σε επιστροφές κατά την εξαγωγή που χορηγήθηκαν καθυστερημένα σε διοικούμενο, αφού προηγουμένως είχε απορριφθεί σχετικό αίτημά του κατά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 28ης Απριλίου 2022, Gr?fendorfer Gefl?gel- und Tiefk?hlfeinkost Produktions κ.λπ., C-415/20, C-419/20 και C-427/20, EU:C:2022:306, σκέψη 59). Η κατάσταση αυτή είναι συγκρίσιμη με εκείνη του δικαιούχου χρηματοδότησης από το ΕΤΠΑ ο οποίος στερήθηκε, κατά τη διάρκεια συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, χρηματικών ποσών που αντιστοιχούν στις επιλέξιμες δαπάνες τις οποίες δικαιούνταν, λόγω της καθυστέρησης με την οποία καταβλήθηκαν τα ποσά αυτά κατά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης.

40      Επιπλέον, επισημαίνεται ότι το άρθρο 80 του κανονισμού 1083/2006 επιβάλλει, πρώτον, στα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε οι διαχειριστικές αρχές να διασφαλίζουν ότι οι δικαιούχοι εισπράττουν το συντομότερο δυνατό και στο ακέραιο το συνολικό ποσό της δημόσιας συνεισφοράς. Δεύτερον, το εν λόγω άρθρο απαγορεύει στα κράτη μέλη να προβαίνουν σε οποιαδήποτε μείωση ή παρακράτηση, καθώς και στην επιβολή οποιασδήποτε άλλης ειδικής επιβάρυνσης ή άλλου τέλους ισοδυνάμου αποτελέσματος, η οποία θα μείωνε τα ποσά αυτά για τους δικαιούχους.

41      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, στην οποία ο δικαιούχος δημόσιας συνεισφοράς από το ΕΤΠΑ έχει στερηθεί αδικαιολογήτως χρηματικού ποσού που του οφειλόταν, ο δικαιούχος αυτός έχει δικαίωμα προς καταβολή τόκων υπερημερίας από την ημερομηνία κατά την οποία, αφενός, η διαχειριστική αρχή όφειλε να του καταβάλει το ποσό αυτό, και, αφετέρου, αντί να του καταβάλει το σχετικό ποσό, κατήγγειλε τη σύμβαση χρηματοδότησης, καταγγελία η οποία ακυρώθηκε εν συνεχεία, ex tunc, με δικαστική απόφαση που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου (πρβλ. αποφάσεις της 28ης Απριλίου 2022, Gr?fendorfer Gefl?gel- und Tiefk?hlfeinkost Produktions κ.λπ., C-415/20, C-419/20 και C-427/20, EU:C:2022:306, σκέψη 75, και της 11ης Ιουνίου 2024, Επιτροπή κατά Deutsche Telekom, C-221/22 P, EU:C:2024:488, σκέψη 61).

42      Όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 37 της παρούσας απόφασης, η αξίωση τόκων έχει ως σκοπό να αντισταθμίσει τη μη διαθεσιμότητα του χρηματικού ποσού το οποίο στερήθηκε αδικαιολογήτως ο δικαιούχος. Η εν λόγω παροχή αντισταθμίσματος μπορεί να επιτευχθεί, ανάλογα με την περίπτωση, σύμφωνα με τους ειδικότερους κανόνες τους οποίους προβλέπει η εφαρμοστέα ρύθμιση της Ένωσης ή, ελλείψει τέτοιας ρύθμισης, σύμφωνα με τους ειδικότερους κανόνες που έχουν εφαρμογή βάσει του εθνικού δικαίου (πρβλ. απόφαση της 28ης Απριλίου 2022, Gr?fendorfer Gefl?gel- und Tiefk?hlfeinkost Produktions κ.λπ., C-415/20, C-419/20 και C-427/20, EU:C:2022:306, σκέψεις 70 και 71).

43      Εν προκειμένω, ελλείψει διατάξεων του εθνικού δικαίου που να προβλέπουν την καταβολή τόκων υπερημερίας σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να προσδιορίσει, με βάση τόσο τον σκοπό όσο και τα ουσιώδη στοιχεία των εθνικών διατάξεων περί τόκων υπερημερίας που παραθέτει στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, τις διατάξεις των οποίων η εφαρμογή είναι καταλληλότερη για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της γενικής αρχής της επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 37 έως 39 της παρούσας απόφασης. Οι δικονομικοί κανόνες που αφορούν την άσκηση των ένδικων βοηθημάτων με τα οποία ζητείται η καταβολή τόκων δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που αφορούν παρεμφερή ένδικα βοηθήματα του εσωτερικού δικαίου (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση του δικαιώματος στην εν λόγω καταβολή το οποίο παρέχει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1976, Rewe-Zentralfinanz και Rewe-Zentral, 33/76, EU:C:1976:188, σκέψη 6, της 6ης Οκτωβρίου 2015, T?r?ia, C-69/14, EU:C:2015:662, σκέψεις 26 και 27, καθώς και της 28ης Απριλίου 2022, Gr?fendorfer Gefl?gel- und Tiefk?hlfeinkost Produktions κ.λπ., C-415/20, C-419/20 και C-427/20, EU:C:2022:306, σκέψη 74).

44      Όσον αφορά το ζήτημα αν είναι σκόπιμη η εφαρμογή, εν προκειμένω, του άρθρου 42 του OUG 66/2011 δυνάμει της αρχής της ισοδυναμίας, επισημαίνεται, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που προκύπτουν από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, ότι το εν λόγω άρθρο διέπει την ανάκληση αδικαιολογήτως καταβληθέντος οικονομικού οφέλους λόγω παρατυπιών που ανέκυψαν κατά τη λήψη και τη χρήση των σχετικών ευρωπαϊκών ή εθνικών δημοσίων πόρων.

45      Όπως υπενθύμισε η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της στην υπό κρίση υπόθεση, η επίκληση της αρχής της ισοδυναμίας προϋποθέτει ότι ο επίμαχος κανόνας εφαρμόζεται αδιακρίτως τόσο στα ένδικα βοηθήματα τα οποία στηρίζονται σε παραβίαση του δικαίου της Ένωσης όσο και σε εκείνα που στηρίζονται σε μη τήρηση του εσωτερικού δικαίου και έχουν παρόμοιο αντικείμενο και παρόμοια αιτία. Ως εκ τούτου, εθνικός κανόνας που έχει ως αντικείμενο την επιβολή δυσμενών συνεπειών μόνο σε περίπτωση παραβίασης του δικαίου της Ένωσης δεν μπορεί να αποτελέσει το κατάλληλο θεμέλιο για τη σύγκριση που αποσκοπεί στη διασφάλιση της τήρησης της εν λόγω αρχής (πρβλ. αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 1998, Levez, C-326/96, EU:C:1998:577, σκέψεις 41 και 48, καθώς και της 16ης Μαΐου 2000, Preston κ.λπ., C-78/98, EU:C:2000:247, σκέψεις 52 και 55).

46      Επιπροσθέτως, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το άρθρο 42 του OUG 66/2011 προβλέπει την καταβολή τόκων σε περίπτωση που η επιστροφή του οικονομικού πλεονεκτήματος δεν πραγματοποιηθεί εντός της νόμιμης προθεσμίας των 30 ημερών από την κοινοποίηση του τίτλου που ενσωματώνει την απαίτηση. Υπό τις συνθήκες αυτές και υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες οφείλει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, η εφαρμογή του ως άνω άρθρου στη διαφορά της κύριας δίκης θα μπορούσε να θίξει το δικαίωμα του δικαιούχου προς επιστροφή των χρηματικών ποσών που αντιστοιχούν στις επιλέξιμες δαπάνες και το δικαίωμα προς καταβολή τόκων τα οποία εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης. Συγκεκριμένα, η εφαρμογή του άρθρου αυτού θα είχε ως αποτέλεσμα να μη λαμβάνεται υπόψη, ως κρίσιμη περίοδος για τον υπολογισμό των τόκων, το εν λόγω χρονικό διάστημα των 30 ημερών (πρβλ. απόφαση της 28ης Απριλίου 2022, Gr?fendorfer Gefl?gel- und Tiefk?hlfeinkost Produktions κ.λπ., C-415/20, C-419/20 και C-427/20, EU:C:2022:306, σκέψεις 75 και 76).

47      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης που προβλέπεται στο άρθρο 60 του κανονισμού 1083/2006 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην καταβολή τόκων υπερημερίας λόγω καθυστερημένης πληρωμής, εκ μέρους της διαχειριστικής αρχής, χρηματικών ποσών που αντιστοιχούν σε επιλέξιμες δαπάνες στο πλαίσιο του ΕΤΠΑ. Αντιθέτως, η αρχή της αποτελεσματικότητας έχει, υπό το πρίσμα του άρθρου 80 του κανονισμού 1083/2006, την έννοια ότι δεν επιτρέπει να αποκλεισθεί η καταβολή των εν λόγω τόκων κατ’ εφαρμογήν διατάξεων του εθνικού δικαίου οι οποίες επιβάλλουν την καταβολή τόκων υπερημερίας μόνον από την εκπνοή της προθεσμίας επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού.

 Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος

48      Προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα ζητείται, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 2, σημείο 7, σε συνδυασμό με το άρθρο 98, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1083/2006 έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπουν σε εθνικό δικαστήριο να μειώνει, συνεπεία «παρατυπιών», κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 2, σημείο 7, οι οποίες εντοπίστηκαν κατά την εκτέλεση σύμβασης χρηματοδότησης, το ποσό των τόκων υπερημερίας που οφείλονται στον δικαιούχο χρηματοδότησης από το ΕΤΠΑ λόγω καθυστερημένης πληρωμής, εκ μέρους της διαχειριστικής αρχής, επιλέξιμων δαπανών στο πλαίσιο της χρηματοδότησης αυτής, στην περίπτωση που η διαχειριστική αρχή δεν εφάρμοσε καμία δημοσιονομική διόρθωση συναφώς.

49      Πρώτον, το άρθρο 2, σημείο 7, του κανονισμού 1083/2006 ορίζει ως «παρατυπία» κάθε παράβαση διάταξης του δικαίου της Ένωσης η οποία προκύπτει από πράξη ή παράλειψη οικονομικού φορέα και η οποία ζημιώνει ή ενδέχεται να ζημιώσει τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, με τον καταλογισμό αδικαιολόγητης δαπάνης στον εν λόγω προϋπολογισμό. Από αυτό καθεαυτό το γράμμα του άρθρου 2, σημείο 7 προκύπτει ότι μόνον παράβαση η οποία «ζημιώνει ή ενδέχεται να ζημιώσει» τον εν λόγω προϋπολογισμό μπορεί να χαρακτηριστεί ως «παρατυπία».

50      Δεύτερον, από το άρθρο 98, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1083/2006 προκύπτει ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να διερευνούν τις παρατυπίες, μεμονωμένες και συστημικές, καθώς και να προβαίνουν σε δημοσιονομικές διορθώσεις σε σχέση με τις παρατυπίες που διαπιστώνονται στις πράξεις ή στα επιχειρησιακά προγράμματα. Οι διορθώσεις αυτές συνίστανται στην ακύρωση του συνόλου ή μέρους της δημόσιας συνεισφοράς στο επιχειρησιακό πρόγραμμα, κατ’ εφαρμογήν κριτηρίων σχετικών με τη φύση και τη σοβαρότητα των παρατυπιών καθώς και με την οικονομική απώλεια που προκύπτει εντεύθεν για το οικείο ταμείο. Τα κριτήρια αυτά αποτελούν έκφραση της αρχής της αναλογικότητας, η οποία συγκαταλέγεται στις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 8ης Ιουνίου 2023, ANAS, C-545/21, EU:C:2023:451, σκέψεις 42 και 43).

51      Επομένως, το άρθρο 98, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1083/2006 έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση «παρατυπίας», όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2, σημείο 7, του κανονισμού αυτού, επιβάλλει στα κράτη μέλη, προκειμένου να καθορίσουν την εφαρμοστέα δημοσιονομική διόρθωση, να προβαίνουν σε κατά περίπτωση εκτίμηση, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, και να λαμβάνουν υπόψη τα προαναφερθέντα κριτήρια (πρβλ. απόφαση της 8ης Ιουνίου 2023, ANAS, C-545/21, EU:C:2023:451, σκέψη 49).

52      Στην έννομη τάξη της Ένωσης, το καθήκον των κρατών μελών, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 3, εδάφιο 2, ΣΕΕ, να λαμβάνουν όλα τα γενικά ή ειδικά μέτρα που είναι κατάλληλα να διασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης επιβάλλεται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, περιλαμβανομένων και των δικαιοδοτικών αρχών, εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων τους (πρβλ. αποφάσεις της 26ης Σεπτεμβρίου 2000, Engelbrecht, C-262/97, EU:C:2000:492, σκέψη 38, και της 17ης Οκτωβρίου 2019, Elektrorazpredelenie Yug, C-31/18, EU:C:2019:868, σκέψη 60).

53      Υπό τις συνθήκες αυτές, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν η μείωση των τόκων υπερημερίας που οφείλονται στον δικαιούχο της χρηματοδότησης δυνάμει της γενικής αρχής της επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων η οποία υπομνήσθηκε στις σκέψεις 37 έως 39 της παρούσας απόφασης είναι, σε περίπτωση «παρατυπιών» κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 7, του κανονισμού 1083/2006, σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή εξειδικεύεται στο άρθρο 98, παράγραφοι 1 και 2, του ίδιου κανονισμού.

54      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο προδικαστικό πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, σημείο 7, σε συνδυασμό με το άρθρο 98, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1083/2006 έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπουν σε εθνικό δικαστήριο να μειώνει, συνεπεία «παρατυπιών», κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 2, σημείο 7, οι οποίες εντοπίστηκαν κατά την εκτέλεση σύμβασης χρηματοδότησης και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, το ποσό των τόκων υπερημερίας που οφείλονται στον δικαιούχο χρηματοδότησης από το ΕΤΠΑ λόγω καθυστερημένης πληρωμής, εκ μέρους της διαχειριστικής αρχής, επιλέξιμων δαπανών στο πλαίσιο της χρηματοδότησης αυτής, στην περίπτωση που η διαχειριστική αρχή δεν εφάρμοσε καμία δημοσιονομική διόρθωση συναφώς.

 Επί του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος

55      Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η οδηγία 2011/7 έχει εφαρμογή σε σύμβαση χρηματοδότησης συναφθείσα μεταξύ διαχειριστικής αρχής κράτους μέλους και επιχείρησης, με αντικείμενο τη συγχρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ έργου αγοράς εξοπλισμού εκ μέρους της εν λόγω επιχείρησης από τρίτον.

56      Εκ προοιμίου, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/7, σκοπός της εν λόγω οδηγίας είναι η καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές, προκειμένου να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να ενισχυθεί με τον τρόπο αυτόν η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, ιδίως δε των ΜΜΕ. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας ορίζει ότι η οδηγία εφαρμόζεται σε όλες τις πληρωμές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών.

57      Το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας αυτής ορίζει την έννοια της «εμπορικής συναλλαγής» ως «κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, η οποία οδηγεί στην παράδοση αγαθών ή στην παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής».

58      Επομένως, η διάταξη αυτή θέτει δύο προϋποθέσεις προκειμένου μια συναλλαγή να εμπίπτει στην έννοια των «εμπορικών συναλλαγών». Πρέπει, πρώτον, να πραγματοποιείται είτε μεταξύ επιχειρήσεων είτε μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών και, δεύτερον, να καταλήγει στην παράδοση αγαθών ή στην παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής [αποφάσεις της 9ης Ιουλίου 2020, RL (Οδηγία για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών), C-199/19, EU:C:2020:548, σκέψη 24, καθώς και της 13ης Ιανουαρίου 2022, New Media Development & Hotel Services, C-327/20, EU:C:2022:23, σκέψη 32].

59      Βεβαίως, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2011/7 προσδιορίζεται κατά πολύ ευρύ τρόπο και μπορεί να καλύπτει εμπορική συναλλαγή της οποίας η χρηματοδότηση εξασφαλίζεται εν όλω ή εν μέρει από πόρους διαρθρωτικών ταμείων και του Ταμείου Συνοχής της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2019, KROL, C-722/18, EU:C:2019:1028, σκέψη 32). Εντούτοις, για να εμπίπτει μια συναλλαγή στην έννοια της «εμπορικής συναλλαγής», κατά το άρθρο 2, σημείο 1, της ως άνω οδηγίας, πρέπει στο πλαίσιο μιας τέτοιας συναλλαγής να πραγματοποιείται όντως παράδοση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών, έστω και αν η εν λόγω συναλλαγή δεν έχει ως αντικείμενο μια τέτοια παράδοση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών (πρβλ. απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2020, Techbau, C-299/19, EU:C:2020:937, σκέψη 44).

60      Εν προκειμένω, στο μέτρο που η επίμαχη σύμβαση χρηματοδότησης, η οποία έχει ως αντικείμενο τη συγχρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ έργου αγοράς εξοπλισμού από τρίτον, δεν συνεπάγεται την παράδοση αγαθού ή την παροχή υπηρεσίας από την AA στην οικεία διαχειριστική αρχή, εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2011/7.

61      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 2011/7 δεν έχει εφαρμογή σε σύμβαση χρηματοδότησης συναφθείσα μεταξύ διαχειριστικής αρχής κράτους μέλους και επιχείρησης με αντικείμενο τη συγχρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ έργου αγοράς εξοπλισμού εκ μέρους της εν λόγω επιχείρησης από τρίτον.

 Επί των δικαστικών εξόδων

62      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Η αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης που προβλέπεται στο άρθρο 60 του κανονισμού 1083/2006 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2006, περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/1999, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην καταβολή τόκων υπερημερίας λόγω καθυστερημένης πληρωμής, εκ μέρους της διαχειριστικής αρχής, χρηματικών ποσών που αντιστοιχούν σε επιλέξιμες δαπάνες στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης.

Αντιθέτως, η αρχή της αποτελεσματικότητας έχει, υπό το πρίσμα του άρθρου 80 του κανονισμού 1083/2006, την έννοια ότι δεν επιτρέπει να αποκλεισθεί η καταβολή των εν λόγω τόκων κατ’ εφαρμογήν διατάξεων του εθνικού δικαίου οι οποίες επιβάλλουν την καταβολή τόκων υπερημερίας μόνον από την εκπνοή της προθεσμίας επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού.

2)      Το άρθρο 2, σημείο 7, σε συνδυασμό με το άρθρο 98, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1083/2006

έχουν την έννοια ότι:

δεν επιτρέπουν σε εθνικό δικαστήριο να μειώνει, συνεπεία «παρατυπιών», κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 7, του κανονισμού 1083/2006, οι οποίες εντοπίστηκαν κατά την εκτέλεση σύμβασης χρηματοδότησης και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, το ποσό των τόκων υπερημερίας που οφείλονται στον δικαιούχο χρηματοδότησης από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης λόγω καθυστερημένης πληρωμής, εκ μέρους της διαχειριστικής αρχής, επιλέξιμων δαπανών στο πλαίσιο της χρηματοδότησης αυτής, στην περίπτωση που η διαχειριστική αρχή δεν εφάρμοσε καμία δημοσιονομική διόρθωση συναφώς.

3)      Η οδηγία 2011/7/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές, δεν έχει εφαρμογή σε σύμβαση χρηματοδότησης συναφθείσα μεταξύ διαχειριστικής αρχής κράτους μέλους και επιχείρησης με αντικείμενο τη συγχρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης έργου αγοράς εξοπλισμού εκ μέρους της εν λόγω επιχείρησης από τρίτον.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ρουμανική.