Προσωρινό κείμενο

ELΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 30ής Οκτωβρίου 2025 (*)

« Προδικαστική παραπομπή – Ανταγωνισμός – Άρθρο 101 ΣΛΕΕ – Πρακτική αποτελεσματικότητα – Οδηγία 2014/104/ΕΕ – Κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης βάσει του εθνικού δικαίου για παραβάσεις των διατάξεων του δικαίου ανταγωνισμού των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 6, παράγραφοι 6 και 7 – Άρθρο 7, παράγραφος 1 – Οδηγία 2019/1/ΕΕ – Παροχή αρμοδιοτήτων στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικότερα τους κανόνες και για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς – Άρθρο 31, παράγραφος 3 – Πεδίο εφαρμογής – Μηχανισμός αμοιβαίας διοικητικής και δικαστικής συνδρομής μεταξύ των εθνικών αρχών – Διαβίβαση του φακέλου αρχής ανταγωνισμού σε αρχή που διεξάγει ποινική έρευνα – Συμπερίληψη στην ποινική δικογραφία των δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης και των υπομνημάτων για διακανονισμό, καθώς και των παραρτημάτων τους – Πρόσβαση των κατηγορουμένων και των λοιπών εμπλεκομένων στη διαδικασία ποινικής έρευνας στα έγγραφα αυτά »

Στην υπόθεση C-2/23,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Oberlandesgericht Wien (εφετείο Βιέννης, Αυστρία) με απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2022, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Ιανουαρίου 2023, στο πλαίσιο της δίκης

FL und KM Baugesellschaft m.b.H. & Co. KG,

S AG

παρισταμένης της:

Zentrale Staatsanwaltschaft zur Verfolgung von Wirtschaftsstrafsachen und Korruption

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους I. Jarukaitis (εισηγητή), πρόεδρο του τετάρτου τμήματος, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, E. Regan και Δ. Γρατσία, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar

γραμματέας: D. Dittert, προϊστάμενος μονάδας,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 5ης Ιουνίου 2024,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        οι FL und KM Baugesellschaft m.b.H. & Co. KG και S AG, εκπροσωπούμενες από την S. Petsche-Demmel και τον A. Traugott, Rechtsanw?lte,

–        η Zentrale Staatsanwaltschaft zur Verfolgung von Wirtschaftsstrafsachen und Korruption, εκπροσωπούμενη από τον A. Bernat,

–        η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την J. Schmoll,

–        η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους Β. Μπαρούτα και Κ. Μπόσκοβιτς,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τους P. Gentili και A. Jacoangeli, avvocati dello Stato,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την B. Ernst, τον A. Keidel και την C. Zois,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Οκτωβρίου 2024,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφοι 6 και 7, και του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/104/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 2014, σχετικά με ορισμένους κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης βάσει του εθνικού δικαίου για παραβάσεις των διατάξεων του δικαίου ανταγωνισμού των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EE 2014, L 349, σ. 1), και του άρθρου 31, παράγραφος 3, της οδηγίας (ΕΕ) 2019/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για την παροχή αρμοδιοτήτων στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικότερα τους κανόνες και για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς (ΕΕ 2019, L 11, σ. 3).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο προσφυγής των FL und KM Baugesellschaft m.b.H. & Co. KG και S AG με αντικείμενο τη συμπερίληψη στη δικογραφία ποινικής έρευνας, την οποία διεξάγει η Zentrale Staatsanwaltschaft zur Verfolgung von Wirtschaftsstrafsachen und Korruption (κεντρική εισαγγελία δίωξης οικονομικού εγκλήματος και διαφθοράς, Αυστρία) (στο εξής: εισαγγελική αρχή), των δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης και των υπομνημάτων για διακανονισμό που είχαν υποβληθεί από τις εταιρίες αυτές καθώς και των παραρτημάτων των εγγράφων αυτών.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Η οδηγία 2014/104

3        Η αιτιολογική σκέψη 26 της οδηγίας 2014/104 έχει ως εξής:

«Τα προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης και οι διαδικασίες διακανονισμού αποτελούν σημαντικά εργαλεία για τη δημόσια επιβολή του ενωσιακού δικαίου ανταγωνισμού, καθώς συμβάλλουν στον εντοπισμό και την αποτελεσματική δίωξη και την επιβολή κυρώσεων για τις σοβαρότερες παραβάσεις του δικαίου ανταγωνισμού. Επιπλέον, δεδομένου ότι πολλές αποφάσεις των αρχών ανταγωνισμού σε υποθέσεις που αφορούν συμπράξεις βασίζονται σε αίτηση επιείκειας, και οι αγωγές αποζημίωσης σε υποθέσεις συμπράξεων είναι κατά κανόνα αγωγές που ασκούνται στη συνέχεια, τα προγράμματα επιείκειας είναι επίσης σημαντικά για την αποτελεσματική άσκηση αγωγών αποζημίωσης σε υποθέσεις συμπράξεων. Οι επιχειρήσεις ενδέχεται να αποθαρρυνθούν από τη συνεργασία με τις αρχές ανταγωνισμού στο πλαίσιο των προγραμμάτων επιεικούς μεταχείρισης και των διαδικασιών διακανονισμού σε περίπτωση κοινοποίησης αυτοενοχοποιητικών δηλώσεων, όπως δηλώσεις περί επιείκειας ή υπομνήματα διακανονισμού, τα οποία προσκομίζονται αποκλειστικά για τους σκοπούς της συνεργασίας με τις αρχές ανταγωνισμού. Η κοινοποίηση των εγγράφων αυτών εμπεριέχει τον κίνδυνο να εκτεθούν οι συνεργαζόμενες επιχειρήσεις ή τα διοικητικά τους στελέχη σε αστική ή ποινική ευθύνη υπό χειρότερους όρους από τους ισχύοντες για τους άλλους παραβάτες οι οποίοι δεν συνεργάζονται με τις αρχές ανταγωνισμού. Για να συνεχίσουν οι επιχειρήσεις να υποβάλλουν εκουσίως στις αρχές ανταγωνισμού δηλώσεις επιείκειας ή υπομνήματα διακανονισμού, τα έγγραφα αυτά θα πρέπει να εξαιρούνται από εντολές κοινοποίησης αποδεικτικών στοιχείων. Η εξαίρεση αυτή θα πρέπει να ισχύει και για την παράθεση αυτούσιων χωρίων από δηλώσεις για επιείκεια ή υπομνήματα διακανονισμού που περιέχονται σε άλλα έγγραφα. Οι περιορισμοί της κοινοποίησης αποδεικτικών στοιχείων δεν θα πρέπει να εμποδίζουν τις αρχές ανταγωνισμού να δημοσιεύουν τις αποφάσεις τους σύμφωνα με το ισχύον ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο. Προκειμένου η απαλλαγή αυτή από την υποχρέωση κοινοποίησης να μην επηρεάζει αδικαιολόγητα το δικαίωμα αποζημίωσης των ζημιωθέντων, θα πρέπει να περιορίζεται σε αυτές τις εκούσιες και αυτοενοχοποιητικές δηλώσεις επιείκειας και τα υπομνήματα διακανονισμού.»

4        Το άρθρο 1 της οδηγίας 2014/104 επιγράφεται «Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής» και ορίζει τα εξής:

«1.      Η παρούσα οδηγία θεσπίζει ορισμένους αναγκαίους κανόνες για να διασφαλίζεται ότι οιοσδήποτε υπέστη ζημία λόγω παράβασης του δικαίου ανταγωνισμού από επιχείρηση ή από ένωση επιχειρήσεων μπορεί να ασκήσει αποτελεσματικά το δικαίωμα για αξίωση πλήρους αποζημίωσης για την εν λόγω ζημία από την επιχείρηση ή την ένωση επιχειρήσεων. [...]

2.      Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες για τον συντονισμό μεταξύ της επιβολής των κανόνων ανταγωνισμού από τις αρχές ανταγωνισμού και της επιβολής των κανόνων αυτών σε αγωγές αποζημίωσης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.»

5        Το άρθρο 2 της οδηγίας 2014/104 περιλαμβάνει τους ακόλουθους ορισμούς:

«[...]

1)      “παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού”, η παράβαση των άρθρων 101 ή 102 ΣΛΕΕ ή του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού,

[...]

3)      “εθνικό δίκαιο ανταγωνισμού”, οι διατάξεις του εθνικού δικαίου που επιδιώκουν κατά κύριο λόγο τον ίδιο στόχο με τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ και οι οποίες εφαρμόζονται στην ίδια υπόθεση και παράλληλα με το ενωσιακό δίκαιο ανταγωνισμού, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 [του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101 και 102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1),] και που δεν περιλαμβάνουν διατάξεις εθνικού δικαίου που επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις σε φυσικά πρόσωπα, εκτός εάν οι εν λόγω ποινικές κυρώσεις συνιστούν το μέσο με το οποίο επιβάλλονται οι κανόνες ανταγωνισμού που ισχύουν για τις επιχειρήσεις,

4)      “αγωγή αποζημίωσης”, αγωγή δυνάμει του εθνικού δικαίου με την οποία υποβάλλεται αξίωση αποζημίωσης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου από τον φερόμενο ως ζημιωθέντα ή από κάποιον που ενεργεί για λογαριασμό ενός ή περισσότερων φερόμενων ως ζημιωθέντων, εφόσον το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο προβλέπει αυτή τη δυνατότητα, ή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο έχει μεταβιβαστεί το δικαίωμα του φερόμενου ως ζημιωθέντα, περιλαμβανομένου του προσώπου στο οποίο περιήλθε η αξίωση,

[...]

15)      “πρόγραμμα επιεικούς μεταχείρισης”, πρόγραμμα σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ ή αντίστοιχης διάταξης του εθνικού δικαίου βάσει του οποίου ένας συμμετέχων σε μυστική σύμπραξη, ανεξάρτητα από τις άλλες επιχειρήσεις που συμμετέχουν στη σύμπραξη, συνεργάζεται στο πλαίσιο της έρευνας της αρμόδιας αρχής ανταγωνισμού, παρέχοντας αυτοβούλως στοιχεία σε σχέση με τη σύμπραξη και τον ρόλο του σε αυτή, έναντι των οποίων ο συμμετέχων εξασφαλίζει, με απόφαση ή με διακοπή της διαδικασίας, ασυλία από πρόστιμα για τη συμμετοχή του στη σύμπραξη ή μείωση των εν λόγω προστίμων,

16)      “δήλωση επιεικούς μεταχείρισης”, η προφορική ή γραπτή αναφορά που υποβάλλεται αυτοβούλως από επιχείρηση ή φυσικό πρόσωπο σε αρχή ανταγωνισμού, ή αντίγραφό της, στην οποία περιγράφονται τα στοιχεία που γνωρίζουν για τη σύμπραξη (καρτέλ) η επιχείρηση ή το φυσικό πρόσωπο και ο ρόλος τους σε αυτή, και η οποία καταρτίστηκε ειδικά με σκοπό την υποβολή της στην αρχή ανταγωνισμού, προκειμένου να εξασφαλισθεί ασυλία ή μείωση των προστίμων κατ’ εφαρμογή προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης, εξαιρουμένων προϋπαρχουσών πληροφοριών,

17)      “προϋπάρχουσες πληροφορίες”, αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν ανεξάρτητα από τη διαδικασία αρχής ανταγωνισμού, ασχέτως αν περιλαμβάνονται στον φάκελο αρχής ανταγωνισμού,

18)      “υπόμνημα για διακανονισμό”, η αναφορά που υποβάλλεται αυτοβούλως από επιχείρηση ή για λογαριασμό της σε αρχή ανταγωνισμού, στην οποία η εν λόγω επιχείρηση παραδέχεται ή δεν αμφισβητεί τη συμμετοχή της σε παράβαση του δικαίου ανταγωνισμού και την ευθύνη της για τη συγκεκριμένη παράβαση του δικαίου ανταγωνισμού, και η οποία καταρτίστηκε ειδικά με σκοπό να μπορέσει η αρχή ανταγωνισμού να εφαρμόσει απλουστευμένη ή ταχεία διαδικασία,

[...]».

6        Το άρθρο 6 της οδηγίας 2014/104 επιγράφεται «Κοινοποίηση αποδεικτικών στοιχείων που περιλαμβάνονται στον φάκελο αρχής ανταγωνισμού» και προβλέπει στις παραγράφους 6 και 7 τα εξής:

«6.      Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, για τον σκοπό των αγωγών αποζημίωσης, τα εθνικά δικαστήρια δεν μπορούν οποτεδήποτε να απαιτήσουν από διάδικο ή τρίτο να κοινοποιήσει οιαδήποτε από τις ακόλουθες κατηγορίες αποδεικτικών στοιχείων:

α)      δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και

β)      υπομνήματα για διακανονισμό.

7.      Ο ενάγων μπορεί να υποβάλλει αιτιολογημένη αίτηση και να ζητεί να έχει πρόσβαση το εθνικό δικαστήριο στα αποδεικτικά στοιχεία που προβλέπονται στα στοιχεία α) ή β) της παραγράφου 6 με μοναδικό σκοπό να εξασφαλίσει ότι το περιεχόμενό τους ανταποκρίνεται στους ορισμούς που περιέχονται στο άρθρο 2 σημεία 16 και 18. Κατά την αξιολόγηση αυτή το δικαστήριο μπορεί να ζητήσει μόνον τη συνδρομή της αρμόδιας αρχής ανταγωνισμού. Οι συντάκτες των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων μπορούν επίσης να έχουν τη δυνατότητα να κληθούν σε ακρόαση. Σε καμία περίπτωση το εθνικό δικαστήριο δεν επιτρέπει την πρόσβαση σε αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία σε άλλους διαδίκους ή σε τρίτους.»

7        Το άρθρο 7 της οδηγίας 2014/104 επιγράφεται «Περιορισμοί στη χρήση αποδεικτικών στοιχείων που λαμβάνονται αποκλειστικά μέσω πρόσβασης στον φάκελο αρχής ανταγωνισμού» και ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που υπάγονται σε μία από τις κατηγορίες του άρθρου 6 παράγραφος 6, τα οποία λαμβάνονται από φυσικό ή νομικό πρόσωπο αποκλειστικά μέσω πρόσβασης στον φάκελο της αρχής ανταγωνισμού, είτε θεωρούνται απαράδεκτα σε αγωγές αποζημίωσης είτε διαφορετικά προστατεύονται από τις ισχύουσες εθνικές διατάξεις ώστε να εξασφαλίζεται η πλήρης ισχύς των περιορισμών κατά την κοινοποίηση αποδεικτικών στοιχείων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6.»

 Η οδηγία 2019/1

8        Οι αιτιολογικές σκέψεις 11, 50 και 72 της οδηγίας 2019/1 έχουν ως εξής:

«(11)      [...] [Α]παιτούνται λεπτομερείς κανόνες για τις προϋποθέσεις επιεικούς μεταχείρισης των μυστικών συμπράξεων. Οι επιχειρήσεις θα είναι διατεθειμένες να αποκαλύψουν μυστικές συμπράξεις στις οποίες έχουν συμμετάσχει, μόνον αν τους προσφέρεται επαρκής ασφάλεια δικαίου σε σχέση με το κατά πόσον θα τύχουν απαλλαγής από την επιβολή προστίμων. Οι σημαντικές διαφορές μεταξύ των προγραμμάτων επιεικούς μεταχείρισης που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη δημιουργούν ανασφάλεια δικαίου για τους δυνητικούς αιτούντες επιείκεια, γεγονός που μπορεί να τους αποθαρρύνει να ζητήσουν επιεική μεταχείριση. Αν τα κράτη μέλη μπορούσαν να εφαρμόζουν σαφέστερους και εναρμονισμένους κανόνες όσον αφορά την επιεική μεταχείριση στον τομέα της παρούσας οδηγίας, αυτό όχι μόνο θα συνέβαλλε στον στόχο της διατήρησης των κινήτρων για τους αιτούντες να αποκαλύπτουν μυστικές συμπράξεις με στόχο την αποτελεσματικότερη δυνατή εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού στην [Ευρωπαϊκή] Ένωση, αλλά και θα διασφάλιζε ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις που λειτουργούν στην εσωτερική αγορά. Αυτό δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να θέτουν σε εφαρμογή προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης τα οποία δεν καλύπτουν μόνο τις μυστικές συμπράξεις, αλλά και άλλες παραβάσεις του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και των αντίστοιχων διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, ή να δέχονται αιτήσεις για επιεική μεταχείριση από φυσικά πρόσωπα ιδίω ονόματι. Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει επίσης τα προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης που προβλέπουν αποκλειστικά τη μη επιβολή κυρώσεων σε ποινικές δικαστικές διαδικασίες για την επιβολή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ.

[...]

(50)      Τα προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης αποτελούν σημαντικό εργαλείο για τον εντοπισμό μυστικών συμπράξεων και, ως εκ τούτου, συμβάλλουν στην αποτελεσματική δίωξη και κολασμό των σοβαρότερων παραβάσεων της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των προγραμμάτων επιεικούς μεταχείρισης που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη. Οι εν λόγω αποκλίσεις δημιουργούν ανασφάλεια δικαίου στις παραβάτριες επιχειρήσεις σχετικά με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούν να υποβάλλουν αίτηση επιείκειας καθώς και σχετικά με το καθεστώς απαλλαγής τους στο πλαίσιο του αντίστοιχου προγράμματος(-ων) επιεικούς μεταχείρισης. Η εν λόγω ανασφάλεια μπορεί να αποθαρρύνει δυνητικούς αιτούντες επιείκεια από το να υποβάλουν σχετική αίτηση. Αυτό με τη σειρά του μπορεί να οδηγήσει σε λιγότερο αποτελεσματική επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού στην Ένωση, καθώς αποκαλύπτονται λιγότερες μυστικές συμπράξεις.

[...]

(72)      Ο κίνδυνος δημοσιοποίησης αυτοενοχοποιητικού υλικού εκτός του πλαισίου της έρευνας για τους σκοπούς της οποίας προσκομίζεται μπορεί να αποθαρρύνει δυνητικούς αιτούντες επιεική μεταχείριση να συνεργαστούν με τις αρχές ανταγωνισμού. Ως αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως της μορφής στην οποία υποβάλλονται οι δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης, οι πληροφορίες που προέρχονται από την πρόσβαση σε φακέλους δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνον όπου είναι αναγκαίο για την άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης σε διαδικασίες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων των κρατών μελών σε ορισμένες πολύ περιορισμένες υποθέσεις που συνδέονται άμεσα με την υπόθεση στην οποία έχει χορηγηθεί πρόσβαση. [...]»

9        Το άρθρο 1 της οδηγίας 2019/1 τιτλοφορείται «Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής» και προβλέπει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:

«1.      Η παρούσα οδηγία θεσπίζει ορισμένους κανόνες με στόχο να διασφαλιστεί ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν τις αναγκαίες εγγυήσεις ανεξαρτησίας, πόρους και εξουσίες επιβολής της νομοθεσίας και προστίμων για την αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ [...]

2.      Η παρούσα οδηγία καλύπτει την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ και την παράλληλη εφαρμογή των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού στην ίδια υπόθεση. Όσον αφορά το άρθρο 31 παράγραφοι 3 και 4 της παρούσας οδηγίας, η παρούσα οδηγία καλύπτει επίσης την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού σε μεμονωμένη βάση.»

10      Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2019/1 περιλαμβάνει στα σημεία 6, 9 και 16 έως 18 τους εξής ορισμούς:

«6)      “εθνική νομοθεσία περί ανταγωνισμού”: οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας οι οποίες επιδιώκουν κατά κύριο λόγο τους ίδιους στόχους με τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ και οι οποίες εφαρμόζονται στην ίδια υπόθεση και παράλληλα με την ενωσιακή νομοθεσία περί ανταγωνισμού, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού [1/2003] καθώς και οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που κατά κύριο λόγο έχουν τον ίδιο στόχο με τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ και εφαρμόζονται σε μεμονωμένη βάση όσον αφορά το άρθρο 31 παράγραφοι 3 και 4 της παρούσας οδηγίας, με εξαίρεση των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις σε φυσικά πρόσωπα

[...]

9)      “διαδικασία εφαρμογής”: διαδικασία ενώπιον αρχής ανταγωνισμού για την εφαρμογή του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ, η οποία διαρκεί έως ότου η εν λόγω αρχή περατώσει την εν λόγω διαδικασία λαμβάνοντας απόφαση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 10, 12 ή 13 της παρούσας οδηγίας στην περίπτωση μιας εθνικής αρχής ανταγωνισμού, ή λαμβάνοντας απόφαση αναφερομένη στα άρθρα 7, 9 ή 10 του κανονισμού [1/2003] στην περίπτωση της [Ευρωπαϊκής] Επιτροπής, ή ενόσω η αρχή ανταγωνισμού δεν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχουν λόγοι για περαιτέρω ενέργειες εκ μέρους της

[...]

16)      “πρόγραμμα επιεικούς μεταχείρισης”: πρόγραμμα σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ ή αντίστοιχης διάταξης της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, βάσει του οποίου ένας συμμετέχων σε μυστική σύμπραξη, ανεξάρτητα από τις άλλες επιχειρήσεις που συμμετέχουν στη σύμπραξη, συνεργάζεται στο πλαίσιο της έρευνας της αρχής ανταγωνισμού, παρέχοντας αυτοβούλως στοιχεία όσον αφορά τη σύμπραξη και τον ρόλο του σε αυτή, έναντι των οποίων ο συμμετέχων εξασφαλίζει, με απόφαση ή με διακοπή της διαδικασίας, απαλλαγή από την επιβολή προστίμων για τη συμμετοχή του στη σύμπραξη ή μείωση των εν λόγω προστίμων

17)      “δήλωση επιεικούς μεταχείρισης”: η προφορική ή γραπτή αναφορά που υποβάλλεται αυτοβούλως από επιχείρηση ή φυσικό πρόσωπο, ή για λογαριασμό τους, σε αρχή ανταγωνισμού, ή αντίγραφό της, στην οποία περιγράφονται τα στοιχεία που γνωρίζουν για τη σύμπραξη η επιχείρηση ή το φυσικό πρόσωπο και ο ρόλος τους σε αυτή, και η οποία καταρτίστηκε ειδικά με σκοπό την υποβολή της στην αρχή ανταγωνισμού, προκειμένου να εξασφαλισθεί απαλλαγή από την επιβολή προστίμων ή μείωσή τους κατ’ εφαρμογή προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης, με εξαίρεση αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν ανεξάρτητα από τη διαδικασία επιβολής, ασχέτως αν οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνονται στον φάκελο αρχής ανταγωνισμού, είναι δηλαδή προϋπάρχουσες πληροφορίες

18)      “υπόμνημα για διακανονισμό”: η αναφορά που υποβάλλεται αυτοβούλως από επιχείρηση, ή για λογαριασμό της, σε αρχή ανταγωνισμού, στην οποία η εν λόγω επιχείρηση παραδέχεται ή δεν αμφισβητεί τη συμμετοχή της σε παράβαση του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ ή της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού και την ευθύνη της για την εν λόγω παράβαση, και η οποία καταρτίστηκε ειδικά με σκοπό να μπορέσει η αρχή ανταγωνισμού να εφαρμόσει απλουστευμένη ή ταχεία διαδικασία».

11      Το άρθρο 13 της οδηγίας 2019/1 τιτλοφορείται «Πρόστιμα σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων» και προβλέπει στην παράγραφο 4 τα εξής:

«Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της εθνικής νομοθεσίας που επιτρέπει την επιβολή κυρώσεων σε ποινικές δικαστικές διαδικασίες, εφόσον η εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής δεν θίγει την αποτελεσματική και ομοιόμορφη επιβολή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ.»

12      Το άρθρο 31 της οδηγίας 2019/1 τιτλοφορείται «Πρόσβαση των μερών σε φακέλους και περιορισμοί στη χρήση των πληροφοριών» και προβλέπει στις παραγράφους 3 και 4 τα εξής:

«3.      Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι πρόσβαση στις δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης ή στα υπομνήματα για διακανονισμό χορηγείται μόνο στους διαδίκους και μόνο για τους σκοπούς της άσκησης των δικαιωμάτων υπεράσπισής τους.

4.      Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες που προέρχονται από τις δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και από υπομνήματα για διακανονισμό μπορούν να χρησιμοποιούνται από το μέρος που εξασφάλισε πρόσβαση στον φάκελο της διαδικασίας εκτέλεσης των εθνικών αρχών ανταγωνισμού μόνον εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για την άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισής του σε διαδικασίες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων σε υποθέσεις που συνδέονται άμεσα με την υπόθεση για την οποία έχει χορηγηθεί πρόσβαση, και οι οποίες αφορούν:

α)      τον επιμερισμό μεταξύ των συμμετεχόντων στη σύμπραξη προστίμου το οποίο τους επιβλήθηκε από κοινού και αλληλεγγύως από εθνική αρχή ανταγωνισμού ή

β)      την επανεξέταση απόφασης με την οποία η εθνική αρχή ανταγωνισμού διαπίστωσε παράβαση του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ ή των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.»

 Το αυστριακό δίκαιο

 Ο ομοσπονδιακός συνταγματικός νόμος

13      Κατά το άρθρο 22 του Bundes-Verfassungsgesetz (ομοσπονδιακού συνταγματικού νόμου):

«Όλα τα όργανα του ομοσπονδιακού κράτους, των ομόσπονδων κρατών, των δήμων και των ενώσεων δήμων [...] υπέχουν υποχρέωση αμοιβαίας συνδρομής στο πλαίσιο της κατά νόμον αρμοδιότητάς τους.»

 Ο ποινικός κώδικας

14      Το άρθρο 168b του Strafgesetzbuch (ποινικού κώδικα) ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή διάρκειας έως τρία έτη όποιος, σε διαδικασία για τη σύναψη δημόσιας σύμβασης, υποβάλλει αίτηση συμμετοχής, υποβάλλει προσφορά ή συμμετέχει σε διαπραγματεύσεις, στο πλαίσιο παράνομης σύμπραξης με σκοπό να υποκινηθεί η αναθέτουσα αρχή να αποδεχθεί συγκεκριμένη προσφορά.»

 Ο κώδικας ποινικής δικονομίας

15      Το άρθρο 49 του Strafprozessordnung (κώδικα ποινικής δικονομίας) ορίζει τα εξής:

«(1)      Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα

[...]

3.      πρόσβασης στη δικογραφία [...]

[...]

(2)      Ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα τα θύματα, οι πολιτικώς ενάγοντες ή οι ιδιώτες κατήγοροι να έχουν πρόσβαση στη δικογραφία (άρθρο 68) μόνον στο μέτρο που τούτο είναι αναγκαίο για την προστασία των συμφερόντων τους.»

16      Το άρθρο 51 του κώδικα ποινικής δικονομίας ορίζει τα εξής:

«(1)      Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να λάβει γνώση των αποτελεσμάτων της ποινικής έρευνας και της κύριας διαδικασίας τα οποία έχουν στη διάθεσή τους η αστυνομία δίωξης του εγκλήματος, η εισαγγελική αρχή και το δικαστήριο. [...]

(2)      Σε περίπτωση κινδύνου κατά το άρθρο 162, επιτρέπεται η μη παροχή πρόσβασης στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και σε άλλα στοιχεία της δικογραφίας τα οποία καθιστούν δυνατή την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με την ταυτότητα ή τις ιδιαιτέρως προσωπικές συνθήκες διαβίωσης του κατηγορουμένου και η χορήγηση αντιγράφων στα οποία τα εν λόγω στοιχεία έχουν αποκρυβεί. Εξάλλου, η πρόσβαση στη δικογραφία επιτρέπεται να περιοριστεί μόνον πριν από το πέρας της ποινικής έρευνας και μόνον στο μέτρο που ιδιαίτερες περιστάσεις δημιουργούν φόβους ότι η άμεση γνώση ορισμένων στοιχείων της δικογραφίας θα θέσει σε κίνδυνο τον σκοπό της έρευνας. [...]

[...]»

17      Κατά το άρθρο 65 του κώδικα ποινικής δικονομίας:

«[...]

2.      Ως “πολιτικώς ενάγων” νοείται κάθε θύμα το οποίο δηλώνει ότι μετέχει στη διαδικασία προκειμένου να αξιώσει αποκατάσταση της ζημίας ή ικανοποίηση της βλάβης που υπέστη.

[...]»

18      Το άρθρο 66 του κώδικα ποινικής δικονομίας ορίζει τα εξής:

«      (1)      Τα θύματα –ανεξαρτήτως της ιδιότητάς τους ως πολιτικώς ενάγοντες– έχουν δικαίωμα

[...]

2.      πρόσβασης στη δικογραφία (άρθρο 68),

[...]».

19      Το άρθρο 68 του κώδικα ποινικής δικονομίας έχει ως εξής:

«(1)      Ο πολιτικώς ενάγων και ο ιδιώτης κατήγορος έχουν δικαίωμα πρόσβασης στη δικογραφία στο μέτρο που τα στοιχεία της άπτονται των συμφερόντων τους [...] εξάλλου, άρνηση ή περιορισμός της πρόσβασης στη δικογραφία επιτρέπεται μόνο στο μέτρο που η πρόσβαση θα έθετε εν αμφιβόλω τον σκοπό της έρευνας ή το ανεπηρέαστο της κατάθεσης μάρτυρα.

(2)      Δικαίωμα πρόσβασης στη δικογραφία έχουν επίσης και τα θύματα που δεν είναι πολιτικώς ενάγοντες.

[...]»

20      Το άρθρο 76 του κώδικα ποινικής δικονομίας προβλέπει τα εξής:

«(1)      Η αστυνομία δίωξης του εγκλήματος, η εισαγγελική αρχή και τα δικαστήρια έχουν εξουσία, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δυνάμει του παρόντος νόμου, να ζητούν άμεσα τη συνδρομή κάθε αρχής και κάθε δημόσιας υπηρεσίας του ομοσπονδιακού κράτους, των ομόσπονδων κρατών και των δήμων, καθώς και άλλων οργανισμών και φορέων δημόσιου δικαίου που έχουν συσταθεί με νόμο. [...]

(2)      Άρνηση ικανοποίησης των αιτημάτων των αρχών της αστυνομίας δίωξης του εγκλήματος, των εισαγγελικών αρχών και των δικαστηρίων, τα οποία αφορούν ποινικές διαδικασίες κατά συγκεκριμένου προσώπου, διά της επίκλησης νόμιμων υποχρεώσεων εμπιστευτικότητας ή του γεγονότος ότι πρόκειται περί δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αποτελούν αντικείμενο αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, επιτρέπεται μόνον εάν οι εν λόγω υποχρεώσεις επιβάλλονται ρητώς και στα ποινικά δικαστήρια ή εάν η απάντηση θίγει υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, το οποίο πρέπει να εκτίθεται και να δικαιολογείται λεπτομερώς.

[...]»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

21      Οι εκκαλούσες της κύριας δίκης είναι επιχειρήσεις του κατασκευαστικού κλάδου εις βάρος των οποίων η εισαγγελική αρχή έχει κινήσει διαδικασία ποινικής έρευνας. Η έρευνα αυτή αφορά επίσης πολλές άλλες επιχειρήσεις και τους υπευθύνους τους. Υπάρχουν υπόνοιες ότι από το 2006 έως το 2020 τα φυσικά και νομικά αυτά πρόσωπα υπέβαλλαν, συστηματικά και κατ’ επανάληψη, αιτήσεις συμμετοχής σε διαδικασίες δημόσιων συμβάσεων, υπέβαλλαν προσφορές ή διεξήγαν διαπραγματεύσεις, στο πλαίσιο παράνομων συμπράξεων με σκοπό να υποκινηθούν οι αναθέτουσες αρχές να αποδεχθούν συγκεκριμένη προσφορά.

22      Παράλληλα με την ως άνω διαδικασία ποινικής έρευνας, η ομοσπονδιακή αρχή ανταγωνισμού κίνησε, ενώπιον του Oberlandesgericht Wien als Kartellgericht (εφετείου Βιέννης ως αρμόδιου για υποθέσεις συμπράξεων δικαστηρίου, Αυστρία), κατά των ίδιων ως άνω προσώπων, διαδικασία λόγω παράβασης της νομοθεσίας περί συμπράξεων αποβλέπουσα στην επιβολή προστίμων. Στο πλαίσιο της τελευταίας αυτής διαδικασίας, οι εκκαλούσες της κύριας δίκης υπέβαλαν στις 2 Ιουλίου 2019 αίτηση επιεικούς μεταχείρισης σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία περί επιεικούς μεταχείρισης στον τομέα του ανταγωνισμού. Λόγω της υπαγωγής των εκκαλουσών της κύριας δίκης στο πρόγραμμα επιεικούς μεταχείρισης, η ομοσπονδιακή αρχή ανταγωνισμού υπέβαλε στις 14 Ιουλίου 2021, στο ως άνω εθνικό δικαστήριο, αίτημα επιβολής μειωμένου προστίμου σε αυτές. Στις 21 Οκτωβρίου 2021 το εν λόγω εθνικό δικαστήριο επέβαλε στις εκκαλούσες της κύριας δίκης μειωμένο πρόστιμο κατ’ αποδοχή του αιτήματος της ομοσπονδιακής αρχής ανταγωνισμού.

23      Στις 22 Ιουλίου 2021, στο πλαίσιο αμοιβαίας συνδρομής, η εισαγγελική αρχή ζήτησε από το αρμόδιο για υποθέσεις συμπράξεων δικαστήριο αντίγραφο της ενώπιόν του δικογραφίας. Το αρμόδιο για υποθέσεις συμπράξεων δικαστήριο δέχθηκε το αίτημα της εισαγγελικής αρχής και της διαβίβασε τη δικογραφία, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 22 του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Νόμου και σύμφωνα με τη νομολογία του Oberster Gerichtshof (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Αυστρία). Κατά τη νομολογία αυτή, η ισχύουσα κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης διάταξη του Kartellgesetz (νόμου περί συμπράξεων) η οποία περιόριζε την πρόσβαση των τρίτων στις δικογραφίες του αρμόδιου για υποθέσεις συμπράξεων δικαστηρίου δεν είχε εφαρμογή στην εισαγγελική αρχή και δεν προέβλεπε εκ του νόμου υποχρέωση εμπιστευτικότητας η οποία να εφαρμόζεται στις ποινικές αρχές.

24      Στις 7 Οκτωβρίου 2021 η εισαγγελική αρχή ζήτησε από την ομοσπονδιακή αρχή ανταγωνισμού να της διαβιβάσει, στο πλαίσιο διοικητικής συνδρομής, ορισμένα έγγραφα της διοικητικής διαδικασίας σχετικά με την επίμαχη σύμπραξη. Η ομοσπονδιακή αρχή ανταγωνισμού έκανε δεκτό το εν λόγω αίτημα, επικαλούμενη την προστασία των διαβιβαζόμενων εγγράφων που προβλέπεται από την οδηγία 2019/1.

25      Η εισαγγελική αρχή περιέλαβε στην ποινική δικογραφία τα κρίσιμα έγγραφα που της διαβίβασε η ομοσπονδιακή αρχή ανταγωνισμού, περιλαμβανομένων των δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης και των υπομνημάτων για διακανονισμό, καθώς και των παραρτημάτων τους. Στις 23 Δεκεμβρίου 2021 η εισαγγελική αρχή ανέθεσε στην αστυνομία τη διενέργεια νέων ερευνών βάσει των πληροφοριών που απέκτησε με τον τρόπο αυτόν.

26      Οι εκκαλούσες της κύριας δίκης ζήτησαν από την εισαγγελική αρχή να μην περιλάβει στη δικογραφία τα ανωτέρω έγγραφα, να μην τα χρησιμοποιήσει και, εν πάση περιπτώσει, να τα εξαιρέσει διά παντός από τα στοιχεία της δικογραφίας στα οποία μπορούν να έχουν πρόσβαση οι κατηγορούμενοι και οι ζημιωθέντες. Η εισαγγελική αρχή δεν έδωσε συνέχεια στην ως άνω αίτηση. Διατήρησε τα έγγραφα στη δικογραφία και αρνήθηκε να αποκλείσει διά παντός την πρόσβαση σε αυτά. Εντούτοις, η εισαγγελική αρχή απέκλεισε, εν μέρει και προσωρινά έως ότου το αρμόδιο για υποθέσεις συμπράξεων δικαστήριο αποφανθεί οριστικώς επί του ζητήματος, την πρόσβαση των προσώπων αυτών σε μέρος των διαβιβασθέντων εγγράφων, μεταξύ άλλων και στις δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και στα υπομνήματα για διακανονισμό.

27      Στις 3 Φεβρουαρίου 2022 οι εκκαλούσες της κύριας δίκης προσέφυγαν, ενώπιον της εισαγγελικής αρχής, κατά της απορριπτικής αυτής απόφασης. Με απόφαση της 1ης Απριλίου 2022, το Landesgericht f?r Strafsachen Wien (πρωτοβάθμιο ποινικό δικαστήριο Βιέννης, Αυστρία) απέρριψε, σε πρώτο βαθμό, την προσφυγή και έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι ήταν σύννομη η συμπερίληψη στη δικογραφία, εκ μέρους της εισαγγελικής αρχής, των επίμαχων δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης και υπομνημάτων για διακανονισμό, καθώς και των παραρτημάτων τους. Έκρινε περαιτέρω ότι ήταν επίσης σύννομες η στηριζόμενη στα έγγραφα αυτά παραγγελία της εισαγγελικής αρχής προς την αστυνομία για διενέργεια έρευνας και η απόφαση της εισαγγελικής αρχής για προσωρινό περιορισμό της πρόσβασης των κατηγορουμένων και των ζημιωθέντων στη δικογραφία.

28      Οι εκκαλούσες της κύριας δίκης άσκησαν έφεση κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του Oberlandesgericht Wien (εφετείο Βιέννης), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο. Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, οι εκκαλούσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι η προστασία, από την κοινοποίηση σε τρίτους, των δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης, των υπομνημάτων για διακανονισμό και των πληροφοριών που αποκτώνται στο πλαίσιο των εγγράφων αυτών έχει σκοπό την προνομιακή μεταχείριση των μαρτύρων που υποβάλλουν αίτηση επιεικούς μεταχείρισης στο πλαίσιο διαδικασιών επί αγωγών αποζημίωσης και ποινικών διαδικασιών. Η προνομιακή αυτή μεταχείριση θεωρείται, τόσο από τον νομοθέτη της Ένωσης όσο και από τον εθνικό νομοθέτη, ως αναγκαίο κίνητρο για την ομαλή λειτουργία του προγράμματος επιείκειας. Το άρθρο 31, παράγραφος 3, της οδηγίας 2019/1 καθιερώνει την αρχή ότι, όσον αφορά τα έγγραφα αυτά, απαγορεύεται κάθε μορφή κοινοποίησής τους. Υπέρ της ερμηνείας αυτής συνηγορεί επίσης το άρθρο 13, παράγραφος 4, της οδηγίας 2019/1, το οποίο καθιερώνει, προς διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των προγραμμάτων επιείκειας στον τομέα του ανταγωνισμού, υπεροχή του δικαίου του ανταγωνισμού έναντι του εθνικού ποινικού δικαίου. Η παροχή πληροφοριών στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας προς τους τυχόν ζημιωθέντες θίγει την απόλυτη προστασία των εν λόγω εγγράφων και δεν είναι σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα με τις οδηγίες 2014/104 και 2019/1.

29      Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι, για τη συγκέντρωση πληροφοριών που είναι σημαντικές για μια έρευνα, είναι δυνατή η αξιοποίηση της διοικητικής και δικαστικής συνδρομής και ότι, προς τούτο, όλες οι δημόσιες αρχές υποχρεούνται να παρέχουν αμοιβαία συνδρομή. Άρνηση παροχής τέτοιας συνδρομής ή περιορισμός του περιεχομένου της επιτρέπεται μόνον εφόσον το προβλέπει ρητώς ο νόμος. Επιπλέον, η εισαγγελική αρχή υποχρεούται να περιλάβει στη δικογραφία όλα τα κρίσιμα έγγραφα. Στο αυστριακό νομικό σύστημα δεν υφίσταται ρητός περιορισμός της διοικητικής και δικαστικής συνδρομής μεταξύ, αφενός, ενός αρμόδιου για υποθέσεις συμπράξεων δικαστηρίου και των αρχών ανταγωνισμού και, αφετέρου, της εισαγγελικής αρχής και των ποινικών δικαστηρίων.

30      Εντούτοις, ο κώδικας ποινικής δικονομίας προβλέπει διαφορετικό σύστημα πρόσβασης στη δικογραφία για κάθε κατηγορία μετέχοντος σε ποινική διαδικασία. Ο κατηγορούμενος μπορεί, κατ’ αρχήν, να έχει πρόσβαση στο σύνολο της εις βάρος του δικογραφίας, λαμβανομένου υπόψη του δικαιώματος ακροάσεως. Περιορισμός της πρόσβασης του κατηγορουμένου στη δικογραφία νοείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου τούτο είναι απολύτως αναγκαίο, τέτοια όμως περίπτωση δεν συντρέχει εν προκειμένω.

31      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, πέραν των κατηγορουμένων, τα θύματα και οι πολιτικώς ενάγοντες σε ποινικές διαδικασίες πρέπει, κατ’ αρχήν, να έχουν επίσης πρόσβαση στη δικογραφία, εφόσον τούτο είναι αναγκαίο για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους. Επομένως, όλοι οι μετέχοντες σε διαδικασία ποινικής έρευνας έχουν, κατ’ αρχήν, τη δυνατότητα προσβάσεως στις δηλώσεις επιείκειας και στα υπομνήματα για διακανονισμό που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο διαδικασίας στον τομέα των συμπράξεων.

32      Επομένως, κατά τα φαινόμενα, η εισαγγελική αρχή νομίμως περιέλαβε στη δικογραφία τα έγγραφα της διαδικασίας στον τομέα των συμπράξεων τα οποία ζητήθηκαν στο πλαίσιο της επίμαχης στην κύρια δίκη διοικητικής και δικαστικής συνδρομής, συμπεριλαμβανομένων των δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης και των υπομνημάτων για διακανονισμό που είχαν υποβληθεί από τις εκκαλούσες της κύριας δίκης.

33      Κατά το αιτούν δικαστήριο, η ερμηνεία σύμφωνα με την οποία η προστασία κατά της κοινοποίησης των δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης και των υπομνημάτων για διακανονισμό, κατά την έννοια των οδηγιών 2014/104 και 2019/1, πρέπει να ισχύει έναντι κάθε τρίτου και, επομένως, και έναντι των δικαστηρίων ή των ποινικών αρχών και των μετεχόντων σε διαδικασία ποινικής έρευνας μπορεί να βρει έρεισμα στο γράμμα του άρθρου 6, παράγραφοι 6 και 7, της οδηγίας 2014/104 και σε εκείνο του άρθρου 31, παράγραφος 3, της οδηγίας 2019/1. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται και από το άρθρο 13, παράγραφος 4, της οδηγίας 2019/1.

34      Ωστόσο, κατά το εθνικό δίκαιο, το αρμόδιο για υποθέσεις συμπράξεων δικαστήριο και η ομοσπονδιακή αρχή ανταγωνισμού υποχρεούνται να διαβιβάζουν στις ποινικές αρχές τις δικογραφίες και τους φακέλους που έχουν στην κατοχή τους. Κατά την κρίση του αιτούντος δικαστηρίου, τούτο έχει σημαντικές αρνητικές συνέπειες για τους αιτούντες επιεική μεταχείριση στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού και αντιστρατεύεται τον σκοπό της προστασίας, από κάθε κοινοποίηση, των δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης και των υπομνημάτων για διακανονισμό. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί αβάσιμη η άποψη των εκκαλουσών της κύριας δίκης ότι το δίκαιο της Ένωσης προβλέπει απόλυτη προστασία των δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης, η οποία είναι ευρύτερη από την απλή προστασία που παρέχεται στο πλαίσιο διαδικασίας στον τομέα του ανταγωνισμού. Η προβλεπόμενη, όμως, στο αυστριακό δίκαιο δυνατότητα των κατηγορουμένων και των θυμάτων να έχουν πρόσβαση στην ποινική δικογραφία κωλύει την παροχή μιας τέτοιας απόλυτης προστασίας.

35      Επομένως, στο πλαίσιο της κύριας δίκης πρέπει να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν τα έγγραφα του φακέλου μιας σύμπραξης μπορούν να περιληφθούν στη δικογραφία ποινικής έρευνας και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, στο ερώτημα ποια έγγραφα μπορούν να περιληφθούν στη δικογραφία αυτή και ποιος μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτά.

36      Κατά συνέπεια, με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα ζητείται να διευκρινιστεί αν η προβλεπόμενη από τις οδηγίες 2014/104 και 2019/1 προστασία των δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης και των υπομνημάτων για διακανονισμό, καθώς και των πληροφοριών που αποκτώνται στο πλαίσιο αυτών, είναι απόλυτη, δηλαδή ισχύει και έναντι των ποινικών αρχών. Καταφατική απάντηση στο εν λόγω ερώτημα θα έχει ως αποτέλεσμα να απαγορευθεί στις ποινικές αρχές να περιλαμβάνουν τα έγγραφα αυτά στη δικογραφία και να παραγγέλλουν τη διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών βάσει αυτών. Αυτό προκύπτει –ελλείψει πλήρους μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο εντός της προβλεπόμενης προς τούτο προθεσμίας– από την άμεση εφαρμογή των κρίσιμων διατάξεων των οδηγιών αυτών.

37      Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα ζητείται να διευκρινιστεί αν μια τέτοια απόλυτη προστασία καταλαμβάνει, πέραν των δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης και των υπομνημάτων για διακανονισμό, και τα έγγραφα που κατέθεσε ο αιτών επιεική μεταχείριση προκειμένου να εκθέσει, να τεκμηριώσει και να αποδείξει το περιεχόμενο της δήλωσης επιεικούς μεταχείρισης ή του υπομνήματος για διακανονισμό.

38      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, πρέπει, κατά το αιτούν δικαστήριο, να διευκρινιστεί αν η προβλεπόμενη από τις οδηγίες 2014/104 και 2019/1 προστασία έχει τουλάχιστον ως αποτέλεσμα να αποκλείει διά παντός την πρόσβαση στις εν λόγω δηλώσεις και υπομνήματα όσον αφορά τους λοιπούς κατηγορουμένους και/ή τους λοιπούς μετέχοντες στην ποινική διαδικασία, όπως οι ζημιωθέντες.

39      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Oberlandesgericht Wien (εφετείο Βιέννης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχουν οι περί ανταγωνισμού διατάξεις του δικαίου της Ένωσης –ιδίως η οδηγία [2014/104], το άρθρο 6, παράγραφοι 6 και 7, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, αυτής, καθώς και η οδηγία [2019/1] και το άρθρο 31, παράγραφος 3, αυτής– την έννοια ότι η προβλεπόμενη από τις εν λόγω διατάξεις προστασία των δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης και των υπομνημάτων για διακανονισμό, καθώς και των πληροφοριών που αποκτώνται στο πλαίσιο αυτών είναι απόλυτη και ισχύει εξίσου και έναντι των αρμοδίων για την ποινική δίωξη αρχών (εισαγγελιών και ποινικών δικαστηρίων), με αποτέλεσμα οι δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και τα υπομνήματα για διακανονισμό να μην μπορούν να περιληφθούν στον φάκελο της ποινικής διαδικασίας και να χρησιμοποιηθούν ως βάση για τη διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών στο πλαίσιο ανακριτικής διαδικασίας;

2)      Έχουν οι περί ανταγωνισμού διατάξεις του δικαίου της Ένωσης –ιδίως η οδηγία 2014/104, το άρθρο 6, παράγραφοι 6 και 7, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, αυτής, καθώς και η οδηγία 2019/1 και το άρθρο 31, παράγραφος 3, αυτής– την έννοια ότι η απόλυτη προστασία των δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης και των υπομνημάτων για διακανονισμό (κατά την έννοια του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος) περιλαμβάνει επίσης τα έγγραφα και τις πληροφορίες που αποκτώνται στο πλαίσιο αυτών, τα οποία έχει προσκομίσει ο αιτών την υπαγωγή στο καθεστώς επιείκειας ή ο συμμετέχων στον διακανονισμό παραβάτης προκειμένου να εκθέσει, να τεκμηριώσει και να αποδείξει το περιεχόμενο της δήλωσης επιεικούς μεταχείρισης ή του υπομνήματος για διακανονισμό;

3)      Έχουν οι περί ανταγωνισμού διατάξεις του δικαίου της Ένωσης –ιδίως η οδηγία 2014/104, το άρθρο 6, παράγραφοι 6 και 7, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, αυτής, καθώς και η οδηγία 2019/1 και το άρθρο 31, παράγραφος 3, αυτής– την έννοια ότι η προβλεπόμενη από τις εν λόγω διατάξεις προστασία των δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης, των υπομνημάτων για διακανονισμό (και των εγγράφων περί των οποίων γίνεται λόγος στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα), καθώς και των πληροφοριών που αποκτώνται στο πλαίσιο αυτών, είναι απόλυτη και, κατά την ποινική διαδικασία, ισχύει επίσης, αφενός, έναντι των κατηγορουμένων που δεν είναι οι συντάκτες των αντίστοιχων δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης ή των υπομνημάτων για διακανονισμό και, αφετέρου, έναντι των λοιπών μετεχόντων στην ποινική διαδικασία (ιδίως έναντι των ζημιωθέντων όσον αφορά την προβολή αξιώσεων αστικού δικαίου), ώστε να μην επιτρέπεται στους κατηγορουμένους και στους ζημιωθέντες να έχουν πρόσβαση στις δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης, στα υπομνήματα για διακανονισμό και στα προσκομισθέντα έγγραφα, καθώς και στις πληροφορίες που αποκτώνται στο πλαίσιο αυτών;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Προκαταρκτικές εκτιμήσεις

40      Υπενθυμίζεται ότι η διαδικασία προδικαστικής παραπομπής του άρθρου 267 ΣΛΕΕ καθιερώνει διάλογο σε επίπεδο δικαιοδοτικών οργάνων μεταξύ του Δικαστηρίου και των δικαστηρίων των κρατών μελών, αποσκοπώντας στη διασφάλιση της ενότητας της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, καθώς και της συνοχής του, της πλήρους αποτελεσματικότητάς του και της αυτονομίας του. Κατά συνέπεια, η διαδικασία που καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ λειτουργεί ως μέσο συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, με τη βοήθεια του οποίου το Δικαστήριο τους παρέχει τα στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που τους είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς επί της οποίας καλούνται να αποφανθούν (απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2017, M.A.S. και M.B., C-42/17, EU:C:2017:936, σκέψεις 22 και 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

41      Πρέπει, συναφώς, να υπογραμμιστεί ότι το Δικαστήριο, όταν απαντά σε προδικαστικά ερωτήματα, οφείλει, στο πλαίσιο της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ των δικαστηρίων της Ένωσης και των εθνικών δικαστηρίων, να λαμβάνει υπόψη το πραγματικό και νομοθετικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα ερωτήματα αυτά, όπως το εν λόγω πλαίσιο εξειδικεύεται με την απόφαση περί παραπομπής (απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2017, M.A.S. και M.B., C-42/17, EU:C:2017:936, σκέψη 24).

42      Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο μπορεί να αναδιατυπώσει, εφόσον είναι αναγκαίο, τα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί. Συγκεκριμένα, αποστολή του Δικαστηρίου είναι η ερμηνεία όλων των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης που έχουν ανάγκη τα εθνικά δικαστήρια προκειμένου να αποφαίνονται επί των διαφορών των οποίων επιλαμβάνονται, ακόμη και όταν τα ερωτήματα που υποβάλλουν τα εθνικά δικαστήρια δεν περιέχουν ρητή αναφορά στις εν λόγω διατάξεις (απόφαση της 28ης Απριλίου 2022, NovaText, C-531/20, EU:C:2022:316, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

43      Με τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε στην υπό κρίση υπόθεση, το αιτούν δικαστήριο ζητεί διευκρινίσεις ως προς το περιεχόμενο των διατάξεων του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης, ιδίως δε του άρθρου 6, παράγραφοι 6 και 7, και του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/104, καθώς και του άρθρου 31, παράγραφος 3, της οδηγίας 2019/1.

44      Πλην όμως, η ερμηνεία των οδηγιών αυτών μπορεί να είναι κρίσιμη για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης μόνον εφόσον η διαφορά αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής τους.

45      Ως προς το ζήτημα αυτό, επισημαίνεται ότι, όσον αφορά, πρώτον, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/104 και όπως προκύπτει από το άρθρο της 1, παράγραφος 2, η οδηγία αυτή θεσπίζει ορισμένους κανόνες οι οποίοι διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης που ασκούνται σε εθνικό επίπεδο για παραβάσεις των διατάξεων του δικαίου ανταγωνισμού των κρατών μελών και της Ένωσης. Επομένως, το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της, συμπεριλαμβανομένου του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής των άρθρων της 6 και 7 τα οποία ρυθμίζουν την κοινοποίηση αποδεικτικών στοιχείων που περιλαμβάνονται στον φάκελο αρχής ανταγωνισμού και τους περιορισμούς στη χρήση αποδεικτικών στοιχείων που λαμβάνονται μέσω της πρόσβασης στον φάκελο αυτό, καταλαμβάνει μόνο τις αγωγές αποζημίωσης που ασκούνται για παραβάσεις των κανόνων ανταγωνισμού και, ως εκ τούτου, δεν εκτείνεται σε άλλα είδη μέσων ένδικης προστασίας (πρβλ. απόφαση της 20ής Απριλίου 2023, Repsol Comercial de Productos Petrol?feros, C-25/21, EU:C:2023:298, σκέψεις 30 και 31).

46      Επομένως, η οδηγία 2014/104 δεν ρυθμίζει το ζήτημα της διαβίβασης του φακέλου μιας αρχής ανταγωνισμού σε άλλη αρχή ούτε το ζήτημα της πρόσβασης στον φάκελο της αρχής ανταγωνισμού εκτός του πλαισίου των προαναφερθεισών αγωγών αποζημίωσης. Ως προς το τελευταίο αυτό σημείο, από την απάντηση του αιτούντος δικαστηρίου σε αίτημα του Δικαστηρίου για την παροχή διευκρινίσεων προκύπτει ότι η υπόθεση της κύριας δίκης δεν αφορά τέτοια αγωγή, διότι αφορά προσφυγή που ασκήθηκε στο πλαίσιο ποινικής έρευνας στην οποία η διωκόμενη αξιόποινη πράξη και, συνακόλουθα, οι συναφείς με αυτήν αξιώσεις των ζημιωθέντων δεν έχουν ως αντικείμενο παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού. Επομένως, δεδομένου ότι η διαφορά της κύριας δίκης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/104, η ερμηνεία της τελευταίας δεν είναι κρίσιμη για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.

47      Όσον αφορά, δεύτερον, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2019/1 και όπως προκύπτει από το άρθρο της 1, παράγραφος 1, η οδηγία αυτή αποσκοπεί, κατ’ ουσίαν, στη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, προβλέπει ότι η οδηγία καλύπτει, αφενός, την παράλληλη εφαρμογή των άρθρων αυτών της Συνθήκης ΛΕΕ και των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού στην ίδια υπόθεση και, αφετέρου, όσον αφορά τα ζητήματα που ρυθμίζει το άρθρο 31, παράγραφοι 3 και 4, επίσης και την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού σε μεμονωμένη βάση. Ως εθνική νομοθεσία περί ανταγωνισμού νοούνται, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 6, της οδηγίας 2019/1, οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας οι οποίες επιδιώκουν κατά κύριο λόγο τους ίδιους σκοπούς με τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ

48      Επισημαίνεται συναφώς, όσον αφορά το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, ότι, όπως και η οδηγία 2014/104, η οδηγία 2019/1 δεν διέπει τη διαβίβαση του φακέλου μιας αρχής ανταγωνισμού σε άλλη αρχή στο πλαίσιο μηχανισμού διοικητικής και δικαστικής συνδρομής όπως ο επίμαχος στην κύρια δίκη. Πράγματι, η πρόσβαση των μερών στον φάκελο την οποία αφορά, σύμφωνα με τον τίτλο του, το άρθρο 31 της οδηγίας 2019/1 και η διοικητική συνδρομή συνιστούν, όπως επισήμανε και ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 59 των προτάσεών του, διακριτά νομικά ζητήματα. Επομένως, η οδηγία 2019/1 δεν είναι κρίσιμη για την απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα.

49      Εντούτοις, οι επίμαχες στην κύρια δίκη δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και τα επίμαχα στην κύρια δίκη υπομνήματα για διακανονισμό καταρτίστηκαν και υποβλήθηκαν στην ομοσπονδιακή αρχή ανταγωνισμού στο πλαίσιο διαδικασίας την οποία η αρχή αυτή διεξήγαγε με σκοπό, όπως εκθέτει το αιτούν δικαστήριο, την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού που επιδιώκει τους ίδιους σκοπούς με το άρθρο αυτό.

50      Επομένως, προκειμένου να διαφυλαχθεί η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, πρέπει να εξεταστεί αν το άρθρο αυτό αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία προβλέπει μηχανισμό διοικητικής συνδρομής. Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 101 ΣΛΕΕ.

51      Αντικείμενο του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος είναι, αφενός, η έκταση της προστασίας που παρέχεται από το δίκαιο ανταγωνισμού της Ένωσης όσον αφορά τα διάφορα στοιχεία ενός φακέλου που σχηματίζεται ενώπιον εθνικής αρχής ανταγωνισμού και, αφετέρου, το δικαίωμα πρόσβασης διαφόρων μετεχόντων σε διαδικασία ποινικής έρευνας στα έγγραφα και τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στον φάκελο αυτόν.

52      Επισημαίνεται, συναφώς, ότι, κατά το άρθρο 31, παράγραφος 3, της οδηγίας 2019/1, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι πρόσβαση στις δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης ή στα υπομνήματα για διακανονισμό χορηγείται μόνο στους διαδίκους και μόνο για τους σκοπούς της άσκησης των δικαιωμάτων υπεράσπισής τους.

53      Όπως προκύπτει από τη σκέψη 49 της παρούσας απόφασης, οι επίμαχες στην κύρια δίκη δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και τα επίμαχα στην κύρια δίκη υπομνήματα για διακανονισμό καταρτίστηκαν κατ’ εφαρμογήν του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης και της εθνικής νομοθεσίας που επιδιώκει τους ίδιους σκοπούς με αυτό.

54      Επομένως, δεδομένου, αφενός, ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2019/1, όπως ορίζει το άρθρο της 1, παράγραφος 2, καλύπτει, όσον αφορά τα ζητήματα που διέπει το άρθρο 32, παράγραφοι 3 και 4, τη μεμονωμένη εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού και, αφετέρου, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 55 των προτάσεών του, ότι το άρθρο 31, παράγραφος 3, προβλέπει προστασία των δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης και των υπομνημάτων για διακανονισμό η οποία πρέπει να διασφαλίζεται ανεξαρτήτως του πλαισίου εντός του οποίου τα έγγραφα αυτά χρησιμοποιούνται, η ερμηνεία της τελευταίας αυτής διάταξης είναι κρίσιμη για την απάντηση στο δεύτερο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα.

55      Οι εκτιμήσεις αυτές επιρρωννύονται, αφενός, από το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 50 και 72 της οδηγίας 2019/1, ο νομοθέτης της Ένωσης τόνισε ότι τα προγράμματα επιείκειας είναι σημαντικά για την αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ και ότι είναι αναγκαίο, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων αυτών, να μετριαστεί ο κίνδυνος δημοσιοποίησης αυτοενοχοποιητικών αποδεικτικών στοιχείων εκτός του πλαισίου της έρευνας για τους σκοπούς της οποίας αυτά προσκομίστηκαν. Αφετέρου, όπως προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας, το άρθρο 31, παράγραφος 3, αποσκοπεί στη συμπλήρωση της προστασίας που προβλέπει για τις δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και τα υπομνήματα για διακανονισμό η οδηγία 2014/104, η οποία είχε εναρμονίσει μεν την προστασία των εγγράφων αυτών στο πλαίσιο των αγωγών αποζημίωσης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων για παραβάσεις των διατάξεων του δικαίου ανταγωνισμού των κρατών μελών ή της Ένωσης, αλλά δεν κάλυπτε άλλες περιπτώσεις, όπως η χρήση των εν λόγω εγγράφων στο πλαίσιο άλλων αστικών, διοικητικών ή ποινικών διαδικασιών ή η πρόσβαση του κοινού στα ίδια έγγραφα, δεδομένου ότι, στις άλλες αυτές περιπτώσεις, το επίπεδο προστασίας των εγγράφων αυτών διέφερε σημαντικά από το ένα κράτος μέλος στο άλλο.

56      Επιπλέον, λαμβανομένων υπόψη των όσων προκύπτουν από τις σκέψεις 49 και 53 της παρούσας απόφασης και, ειδικότερα, του ότι οι επίμαχες στην κύρια δίκη δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και τα επίμαχα στην κύρια δίκη υπομνήματα για διακανονισμό καταρτίστηκαν και υποβλήθηκαν στην ομοσπονδιακή αρχή ανταγωνισμού κατ’ εφαρμογήν, μεταξύ άλλων, του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και, συνεπώς, στο πλαίσιο της εφαρμογής του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), επισημαίνεται ότι το άρθρο 31, παράγραφος 3, της οδηγίας 2019/1 πρέπει να ερμηνευθεί και υπό το πρίσμα των διατάξεων του Χάρτη.

 Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

57      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω προκαταρκτικών εκτιμήσεων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 101 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση κατά την οποία η εθνική αρχή ανταγωνισμού και το αρμόδιο για υποθέσεις συμπράξεων εθνικό δικαστήριο υποχρεούνται, στο πλαίσιο του μηχανισμού διοικητικής συνδρομής που προβλέπει η εθνική αυτή ρύθμιση, να διαβιβάζουν στην εισαγγελική αρχή, κατόπιν αιτήματός της, τους φακέλους της αρχής αυτής και τις δικογραφίες του εν λόγω εθνικού δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένων και των δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης και υπομνημάτων για διακανονισμό που περιέχουν οι φάκελοι και οι δικογραφίες αυτές, καθώς και των πληροφοριών που αποκτώνται στο πλαίσιο των εγγράφων αυτών.

58      Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, οι ιδιώτες δεν υπέχουν μόνον υποχρεώσεις από το δίκαιο της Ένωσης, αλλά αντλούν και δικαιώματα. Τα δικαιώματα αυτά γεννώνται όχι μόνον όταν τούτο προβλέπεται ρητώς στις Συνθήκες, αλλά και λόγω σαφών υποχρεώσεων που αυτές επιβάλλουν τόσο σε ιδιώτες όσο και στα κράτη μέλη και στα θεσμικά όργανα της Ένωσης (απόφαση της 20ής Απριλίου 2023, Repsol Comercial de Productos Petrol?feros, C-25/21, EU:C:2023:298, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

59      Επιπλέον, το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ παράγει άμεσα αποτελέσματα στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών και γεννά, υπέρ των υποκειμένων δικαίου, δικαιώματα που τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να προστατεύουν (πρβλ. απόφαση της 20ής Απριλίου 2023, Repsol Comercial de Productos Petrol?feros, C-25/21, EU:C:2023:298, σκέψη 50).

60      Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τη σκέψη 49 της παρούσας απόφασης, οι επίμαχες στην κύρια δίκη δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και τα επίμαχα στην κύρια δίκη υπομνήματα για διακανονισμό φαίνεται ότι καταρτίστηκαν κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και εθνικής διάταξης που επιδιώκει, κατ’ ουσίαν, τους ίδιους σκοπούς με το άρθρο αυτό.

61      Εντούτοις, ένας μηχανισμός διοικητικής συνδρομής, όπως ο προβλεπόμενος από την επίμαχη εθνική ρύθμιση, ο οποίος συνεπάγεται υποχρέωση των οργάνων του κράτους να παρέχουν αμοιβαία συνδρομή στο πλαίσιο των αντίστοιχων τομέων αρμοδιότητάς τους και κατ’ εφαρμογήν του οποίου η αρχή ανταγωνισμού και το αρμόδιο για υποθέσεις συμπράξεων δικαστήριο υποχρεούνται να διαβιβάζουν στην εισαγγελική αρχή τους φακέλους ή τις δικογραφίες που αυτή ζητεί, συμπεριλαμβανομένων των δηλώσεων επιεικούς μεταχειρίσεως και των υπομνημάτων για διακανονισμό, ακόμη και για τους σκοπούς ποινικών διαδικασιών που δεν έχουν ως αντικείμενο παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού, δεν διέπεται, αυτός καθ’ εαυτόν, από το δίκαιο της Ένωσης.

62      Πλην όμως, υπενθυμίζεται συναφώς ότι, μολονότι η θέσπιση και η εφαρμογή μηχανισμού διοικητικής συνδρομής εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, τα κράτη μέλη οφείλουν να ασκούν την αρμοδιότητα αυτή τηρώντας το δίκαιο της Ένωσης και οφείλουν, ειδικά όταν ενδέχεται να επηρεαστεί το δίκαιο του ανταγωνισμού, να μεριμνούν ώστε οι κανόνες που θεσπίζουν ή εφαρμόζουν να μη θίγουν την αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2025, Caronte & Tourist, C-511/23, EU:C:2025:42, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

63      Υπενθυμίζεται επίσης ότι τα προγράμματα επιείκειας αποτελούν, όπως έχει υπογραμμίσει το Δικαστήριο, χρήσιμα μέσα για την αποτελεσματική αποκάλυψη και πάταξη των παραβάσεων των κανόνων περί ανταγωνισμού και εξυπηρετούν, με τον τρόπο αυτό, τον σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ. Πλην όμως, η αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων επιείκειας θα μπορούσε να θιγεί αν τα πρόσωπα που εμπλέκονται σε παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού αποθαρρύνονταν να χρησιμοποιήσουν τη δυνατότητα που τους παρέχουν τα εν λόγω προγράμματα, ενόψει του ενδεχομένου της κοινοποίησης εγγράφων σχετικών με ορισμένη διαδικασία επιείκειας σε άλλα πρόσωπα εκτός από εκείνα προς τα οποία υποβλήθηκαν τα έγγραφα αυτά, όπως πρόσωπα που προτίθενται να ασκήσουν αγωγή αποζημίωσης (πρβλ. αποφάσεις της 14ης Ιουνίου 2011, Pfleiderer, C-360/09, EU:C:2011:389, σκέψεις 25 έως 27, και της 6ης Ιουνίου 2013, Donau Chemie κ.λπ., C-536/11, EU:C:2013:366, σκέψη 42).

64      Επιπλέον, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 66 και 69 των προτάσεών του αντιστοίχως, αφενός, η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 101 ΣΛΕΕ μπορεί επίσης να θιγεί λόγω διαδικασίας η οποία δεν έχει ως αντικείμενο την εφαρμογή του άρθρου αυτού και, αφετέρου, μολονότι οι οδηγίες 2014/104 και 2019/1 δεν έχουν εφαρμογή όσον αφορά μηχανισμό διοικητικής συνδρομής μεταξύ των εθνικών αρχών του ίδιου κράτους μέλους, όπως ο επίμαχος στην υπόθεση της κύριας δίκης, εντούτοις οι προσδιοριζόμενοι στις εν λόγω οδηγίες κίνδυνοι σχετικά με τη δημοσιοποίηση αυτοενοχοποιητικών εγγράφων, οι οποίοι μπορούν να αποθαρρύνουν δυνητικούς αιτούντες επιεική μεταχείριση από τη συνεργασία με τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού, ανακύπτουν επίσης και στο πλαίσιο του μηχανισμού αυτού.

65      Επομένως, διαπιστώνεται ότι ένας τέτοιος μηχανισμός διοικητικής συνδρομής πρέπει να είναι διαμορφωμένος κατά τρόπον ώστε να διαφυλάσσεται η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, ιδίως διά της αποτροπής του ενδεχομένου να καθίσταται κενή περιεχομένου η προβλεπόμενη από το δίκαιο της Ένωσης προστασία των δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης και των υπομνημάτων για διακανονισμό, λόγω της χορήγησης πρόσβασης στα έγγραφα αυτά.

66      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 101 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση κατά την οποία η εθνική αρχή ανταγωνισμού και το αρμόδιο για υποθέσεις συμπράξεων εθνικό δικαστήριο υποχρεούνται, στο πλαίσιο του μηχανισμού διοικητικής συνδρομής που προβλέπει η εθνική αυτή ρύθμιση, να διαβιβάζουν στην εισαγγελική αρχή, κατόπιν αιτήματός της, τους φακέλους της αρχής αυτής και τις δικογραφίες του εν λόγω εθνικού δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένων και των δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης και υπομνημάτων για διακανονισμό που περιέχουν οι φάκελοι και οι δικογραφίες αυτές, καθώς και των πληροφοριών που αποκτώνται στο πλαίσιο των εγγράφων αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι ο μηχανισμός διοικητικής συνδρομής δεν θίγει την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου αυτού της Συνθήκης ΛΕΕ.

 Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

67      Λαμβανομένων υπόψη των προκαταρκτικών εκτιμήσεων που εκτίθενται στις σκέψεις 40 έως 56 της παρούσας απόφασης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 31, παράγραφος 3, της οδηγίας 2019/1 έχει την έννοια ότι η προστασία την οποία προβλέπει για τις δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και τα υπομνήματα για διακανονισμό καλύπτει επίσης και τα έγγραφα και τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν προκειμένου να εκτεθεί, να τεκμηριωθεί και να αποδειχθεί το περιεχόμενο δήλωσης επιεικούς μεταχείρισης ή υπομνήματος για διακανονισμό.

68      Ως προς το ζήτημα αυτό, το άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 17, της οδηγίας 2019/1 ορίζει ότι ως «δήλωση επιεικούς μεταχείρισης» νοείται η προφορική ή γραπτή αναφορά που υποβάλλεται αυτοβούλως από επιχείρηση ή φυσικό πρόσωπο σε εθνική αρχή ανταγωνισμού, ή αντίγραφό της, στην οποία περιγράφονται τα στοιχεία που γνωρίζουν για τη σύμπραξη (καρτέλ) η επιχείρηση ή το φυσικό πρόσωπο και ο ρόλος τους σε αυτή, και η οποία καταρτίστηκε ειδικά με σκοπό την υποβολή της στην εθνική αρχή ανταγωνισμού, προκειμένου να εξασφαλισθεί ασυλία ή μείωση των προστίμων κατ’ εφαρμογήν προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης Ως «υπόμνημα για διακανονισμό» νοείται δε, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 18, η αναφορά που υποβάλλεται αυτοβούλως από επιχείρηση ή για λογαριασμό της σε εθνική αρχή ανταγωνισμού, στην οποία η εν λόγω επιχείρηση παραδέχεται ή δεν αμφισβητεί τη συμμετοχή της σε παράβαση του δικαίου ανταγωνισμού και την ευθύνη της για τη συγκεκριμένη παράβαση του δικαίου ανταγωνισμού, και η οποία καταρτίστηκε ειδικά με σκοπό να μπορέσει η αρχή ανταγωνισμού να εφαρμόσει απλουστευμένη ή ταχεία διαδικασία.

69      Κατά συνέπεια, το άρθρο 31, παράγραφος 3, της οδηγίας 2019/1 προστατεύει τα έγγραφα των οποίων το περιεχόμενο, ο σκοπός και οι συνθήκες κατάρτισης αντιστοιχούν στους ορισμούς που παρατίθενται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας απόφασης.

70      Κατά τους ορισμούς αυτούς, οι δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και τα υπομνήματα για διακανονισμό δεν περιλαμβάνουν τις προϋπάρχουσες πληροφορίες, οι οποίες αντιστοιχούν, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 17, της οδηγίας 2019/1, στα αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν ανεξάρτητα από τη διαδικασία επιβολής, ασχέτως αν οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνονται στον φάκελο αρχής ανταγωνισμού, όπως για παράδειγμα τα έγγραφα που χρονολογούνται από τον χρόνο της παράβασης.

71      Επιπλέον, επισημαίνεται ότι το άρθρο 31, παράγραφος 3, της οδηγίας 2019/1, το οποίο αφορά την πρόσβαση στον φάκελο αρχής ανταγωνισμού, αναφέρεται ρητώς στις δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και στα υπομνήματα για διακανονισμό και προβλέπει ότι πρόσβαση στα έγγραφα αυτά έχουν μόνον οι διάδικοι και μόνο για την άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισής τους.

72      Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η διάταξη αυτή δεν αφορά την πρόσβαση στα λοιπά έγγραφα του φακέλου αρχής ανταγωνισμού, όπως είναι τα παραρτήματα και οι αντλούμενες από τις δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και τα υπομνήματα για διακανονισμό πληροφορίες, τα οποία έχουν σκοπό να εκθέσουν, να τεκμηριώσουν και να αποδείξουν το περιεχόμενο των εν λόγω δηλώσεων και υπομνημάτων.

73      Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται από την πάγια νομολογία κατά την οποία κάθε υποκείμενο δικαίου δικαιούται να ζητήσει αποκατάσταση της ζημίας που του προξένησε συμπεριφορά αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού. Ένα τέτοιο δικαίωμα ενισχύει, πράγματι, την αποτελεσματική λειτουργία των κανόνων ανταγωνισμού της Ένωσης και αποθαρρύνει τις συχνά κεκαλυμμένες συμφωνίες ή πρακτικές που ενδέχεται να περιορίζουν ή να νοθεύουν τον ανταγωνισμό. Υπό την άποψη αυτή, οι αγωγές αποζημίωσης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων μπορούν να συμβάλλουν σημαντικά στη διατήρηση της αποτελεσματικότητας του ανταγωνισμού εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (απόφαση της 14ης Ιουνίου 2011, Pfleiderer, C-360/09, EU:C:2011:389, σκέψεις 28 και 29).

74      Περαιτέρω, οι διαφορές που αφορούν παραβάσεις του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης χαρακτηρίζονται, κατ’ αρχήν, από ασυμμετρία πληροφόρησης εις βάρος του ζημιωθέντος, με αποτέλεσμα η συγκέντρωση των αναγκαίων για την άσκηση αγωγής αποζημίωσης πληροφοριών να καθίσταται δυσχερέστερη για τον ζημιωθέντα απ’ ό,τι η συγκέντρωση των αναγκαίων πληροφοριών από τις αρχές ανταγωνισμού για την άσκηση των εξουσιών τους περί εφαρμογής του δικαίου ανταγωνισμού (απόφαση της 22ας Ιουνίου 2022, Volvo και DAF Trucks, C-267/20, EU:C:2022:494, σκέψη 55).

75      Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, ενώ σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται η δημοσίευση, με τη μορφή της αυτούσιας παραθέσεως, της ίδιας της δήλωσης επιεικούς μεταχείρισης, η δημοσίευση, με τη μορφή της αυτούσιας παράθεσης, στοιχείων αντλούμενων από τα έγγραφα που προσκόμισε μια επιχείρηση προς στήριξη της δήλωσης αυτής επιτρέπεται τηρουμένης της δέουσας προστασίας, μεταξύ άλλων, του επιχειρηματικού ή του επαγγελματικού απορρήτου ή άλλων πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα (πρβλ. απόφαση της 14ης Μαρτίου 2017, Evonik Degussa κατά Επιτροπής, C-162/15 P, EU:C:2017:205, σκέψη 87).

76      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το επίπεδο προστασίας των εγγράφων που καταρτίζονται βάσει των δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης και των υπομνημάτων για διακανονισμό ή επισυνάπτονται στις εν λόγω δηλώσεις και στα εν λόγω υπομνήματα, καθώς και το επίπεδο προστασίας των πληροφοριών που αποκτώνται στο πλαίσιο των δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης ή των υπομνημάτων για διακανονισμό, δεν είναι το ίδιο με εκείνο της προστασίας που προβλέπει το δίκαιο ανταγωνισμού της Ένωσης όσον αφορά τις ίδιες τις δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και τα ίδια τα υπομνήματα για διακανονισμό.

77      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 31, παράγραφος 3, της οδηγίας 2019/1 έχει την έννοια ότι η προστασία την οποία προβλέπει για τις δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και τα υπομνήματα για διακανονισμό δεν καλύπτει τα έγγραφα και τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν προκειμένου να εκτεθεί, να τεκμηριωθεί και να αποδειχθεί το περιεχόμενο δήλωσης επιεικούς μεταχείρισης ή υπομνήματος για διακανονισμό.

 Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

78      Λαμβανομένων υπόψη των προκαταρκτικών εκτιμήσεων που εκτίθενται στις σκέψεις 40 έως 56 της παρούσας απόφασης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 31, παράγραφος 3, της οδηγίας 2019/1, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, και του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση κατά την οποία, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας που δεν έχει ως αντικείμενο παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού, δικαίωμα πρόσβασης στις δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και στα υπομνήματα για διακανονισμό που καταρτίστηκαν για τους σκοπούς διαδικασίας ενώπιον εθνικής αρχής ανταγωνισμού και διαβιβάστηκαν στις εθνικές ποινικές αρχές έχουν οι κατηγορούμενοι που δεν είναι συντάκτες των δηλώσεων ή υπομνημάτων αυτών, καθώς και οι λοιποί μετέχοντες στην ποινική διαδικασία και ιδίως οι ζημιωθέντες από την παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού οι οποίοι ζητούν την αποκατάσταση της ζημίας που αυτή τους προξένησε.

79      Ως προς το ζήτημα αυτό, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 96 των προτάσεών του, η προστασία των δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης και των υπομνημάτων για διακανονισμό επιδιώκει δύο εγγενώς αλληλένδετους σκοπούς, ήτοι τον σκοπό προστασίας των ενδιαφερομένων από τους κινδύνους που σχετίζονται με τη δημοσιοποίηση των αυτοενοχοποιητικών εγγράφων και τον σκοπό διασφάλισης του ότι η πρόσβαση στα έγγραφα αυτά δεν θίγει συμφέροντα δημοσίας φύσεως, όπως η αποτελεσματικότητα της πολιτικής καταστολής των παραβιάσεων του δικαίου του ανταγωνισμού, στο μέτρο που η γενικευμένη πρόσβαση θα μπορούσε να αποθαρρύνει τα εμπλεκόμενα σε παράβαση των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ πρόσωπα από τη συνεργασία με τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού.

80      Εν προκειμένω, από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία προκύπτει ότι, κατά την εφαρμοστέα στη διαφορά της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση, τόσο οι κατηγορούμενοι στο πλαίσιο διαδικασίας ποινικής έρευνας όσο και οι λοιποί μετέχοντες στη διαδικασία αυτή, όπως οι ζημιωθέντες από τη συγκεκριμένη παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού οι οποίοι ζητούν την αποκατάσταση της ζημίας που αυτή τους προξένησε, έχουν δικαίωμα πρόσβασης στις δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και στα υπομνήματα για διακανονισμό που έχουν περιληφθεί στη δικογραφία της ποινικής έρευνας.

81      Πλην όμως, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 49, 53, 56 και 60 της παρούσας απόφασης, οι επίμαχες στην κύρια δίκη δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και τα επίμαχα στην κύρια δίκη υπομνήματα για διακανονισμό καταρτίστηκαν κατ’ εφαρμογήν του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης και η προστασία που προβλέπει για τα έγγραφα αυτά το άρθρο 31, παράγραφος 3, της οδηγίας 2019/1 πρέπει να διασφαλίζεται ανεξαρτήτως του πλαισίου εντός του οποίου αυτά χρησιμοποιούνται. Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστεί αν η εν λόγω διάταξη αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση όπως αυτή για την οποία γίνεται λόγος στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας απόφασης.

82      Ως προς το ζήτημα αυτό και όσον αφορά, πρώτον, την πρόσβαση των κατηγορουμένων που δεν είναι συντάκτες των δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης και των υπομνημάτων για διακανονισμό στα έγγραφα αυτά, υπενθυμίζεται ότι, κατά γενική ερμηνευτική αρχή, το άρθρο 31, παράγραφος 3, της οδηγίας 2019/1 πρέπει να ερμηνεύεται, στο μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο που να μη θίγει το κύρος του και να συνάδει με το σύνολο του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης, ιδίως δε με τις διατάξεις του Χάρτη [πρβλ. απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2023, Ligue des droits humains (Επαλήθευση της επεξεργασίας των δεδομένων από την εποπτική αρχή), C-333/22, EU:C:2023:874, σκέψη 57], ήτοι, εν προκειμένω, με το άρθρο 47 του Χάρτη, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου, καθώς και με το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Χάρτη, το οποίο αποσκοπεί στη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων υπεράσπισης.

83      Επιπλέον, κατά το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, τα δικαιώματα που αυτός περιλαμβάνει έχουν την ίδια έννοια και την ίδια εμβέλεια με τα αντίστοιχα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), χωρίς όμως η διάταξη αυτή να εμποδίζει την παροχή ευρύτερης προστασίας από το δίκαιο της Ένωσης. Επομένως, στο πλαίσιο της ερμηνείας των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 47, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, και στο άρθρο 48, παράγραφος 2, του Χάρτη, το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα αντίστοιχα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 6 και 13 της ΕΣΔΑ, όπως έχουν ερμηνευθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ), ως όριο ελάχιστης προστασίας [απόφαση της 22ας Ιουνίου 2023, K.B. και F.S. (Αυτεπάγγελτη εξέταση στον ποινικό τομέα), C-660/21, EU:C:2023:498, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

84      Συναφώς, το ΕΔΔΑ έχει κρίνει, όσον αφορά τα δικαιώματα υπεράσπισης που κατοχυρώνει το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, ότι η διάταξη αυτή επιτάσσει, κατ’ αρχήν, να παρέχουν οι ποινικές αρχές στους κατηγορουμένους πρόσβαση σε όλα τα κρίσιμα ενοχοποιητικά ή απαλλακτικά αποδεικτικά μέσα που αυτές έχουν στην κατοχή τους. Η πρόσβαση αυτή αφορά τόσο τα αποδεικτικά μέσα που σχετίζονται άμεσα με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης όσο και τα στοιχεία που αφορούν το παραδεκτό, την αξιοπιστία και την πληρότητα των αποδεικτικών μέσων. Το ΕΔΔΑ έχει εντούτοις κρίνει ότι το δικαίωμα πρόσβασης στην ποινική δικογραφία δεν είναι απόλυτο και ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να είναι απαραίτητη η απόκρυψη ορισμένων αποδείξεων από την υπεράσπιση, έτσι ώστε να διαφυλαχθούν τα θεμελιώδη δικαιώματα άλλου ατόμου ή να διασφαλιστεί κάποιο σημαντικό δημόσιο συμφέρον. Εντούτοις, κατά το ΕΔΔΑ, υπό το πρίσμα της ΕΣΔΑ, τα μέτρα που περιορίζουν τα δικαιώματα υπεράσπισης είναι νόμιμα μόνον εφόσον είναι απολύτως αναγκαία (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 12ης Φεβρουαρίου 2019, Yakuba κατά Ουκρανίας, CE:ECHR:2019:0212JUD000145209 § 43 και 44).

85      Επιπλέον, το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι μια διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας δεν επιτράπηκε η πρόσβαση σε αποδεικτικά μέσα βάσει της φύσεως των επίμαχων εγγράφων και όχι βάσει αναλύσεως του περιεχομένου τους ενείχε, εξ αυτού του λόγου, σοβαρή πλημμέλεια (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 11ης Δεκεμβρίου 2008, Mirilachvili κατά Ρωσίας, CE:ECHR:2008:1211JUD000629304 § 206 έως 208).

86      Επομένως, προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων στο πλαίσιο διαδικασίας ποινικής έρευνας, τα οποία κατοχυρώνονται στο άρθρο 47, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, και στο άρθρο 48, παράγραφος 2, του Χάρτη, το άρθρο 31, παράγραφος 3, της οδηγίας 2019/1 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει απολύτως στους κατηγορουμένους την πρόσβαση, προς τον σκοπό άσκησης των δικαιωμάτων υπεράσπισης, στις δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και στα υπομνήματα για διακανονισμό που περιλαμβάνονται στη δικογραφία της διαδικασίας αυτής, ιδίως στην περίπτωση κατά την οποία οι κατηγορίες εις βάρος τους στηρίζονται σε στοιχεία που περιέχονται στα έγγραφα αυτά. Πράγματι, από το ίδιο το γράμμα της τελευταίας αυτής διάταξης προκύπτει ότι οι διάδικοι έχουν δικαίωμα πρόσβασης στις δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης ή στα υπομνήματα για διακανονισμό ακριβώς για τους σκοπούς της άσκησης των δικαιωμάτων υπεράσπισης. Επομένως, δεν επιτρέπεται να απορριφθεί το αίτημα παροχής πρόσβασης αποκλειστικά και μόνο βάσει της φύσης των δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης και των υπομνημάτων για διακανονισμό, δεδομένου ότι η μη κοινοποίηση των εγγράφων αυτών στους κατηγορουμένους μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον από λόγους αναγόμενους στην προστασία συγκεκριμένου δημοσίου συμφέροντος, ιδίως δε του εμπιστευτικού χαρακτήρα των πληροφοριών που περιέχονται στα έγγραφα αυτά και της πρακτικής αποτελεσματικότητας του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης, κατόπιν κατά περίπτωση εξέτασης.

87      Όσον αφορά, δεύτερον, την πρόσβαση των λοιπών μετεχόντων σε διαδικασία ποινικής έρευνας, πλην των κατηγορουμένων, στις δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και στα υπομνήματα για διακανονισμό, υπενθυμίζεται ότι, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 63 της παρούσας απόφασης, τα προγράμματα επιείκειας αποτελούν χρήσιμα μέσα για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των παραβάσεων των κανόνων περί ανταγωνισμού και εξυπηρετούν τον σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ. Όπως προκύπτει επίσης από τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη αυτή και από τις αιτιολογικές σκέψεις 50 και 72 της οδηγίας 2019/1, τα πρόσωπα που εμπλέκονται σε παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού θα αποθαρρύνονταν να χρησιμοποιήσουν τη δυνατότητα που τους παρέχουν τα προγράμματα επιείκειας και η αποτελεσματική εφαρμογή των εν λόγω άρθρων της Συνθήκης ΛΕΕ θα μπορούσε να θιγεί, αν έγγραφα σχετικά με διαδικασία επιείκειας μπορούσαν να κοινοποιηθούν, μεταξύ άλλων, σε εκείνους που επιθυμούν να ασκήσουν αγωγή αποζημιώσεως.

88      Ως προς το ζήτημα αυτό, από το άρθρο 31, παράγραφος 3, της οδηγίας 2019/1 προκύπτει ότι το δίκαιο ανταγωνισμού της Ένωσης επιτρέπει την πρόσβαση στις δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και στα υπομνήματα για διακανονισμό που καταρτίστηκαν στο πλαίσιο διαδικασίας εφαρμογής την οποία διεξήγαγε η εθνική αρχή ανταγωνισμού μόνο στους διαδίκους και μόνο για τους σκοπούς της άσκησης των δικαιωμάτων υπεράσπισής τους. Πλην όμως, ο όρος «διάδικοι» που χρησιμοποιείται στην εν λόγω διάταξη δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει και τους ζημιωθέντες που ενδέχεται να ασκήσουν αγωγή αποζημιώσεως.

89      Επομένως, η εν λόγω διάταξη θα καθίστατο κενή περιεχομένου αν το εθνικό δίκαιο δεν προέβλεπε ότι οι δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και τα υπομνήματα για διακανονισμό απολαύουν, μετά τη διαβίβαση κατ’ εφαρμογήν μηχανισμού διοικητικής συνδρομής, των εγγράφων αυτών στις ποινικές αρχές στο πλαίσιο διαδικασίας ποινικής έρευνας διεξαγόμενης από αυτές, προστασίας ισοδύναμης με εκείνη που διασφαλίζει για τα έγγραφα αυτά το δίκαιο ανταγωνισμού της Ένωσης και, ειδικότερα, αν κάθε μετέχων στη διαδικασία αυτή, συμπεριλαμβανομένων των ζημιωθέντων που θα μπορούσαν να ασκήσουν αγωγή αποζημιώσεως, είχε πρόσβαση στις εν λόγω δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και στα εν λόγω υπομνήματα για διακανονισμό.

90      Επομένως, διαπιστώνεται ότι μια τέτοια πρόσβαση είναι ικανή να θίξει την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 31, παράγραφος 3, της οδηγίας 2019/1 και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να χορηγηθεί στους λοιπούς μετέχοντες σε διαδικασία ποινικής έρευνας, πλην των κατηγορουμένων, και, ειδικότερα, στους ζημιωθέντες από τη συγκεκριμένη παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού οι οποίοι ζητούν την αποκατάσταση της ζημίας που αυτή τους προξένησε.

91      Εξάλλου, στο μέτρο που από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία προκύπτει ότι, κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, τα πρόσωπα που δεν είναι κατηγορούμενοι στο πλαίσιο διαδικασίας ποινικής έρευνας έχουν δικαίωμα πρόσβασης στις δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και στα υπομνήματα για διακανονισμό που περιλαμβάνονται στη δικογραφία της έρευνας αυτής, πρέπει να προστεθεί ότι, προκειμένου να διασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα όλων των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, η αρχή της υπεροχής επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια να ερμηνεύουν, στο μέτρο του δυνατού, το εσωτερικό τους δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο προς το δίκαιο της Ένωσης. Επομένως, κατά την εφαρμογή του εθνικού δικαίου, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να το ερμηνεύουν, στο μέτρο του δυνατού, με γνώμονα το γράμμα και τον σκοπό των σχετικών διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από αυτό μεθόδους ερμηνείας, προκειμένου να διασφαλίζεται η πλήρης αποτελεσματικότητα των εν λόγω διατάξεων και να επιτυγχάνεται λύση σύμφωνη προς τον σκοπό που αυτές επιδιώκουν (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2025, Caronte & Tourist, C-511/23, EU:C:2025:42, σκέψεις 78 και 79 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

92      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 31, παράγραφος 3, της οδηγίας 2019/1, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, και του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση κατά την οποία, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας που δεν έχει ως αντικείμενο παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού, δικαίωμα πρόσβασης στις δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και στα υπομνήματα για διακανονισμό που καταρτίστηκαν για τους σκοπούς διαδικασίας ενώπιον εθνικής αρχής ανταγωνισμού και διαβιβάστηκαν στις εθνικές ποινικές αρχές έχουν οι κατηγορούμενοι που δεν είναι συντάκτες των δηλώσεων ή υπομνημάτων αυτών, αλλά αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση κατά την οποία τέτοια πρόσβαση έχουν και οι λοιποί μετέχοντες στην ποινική διαδικασία και ιδίως οι ζημιωθέντες από την παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού οι οποίοι ζητούν την αποκατάσταση της ζημίας που αυτή τους προξένησε.

 Επί των δικαστικών εξόδων

93      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 101 ΣΛΕΕ

έχει την έννοια ότι:

δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση κατά την οποία η εθνική αρχή ανταγωνισμού και το αρμόδιο για υποθέσεις συμπράξεων εθνικό δικαστήριο υποχρεούνται, στο πλαίσιο του μηχανισμού διοικητικής συνδρομής που προβλέπει η εθνική αυτή ρύθμιση, να διαβιβάζουν στην εισαγγελική αρχή, κατόπιν αιτήματός της, τους φακέλους της αρχής αυτής και τις δικογραφίες του εν λόγω εθνικού δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένων και των δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης και υπομνημάτων για διακανονισμό που περιέχουν οι φάκελοι και οι δικογραφίες αυτές, καθώς και των πληροφοριών που αποκτώνται στο πλαίσιο των εγγράφων αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι ο μηχανισμός διοικητικής συνδρομής δεν θίγει την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου αυτού της Συνθήκης ΛΕΕ.

2)      Το άρθρο 31, παράγραφος 3, της οδηγίας (ΕΕ) 2019/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για την παροχή αρμοδιοτήτων στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικότερα τους κανόνες και για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς,

έχει την έννοια ότι:

η προστασία την οποία προβλέπει για τις δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και τα υπομνήματα για διακανονισμό δεν καλύπτει τα έγγραφα και τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν προκειμένου να εκτεθεί, να τεκμηριωθεί και να αποδειχθεί το περιεχόμενο δήλωσης επιεικούς μεταχείρισης ή υπομνήματος για διακανονισμό.

3)      Το άρθρο 31, παράγραφος 3, της οδηγίας 2019/1, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, και του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

έχει την έννοια ότι:

δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση κατά την οποία, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας που δεν έχει ως αντικείμενο παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού, δικαίωμα πρόσβασης στις δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και στα υπομνήματα για διακανονισμό που καταρτίστηκαν για τους σκοπούς διαδικασίας ενώπιον εθνικής αρχής ανταγωνισμού και διαβιβάστηκαν στις εθνικές ποινικές αρχές έχουν οι κατηγορούμενοι που δεν είναι συντάκτες των δηλώσεων ή υπομνημάτων αυτών, αλλά αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση κατά την οποία τέτοια πρόσβαση έχουν και οι λοιποί μετέχοντες στην ποινική διαδικασία και ιδίως οι ζημιωθέντες από την παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού οι οποίοι ζητούν την αποκατάσταση της ζημίας που αυτή τους προξένησε.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.